Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Δημήτρης Γ. Απόκης*: ΗΠΑ και Τουρκία: Η κόντρα και το μέλλον!

on Monday, 20 August 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

 

Πρελούδιο…

Ακόμη δεν λέει να καταλαγιάσει ο θόρυβος γύρω από την ένταση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, και όπως όλα δείχνουν η κόντρα Ουάσιγκτον – Ερντογάν, θα κρατήσει καιρό και το σήριαλ θα έχει πολλά επεισόδια. Εν μέσω αυτού του χαμού ήρθε και η θετική εξέλιξη της απελευθέρωσης των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, από τον Ερντογάν, η οποία πυροδότησε σωρεία αναλύσεων και αγιογραφιών του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τράμπ. Ο κάθε πικραμένος έτρεξε να ευχαριστήσει τον Αμερικανό Πρόεδρο, για την απελευθέρωση των δυο και ένα κύμα αγάπης διαπέρασε το πανελλήνιο για τον μέχρι πρόσφατα, προσφιλή στόχο των απανταχού φίλων της παγκοσμιοποίησης και του παραδοσιακού δυτικού συστήματος. Πρόκειται για μια αστεία ιστορία η οποία δεν χρήζει σοβαρής ενασχόλησης.


Εκείνο που πραγματικά αξίζει μιας στεγνά ρεαλιστικής ανάλυσης είναι η κρίση στις σχέσεις Ουάσιγκτον – Ερντογάν, και τα συνεχιζόμενα προβλήματα της Τουρκίας σε διάφορα επίπεδα, κυρίως στον τομέα της οικονομίας. Όσο αφορά τους λεονταρισμούς του Ερντογάν, έχω αναφερθεί σε προηγούμενο περί τα κοκόρια κείμενο μου.

Αμερικανοτουρκικές σχέσεις…

Πραγματικά διανύουμε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ταραχώδη περίοδο στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Η συνεχιζόμενη κόντρα γύρω από την απελευθέρωση του Αμερικανού Πάστορα, Άντριου Μπράνσον, έχει εξελιχθεί σε μια σκληρή διεθνή κόντρα μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας. Εδώ θα ήθελα να καλέσω όλους αυτούς, στην Ελλάδα, που αρέσκονται σε περισπούδαστες αναλύσεις για την κόντρα αυτή, να ασχοληθούν λίγο με την υπόθεση Μπράνσον έτσι ώστε να δουν πως και γιατί βρέθηκε να κρατείται στην Τουρκία. Το μόνο που θα αναφέρω είναι ότι η μεγάλη βάση υποστήριξης του Ερντογάν στην Τουρκία, είναι οι ισλαμιστές, ενώ αντίστοιχα του Προέδρου Τράμπ, στις ΗΠΑ, είναι οι Χριστιανοί Συντηρητικοί Ευαγγελιστές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο Αντιπρόεδρος, Μάϊκ Πένς. Αυτό έχει τη σημασία στην όλη κόντρα. Δεν θα επεκταθώ άλλο γιατί το θέμα αυτό είναι από μόνο του μια μονογραφία.

Η τουρκική λίρα, αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια κρίση, κατά κύριο λόγο λόγω της πολιτικής πίεσης από τον Ερντογάν και τους υποστηρικτές του, προς την κεντρική τράπεζα της Τουρκίας, να κρατήσει πλασματικά χαμηλά τα επιτόκια. Την κρίση ήρθε να επιτείνει ένα κτύπημα από μια απρόσμενη μέχρι πριν λίγο διάστημα πηγή τις ΗΠΑ, όταν ο Πρόεδρος Τράμπ, ανακοίνωσε των διπλασιασμό των δασμών στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου από την Τουρκία, συνδέοντας την κίνηση αυτή με την κράτηση Μπράνσον.

Ενώ η οικονομική πίεση από τις ΗΠΑ, είναι κάτι συνηθισμένο στις διεθνείς σχέσεις, ως όπλο εναντίον στρατηγικών αντιπάλων, είναι η πρώτη φορά που το όπλο αυτό χρησιμοποιείται εναντίον ενός συμμάχου. Από την κίνηση αυτή προκύπτουν κάποια αποτελέσματα.

Επιπτώσεις της κόντρας…

Το πρώτο είναι, ότι στην παρούσα φάση η συμμαχία των ΗΠΑ με την Τουρκία, δεν υφίσταται. Και δεν μιλάμε για τη συμμαχία στο ΝΑΤΟ. Το ΝΑΤΟ έχει ήδη πεθάνει. Αναφέρομαι στις διμερείς διευθετήσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας. Οι δύο πλευρές έχουν μια μακρά στρατιωτική σχέση που πηγαίνει δεκαετίες πίσω στα 1950, με τις τουρκικές βάσεις να είναι κομβικές για τους στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, στην Ανατολική Μεσόγειο, το Ισραήλ, το Λίβανο, τη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Μαύρη Θάλασσα, και τον Καύκασο. Η σχέση αυτή έχει οικοδομηθεί σε συγκεκριμένες βάσεις και δεδομένα. Η μακρά ιστορία της Τουρκίας, η ποικιλόμορφη και δυναμική οικονομία της, την καθιστά τη μόνη δύναμη που ακουμπά τη Μέση Ανατολή, και έχει τα χαρακτηριστικά να παρέχει βοήθεια στις ΗΠΑ, δημιουργώντας τα λιγότερα προβλήματα. Η θέση της στο χάρτη, μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, μεταξύ της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της Μεσογείου, την καθιστά πύλη διέλευσης για κάθε εκτός περιοχής δύναμη που θέλει να παίξει σε αυτές τις τέσσερεις περιοχές.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου πολέμου στον Περσικό Κόλπο, η βάση στο Ιντσιρλίκ, αποτέλεσε στρατηγικό σημείο για τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Μόλις ο Ερντογάν ανήλθε στην εξουσία, το 2003, αρνήθηκε την παραχώρησή της, αναγκάζοντας την Ουάσιγκτον, να αναζητήσει μεγαλύτερες σε απόσταση και κόστος επιλογές. Μπορεί η Τουρκία να έχασε σε οικονομικές απολαβές, αλλά άρχισε να επιδεικνύει και να διαπραγματεύεται τη στρατηγική της σημασία. Χωρίς τη συμμαχία μεταξύ των δυο, η αμερικανική εξωτερική πολιτική σε αυτές τις τέσσερεις περιοχές, πρέπει να είναι αμφίβια η να στηρίζεται σε λιγότερο ικανούς, σταθερούς και αξιόπιστους συμμάχους.

Αμερικανική αποχώρηση…

Αυτό από μόνο του βροντοφωνάζει αμερικανική αποχώρηση από αυτές τις τέσσερεις περιοχές. Τουλάχιστον, όσο αφορά την αμερικανική παρουσία που έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Αυτό θα γίνει αισθητό περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στη Μέση Ανατολή. Μέσα στην επόμενη χρονιά επίκειται αποχώρηση των ΗΠΑ, από Συρία και Κουρδικές περιοχές στο Ιράκ. Πολύ σύντομα θα ακολουθήσει και η αποχώρηση από τη βάση στο Ιντσιρλίκ. Αισθητό θα γίνει σε Αφγανιστάν και πρώην Γιουγκοσλαβία.

Η κόντρα και η Ευρώπη…

Την ίδια στιγμή η χρήση της οικονομικής πίεσης ως όπλο εξωτερικής πολιτικής, οδηγεί σε πανικό κάποιες αγορές. Η Τουρκία το αισθάνεται αυτό τώρα, αλλά η Ευρώπη έπεται πολύ σύντομα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αμέσως με την ανακοίνωση των μέτρων εναντίον της Τουρκίας, υπήρξε πρόβλημα στις ευρωπαϊκές αγορές και το ευρώ. Όπως επίσης και δηλώσεις εναντίον της ενέργειας του Αμερικανού Προέδρου, και υπέρ της Τουρκίας, από συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες, που είναι τεράστια εκτεθειμένες στην τουρκική οικονομία. Για τους όψιμους αγιογράφους του Προέδρου Τράμπ, εδώ κολλάει και η ξαφνική απελευθέρωση από τον Ερντογάν των δυο Ελλήνων στρατιωτικών. Απλή ανάλυση διεθνών είναι και όχι πυρηνική φυσική.

Η σχέση της Ευρώπης με την Τουρκία, είναι τρικυμιώδης. Υπάρχουν μεγάλες πολιτισμικές διαφορές, θρησκευτικές διαφορές, όπως και διαφορές στον ρόλο που πρέπει να παίζει η κυβέρνηση και η θρησκεία στην κοινωνία. Η Ευρώπη έχει μετατραπεί σε μια σούπα της στρεβλής παγκοσμιοποίησης και συνεχίζει ακάθεκτη σε αυτόν τον ολισθηρό δρόμο. Η Τουρκία, το ίδιο στρεβλά, βαδίζει στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Οι δυο πλευρές έχουν πίσω τους μια ιστορία συγκρούσεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, συνεχίζει το αστείο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, ενώ είναι σαφές ότι θα πρέπει να παγώσει η κόλαση για να γίνει μέλος της ΕΕ, η Τουρκία.

Σε οικονομικό επίπεδο οι τουρκικές τράπεζες είναι τεράστια εκτεθειμένες, ιδιωτικά και δημόσια, και ο κατασκευαστικός τομέας της Τουρκίας σε όλα τα επίπεδα, είναι στενά συνδεδεμένος με τις ευρωπαϊκές αγορές.

Η στοχοποίηση της Τουρκίας από τις ΗΠΑ με δασμούς, είναι μόλις ένα βήμα από τη χρήση δευτερέυουσων κυρώσεων, για αποκλεισμό της πρόσβασης της Τουρκίας, στις παγκόσμιες οικονομικές αγορές. Ήδη η Ουάσιγκτον έχει προετοιμάσει τέτοιου είδους κυρώσεις για το Ιράν, είναι εξαιρετικά πιθανό ότι θα τις επιβάλλει σε κινεζικές επιχειρήσεις (αν και σύντομα μπορεί να υπάρξει συμφωνία Τράμπ με Σι). Παρά τις φανφάρες των Βρυξελλών, οι περισσότερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έκαναν δουλειές με το Ιράν, τις σταμάτησαν για να αποφύγουν τις αμερικανικές κυρώσεις, και βρίσκονται υπό το φόβο ότι κάτι παρόμοιο μπορεί να συμβεί με την Τουρκία. Πρόκειται για ένα βάσιμο φόβο, αφού μια επιβολή δευτερέυουσων αμερικανικών κυρώσεων στην Τουρκία, θα είναι καταστροφή για τους Ευρωπαίους, όχι μόνο για την πρόσβαση στην αγορά της Τουρκίας, αλλά και για την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Με δεδομένο ότι οι δευτερεύουσες κυρώσεις σπάνε τη σύνδεση μεταξύ μιας οντότητας και το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, αποκλείουν αυτόματα και το διεθνές εμπόριο.

Η ΕΕ βασίζεται στην ασπίδα ασφάλειας και το διεθνές σύστημα εμπορίου που συντηρούν οι ΗΠΑ, εδώ και δεκαετίες. Με την ουσιαστική διάλυση του ΝΑΤΟ, η αμερικανική ασπίδα ασφάλειας παύει να υφίσταται. Με τα μέτρα Τράμπ, εναντίον της Τουρκίας, και τη χρήση, γενικά, δευτερέυουσων οικονομικών κυρώσεων, επίκειται κατάρρευση της παγκόσμιας πρόσβασης στις αγορές.

