Νίκος Μούδουρος: Tουρκία: Πώς ήλθε η οικονομική αποσταθεροποίηση (ανάλυση)

on Wednesday, 05 September 2018. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Επιμέλεια Γιώργος Δουδούμης, Μέλος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

  
Σε ένα πρώτο επίπεδο, αυτά που βιώνει σήμερα η κοινωνία στην Τουρκία δεν ξεκίνησαν και ούτε πρόκειται να τελειώσουν με επίκεντρο την ίδια τη χώρα. Η παγκόσμια οικονομία και πολιτική τάξη πραγμάτων «συγκλονίζεται» και σχηματοποιείται εδώ και μια δεκαετία από τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης του 2008. Το πρώτο ισχυρό στάδιο της κρίσης, όπως είναι γνωστό, εκφράστηκε με τη μορφή της χρηματοπιστωτικής κατάρρευσης στις ΗΠΑ. Το δεύτερο στάδιο διευρύνθηκε στην Ευρώπη και αποτυπώθηκε στη λεγόμενη κρίση της Ευρωζώνης. Κορυφώθηκε την περίοδο 2010–2012 με τις γνωστές συνέπειες, ιδιαίτερα στις χώρες του Νότου. Το τρίτο της στάδιο εμφανίστηκε περίπου το 2013 και συμπεριέλαβε έναν μεγάλο αριθμό αναπτυσσόμενων-περιφερειακών χωρών με τη μορφή της οικονομικής στασιμότητας ή και της μείωσης των ρυθμών ανάπτυξης. 
Η εσωτερική πτυχή:
Η κρίση ενός νεοφιλελεύθερου λαϊκισμού

Σε ό,τι αφορά στις αρνητικές συνέπειες του παγκόσμιου περιβάλλοντος στην Τουρκία, η περίοδος που ξεκίνησε από το 2013 αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Σε εκείνη τη χρονική συγκυρία οι εξωτερικές αναταράξεις ταυτίστηκαν με την εσωτερική αδυναμία αναπαραγωγής του μοντέλου συσσώρευσης κεφαλαίου που επιδίωξε να επιβάλει η κυβέρνηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ).
Με λίγα λόγια, εξαιτίας της απόφασης της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ να περιορίσει την παγκόσμια ρευστότητα του δολαρίου και να προχωρήσει στην αύξηση των επιτοκίων, ο νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός του ΑΚΡ παρουσίασε σημάδια μιας εντεινόμενης κρίσης.
Ο νεοφιλελεύθερος λαϊκισμός στην τουρκική περίπτωση είναι συνυφασμένος με ένα περιβάλλον χαμηλών επιτοκίων και ρευστότητας κεφαλαίων σε παγκόσμιο επίπεδο. Όμως ούτε η σταθερότητα σε χαμηλά επιτόκια είναι δεδομένη, αλλά ούτε και μακροπρόθεσμα βιώσιμη είναι μια οικονομική δομή που εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές καταναλωτικών προϊόντων και τις εισροές ξένου κεφαλαίου, όπως είναι η τουρκική. Συνεπώς η αναπαραγωγή του απαιτούσε μια συγκεκριμένη υλική βάση.
Αυτή η υλική βάση οικοδομήθηκε αρχικά στην εξής πραγματικότητα: Μέχρι και την κρίση του 2008, η Τουρκία είχε εύκολη πρόσβαση σε φθηνό συνάλλαγμα, πρόσβαση που σε συνδυασμό με τη μείωση του πληθωρισμού τη βοήθησε να ολοκληρώσει με «επιτυχία» και χωρίς ιδιαίτερες αντιδράσεις ένα αυστηρό πρόγραμμα λιτότητας από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.
Η αφθονία παγκόσμιας ρευστότητας συνέβαλε στην παροχή φθηνών πιστώσεων σε επιχειρήσεις, αλλά και στη συνεχώς αυξανόμενη εισροή ξένων κεφαλαίων.
Στη διάρκεια αυτής της περιόδου, μεταξύ πολλών άλλων πλεονεκτημάτων, η κυβέρνηση του ΑΚΡ μπόρεσε να διευρύνει την υποστήριξή της ανάμεσα στο λεγόμενο ισλαμικό κεφάλαιο μέσα από τη συγκρότηση ενός ισχυρού δικτύου πελατειακών σχέσεων και παροχής συμβολαίων για μεγάλα κρατικά έργα υποδομής. Στο ίδιο πλαίσιο, το οικονομικό περιβάλλον συνέβαλλε και στη διευκόλυνση της εσωτερικής κατανάλωσης στην Τουρκία. Συγκεκριμένα μέτρα και πολιτικές οδήγησαν στην συμπερίληψη ενός τεράστιου αριθμού μισθωτών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και στην εύκολη πρόσβαση σε καταναλωτικά δάνεια.