Το πλήγμα στο ευρώ μετά την ανακοίνωση των μέτρων εναντίον της Τουρκίας, από την Ουάσιγκτον, ήταν η πρώτη ένδειξη, του τρόμου των Ευρωπαίων για την ευάλωτη θέση στην οποία βρίσκονται. Αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα προβλήματα, όπως η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, το Brexit, το μεταναστευτικό, οι εσωτερικές διαφωνίες χωρών όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία, και η άνοδος κομμάτων αντίθετων στη λογική Βερολίνου – Βρυξελλών, σε συνδυασμό με τη θανάσιμη, πλέον, απειλή για το σύστημα διατήρησης της ειρήνης, της ευημερίας και της ενότητας στην Ευρώπη, οδεύουν σε μια πορεία καταστροφής. Συνεχίζουν να ζουν στον κόσμο τους και αυτό χωρίς καν η Αμερική να έχει εξαπολύσει απευθείας πυρά εναντίον αυτού του συστήματος.

Η κόντρα και το διεθνές σύστημα…

Η κόντρα Ουάσιγκτον – Άγκυρας, μας δίνει μια πρώτη ιδέα για το τι θα συμβεί από την αποσύνθεση του μέχρι σήμερα διεθνούς συστήματος. Η Αμερική αποσύρεται, σταδιακά, από τη συντήρησή του εδώ και χρόνια. Ο Τράμπ εντατικοποιεί το ρυθμό αυτής της απομάκρυνσης. Ενισχύει με μεγάλη επιτυχία την αυτονομία της αμερικανικής οικονομίας, με αποτέλεσμα όταν έλθει η κατάρρευση η Αμερική να μην το καταλάβει καν. Δεν ισχύει το ίδιο για όλους τους άλλους. Αυτή είναι ρεαλιστικά η μεγάλη εικόνα. Υπάρχουν όμως και μικρότερα μέτωπα.

Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, λόγω αυτής της μεγάλης εικόνας να οδηγηθούμε σε μια παγκόσμια αποσταθεροποίηση. Μια πιθανότητα είναι μια συνολική αποχώρηση από τις ΗΠΑ. Μια άλλη όμως πιθανότητα είναι η στοχοποίηση χωρών, μια κάθε φορά. Ίσως η Τουρκία να είναι το πρώτο τεστ μιας τέτοιας στρατηγικής. Ίσως μέσα από αυτή την κόντρα βλέπουμε μια νέα παγκόσμια στρατηγική εξωτερικής πολιτικής από τις ΗΠΑ, όπου θα έχουμε διαχείριση οικονομικών, πολιτικών και στρατηγικών ζητημάτων σε περιφερειακό επίπεδο.

Η Τουρκία θα πονέσει πολύ… αλλά…

Η Τουρκία θα πονέσει πολύ. Η εξάρτησή της στο διεθνές εμπόριο είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή της Αμερικής, με μεγαλύτερο άνοιγμα στην Ευρώπη. Ο πόνος θα είναι μεγάλος. Παρόλα αυτά τα δεδομένα δείχνουν στο βάθος ανάκαμψη. Έχει νέο, δυναμικό, και αρκετά μορφωμένο πληθυσμό. Δυνατές υποδομές. Μεγάλη εσωτερική ζήτηση, για να μειώσει την ανάγκη της σε εξαγωγές. Μικρές έως ανύπαρκτες πιθανότητες να δεχθεί εισβολή. Τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις στην ευρύτερη περιφέρεια. Στρατηγική γεωγραφικά θέση, για να ελέγχει το εμπόριο στην ευρύτερη περιφέρεια, μεταξύ της Μέσης Ανατολής, της Ευρώπης, της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, και της Μεσογείου. Αυτά που χρειάζεται να εισάγει είναι διαθέσιμα σε χώρες με τις οποίες γειτονεύει. Σε ένα σύστημα χωρίς παγκοσμιοποίηση η Τουρκία θα πονέσει, αλλά θα ανακάμψει σύντομα και με κυριαρχικό ρόλο στην γειτονιά της. Αυτό θα της δώσει τη δυνατότητα προοδευτικά, να διαμορφώσει τη γειτονιά της στα δικά της μέτρα, όταν θα επέλθει η αποσύνθεση του συστήματος.

Αμερική – Τουρκία και μέλλον…

Για όλους τους παραπάνω λόγους μια θετική σχέση μεταξύ της μελλοντικής Τουρκίας και των ΗΠΑ, είναι σχεδόν μονόδρομος και προς το συμφέρον και των δυο πλευρών. Έχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μια εχθρική σχέση είναι προς το συμφέρον τους. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σε αυτό που έρχεται Ουάσιγκτον και Άγκυρα, βαδίζουν σε αντίθετη κατεύθυνση. Στην πορεία η παρούσα σκληρή κόντρα, είναι κόντρα στο συμφέρον και των δυο. Μπορεί το σύστημα να καταρρέει και οι ΗΠΑ να αποχωρούν, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα και πλήρη αποχώρηση. Οι διαφορές μεταξύ των δυο, εάν αναλυθούν προσεκτικά, είναι περιστασιακές και πυροδοτούμενες από την παρούσα εσωτερική πολιτική συγκυρία. Ας μην βιάζονται λοιπόν κάποιοι να βάλλουν ταφόπλακα σε αυτή τη σχέση. Όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά ή όπως λένε στην Αμερική TBD (to be determined), μένει να καθοριστεί.

Δυστυχία σου Ελλάς…

Αυτή είναι μια καθαρά ψυχρή και ρεαλιστική ανάλυση διεθνών σχέσεων για την κόντρα ΗΠΑ – Τουρκίας και τις πιθανότητες για το μέλλον. Ταυτόχρονα είναι μια ανάλυση βάση ανησυχίας και έντονου προβληματισμού για όσους καταφέρνουν να αποκοπούν από τη μίζερη ελληνική πραγματικότητα. Πέρα λοιπόν από το love story και την ευγνωμοσύνη προς τον Αμερικανό Πρόεδρο, πέρα από το καθημερινό πολιτικό ξεκατίνιασμα, πέρα από τις φανφάρες και τις φιέστες, σκεφτόμαστε καθόλου το μέλλον; Προβληματιζόμαστε, αναλύουμε αυτά που έρχονται. Που θα βρεθεί η χώρα στο νέο σκηνικό;

Επιστρέφοντας σύντομα στο μπάχαλο των Αθηνών, καταθέτω τις παραπάνω σκέψεις ως βάση προβληματισμού και τροφή για μια σοβαρή συζήτηση και σε καμία περίπτωση δεν διεκδικώ το αλάθητο προβλέψεων και ανάλυσης.

*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.

Πηγή: http://www.thepresident.gr/2018/08/19/%CE%B7%CF%80%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1-%CE%B7-%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BD/ 

Ιωάννης Μπαλτζώης: Πώς θα είναι η Συρία μετά τον πόλεμο

on Wednesday, 08 August 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

 

Οι εξελίξεις στη Συρία είναι ραγδαίες, αποσαφηνίζουν το τοπίο και αποκαλύπτουν τους σχεδιασμούς και τις επί μέρους συμφωνίες των δυνάμεων με ισχυρή προβολή ισχύος που κατοχυρώνουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Συμφέροντα που διασφαλίζονται είτε αμέσως και δη φανερά, είτε εμμέσως δια αντιπροσώπων και δια μυστικών συμφωνιών, που θα αποκαλυφθούν στην τελική λύση για ολόκληρη την περιοχή.

Και αναφερόμαστε πρώτα από όλα στις ΗΠΑ και στην Ρωσία, ως τις δύο μεγάλες δυνάμεις με μεγάλη προβολή ισχύος και κατόπιν σε περιφερειακές δυνάμεις, όπως το Ιράν, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ και ακόμη μικρότερες, σύμμαχοι αυτών, όπως η Χεζμπολάχ του Λιβάνου, οι Κούρδοι της Συρίας, οι Δρούζοι της Συρίας, θρησκευτικές ομάδες όπως Σουνίτες, Σιΐτες, Αλαβίτες κλπ.


Για πρώτη φορά από το 2014, η κυβέρνηση της Συρίας διακήρυξε πρόσφατα την απελευθέρωση και κατοχή ολόκληρης των νότιων και νοτιοδυτικών επαρχιών της Συρίας (Νταράα και Κουνέιτρα). Ιδιαίτερα στα σύνορα με το Ισραήλ, στα καταληφθέντα από το Ισραήλ, στον πόλεμο του 1967, στα συριακά υψώματα του Γκολάν. Έτσι, σύμφωνα με στρατιωτική ανακοίνωση της 30ης Iουλίου 2018 από το κυβερνείο της περιοχής Νταράα, η 4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία του Συριακού Αραβικού Στρατού κατέλαβε όλα τα σημεία που μπορούσε να διέλθει το Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ), μετά από σκληρές μάχες με την εξτρεμιστική ισλαμική οργάνωση Jaysh Khaled bin Walid, θυγατρική του ΙΚ.
Συρία: Ποιός ελέγχει τι.

Ακόμη, στο μέτωπο της πόλης Σιαζάραχ (Shajarah) οι ελίτ δυνάμεις με την επωνυμία Tigers του Συριακού Αραβικού Στρατού εκκαθάρισαν σχεδόν ολόκληρη την περιοχή, εκτός ενός θύλακα 50 τετρ. χλμ, όπου ακόμη κατέχεται από τζιχαντιστές. Όταν λοιπόν εκκαθαριστεί και αυτός ο θύλακας όλη η περιοχή της Νότιας Συρίας από το λεκανοπέδιο του Γιαρμούκ, νότια της Δαμασκού μέχρι ολόκληρη την περιοχή της Νταράα μέχρι τα σύνορα με το Ισραήλ, θα έχει απελευθερωθεί από κάθε μορφής τζιχαντικής οργάνωσης για πρώτη φορά από το 2011 όταν άρχισε ο «εμφύλιος» πόλεμος στην Συρία.

Οι εξελίξεις αυτές αποδεικνύουν την εμφατική νίκη του προέδρου της Συρίας Άσαντ, που με την βοήθεια των συμμάχων του, Ρωσίας, Ιράν και Χεζμπολάχ, έχει ανακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής δυτικά του Ευφράτη ποταμού. Ωστόσο, τρείς περιοχές είναι εκτός ελέγχου στον βορρά όπου οι Τούρκοι εισέβαλαν και κατέλαβαν και ελέγχουν τουλάχιστον δύο περιοχές της Συρίας έχοντας την έγκριση της Ρωσίας και την ανοχή των ΗΠΑ. Μέχρι τώρα οι η τουρκική παρουσία στην περιοχή επιτυγχάνεται ως εξής:

  1. Ουσιαστικός έλεγχος της επαρχίας του Ιντλίμπ, όπου συγκεντρώνονται τα απομεινάρια των τζιχαντιστών όλων των εξτρεμιστικών ισλαμιστικών οργανώσεων με την στήριξη και επίβλεψη της Τουρκίας, εφαρμόζοντας την απόφαση της Συνόδου της Αστάνα (Σεπτέμβριος 2017), μεταξύ Ρωσίας, Ιράν και Τουρκίας, με σκοπό τον έλεγχο και περιστολή της έντασης στην περιοχή, εγκαθιστώντας εντός του συριακού εδάφους 12 σημεία επιτήρησης.
  2. Με την επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» (Αύγουστος 2016-Μάρτιος 2017) έθεσε υπό έλεγχο την ευρύτερη περιοχή της πόλης Γιαραμπλούς, καταλαμβάνοντας 243 κατοικημένους τόπους, μια περιοχή 2.015 τ.χλμ.
  3. Με την επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» (Ιανουάριος 2018 έως Μάρτιος 2018) κατέλαβε εξολοκλήρου το κουρδικό καντόνι του Αφρίν, εκδιώκοντας τους Κούρδους της περιοχής αυτής.