Η προαναφερθείσα βασική κατεύθυνση οικονομικής ανάπτυξης μέσα από τη συνεχή ενίσχυση της εσωτερικής κατανάλωσης εντατικοποιήθηκε κατά την περίοδο που ακολούθησε την παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008. Το ΑΚΡ αξιοποίησε αρχικά την πολιτική χαμηλών επιτοκίων που ακολουθούσαν οι ΗΠΑ. Σε συνδυασμό με την αναπαραγωγή των ευνοϊκών συνθηκών από την εισροή κεφαλαίου, η κυβέρνηση Ερντογάν μπορούσε να συγκρατεί τα επιτόκια χαμηλά και να σταθεροποιεί την οικονομική μεγέθυνση σε υψηλούς ρυθμούς. Άλλωστε οι ρυθμοί της οικονομικής ανάπτυξης, ανεξαρτήτως εάν μεταφράζονταν σε αύξηση της απασχόλησης ή όχι, αποτελούν μέχρι σήμερα ένα από τα ισχυρά ιδεολογικά όπλα του ΑΚΡ στην εσωτερική αντιπαράθεση. Όλα αυτά όμως, άρχισαν να αμφισβητούνται από το 2013 και μετά.

Η σημασία της κρίσιμης τριετίας 2013–2016 
Όπως έχει σημειωθεί προηγουμένως, η αλλαγή πολιτικής από την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ με επίκεντρο τον περιορισμό της ρευστότητας και την αύξηση των επιτοκίων, μείωσε τα περιθώρια συνέχισης των βασικών χαρακτηριστικών της οικονομικής πολιτικής του ΑΚΡ που επικράτησαν από το 2002. Τον Ιανουάριο 2014 η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας αναγκάστηκε σε απότομη αύξηση των επιτοκίων, ως αποτέλεσμα των νέων πολιτικών από τις ΗΠΑ. Σταδιακά φαινόταν ότι οι συνέπειες της παγκόσμιας αστάθειας θα μεταφέρονταν με μεγαλύτερη ένταση στις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Τότε η κυβέρνηση ΑΚΡ σε συνθήκες ιδεολογικές πόλωσης απέδωσε την αύξηση των επιτοκίων στις κινητοποιήσεις Γκεζί και στους Γκιουλενιστές.
Μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στις 15 Ιουλίου 2016, για πρώτη φορά από το 2009 η τουρκική οικονομία μπήκε σε συνθήκες στενότητας. Η μείωση του ξένου κεφαλαίου προκάλεσε παράλληλα έναν νέο κύκλο υποτίμησης της τουρκικής λίρας. Ως απάντηση η Κεντρική Τράπεζα της Τουρκίας προχώρησε σε ακόμα μια απότομη αύξηση των επιτοκίων.
Οι αρνητικές επιπτώσεις αυτών των πολιτικών επί της οικονομικής ανάπτυξης αντιμετωπίστηκαν από την κυβέρνηση με τη δημιουργία του ταμείου εγγύησης πιστώσεων και με την κρατική παρέμβαση για τη διάσωση περίπου 30 χιλιάδων επιχειρήσεων. Δόθηκαν κίνητρα και παραχωρήθηκαν επίσης φοροαπαλλαγές. Αυτή η στρατηγική είχε βασικό στόχο το προσωρινό ξεπέρασμα της κρίσης ενόψει δημοψηφίσματος του 2017.
Οι «γκρίζες ζώνες» των οικονομικών και κοινωνικών δυναμικών 
Όπως ήταν αναμενόμενο στις συγκυρίες της έντονης οικονομικής αποσταθεροποίησης που βιώνει η Τουρκία σήμερα, η πόλωση και η αντιπαράθεση στη δημόσια σφαίρα εντατικοποιήθηκε. Πολλές και διαφορετικές θέσεις, απόψεις και αναλύσεις αντιπαρατίθενται με στόχο να εξηγήσουν τη σημερινή δύσκολη οικονομική κατάσταση στη χώρα. Ο πραγματικά μεγάλος όγκος «υλικού», ο οποίος προέκυψε μέσα από την αντιπαράθεση του τελευταίου χρονικού διαστήματος μπορεί να διαχωριστεί γενικά σε τρεις μεγάλες ομάδες – σχολές σκέψης:
***Η πρώτη ομάδα επικεντρώνεται αυστηρά στην «οικονομική εξήγηση» της κατάστασης στην οποία περιήλθε η Τουρκία. Διαφορετικές οικονομικές σχολές σκέψης ενεργοποιούν διαφορετικά εργαλεία για να αναλύσουν το κρισιακό περιβάλλον, αλλά συμφωνούν ότι τα προβλήματα της τουρκικής οικονομίας μπορούν να εξηγηθούν αποκλειστικά και μόνο μέσα από τις οικονομικές μεταβλητές.
***Η δεύτερη ομάδα υπογραμμίζει ότι ο κεντρικός πυρήνας του προβλήματος που αντιμετωπίζει η οικονομία της Τουρκίας είναι η άνοδος του αυταρχισμού και η πορεία οικοδόμησης της μονοκρατορίας μιας πολιτικής προσωπικότητας (Ερντογάν). Οι απόψεις που περιλαμβάνονται σε αυτή την ομάδα, προεκτείνουν το σκεπτικό τους στο ζήτημα του εκδημοκρατισμού. Θεωρούν ότι ο κίνδυνος μιας παρατεταμένης οικονομικής κρίσης μπορεί να ξεπεραστεί με την εγκαθίδρυση μιας «κανονικής δημοκρατίας». Μεγάλο μέρος των κομμάτων της αντιπολίτευσης υιοθετούν στον ένα ή στον άλλο βαθμό τις προαναφερθείσες αντιλήψεις.
***Η τρίτη μεγάλη ομάδα επικεντρώνεται στην έννοια του «οικονομικού πολέμου». Σύμφωνα με αυτή, η Τουρκία βάλλεται από «ξένη επίθεση» - κυρίως από τις ΗΠΑ – ακριβώς όπως και στο παράδειγμα της πραξικοπηματικής απόπειρας της 15ης Ιουλίου 2016.
Στο ίδιο πλαίσιο, υποστηρίζεται ότι τα οικονομικά δεδομένα της χώρας δεν δικαιολογούν, ούτε και μπορούν να εξηγήσουν τη δραστική υποτίμηση της τουρκικής λίρας. Ως προέκταση υπογραμμίζεται ότι η πηγή του προβλήματος είναι «εξωτερική» και η επίθεση γίνεται με στόχο τον περιορισμό της «οικονομικής ανεξαρτησίας» της Τουρκίας. Επομένως – σύμφωνα με αυτή την ομάδα – το πρόβλημα καλλιεργείται πρωτίστως από δυνάμεις που ενοχλούνται από τους σημερινούς γεωπολιτικούς προσανατολισμούς της χώρας. Πρωταγωνίστρια σε αυτή τη σχολή σκέψης είναι φυσικά η εξουσία Ερντογάν και οι διαφορετικές της συνιστώσες.
Παρόλο που οι τρεις προαναφερθείσες διαφορετικές απόπειρες εξήγησης της οικονομικής αποσταθεροποίησης προωθούνται ως συγκρουόμενες και αλληλοαποκλειόμενες, εντούτοις η σύνθεση κάποιων βασικών τους πτυχών σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, μπορεί ίσως να φωτίσει κάποιες «γκρίζες ζώνες» των οικονομικών και κοινωνικών δυναμικών στην Τουρκία σήμερα.
Η αντιπαράθεση του επόμενου διαστήματος…
Όπως είναι γνωστό, το τελευταίο διάστημα αυξάνονται οι πιέσεις προς τον Ερντογάν για να συναινέσει σε μια νέα συμφωνία με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ). Παρόμοιες πιέσεις καταγράφηκαν και την περίοδο 2008-2009 στο περιβάλλον της παγκόσμιας οικονομικής κατάρρευσης. Τότε η κυβέρνηση του ΑΚΡ αποφάσισε τελικά να μην υπογράψει τη συμφωνία, παρόλο που έγιναν μια σειρά από διαπραγματεύσεις με το ΔΝΤ. Σήμερα η Άγκυρα διατηρεί περίπου την ίδια πολιτική θέση και ξεκαθαρίζει ότι δεν πρόκειται να προχωρήσει σε μια τέτοια συμφωνία. Η άρνηση του Ερντογάν να συναινέσει σε όρους του ΔΝΤ αναμένεται να τεθεί στο επίκεντρο των αντιπαραθέσεων του επόμενου χρονικού διαστήματος. Και αυτή η εξέλιξη δεν είναι τυχαία, καθώς αντικατοπτρίζει πτυχές των κοινωνικών και οικονομικών δυναμικών της εξουσίας στη χώρα.