Φυσικά όλες οι στρατιωτικές επιτυχημένες επιχειρήσεις των Τούρκων έγιναν με την έγκριση και ανοχή των Αμερικανών και Ρώσων για διαφορετικούς λόγους και αιτίες, που δεν θα αναφερθούν στο παρόν.

Το Ισραήλ ανησυχεί

Βέβαια το Ισραήλ, που ανησυχεί με τις εξελίξεις, είχε μεριμνήσει να συμμαχήσει και να θέσει υπό την στήριξή του τις τζιχαντιστικές οργανώσεις που δρούσαν στην περιοχή Κουνέιτρα και Νταράα. Ο αρχικός σχεδιασμός ήταν να δημιουργηθούν ζώνες ασφαλείας 50 χλμ. από τα βορειοανατολικά σύνορά του με την Συρία στα υψώματα του Γκολάν, με τον φόβο ότι στις περιοχές αυτές θα εγκαθίσταντο στρατιωτικές δυνάμεις του Ιράν και της Χεζμπολάχ. Ο σχεδιασμός αυτός του Ισραήλ, αν και αρχικά υλοποιήθηκε, τελικά οι εξελίξεις διαφοροποίησαν τους σχεδιασμούς του.

Εκκαθάριση περιοχών Νταράα και Κουνέιτρα, απέναντι από το Γκολάν. (Πηγή: https://www.almasdarnews.com/)

Έτσι η κατάληψη των περιοχών στα σύνορά του από τις συριακές δυνάμεις ανησύχησαν το Ισραήλ, πλην όμως δεν απέτρεψαν τις εν λόγω επιχειρήσεις. Προφανώς διότι πείστηκαν από τις διαβεβαιώσεις του προέδρου Πούτιν στον πρωθυπουργό Νετανιάχου, ότι η Ρωσία εγγυάται και δεν θα επιτρέψει να συμβεί αυτό που φοβούνται. Δηλαδή να εγκατασταθούν στην (βόρεια) αυλή του Ισραήλ στρατιωτικές δυνάμεις του Ιράν.

Η σχεδιαζόμενη Ζώνη Ασφαλείας του Ισραήλ, Ανατολικά του Γκολάν, που πλέον δεν υφίσταται. (Πηγή: https://theintercept.com)

Ο ισραηλινός Τύπος επικρίνει την αδράνεια της κυβέρνησής του, καθόσον όπως ισχυρίζεται, οι παραπάνω επιτυχίες επετεύχθησαν όχι από τις συριακές δυνάμεις, αλλά από ιρανικές δυνάμεις και δυνάμεις της Χεζμπολάχ, που ονομάσθηκαν για ευνόητους λόγους «Τοπικές Συριακές Δυνάμεις» και ήταν υπό την διοίκηση των Ιρανών. Άρα ο κίνδυνος του Ιράν είναι υπαρκτός και άμεσος για την ισραηλινή ασφάλεια.

Το τέλος του πολέμου και η Τουρκία

Ο πόλεμος στη Συρία φθάνει στο τέλος του. Σήμερα το Ισλαμικό Κράτος έχει απωλέσει το 95% των εδαφών που κατείχε στην Συρία και στο Ιράκ, όταν άρχισε τις επιχειρήσεις του πριν 4 χρόνια, τον Μάιο του 2014. Πλέον, ευρίσκεται σε απομονωμένες περιοχές-νησίδες, οι οποίες σιγά σιγά εξαλείφονται. Όταν άρχισε η εξέγερση της λεγόμενης τότε συριακής αντιπολίτευσης κατά του Άσαντ και μάλιστα από την περιοχή της Ντεράα τον Μάρτιο του 2011, οι εκτιμήσεις των Δυτικών, Ισραηλινών και άλλων ειδικών ήταν ότι ο Άσαντ θα ανατραπεί μέσα σε λίγες εβδομάδες ή μήνες.

Η διάψευση της εκτίμησης αυτής ήταν εκκωφαντική και αποτέλεσε δε μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις μεταπολεμικά. Έτσι, μετά από επτάμισι χρόνια διάρκειας ο υποκινούμενος από εξωτερικές δυνάμεις πόλεμος, που δεν ήταν εμφύλιος αφού συμμετείχαν πολλές χώρες και μαχητές-τζιχαντιστές από δεκάδες άλλες χώρες, φαίνεται να φθάνει στο τέλος του. Ένας πόλεμος που, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, αφήνει πίσω του περί τους 500.000 νεκρούς, 5,4 εκατ. πρόσφυγες και 6,3 εκατ. μετεγκατεστημένους Σύριους στο εσωτερικό της χώρας.

Η Άγκυρα ισχυρίζεται και εκβιάζει, ότι στην Τουρκία έχουν καταφύγει 3.500.000 Σύριοι πρόσφυγες εν δυνάμει υποψήφιοι να περάσουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, όπως έγινε και το 2015, αποτελώντας μια βόμβα στα θεμέλια της ΕΕ. Όπως προαναφέραμε οι Τούρκοι κατέχουν δύο περιοχές (όχι πολύ μεγάλες) στη βόρειοδυτική Συρία, το καντόνι του Αφρίν και την περιοχή της Γιαραμπλούς.

Τις κατέχουν με το πρόσχημα και τις συμφωνίες Αστάνα και Σότσι (Ρωσία, Τουρκία, Ιράν) για δημιουργία Ασφαλών Περιοχών (Guvenli Bolgesi), στην βόρεια Συρία, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι τζιχαντιστές, στο αγώνα που κάνει(!) εναντίον τους. Την ίδια στιγμή όμως, είναι γνωστή στους πάντες η μεγάλη βοήθεια και στήριξη που παρείχε στους τζιχαντιστές από την αρχή του πολέμου μέχρι και τώρα στην επαρχία Ιντλίμπ.

Στην ουσία, την Τουρκία ενδιαφέρει μόνο η ακύρωση δημιουργίας κουρδικού κράτους στη βόρεια Συρία, καθόσον η δημιουργία του θα αποτελέσει την θρυαλλίδα για τις καταιγιστικές εξελίξεις σε ολόκληρη την περιοχή (Τουρκία, Συρία, Ιράκ και Ιράν). Είναι γεγονός ότι στην περιοχή αυτή υπάρχουν περίπου 35 εκατομμύρια Κούρδοι, εκ των οποίων πάνω από 15 εκατομμύρια ευρίσκονται στη νοτιοανατολική Τουρκία.

Η συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας

Σε ότι αφορά τη Συρία, ένα δημοσίευμα της φιλοκυβερνητικής συριακής εφημερίδας Εl Watan μας «αποκαλύπτει» το μέλλον της πολύπαθης αυτής χώρας. Φαίνεται ότι η Ρωσία και οι ΗΠΑ «έχουν καταλήξει» σε μια συμφωνία για τη Συρία. Στην ουσία την έχουν μοιράσει στα δύο. Ως γνωστόν κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Ισλαμικού Κράτους, Ρωσία και ΗΠΑ είχαν διαχωρίσει την Συρία σε δύο τομείς. Ανατολικά του Ευφράτη οι ΗΠΑ με τους συμμάχους τους τις SDF (Syrian Democratic Forces), δηλαδή Κούρδοι της Συρίας και μετριοπαθείς Άραβες. Δυτικά του Ευφράτη, ο Συριακός Αραβικός Στρατός (Άσαντ) με τους συμμάχους του, Ρωσία, Ιράν και Χεζμπολάχ.

Ο Ευφράτης ποταμός, στο κέντρο του χάρτη χωρίζει την Συρία στις δύο σφαίρες επιρροής. Ανατολικά οι ΗΠΑ και Δυτικά η Ρωσία.

Έτσι, με βάση το δημοσίευμα της Εl Watan, κατά τις πρόσφατες συνομιλίες ΗΠΑ-Ρωσίας συζητήθηκε το θέμα της μετατροπής των δυνάμεων του PKK/PYD (Κούρδοι της Συρίας) σε έμμισθο στρατό που θα υπάγεται στον εθνικό στρατό της Συρίας. Η εφημερίδα El Watan, που αποτελεί ημιεπίσημο όργανο του κόμματος Μπάαθ και της κυβέρνησης Άσαντ, επιβεβαίωσε ότι κορυφαία στελέχη του PKK/PYD (Οργάνωση Κούρδων της Συρίας) βρίσκονται στη Δαμασκό, για επαφές με την κυβέρνηση και επετεύχθη συμφωνία των δύο μερών.

Οι στρατιωτικές δυνάμεις του PKK/PYD, δηλαδή ο YPG (Δυνάμεις Προστασίας του Λαού), που δραστηριοποιούνται ανατολικά του Ευφράτη, προετοιμάζονται για να ενταχθούν ως ξεχωριστή δύναμη στον εθνικό στρατό της Συρίας. Σύμφωνα με το πλαίσιο των συζητήσεων, στην περιοχή που ελέγχουν οι Κούρδοι θα επαναλειτουργήσουν τα στρατολογικά γραφεία, θα αναρτηθούν οι σημαίες της Συρίας, θα τοποθετούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι από την κυβέρνηση της Δαμασκού, ενώ θα αναγνωριστούν ειδικά πολιτικά και στρατιωτικά δικαιώματα στους Κούρδους του PKK/PYD.

Ο μισθός των στελεχών του PKK/PYD θα πληρώνεται από τη Δαμασκό. Όσον αφορά τους μαχητές που πολέμησαν τα προηγούμενα χρόνια στις τάξεις του YPG, η περίοδος αυτή θα θεωρηθεί θητεία στον συριακό στρατό. Στις περιοχές που ελέγχονται από το PYD η εκπαίδευση θα επανασχεδιαστεί και θα γίνεται στα κουρδικά και τα αραβικά. Επίσης, έχει συμφωνηθεί ο υπουργός Πετρελαίου της Συρίας να είναι Κούρδος, όπως και η συνέχιση της παραμονής των στρατευμάτων των ΗΠΑ στην περιοχή, ανατολικά του Ευφράτη.

 

Δηλαδή, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις της εφημερίδος και όπως φαίνεται από τις τελευταίες εξελίξεις, προς το παρόν δεν δημιουργείται ανεξάρτητο κουρδικό κράτος στην βόρεια Συρία, αλλά οι Κούρδοι της Συρίας λαμβάνουν μεγάλη αυτονομία σε μια ομόσπονδη Συρία και συμμετέχουν στην μελλοντική κυβέρνηση.

Ξεκρεμάστε Οτσαλάν, κρεμάστε Άσαντ

Στις πετρελαιοφόρες περιοχές που ελέγχονται από το PYD, δικαίωμα άντλησης και εκμετάλλευσης θα έχουν εταιρείες δυτικών συμφερόντων (ΗΠΑ και σύμμαχοί τους). Η Ρωσία, πέραν της νομιμοποίησης-μονιμοποίησης της στρατιωτικής της παρουσίας στις περιοχές Χομς, Ντερ Ελ Ζορ, Λατάκειας και Ταρτούς, θα αποκτήσει ενισχυμένα δικαιώματα άντλησης και εκμετάλλευσης στις περιοχές που υπάρχουν αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, δυτικά του Ευφράτη.

Βασικά το σχέδιο επανένωσης της Συρίας, προβλέπει την παραμονή των στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ ανατολικά του Ευφράτη, αλλά και στην περιοχή Ριμελάν και τούτο για να σταματήσουν τα σχέδια της Τουρκίας για την Ιεράπολη/Μένμπετζ και την περιοχή Γκίρε Σπι / Τελ Αμπιάντ. Ήδη στην Ιεράπολη, την Γκίρε Σπι / Τελ Αμπιάντ και τη Ράκα οι Κούρδοι ήδη έχουν αρχίσει να κατεβάζουν τα πορτρέτα του Οτζαλάν και τις σημαίες του PKK και σύντομα θα αναρτηθούν οι σημαίες της Συρίας και τα πορτρέτα του Άσαντ.