Το ΑΚΡ είναι κόμμα-δημιούργημα των μικρομεσαίων λεγόμενων ισλαμικών επιχειρηματικών κύκλων της Τουρκίας. Παρόλο που στη διάρκεια της οικονομικής εξέλιξης η σύνθεση του ισλαμικού κεφαλαίου έχει αλλάξει, εντούτοις τα βασικά ιστορικά χαρακτηριστικά και ανησυχίες συνεχίζουν να επηρεάζουν τις πολιτικές θέσεις της συγκεκριμένης επιχειρηματικής ομάδας. Λόγω της θέσης τους στην οικονομία της Τουρκίας, οι κύκλοι του ισλαμικού κεφαλαίου εκφράζουν έντονη καχυποψία σε πολιτικές δημοσιονομικής πειθαρχίας, μείωσης των κρατικών επενδύσεων και χορηγιών. Πιθανή συμφωνία με το ΔΝΤ θα περιορίσει τις προσβάσεις τους σε πιστώσεις εγγυημένες από το κράτος, αλλά και σε προνομιακά συμβόλαια της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Προς την ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση φυσικά τοποθετούνται μεγαλύτεροι επιχειρηματικοί όμιλοι, οι οποίοι έχουν καλύτερες προσβάσεις στα διεθνή χρηματοπιστωτικά κέντρα και επικεντρώνονται περισσότερο στον τραπεζικό τομέα της Τουρκίας.
Στο παρόν στάδιο, οι διεκδικήσεις των επιχειρηματικών κύκλων που βρίσκονται σε ιδεολογική ταύτιση με τον Ερντογάν «ακούγονται περισσότερο». Συνεπώς, αναλόγως και των γεωπολιτικών επιλογών που θα κάνει η Άγκυρα, το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα θα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο. Θα κρίνει ποικιλοτρόπως ένα πολύ μεγάλο μέρος των στρατηγικών οικονομικών προσανατολισμών της χώρας με βάση μια συμφωνία με το ΔΝΤ ή την εκ νέου απόρριψη αυτής της επιλογής.
Η προσπάθεια του Ερντογάν να ξεπεράσει την κρίση σήμερα
Την περίοδο μεταξύ 10 και 13 Αυγούστου 2018, όταν η λίρα έχασε ακόμα 15% από την αξία της έναντι του δολαρίου, η κυβέρνηση της Τουρκίας φάνηκε να συναινεί σε αύξηση των επιτοκίων. Παρόλο που ο Ερντογάν συνεχίζει να θεωρεί –καθόλου τυχαία– τα ψηλά επιτόκια ως τη «μητέρα όλων των κακών» της τουρκικής οικονομίας, εντούτοις στη συγκεκριμένη συγκυρία τουλάχιστον «έκλεισε τα μάτια». Το ζήτημα της αύξησης των επιτοκίων θα συνεχίσει να βρίσκεται ενώπιον της κυβέρνησης.
Πέραν των προαναφερθέντων, όμως, οι ανακοινώσεις που έγιναν σε σχέση με τους βασικούς προσανατολισμούς, που επιδιώκει να δώσει ο Ερντογάν στην πολιτική αντιμετώπισης της οικονομικής αποσταθεροποίησης, είναι ενδεικτικές του περιεχομένου της εσωτερικής αντιπαράθεσης που υπάρχει στη χώρα. Στις 17 Αυγούστου 2018, το υπουργείο Βιομηχανίας και Τεχνολογίας ανακοίνωσε πακέτο 16 υποστηρικτικών μέτρων προς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Χωρίς να χρησιμοποιείται ο όρος, τα μέτρα θα μπορούσαν να περιγραφούν και ως «μερική επιστροφή» σε πολιτικές υποκατάστασης των εισαγωγών. Ιδιαίτερος στόχος είναι η ενίσχυση της τοπικής παραγωγής ενδιάμεσων προϊόντων προς τη βιομηχανία, τα οποία σήμερα εισάγονται. Ωστόσο οι γενικότεροι άξονες του πακέτου δεν περιλαμβάνουν συγκεκριμένες πολιτικές μετακίνησης της επιχειρηματικής δραστηριότητας σε παραγωγικούς τομείς. Εάν αυτή η παρατήρηση θα επιβεβαιωθεί και στο πρακτικό επίπεδο, τότε το πακέτο θα λειτουργήσει περισσότερο ως μεταφορά κονδυλίων για τη διάσωση μικρομεσαίων επιχειρήσεων, των οποίων ο δανεισμός σε δολάρια έφτασε σε εξαιρετικά ψηλά επίπεδα.