Φυσικά, σημαντικό ρόλο στη νέα Συρία θα έχει στις περιοχές δυτικά του Ευφράτη και το Ιράν. Η Τεχεράνη αποδείχτηκε σταθερός σύμμαχος της Συρίας από την αρχή του πολέμου, καθώς τα πρώτα τέσσερα χρόνια έσωσε στην κυριολεξία τον Άσαντ. Απέτρεψε δε τον διαμελισμό της χώρας από τους τζιχαντιστές, μέχρι την στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας από τον Οκτώβριο του 2015.

Το Ιράν, αν και θα το επιθυμούσε θα «παρίσταται» υπό μορφή συμβούλων στις Ένοπλες Δυνάμεις της Συρίας, καθώς και σε στρατιωτικές βάσεις, αλλά σε περιοχές μακράν των συνόρων με το Ισραήλ. Η εξήγηση είναι ότι η εγγύτητα των δύο μισητών εχθρών (Ισραήλ και Ιράν) αποτελεί εύφλεκτη ύλη για θερμή σύρραξη στην περιοχή. Η δε Χεζμπολάχ έγινε πλέον εμπειροπόλεμη, καλά εξοπλισμένη πολιτικο-στρατιωτική δύναμη, που θα έχει λόγο στην περιοχή και ιδιαίτερα στον Λίβανο, όπου συμμετέχει στις πολιτικές διεργασίες.

Ιδανική λύση με το αζημίωτο

Όπως προαναφέραμε το τέλος του πολέμου στην Συρία, φαίνεται ότι πλησιάζει. Οι δύο μεγάλες δυνάμεις φαίνεται ότι βρήκαν την ιδανική λύση και φυσικά με τα συμφέροντά τους αζημίωτα. Οι δύο περιοχές που κατέχουν οι Τούρκοι (Αφρίν και Γιαραμπλούς), καθώς και η ελεγχόμενη τρίτη περιοχή (επαρχία Ιντλίμπ) που όπως φαίνεται θα αποτελέσει χώρο συγκέντρωσης και απομόνωσης των υπολοίπων τζιχαντιστών, θα αποτελέσουν περιοχές εκκρεμότητας και μελλοντικής επίλυσης.

Προς το παρόν αυτό που δημιουργείται δεν είναι ένα κουρδικό κράτος στη βόρεια Συρία αλλά ένα κουρδικό αυτόνομο ομόσπονδο κράτος, ανατολικά του Ευφράτη, με μεγάλες αλλαγές σε εκπαίδευση, γλώσσα, προνόμια κλπ, το οποίο θα συμμετέχει με υπουργούς στην κυβέρνηση της Βαγδάτης. Οι υπό κατάληψη περιοχές των Τούρκων θα αποτελέσουν χαρτί πίεσης από και προς την Τουρκία των δύο δυνάμεων Ρωσίας και ΗΠΑ, ανάλογα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως π.χ. που θα καταλήξει το παιχνίδι της πολιτικής ισορροπίας και πολιτικών εκβιασμών της Τουρκίας, μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Και εδώ έχουμε πολλά να δούμε ακόμη, γιατί το γεωπολιτικό αυτό παίγνιο είναι εν εξελίξει.

Το Ιντλίμπ εκτιμούμε ότι στην παρούσα φάση, είναι το αναγκαίο κακό, που πρέπει να υπάρξει και να διατηρηθεί σε αυτή την μορφή. Ουδείς επιθυμεί να εκκαθαριστεί το Ιντλίμπ από τους τζιχαντιστές που έχουν συγκεντρωθεί. Και τούτο, καθόσον είναι πολύ πιθανόν και αναμενόμενο πολλοί από τους εναπομείναντες τζιχαντιστές να διασκορπιστούν κατόπιν σε ολόκληρη την Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, απελπισμένοι, έμφορτοι ακραίων θρησκευτικών ιδεοληψιών και εκδικητικών αντιλήψεων, καθώς και από την επιθυμία τους να καταστούν Shahid (Μάρτυρες) και να αιματοκυλίσουν τον κόσμο όλο.

Το Ιντλίμπ εκτιμάται ότι θα καταστεί μια μεγάλη φυλακή τύπου Γάζας. Ένας βούρκος με θρησκευτικά εξτρεμιστικά περιττώματα, φυλασσόμενος και ταυτόχρονα προστατευόμενο εξτρεμιστικό θρησκευτικό είδος. Αργότερα και μετά τις ρυθμίσεις στην περιοχή θα επανεξετασθεί το μέλλον του.

Η Συρία θα ανακτήσει σχεδόν ολόκληρη την εδαφική της έκταση, με τις εθνότητες και τις θρησκευτικές ομάδες, χαλαρά συνεννοούμενες σε μια μορφή που θα είναι μεταξύ «ενιαίας» και ομοσπονδιακής κρατικής οντότητας. Ουσιαστικά ένας χώρος-προτεκτοράτο ελεγχόμενος από τις χώρες που συμμετείχαν στο μεγάλο αυτό ανθρωπιστικό έγκλημα του αιώνα μας και θέλουν να διατηρήσουν την προβολή ισχύος τους, προς χάρη των συμφερόντων τους. Ρωσία και ΗΠΑ τα έχουν κανονίσει και τα έχουν συμφωνήσει όλα.

Καμιά συγνώμη

Και ο Άσαντ; Αμφιβάλλει κανείς ότι είναι ο μεγάλος νικητής, αφού από διεθνές πολιτικό απόβλητο και εν δυνάμει «εγκληματίας πολέμου» πριν λίγα χρόνια από όλη σχεδόν την διεθνή κοινότητα, τώρα είναι ουσιαστικό μέρος της λύσης του συριακού ζητήματος και ισοδύναμος συνομιλητής με τις άλλες πλευρές; Τουλάχιστον τώρα. Και ίσως αύριο να αποσυρθεί και να παραδώσει την εξουσία σε άλλον ηγέτη, για την επίτευξη της ήδη συμφωνημένης λύσης.

Και τι έμεινε από όλα αυτά; Μα οι νεκροί οι πρόσφυγες οι εκτοπισμένοι, μια χώρα γεμάτη ερείπια με τις υποδομές της κατεστραμμένες. Για τους ανθρώπους βέβαια καμιά συγνώμη από τους μεγάλους υπεύθυνους και καμιά τιμωρία. Όσο για την κατεστραμμένη ολοσχερώς αυτή χώρα, κανένα πρόβλημα, έρχεται η ανοικοδόμηση. Δυτικές και ρωσικές εταιρείες βάζουν μπροστά από τώρα τα μηχανήματά τους για την γιγαντιαία ανοικοδόμηση της χώρας, όπως έχει μοιραστεί ήδη: ανατολικά του Ευφράτη, Αμερικανοί και Δυτικοί και δυτικά του Ευφράτη, Ρώσοι, σύμμαχοί τους και πιθανότητα και η Τουρκία, ο μεγάλος ένοχος στα εγκλήματα της Συρίας. Και από χρήματα; Μα φυσικά οι φυσικοί πόροι της χώρας, που δεσμεύονται πλέον για δεκαετίες.

Το Διεθνές Δίκαιο είναι για τις μικρές χώρες και τους μικρούς ηγέτες, οι οποίοι το επικαλούνται ή και ελέγχονται από τους κανόνες του και τα διεθνή του δικαστήρια. Για τις μεγάλες χώρες και τους ηγέτες του, το Διεθνές Δίκαιο απλά αγνοείται. Εκεί ισχύει το πολιτικό δίκαιο, ή αλλιώς το Δίκαιο της Ισχύος, όπως μας διδάσκει από την αρχαιότητα και ισχύει μέχρι σήμερα ο μέγας Θουκυδίδης, στον περίφημο και δραματικό διάλογο Αθηναίων και Μηλίων: «ὅ­τι δ­και­α μν ν τ ν­θρω­πε­­ λ­γ ­π τς ­σης ­νγ­κης κρ­νε­ται, δυ­να­τ δ ο προ­­χον­τες πρσ­σου­σι κα ο ­σθε­νες ξυγ­χω­ρο­σιν» {5.89}.

Πηγές:
1. https://www.almasdarnews.com/
2. https://theintercept.com/
3. https://www.debka.com/syria-proclaims-control-of-borders.
4. http://www.alwatan.sy/
5. Εθνικές Επάλξεις, Αρ. Τεύχους 124, Χρήστου Μηνάγια, Ανάλυση Κυρίων Γεγονότων στην Τουρκία.
6. http://makhaterltakfir.com/en

 * Ο Ιωάννης Μπαλτζώης είναι αντιστράτηγος ε.α., πρώην Ακόλουθος Άμυνας στο Τελ Αβίβ, πρώην Αξιωματικός επιχειρήσεων της ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligence School (U.S. Army), Μεταπτυχιακό (M.Sc.) στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.

 

 

 

BESA,By Dr. Mordechai Chaziza: China’s Maritime Silk Road Initiative

on Monday, 30 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις


BESA Center Perspectives Paper No. 900, July 22, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: The Mediterranean Sea, one of the most important maritime trade highways in the world, is the marine traffic hub at the western end of China’s Belt and Road Initiative. Beijing’s maritime strategic activities in the Mediterranean consist mainly of constructing and operating ports and railways to open up new trade links between China and the Eurasia-Africa zone. However, the implementation of a Chinese Maritime Silk Road via the Mediterranean cannot succeed unless there is a way to bridge the gap between economic interests and the capacity to protect those interests.

The One Belt One Road Initiative (BRI) has two components: the Silk Road Economic Belt and the 21st Century Maritime Silk Road Initiative (MSRI), which is intended to link China and Europe via land and sea routes. This initiative – Beijing’s most ambitious integration project to date – lies at the heart of China’s foreign policy. The MSRI is designed to build sea routes with faster connectivity to increase trade along the land- and sea-based Silk Road, linking Asia with Europe and Africa.

Under the strategic framework of the MSRI, China has been buying up the development and operational rights to a chain of ports stretching from the southern regions of Asia to the Middle East, Africa, Europe, and even South America. According to the Financial Times, China has spent billions expanding its port network to secure sea lanes and establish itself as a maritime power.

The Mediterranean Sea is one of the most important maritime highways of all international trade routes around the globe. It is a focal point, as it represents the western end of the BRI. Given the Mediterranean’s strategic position, China has stepped up its presence in the region by acquiring, building, modernizing, expanding, and operating the most important Mediterranean ports and terminals in Greece, Egypt, Algeria, Turkey, and Israel. Beijing wants to capitalize on the Mediterranean’s geographical proximity to become a major distribution hub for Chinese goods to the EU, its biggest trading partner.

The increasing economic ties between China and Europe are giving the Mediterranean region an opportunity to regain its place at the forefront of international trade. The newly enlarged Suez Canal, the main transport route between Asia and Europe, has doubled in terms of both capacity and traffic flow between the Red Sea and the Mediterranean. It now allows for the passage of larger vessels, reducing transit times between Asia and Europe and raising the competitiveness and visibility of Mediterranean ports.

However, access to the European market via Mediterranean ports, along with maintaining the vital flow of resources such as energy and other raw materials from the Middle East and Africa, depends on the security and political stability of the Mediterranean region. Maintaining a safe geostrategic environment and securing the geopolitical interface of the region are sine qua non conditions for the success of the construction and realization of the MSRI.

China is the world’s largest trading nation in goods. Three Chinese shipping companies are among the ten largest container-shipping companies in the world, responsible for approximately 10% of global trade. Most Chinese goods are transported by ship, so Beijing is a major destination and starting point of international shipping routes.

China’s shipping ports are among the busiest on earth. Eight of the world’s ten busiest container ports are in that country, with the port of Shanghai the busiest on the planet. China is the world’s third-largest ship-owning nation and the largest shipbuilding nation, with roughly 30 million compensated gross tones (CGT). Chinese enterprises are also active in the construction and management of ports around the world. Through the construction and management of ports and international shipping assets along the Silk Road as well as the building of faster connectivity via sea routes and an increase in trade, Beijing plans to expand China’s reach as a maritime power.

Beijing’s maritime strategic activity in the Mediterranean Sea consists mainly of constructing and operating ports or railways. These investments should be seen in the context of the country’s broader infrastructure activities under the BRI. The investment in sea lanes and railways complement each other, as they jointly open up new trade links between China and the Eurasia-Africa zone. China has slowly attempted to develop a presence in the Mediterranean by investing in international logistical distribution centers and infrastructure projects that have strengthened its regional position.

For instance, China’s investments in the Piraeus port, the ports of Ashdod and Haifa, Port Said, and the Suez Canal Corridor Project go hand-in-hand with the One Belt, One Road Initiative, which marks the passage from the Maritime Silk Road to the land-based one towards Europe. Beijing’s 21st century Maritime Silk Road should be considered a driving force for its economic and strategic interests in the Mediterranean, as well as a platform from which to accelerate and increase its regional presence and influence.

China is gradually becoming more influential economically, diplomatically, and geostrategically in the Mediterranean Sea. Huge investments and mutually beneficial trade relations between China and Mediterranean countries are increasing Beijing’s stake in regional affairs while exposing it to significant threats. The political instability and religious extremism in several countries in the wider Mediterranean region raises the question of whether Beijing would be willing to take on a leadership role, with all the responsibilities that that would entail.

There will be no successful implementation of a Chinese Maritime Silk Road without addressing the gap between economic interests and the capacity to protect those interests. Securing investments in a region of extreme geopolitical volatility will be a tough test for Beijing’s foreign policy in the coming years. China does not have an overall strategy regarding the Mediterranean region’s affairs; instead, it prefers to deal with each country bilaterally.

Chinese policy towards the region is still dominated by the economic factor, in particular trade and investment. Beijing will have to forgo strict compliance with its principle of non-interference if it wants to reap any benefits from the Mediterranean region. For the time being, China’s behavior in the region remains cautious: it is keeping a low profile and does not seek to significantly alter existing dynamics. Beijing continues to prefer to act judiciously and avoid getting involved in confrontations in the region.

View PDF

Dr. Mordechai Chaziza is a senior lecturer in Politics and Governance at Ashkelon Academic College Israel, specializing in Chinese foreign and strategic relations. He can be reached at [email protected] 

 

BESA, by John M. Nomikos July 17, 2018: Greece and the Eastern Mediterranean Alliance

on Wednesday, 18 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις


BESA Center Perspectives Paper No. 897, July 17, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: The Eastern Mediterranean Alliance (Israel, Greece, and Cyprus) is emerging at a time of increasing global instability. All three states are firm democracies that promote peace, security, and environmental stability in the region. The tripartite alliance is strategically the most significant anchor of Greek security and economic progress.


Concrete steps over the past three years have set the foundations of an Eastern Mediterranean Alliance (EMA) comprising Israel, Greece, and Cyprus. The convergence of the three nations is the natural outcome of close democratic similarities and a joint desire for stability and progress in a region tormented by perennial Middle East strife, radical Islamism, and the morphing of Turkey into a fundamentalist Islamic autocracy.

The EMA is emerging at a time of increasing global instability. American retrenchment from traditional postwar strategic arrangements, the resurgence of Russia, a troubled EU, the illegal migration crisis, China’s rise as a global power, and much else leave little room for complacency.

Israel, Greece, and the Republic of Cyprus are the only Eastern Mediterranean actors that are firm democracies. As such, they do not only see a common interest in promoting peace, security, and environmental stability in the region, but also seek to promote strong economic bonds following the discovery of rich hydrocarbon deposits in their respective Exclusive Economic Zones.

While each of the EMA partners faces individual challenges, all three are united against the regional spoiler and strutting Islamic “superpower” of Recep Tayyip Erdoğan’s Turkey. The Turkish president misses no opportunity to vow that Ankara will “take what is rightfully hers” – and is just a step away from declaring the international treaties that settled Turkey’s fate after WWI null and void.

From the Greek perspective, the EMA initiative is indispensable. Greece’s sovereign debt crisis and its bankruptcy in 2010 put its relationship with the northern EU members under severe strain. At present, Athens faces the unpalatable prospect of long-term foreign fiscal “monitoring” and significant limitations placed upon its economic policies. Because present and future Greek governments must function while in the vise of EU “monitoring,” Athens seeks to promote alternative bilateral and multilateral initiatives outside the narrow Brussels-dominated space – and the EMA fits this bill perfectly.

Greece’s most pressing strategic concern is Ankara’s expressed purpose of “re-Turkifying” space once in Ottoman possession. Erdoğan’s incursion into Syria, his plans for militarily “stabilizing” northern Iraq, his expanding subversive and Islamicizing activities in the Balkans, and the daily violations by Turkey of Greek sovereign air and sea space leave little hope for a peaceful future. Greece also faces an impasse with the philo-Turkism of many of its “allies” despite waning Turkish fortunes in Europe and Ankara’s dead-in-the-water application to join the EU.

Thus, the EMA has emerged as the most strategically significant anchor of Greek security and economic progress. The discovery of hydrocarbons in Israeli and Cypriot waters has literally put the EMA on the map, stimulating strong interest in the politics, economics, and security of the region from the US and Russia as well as from countries that had been neutral towards the Eastern Mediterranean.

Athens needs to tread a delicate path vis-à-vis Jerusalem and Cairo, the latter of which is gravitating towards the tripartite EMA. Both Israel and Egypt are involved in ongoing disputes in the Middle East, a factor that traditionally “pro-Arab” Greece will need to handle with political and diplomatic finesse.

In any case, recent EMA summit meetings have concluded with optimistic declarations of purpose stressing the developing geopolitical cooperation of Jerusalem, Athens, and Nicosia. Central to these positive developments is the planned construction of the EastMed pipeline, which will bypass Turkey, despite increased cost, and thus enhance security in the Eastern Mediterranean by removing Turkey’s control over the EMA centerpiece.

Erdoğan’s electoral victory on June 24, 2018 strengthened his sultanic and Islamist aspirations and gives added urgency to the promotion of the EMA strategic project. A stronger Erdoğan means a faster transition for Turkey to Islamic fundamentalism. This in turn threatens to bring radical Islam to Europe’s doorstep while exponentially increasing the danger posed by Turkey to the EMA partners. With Erdoğan confirming, with every passing day, his rejection and condemnation of Western values, his hatred for the Jewish state, and his elevation of fundamentalist Islamism as the driving force behind the neo-Ottoman Türkiye, there is little room for compromise with Turkey’s emerging Islamic republic.

In the final analysis, it is not the EMA’s purpose to resolve the issue of Turkey, which is the thorniest security problem for the Western alliance in the Eastern Mediterranean and the Middle East. The EMA’s core mission is to promote and secure the collective interests of its partners, to encourage the primacy of international law over irredentist and aggressive policies irrespective of their source, and to create and strengthen a superstructure of economic initiatives of irrefutable strategic value to Europe and the US. In the meantime, as Federiga Bingi of Johns Hopkins put it, “Europe and NATO cannot afford to be checkmated by Erdoğan.” They should act accordingly.

View PDF

Ioannis (John) M. Nomikos is the Director of the Research Institute for European and American Studies (RIEAS) based in Athens, Greece. He is founding editor of the Journal of European and American Intelligence Studies (JEAIS). His research focuses on counterintelligence, counterterrorism, Greek-Israeli relations, and energy- maritime security in the Eastern Mediterranean region.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family 

 

Chatham House Expert Perspectives 2018: Risks and Opportunities in International Affairs

on Thursday, 12 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Chatham House Expert Perspectives 2018: Risks and Opportunities in International Affairs

Authors

Adam Ward
Adam Ward (Commissioning Editor), Deputy Director, Chatham House

 Chatham House exterior. Photo: Chatham House, London.

Chatham House exterior. Photo: Chatham House, London.
There is a sense that the established order in global affairs is shifting. The rules, norms and institutions that have governed state-to-state relations and international policymaking for decades are being challenged by phenomena that include diminished US leadership, a more assertive China, political populism and technological change. Yet the ‘destination’ remains opaque, as emerging contests for geopolitical advantage – and to shape the future global order – are still being played out.

The articles commissioned for this volume, the first of a new annual series, have been written by Chatham House experts and reflect their perspectives on selected aspects of this transition. Covering geopolitics and security, politics and society, governance, the global economy, and issues around resources and the environment, the articles highlight developments and trends that are coalescing into definable shape as risks or opportunities. The inaugural 2018 edition identifies 17 risks and 14 opportunities:

Risk

 America: The Trump presidency is having a multitude of negative effects on domestic politics and US foreign relations. If sustained, these problems could weaken American democracy while rendering the country’s international leadership less effective.

  • Nuclear weapons: The Non-Proliferation Treaty is in trouble again. A lack of progress on arms control and disarmament – as well as a volatile international scene – has renewed fears of nuclear weapons use. The risks are significant and should be taken seriously.
  • North Korea: The 12 June summit between Donald Trump and Kim Jong-un offered no substantive pathway to denuclearization. Indeed, US concessions to North Korea could risk regional destabilization by undermining the security agendas of Japan and South Korea.
  • Iran: US withdrawal from the JCPOA may prompt Iran to restart its nuclear programme. By reducing US influence in the Middle East, the decision enfeebles EU foreign policy and risks making space for extra-regional actors such as China and Russia to pursue their agendas.
  • Transatlantic relations: Proposed EU retaliation against US policies on Iran and trade looks ill-advised. Europe has more to lose from a trade war and, more importantly, has no serious alternative to the US security guarantee – already weakened under Donald Trump.
  • China: Centralization of power under Xi Jinping could imperil decision-making and policy responsiveness at a crucial time for China, with the country facing significant domestic economic challenges and a more complicated foreign policy environment.
  • Russia: Economic stagnation in Russia is contributing to geopolitical risk by encouraging – and, to an extent, dictating – the Kremlin’s pursuit of a belligerent foreign policy. A lack of reform is impairing growth prospects and makes further external entanglements more likely.
  • Russia–NATO relations: The risk of military or political miscalculation leading to conflict is rising. Russia’s increasing use of non-military destabilization methods, in combination with conventional threats, dangerously blurs the line between peacetime and wartime activities.
  • Britain: In the UK, some Brexit supporters hope leaving the EU will facilitate a sort of swashbuckling globalism. But aspirations for unfettered free trade seem misplaced – Brexit risks leaving the UK isolated and less influential.
  • Middle East and North Africa: The rise of hybrid armed groups in Libya, Syria and Iraq threatens state-building and stabilization. Such groups are accumulating political and economic interests, profiteering and perpetuating conflict.

Politics and society

  • America: Political fractures in the US present risks of strategic incoherence and miscalculation in the short term; domestic institutional degradation in the medium term; and foreign policy overcorrections towards adversaries in the long term.

Governance

  • International law: Countries that have traditionally led the way in shaping international law are ceding space to emerging voices. Areas of the law perceived by some as too liberal will be vulnerable, and states will disagree on development of the law in emerging areas.
  • Refugee protection: Despite signs of a more concerted international response, obstacles to protection for exiled populations loom large. Some states may simply ignore principles in new initiatives, or use foreign policy instruments to prevent refugee mobility.