Παράλληλα με τα προαναφερθέντα, η κυβέρνηση προχώρησε σε μέτρα υποβοήθησης της πώλησης ενός μέρους του τεράστιου αριθμού ακινήτων, ιδιαίτερα σε αγορές του εξωτερικού. Στο συγκεκριμένο επίπεδο, ο Ερντογάν επιδιώκει τη διάσωση του κατασκευαστικού τομέα. Ο λόγος είναι ο εξής: Ο κατασκευαστικός τομέας της Τουρκίας εδώ και χρόνια ήταν στο επίκεντρο της κρατικής ενίσχυσης, αλλά και της πολιτικής χαμηλών επιτοκίων. Μέσα από τη δραστική επέκταση των κατασκευών, η κυβέρνηση του ΑΚΡ κατάφερε να ενδυναμώσει προϋπάρχοντα «κομματικά» επιχειρηματικά δίκτυα, αλλά και να δημιουργήσει νέα. Ένα μεγάλο τμήμα του «κομματικού καπιταλισμού» εκφράζεται μέσα από επιχειρηματίες του κατασκευαστικού τομέα, οι οποίοι διατηρούν ισχυρότατες προσβάσεις στην Άγκυρα. Είναι λοιπόν κατανοητό ότι η αύξηση των επιτοκίων και οι δυσκολίες αποπληρωμής δανείων αποτελούν δυναμικές προοπτικές πληγμάτων στον κατασκευαστικό τομέα.
Ο τελευταίος άξονας πάνω στον οποίο η τουρκική κυβέρνηση επεξεργάζεται μέτρα είναι η προσπάθεια εξισορρόπησης των ζημιών ανάμεσα στον τραπεζικό και στον βιομηχανικό τομέα. Αυτό είναι ίσως ένα από τα κρισιμότερα ζητήματα της εξέλιξης της πολιτικής οικονομίας στη χώρα στις συνθήκες της σημερινής οικονομικής αποσταθεροποίησης. Αξίζει να αναφερθεί ότι ακόμα και πριν την ένταση της κρίσης συναλλάγματος, μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι επιδίωξαν αναδιαρθρώσεις χρεών, οι οποίες έφτασαν το ποσό των 24 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Το ποσό αυτό δεν είναι καθόλου τυχαίο εάν ληφθεί υπόψη ότι σύμφωνα με στοιχεία του τουρκικού κράτους το εξωτερικό χρέος της Τουρκίας το 2018 ανήλθε στα 466 δισεκατομμύρια δολάρια, από τα οποία περίπου τα 352 δισεκατομμύρια δολάρια είναι χρέος του ιδιωτικού τομέα.
Ενώπιον της κατάστασης που δημιουργήθηκε με τη συνεχόμενη υποτίμηση του νομίσματος, η κυβέρνηση έδειξε ότι δεν επιθυμούσε να μεταφέρει το μεγαλύτερο βάρος της κρίσης στη βιομηχανία. Η διάσωση των επιχειρηματικών ομίλων καταγραφόταν ως προτεραιότητα διαμέσου της συνέχισης ανοιχτών πιστωτικών καναλιών. Όμως η αντίφαση που προέκυψε είναι τελικά στρατηγικού χαρακτήρα. Το βάρος των δανείων είναι τέτοιο που μετατρέπει την προστασία της βιωσιμότητας του τραπεζικού συστήματος σε έναν ακόμα στρατηγικό στόχο. Συνεπώς στο σημείο αυτό αναπαράγεται ένα δίλημμα που θα στιγματίσει τις επιλογές Ερντογάν, τουλάχιστον σε όλη τη διάρκεια του επόμενου χρόνου.
*δρ. Τουρκικών Σπουδών
Φιλελεύθερος