Global economy

  • Financial regulation: The strengthening of financial regulation, post-2008, to prevent global contagion is being imperilled by the reversal of some protections and lack of coordination on others. This ‘divergence’ in rules will make a new crisis more likely, and harder to address.

Resources and climate

  • Protectionism and sustainability: Rising international trade frictions could have negative implications for food security, low-carbon innovation and climate policy. For instance, trade disputes risk dampening competition essential to the development of new technologies.
  • Electricity: The transition from fossil fuels to low-carbon alternatives presents new challenges for international energy relations. Concerns about cross-border electricity interconnection and cybersecurity could eclipse traditional preoccupations with oil markets.
  • Oil and gas: Emerging and early-stage oil and gas producers that follow old models of development will lock in carbon risks and squander green growth opportunities. Instead, economic planning needs to anticipate the constraints of decarbonization.

 Opportunities

Geopolitics and security

  • Cybersecurity: Artificial intelligence promises better software tools for combating cyberthreats, with approaches that incorporate human feedback into adaptive systems showing particular promise.
  • Resilience to biological threats: As cities become more vulnerable to biological threats, the need for robust emergency planning is increasing. Recent field experience offers useful indications of how cities could improve preparedness and emergency planning frameworks.

Politics and society

  • Civil society innovation: A number of recent trends – such as the use of technology to facilitate public engagement and the innovative use of partnerships across sectors – provide an opportunity for civil society organizations to engage strategically on human rights issues.
  • Activism in the US: Deficiencies in political leadership in Washington are motivating groups across civil society, local government and the corporate sector to mobilize in ever more creative ways. These groups have a real chance to shape policy and governance.
  • Uzbekistan: Among an uninspiring cast of authoritarian Central Asian states, Uzbekistan is showing unexpected early signs of economic and policy reform. Under a new president, the country has seen more change in the past 18 months than in decades of previous misrule.

Governance

  • China and human rights: The ‘Belt and Road Initiative’ provides a new entry point for engaging China constructively on human rights issues, particularly economic and social rights – for instance, by writing certain protections into investment and free-trade contracts.
  • Disaster warning in South Asia: Shared natural disaster warning systems offer a politically uncontentious means of cross-border cooperation, and even conceivably a future route to improved India–Pakistan relations.
  • Health emergencies: A new approach to assessing country capacities for control of outbreaks and other public health emergencies provides a clearer picture of vulnerabilities, and costed roadmaps to better health security.

Global economy

  • Tax policy harmonization: The G20’s efforts, long stalled, to tackle tax avoidance by ensuring that multinationals are subject to similar tax rules worldwide have been boosted by a potentially game-changing reform in the US.
  • Latin America: The region’s economic outlook has been improving, aided by more established consumer markets and Chinese commodity demand. However, political and growth risks still loom large.
  • Infrastructure: For all the concerns about China’s geopolitical agenda, the ‘Belt and Road Initiative’ can bring a significant economic boost to developing countries in Asia – provided that the investment model evolves to offer clear benefits to all.
  • Africa: Trade between African countries is fragmented, making economies of scale hard to achieve. A planned 55-country free-trade area – the world’s largest by country coverage – offers opportunities for much-needed integration.

Resources and climate

  • Food security: Pressures on vulnerable food trade ‘chokepoints’ – strategically vital transit locations – will likely continue to rise. However, an initiative to improve monitoring of the global food supply chain may help governments and traders to anticipate blockages.
  • Land use and climate change: Scaling up carbon sequestration technologies to reduce emissions will increase competition for land. However, developments in multilateral policymaking in 2018–20 offer a window of opportunity in which to shape the debate.

Contributing writers: Leslie Vinjamuri, Patricia Lewis, John Nilsson-Wright, Neil Quilliam, Sanam Vakil, Hans Kundnani, Champa Patel, Kerry Brown, Philip Hanson, Mathieu Boulègue, Thomas Raines, Lina Khatib, Tim Eaton, Renad Mansour, Joyce Hakmeh, Beyza Unal, Jacob Parakilas, Chanu Peiris, Courtney Rice, James Nixey, Ruma Mandal, Jeff Crisp, Harriet Moynihan, Gareth Price, David L. Heymann, Emma Ross, Osman Dar, Matthew Oxenford, Stephen Pickford, Richard Lapper, Andrew Cainey, Carlos Lopes, Felix Preston, Daniel Quiggin, Siân Bradley, Glada Lahn, Laura Wellesley, Johanna Lehne, Richard King.

RAND by Shira Efron: The Future of Israeli-Turkish Relations

on Sunday, 08 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Research Questions
How have Israeli-Turkish relations evolved?
What is the status of Israeli-Turkish economic ties since their 2016 normalization?
What are the standing political and security issues between Israel and Turkey?
How might the future of Israeli-Turkish relations develop?
What implications do Israeli-Turkish ties have for U.S. interests in the Middle East?
This report, which draws largely on Israeli and third-party views, examines the relations between Israel and Turkey, concentrating on the state of economic, diplomatic, and security ties after the 2016 reconciliation between the two countries and the possible futures of these ties.


Israel and Turkey have almost seven decades of relations, but even after the reconciliation, ties remain strained. While the Israeli and Turkish business communities would like to resume former levels of engagement, and there is interest in cooperation over natural gas, relations in the diplomatic and security spheres are tense because of distrust of Turkish President Recep Tayyip Erdoğan and differences between the countries over the future of Syria and the Israeli-Palestinian conflict. Any change, for better or worse, in Israeli-Palestinian relations, will have implications for the ties between Israel and Turkey, as demonstrated by the May 2018 diplomatic rift over the violent clashes in Gaza and the opening of the U.S. embassy in Jerusalem.

Key Findings
Strong Bedrock, Formidable Challenges
Israel and Turkey still have strong common interests, especially economically. Natural gas development is still a prospect, and both countries share the objective of stability of Gaza.
However, Israeli opinion of Turkish President Recep Tayyip Erdoğan and differences between the countries over the future of Syria and the Israeli-Palestinian issue will probably keep relations cold.
Israel now has economic and security cooperation alternatives to Turkey, such as Cyprus and Greece. Israeli defense industries have found larger markets than Turkey for their exports including India, South Korea and Japan.
Changes in the status of the Israeli-Turkish relationship will probably occur alongside developments on the Israeli-Palestinian front, as demonstrated by the May 2018 diplomatic rift over the violent clashes in Gaza and the opening of the U.S. embassy in Jerusalem.

Table of Contents
Chapter One
Introduction

Chapter Two
A History of Ups and Downs in Bilateral Relations

Chapter Three
Normalization Achieved After a Six-Year Process

Chapter Four
Post-Rapprochement Economic Relations

Chapter Five
Diplomatic and Security Relations After Normalization

Chapter Six
Conclusion: Israeli-Turkish Ties Face Formidable Challenges

Download PDF

 

BESA, By Emil Avdaliani: The China-US Confrontation: A Russian View

on Wednesday, 04 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

 

BESA Center Perspectives Paper No. 882, July 4, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: China and the US have different geopolitical imperatives, so tensions are bound to increase between the two powers. Russia’s position in the nascent confrontation will be important to watch, as it is simultaneously under pressure from the West and in the shadow of Chinese economic strength. Russia will likely see US-China competition as providing an opportunity to improve its own geopolitical position.

China, which is poised to become a powerful player in international politics thanks to its economic rise and concurrent military development, has strategic imperatives that clash with those of the US. Beijing needs to secure its procurement of oil and gas resources, which are currently most available through the Malakka Strait. In an age of US naval dominance, the Chinese imperative is to redirect its economy’s dependence – as well as its supply routes – elsewhere.

That is the central motivation behind the almost trillion dollar Belt and Road Initiative, which is intended to reconnect the Asia-Pacific with Europe through Russia, the Middle East, and Central Asia. At the same time, Beijing has a growing ambition to thwart US naval dominance off Chinese shores. With these factors involved, mutual suspicion between Beijing and Washington is bound to increase over the next years and decades.

Analysts have proposed various foreign policy scenarios about the likelihood of a coming showdown between the two powers. However, most of those analyses – some of which are very good – neglect the Russian position. That country, which stretches from the Baltic to the Pacific and is ensconced between the West and China, is poised to play a pivotal role in a possible US-China confrontation due to its geography and military and economic capabilities.

Moscow believes the US-China conflict might enable it to advance the Russian geopolitical agenda, which has been much constrained by the Europeans and the Americans over the past three decades.

The current crisis between Russia and the West is the product of many fundamental geopolitical differences in both the former Soviet space and elsewhere. Relations are thus likely to remain stalled well into the future barring large concessions by one of the sides. The successful western expansion into what was always considered the “Russian backyard” halted Moscow’s projection of power and diminished its reach into the north of Eurasia – between fast-developing China, Japan, and other Asian countries and the technologically modern European landmass.

Russia claims that its western borders are now vulnerable because NATO and the EU are marching eastward. In fact, Russia has far more vulnerable territories, such as the North Caucasus and porous Central Asia.

In some respects, the Russians are simply spending too much of their national energies on problems with the West. Costly military modernization and the support for separatist regimes in Moldova, Ukraine, and Georgia weigh heavily on the Russian budget.

Russians can rightly question why their country is spending so much on the former Soviet space when Russia’s current borders are more in Asia. Why is the country investing so much in unsuccessfully disrupting Western influence in many parts of the former Soviet space? This point is doubly strong when one looks at a map of Russia, with its vast tracts of uncultivated and largely unpopulated Siberian lands.

Today, Europe is a source of technological progress, as are Japan and China. Never in Russian history has there been such opportunity to develop Siberia and transform it into a power base of the world economy.

Russia’s geographical position is unique and will remain so for another several decades, as the ice cap in the Arctic Ocean is set to diminish significantly. The Arctic Ocean will be transformed into an ocean of commercial highways, giving Russia a historic opportunity to become a sea power.

Chinese and Japanese human and technological resources in the Russian far east, and European resources in the Russian west, can transform it into a land of opportunity.

Russia’s geographical position should be kept in mind when analyzing Moscow’s position vis-à-vis the China-US competition. However, apart from the purely economic and geographical pull that the developed Asia-Pacific has on Russia’s eastern provinces, the Russian political elite sees the nascent US-China confrontation as offering a chance to enhance its weakening geopolitical position throughout the former Soviet space. Russians are right to think that both Washington and Beijing will dearly need Russian support, and this logic is driving Moscow’s noncommittal approach towards Beijing and Washington. As a matter of cold-blooded international affairs, Russia wishes to position itself such that the US and China are strongly competing with one another to win its favor.

In allying itself with China, Russia would expect to increase its influence in Central Asia, where Chinese power has grown exponentially since the break-up of the Soviet Union in 1991. Although Moscow has never voiced official concerns about this matter, that is not to deny the existence of such concerns within the Russian political elite.

However, if Moscow chooses the US side, the American concessions could be more significant than the Chinese. Ukraine and the South Caucasus would be the biggest prizes, while NATO expansion into the Russian “backyard” would be stalled. The Middle East might be another sticking point where Moscow gets fundamental concessions – for example in Syria, should that conflict continue.

Beyond grand strategic thinking, this decision will also be a civilizational choice for the Russians molded in the perennial debate about whether the country is European, Asiatic, or Eurasian (a mixture of the two). Geography inexorably pulls Russia towards the east, but culture pulls it towards the west. While decisions of this nature are usually expected to be based on geopolitical calculations, cultural affinity also plays a role.

Tied into the cultural aspect is the Russians’ fear that they (like the rest of the world) do not know how the world would look under Chinese leadership. The US might represent a threat to Russia, but it is still a “known” for the Russian political elite. A China-led Eurasia could be more challenging for the Russians considering the extent to which Russian frontiers and provinces are open to large Chinese segments of population.

The Russian approach to the nascent US-China confrontation is likely to be opportunistic. Its choice between them will be based on which side offers more to help Moscow resolve its problems across the former Soviet space.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family 

 

BESA, By Dr. George N. Tzogopoulos: Cyprus, Greece, and Israel Chart a Common Path

on Monday, 11 June 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

EXECUTIVE SUMMARY: Cyprus, Greece, and Israel are steadily building a democratic geopolitical bloc in the Eastern Mediterranean. They are exploring ways to collaborate in fields ranging from energy to communication technology and defense. Greek-American and American-Jewish communities are exploiting the momentum to further boost the developing “triangle” and encourage US support. However, despite progress among the governments and the generally positive climate, warning signs of anti-Semitism in Greece underline the need for grassroots action to combine political achievements with wide public support.


The fourth Cyprus-Greece-Israel tripartite summit, which took place in Nicosia on May 8, 2018, made plain the determination of the three countries to deepen their cooperation. Nicos Anastasiades, Alexis Tsipras, and Benjamin Netanyahu discussed new fields of interest, including public security, cinema co-production, maritime pollution, telecommunications, and the reduction of data roaming costs. They agreed that the fifth trilateral summit will take place within the year in Beersheba, a place described by Netanyahu as “cyber city.” At that event, the parties plan to advance their dialogue on communication technologies.

At present, the countries are emphasizing their collaboration at the military level. Symbolically, Greek fighter planes participated in an IAF aerial show to celebrate Israel and the IDF’s 70th Independence Day. Also, the Chief of the Hellenic Army General Staff, Lt. Gen. Alkiviadis Stefanis, visited Israel at the invitation of Maj. Gen. Yaacov Barak, the IDF’s Ground Forces Commander, who had already visited Greece in January. According to media reports, the two sides are discussing potential joint actions against new threats as well as exchange programs. Staff talks involving representatives of the armed forces of Cyprus, Greece, and Israel took place in Israel on May 9.

Energy remains at the center of attention. Cyprus and Israel currently disagree on the division of the Aphrodite reservoir, and this disagreement could lead to international arbitration. Το avoid such a scenario, Nicosia and Jerusalem are engaging in a “transparent and productive dialogue,” as Israeli Ambassador to Cyprus Shmuel Revel put it to the Cyprus News Agency. Cypriot Energy Minister Yiorgos Lakkotrypis said companies should first attempt to reach settlements on gas quantities on their own, but this process has not yet begun.

This issue is not expected to be easily solved. Lakkotrypis sees it as “one of the most important differences” between Cyprus and Israel. His Israeli counterpart Yuval Steinitz declares, “Israel cannot give up, not even as a gesture of friendship, on its territories or its natural resources.”

The lack of a sharing formula on the Aphrodite gas field does not prevent Cyprus, Israel, and Greece from examining the construction of an EastMed pipeline. Following the tripartite Nicosia summit, the Israeli ambassador to Greece, Irit Ben-Abba, spoke about a fast rhythm for the potential realization of this “adventurous project.”

An EastMed pipeline would cost more than a pipeline connecting Israel to Turkey, but would enhance security in the Eastern Mediterranean. That is why it is anathema to Ankara. Following the Nicosia meeting, the Turkish-Cypriot leader Mustafa Akinci said EastMed might not function as a route to peace and advocated for the transportation of gas resources from the Levantine Basin to Europe via Turkey.

Comments like these show Ankara’s unease with the evolving cooperation among Cyprus, Greece, and Israel. The creation of a democratic bloc in the Eastern Mediterranean does not serve Turkish President’s Erdoğan’s neo-Ottoman aspirations – indeed, it might disrupt them.

Executive director of the Hellenic American Leadership Council (HALC) Endy Zemenides said in an interview that his organization and the American Jewish Community (AJC) were coordinating an advocacy campaign in Washington to strengthen the Cyprus-Greece-Israel triangle with US support. A restriction on F-35 jet sales to Turkey and the end of the Cyprus Arms Embargo Act are among the goals. In May 2018 the fifth anniversary of the Congressional Hellenic-Israel Alliance was also celebrated in the US. The more Ankara’s tactics are exposed by Cyprus, Israel, and Greece, the more the international community becomes aware of Erdoğan’s motivations.

The fourth Cyprus-Greece-Israel tripartite summit took place on the same day US President Donald Trump made his Iran speech. This led both Cyprus and Greece to take a public position on how they view Israel’s sensitivity towards the Iranian threat – despite their need to align their policies with that of the EU. President Anastasiades told i24NEWS that he “urged Iran to pursue good relations with all of their neighbors and to respect the principle of non-interference.” Prime Minister Tsipras underlined that he shared Prime Minister’s Netanyahu’s concern but advocated for the preservation of the Iran nuclear deal. Greek companies, like Hellenic Petroleum, that are importing oil from Iran are reportedly coming up with alternative plans.

Notwithstanding the strong momentum and high level of political support for the strengthening of the Cyprus-Greece-Israel geopolitical alliance in the Eastern Mediterranean, old stereotypes and prejudices are undermining wider acceptance. Worryingly, signs of anti-Semitism are resurfacing, at least in Greece. Α Greek cartoonist recently compared the situation in the Gaza Strip with the Holocaust and drew a parallel between Israeli policies and Nazi practices. Both the Central Israel Council of Greece and the Embassy of Israel criticized the comparison. However, the Greek blogosphere teems with articles calling the “targeting” of the cartoonist unfair and suggesting he was correct in condemning Israel’s behavior towards the Palestinians.

Also, at the beginning of May, a Jewish cemetery in a southwestern suburb of Athens was vandalized and marble headstones damaged. The Central Board of Jewish Communities in Greece expressed its condemnation of this incident and a silent protest was organized. Moreover, Islamic hatred of Jews has appeared in Greece. In Xanthi, a city in northeastern Greece, the self-proclaimed Mufti Ahmet Mete misses no opportunity to slander the Jews in his preaching, though he was sentenced to eight months imprisonment for saying that Hitler was right to turn the Jews into soap.

Condemnations and protests are not sufficient to eradicate anti-Semitism. Recent warning signals indicate the need for better education and more accurate and open-minded media coverage. This is the only way the arguments of the political elites will receive public support in the long term.

View PDF

Dr George N. Tzogopoulos is a BESA Research Associate, Lecturer at the Democritus University of Thrace, and Visiting Lecturer at the European Institute of Nice.

 

 

 
Subscribe to Our Free Mailing List

Subscribe to our mailing list

Don’t miss out on any new articles and research from the Begin-Sadat Center!

 
 
You will receive one mailing daily.

BESA-By Prof. Efraim Karsh: It’s Not the Economy, Stupid

on Wednesday, 06 June 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

EXECUTIVE SUMMARY: It is not Gaza’s economic malaise that has precipitated Palestinian violence. It is the other way around: the endemic violence has caused the Strip’s humanitarian crisis. So long as Gaza continues to be governed by Hamas’s rule of the jungle, no Palestinian civil society, let alone a viable state, can develop.

No cliché has dominated the discourse on the Gaza situation more than the perception of Palestinian violence as a corollary of the Strip’s dire economic condition. No sooner had Hamas and Israel been locked in yet another armed confrontation over the past weeks than the media, foreign policy experts, and politicians throughout the world urged the immediate rehabilitation of Gaza as panacea to its endemic propensity for violence. Even senior members of the Israel Defense Forces opined that a “nonmilitary process” of humanitarian aid could produce a major change in the Gaza situation.

While there is no denying the argument’s widespread appeal, there is also no way around the fact that it is not only completely unfounded but the inverse of the truth. For it is not Gaza’s economic malaise that has precipitated Palestinian violence; rather, it is the endemic violence that has caused the Strip’s humanitarian crisis.

For one thing, countless nations and groups in today’s world endure far harsher socioeconomic or political conditions than the Palestinians, yet none has embraced violence and terrorism against their neighbors with such alacrity and on such a massive scale.

For another thing, there is no causal relationship between economic hardship and mass violence. On the contrary: in the modern world it is not the poor and oppressed who have carried out the worst acts of terrorism and violence, but rather the militant vanguards from among the better educated and more moneyed circles of society – be they homegrown terrorist groups in the West or their Middle Eastern counterparts.

Yasser Arafat, for instance, was an engineer, and his fellow arch terrorist George Habash – the pioneer of aircraft hijacking – a physician. Hassan al-Banna, founder of the Muslim Brotherhood, was a schoolteacher, while his successor, Sayyid Qutb, whose zealous brand of Islam fired generations of terrorists, including the group behind the assassination of Egyptian president Anwar Sadat, was a literary critic and essayist. The 9/11 terrorists and certainly their multimillionaire paymaster, Osama bin Laden, as well as the terrorists who massacred their British compatriots in July 2005 and those slaughtering their coreligionists in Algeria and Iraq, were not impoverished peasants or workers driven by hopelessness and desperation but educated fanatics motivated by hatred and extreme religious and political ideals.

Nor has Hamas been an exception to this rule. Not only has its leadership been highly educated, but it has gone to great lengths to educate its followers, notably through the takeover of the Islamic University in Gaza and its transformation into a hothouse for indoctrinating generations of militants and terrorists. Hamas founder Sheikh Ahmed Yassin studied at the al-Azhar University in Cairo, probably the Islamic world’s most prestigious institution of higher religious learning, while his successor, Abdel Aziz Rantisi, was a physician, as is Hamas cofounder Mahmoud Zahar. The group’s current leader, Ismail Haniyeh, and Muhammad Def, head of Hamas’s military wing, are graduates of the Islamic University of Gaza, while Khaled Mashaal studied physics in Kuwait, where he resided until 1990. Hardly the products of deprivation and despair.

This propensity for violence among the educated and moneyed classes of Palestinian society was starkly reflected in the identity of the 156 men and eight women who detonated themselves in Israel’s towns and cities during the first five years of the “al-Aqsa Intifada,” murdering 525 people, the overwhelming majority of them civilians. A mere 9% of the perpetrators had only a basic education, while 22% were university graduates and 34% were high school graduates. Likewise, a comprehensive study of Hamas and Islamic Jihad suicide terrorists from the late 1980s to 2003 found that only 13% came from a poor background, compared with 32% of the Palestinian population in general. More than half of suicide bombers had entered further education compared with just 15% of the general population.

By contrast, successive public opinion polls among the Palestinian residents of the West Bank and the Gaza Strip during the 1990s revealed far stronger support for the nascent peace process with Israel, and opposition to terrorism, among the poorer and less educated parts of society – representing the vast majority of the population. Thus, for example, 82% of people with a low education supported the Interim Agreement of September 1995, providing for Israel’s withdrawal from the populated Palestinian areas of the West Bank, and 80% opposed terrorist attacks against Israeli civilians, compared to 55% and 65%, respectively, among university graduates.

In short, it is not socioeconomic despair but the total rejection of Israel’s right to exist, inculcated by the PLO and Hamas in their hapless West Bank and Gaza subjects over the past 25 years, which underlies the relentless anti-Israel violence emanating from these territories and its attendant economic stagnation and decline.

At the time of the September 1993 signing of the Israel-PLO Declaration of Principles, conditions in the territories were far better than in most Arab states – despite the steep economic decline caused by the intifada of 1987-93. But within six months of Arafat’s arrival in Gaza in July 1994, the standard of living in the Strip fell by 25%, and more than half the area’s residents claimed to have been happier under Israel. Even so, at the time Arafat launched his war of terrorism in September 2000, Palestinian income per capita was nearly double Syria’s, more than four times Yemen’s, and 10% higher than Jordan’s – one of the better-off Arab states. Only the oil-rich Gulf states and Lebanon were more affluent.

By the time of Arafat’s death in November 2004, his terrorism war had slashed this income to a fraction of its earlier levels, with real GDP per capita some 35% below the pre-September 2000 level, unemployment more than doubling, and numerous Palestinians reduced to poverty and despondency. And while Israel’s suppression of the terrorism war generated a steady recovery, with the years 2007-11 even recording an average yearly growth above 8%, by mid-2014 a fully blown recession had taken hold, especially in the Gaza Strip.

Indeed, apart from reflecting the West Bank’s basic socioeconomic superiority vis-à-vis Gaza, the widening gap between the two areas during the Oslo years (the difference in per capita income shot up from 14% to 141%) was a direct corollary of Hamas’s transformation of the Strip into an unreconstructed terrorism entity, in contrast to the West Bank’s relative tranquility in the post-al-Aqsa Intifada years.

This, in turn, means that so long as Gaza continues to be governed by Hamas’s rule of the jungle, no Palestinian civil society, let alone a viable state, can develop. The creation of free and democratic societies in Germany and Japan after World War II necessitated a comprehensive sociopolitical and educational transformation. In the Gazan case as well, it will be only when the population sweeps its oppressive rulers from power, eradicates endemic violence from political and social life, and teaches the virtues of coexistence with Israel that the Strip can look forward to a better future.

View PDF

This article appeared in The Jerusalem Post on June 4, 2018.

Prof. Efraim Karsh is Director of the Begin-Sadat Center for Strategic Studies, Emeritus Professor of Middle East and Mediterranean Studies at King’s College London, and editor of The Middle East Quarterly.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Prof. Efraim Karsh is director of the Begin-Sadat Center for Strategic Studies.
 

BESA, By Emil Avdaliani: Russia vs. the West: The Beginning of the End

on Monday, 14 May 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

BESA Center Perspectives Paper No. 832, May 13, 2018

EXECUTIVE SUMMARY:The Russia-West confrontation has, over the course of the past several years, reached its most tense point since the collapse of the Soviet Union. Differences between the two sides will only grow as neither side wants to make concessions on Syria, North Korea, Ukraine, Georgia, etc. However, there is also a strong possibility that the West is making significant headway in its competition with Russia over the former Soviet space.


Contrary to the much-touted opinion that Russia has been successful of late in projecting its influence across the former Soviet Union, Moscow’s influence has in fact significantly receded on the Eurasian continent. US pressure is important here, as are internal economic problems in Russia. But a closer look can easily reveal that it is the EU that has undermined Russian political, economic, and even cultural influence in eastern Europe and the former Soviet space. Moscow has lost influence the Baltic states, Moldova (at least in part), Ukraine, and Georgia, and is losing credibility in Armenia. Europe, meanwhile, has never been so united and unanimous in its internal as well as foreign policy actions.

Why has Europe never been so successful against Russia in the past? A partial answer lies in Europe’s unfortunate geography. The European continent represents a peninsula of Eurasia, with Russia right on Europe’s edge. Peace between them has been a fleeting phenomenon as each has tried to dominate or influence the other.

Russia’s rise to power was basically a product of constant European internal fighting. There were times when the Continent was unified and Russia was threatened, but the creation of a truly unified European empire that could economically challenge Moscow in the long term was a daunting task.

The building of a European empire had at least three phases. Military victories were essential, but these did not provide a lasting foundation. A ruler needed a centralized administration and cooption of the local elites of large invaded states, something that could have taken decades to achieve: a virtually impossible task. Europe also had the problem that the continent was full of ambitious, technologically and militarily advanced states very much unwilling to abandon their freedom.

Even when a conquest of Europe was achieved (as in the case of Napoleon and Hitler), the continent faced its two “big enemies on the periphery,” Britain and Russia. London was willing to keep the balance of power among the European states while Moscow controlled Eastern Europe. This simple geography explains why throughout the centuries, a united Europe was not a viable project and peace with Russia was an unachievable goal.

However, geopolitical developments in Eurasia since the breakup of the Soviet Union show that a united Europe is a plausible project when unified non-militarily. Modern Europe poses a serious challenge to Russia, as the battle between the two is – for the first time in history – in the economic sphere. Modern Europe is in fact a powerful economic and political machine based not on coercion, but on state and elite cooption.

Never before has Europe posed such a fundamental challenge to Moscow. Neither Napoleon nor Hitler worked towards the fundamental weakening of Russia, as a military conquest of Russia was impossible at the time. A fundamental weakening of Russia is only possible through the purposeful economic dominance of the territories around the Russian heartland (the modern western part of the Russian Federation).

That is what is now happening. Russia is losing to Europe in terms of competition and economic relevance. Ukraine, Moldova, Georgia, and the Baltic states show how far Russian influence has receded into Eurasia. What is even more interesting is the fact that this process will continue unabated, at least for the near future. Russia will remain isolated while its immediate neighborhood will deepen its cooperation with the West.

Is Eurasia in the midst of a fundamental transformation? Will Russia’s weakening allow small states on its periphery and elsewhere in the Middle East to improve their geopolitical situation? There are plenty of indications to support this scenario.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

BESA, By Michel Gurfinkiel : The Strategic Goals of a Restored Russia

on Tuesday, 17 April 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

BESA Center Perspectives Paper No. 796, April 15, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: The Soviet “deep state” survived the disintegration of the Soviet Union. It is back with a vengeance.

The Soviet Union was not vanquished by the West in the Cold War. It simply disintegrated in the late 1980s, the result of cumulative failures. A military defeat or a popular insurrection might have resulted in the elimination of its seventy-year-old totalitarian infrastructure and superstructure (the Soviet “deep state”). A mere collapse, however, had very different consequences.


Beyond the abandonment of the Eastern European glacis and the formal independence of the fifteen Soviet Republics, the ruling Soviet elite stayed largely in place. This was especially true in the very heart of the Empire, the former Federative Socialist Soviet Republic of Russia, rebranded as the Russian Federation. The army and secret police stayed intact, the planned economy was turned into a state-controlled oligarchy, and nationalism was substituted for communism. Soon, Russia began to engage in systematic rebuilding and reconquest.

This process started under Boris Yeltsin, the allegedly liberal first president of post-Soviet Russia. Just a few weeks after the USSR’s dismantlement, Yeltsin’s army seized Transnistria as a Russian outpost between the now formally independent former Soviet Republics of Ukraine and Moldavia. It was the Yeltsin bureaucracy in the early 1990s that issued 1) the Near Abroad doctrine, according to which Russia retained “vital interests”in neighboring post-Soviet countries; and 2) the parallel doctrine of “the Russian World”, which envisioned the “reunification” of all Russian-speaking communities into a single nation-state.

Vladimir Putin, who was chief of the secret police in 1998, became prime minister in 1999 and then Yeltsin’s successor in 2000.

The primary strategic goal of a restored Russia is to bring together all the Russian-speaking peoples into a single nation-state. In 2014, after the forced incorporation into Russia of Crimea, a province of Ukraine under international law, Putin elaborated that, after the dissolution of the USSR, “millions of people went to bed in one country and awoke in different ones, overnight becoming ethnic minorities in former Union republics, while the Russian nation became one of the biggest, if not the biggest ethnic group in the world to be divided by borders.” What is at stake is not just Transnistria or Crimea or eastern Ukraine, but the Russian-speaking communities in the Baltic States and in Central Asia. This contention resembles that of Adolf Hitler from 1933 to 1939, when he carved an ethnically defined Greater Germany into the heart of Europe.

A second Russian goal is to reestablish the former Soviet Union as a single geopolitical unit if not a single state: a “Eurasian community”with Russia as first among equals. This goal has been largely achieved. Most post-Soviet countries, with the glaring exceptions of the Baltic states, which joined both NATO and the EU, and of Ukraine, which strives to do the same, have reverted into a Russian sphere of influence. The only countervailing power so far, at least in Central Asia, has been China.

A third Russian goal is to weaken or eliminate any rival power in Europe: be it the US and NATO, its military arm, or the EU, at least as long as it has close ties with the US. A fourth is to resume a world power role by reactivating support for former Soviet client regimes like Baathist Syria or Cuba, or striking new strategic alliances with emerging powers like Iran.

Sadly, most Western countries either failed to understand what was going on or decided to ignore it, even in the face of hard evidence. In his recently published book, The End of Europe, James Kirchick writes: “As early as 1987,” when the Soviet Union still existed, “Mikhaïl Gorbachev advocated Soviet entry into what he called ‘the common European home’.” Ten years later, after the demise of the Soviet Union, “Boris Yeltsin hoped that Russia would one day join ‘greater Europe’.” In both cases, Western politicians and strategists responded enthusiastically: many insisted that “a whole raft of institutions, strategic theorems and intellectual currents born out of the struggle against Soviet communism” were now passé, and “it was time to supplant the bipolar order with more inclusive and ‘equitable’ arrangements.”

Seven years later, in 2005, the Gaullist president of France, Jacques Chirac, and the social-democratic Chancellor of Germany, Gerhard Schröder, planned for “a European Security and Defense Union,” a “triangular” military alliance with Russia “that would exclude Washington, to parallel and perhaps one day replace NATO.” It did not appear to concern these analysts that “as the West slashed defense budgets and relocated resources to Asia and the Middle East,” Russia was undergoing “a massive conventional arms buildup to the point there exists now a perilous imbalance on NATO’s Eastern flank.”

Even more intriguing was the attitude of Barack Obama’s administration from 2009 to 2017. It did not do much to deter Russian inroads into the Caucasus and Ukraine, and opted from 2015 on for complete passivity in the Middle East and even active cooperation with Iran, the new Russian protégé.

Much was achieved, in this respect, by soft power. The old Soviet Union cultivated all kinds of networks in order to spy on foreign countries, or to influence them: from communist parties to front communist organizations, from fellow travelers to peace activists, from businessmen or companies interested in East-West trade to illiberal right-wingers. These networks accounted for perhaps one-half of Soviet global power. As Cold Warriors used to say, “East minus West equals zero”. Putin’s Russia is resorting to the same means and could have equal or perhaps even greater success.

View PDF

Michel Gurfinkiel, a French public intellectual and the editor at large of Valeurs Actuelles, is the Founder and President of the Jean-Jacques Rousseau Institute and a Shillman/Ginsburg Fellow at Middle East Forum.

Χρήστος Μουστάκης: H EΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ: Γεγονότα και εξελίξεις στο διάστημα, 1/12/2017 έως 15/3/2018

on Wednesday, 28 March 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις


1. ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

α. Κυπριακό

Οι ενδοκυπριακές συνομιλίες μετά τη διακοπή τους στις 23 Σεπτεμβρίου στη Γενεύη έχουν παγώσει. Έκτοτε ο κ. Αναστασιάδης, ο οποίος επανεξελέγη στις εκλογές που έγιναν στις 4 Φεβρουαρίου 2018, δηλώνει ότι είναι έτοιμος να συνεχίσει το διάλογο, αλλά η τουρκική πλευρά είναι αρνητική.
Ενδεικτικό της τουρκικής απροθυμίας είναι η απόφαση του κ. Ακιντζί να μην αντικαταστήσει τον εκπρόσωπό του στις διαπραγματεύσεις, ο οποίος υπουργοποιήθηκε, αλλά και η απόσυρση από τον ΟΗΕ του χάρτη που είχε καταθέσει η Τ/Κ πλευρά κατά τις διαπραγματεύσεις στη Γενεύη τον Ιανουάριου 2017, με τον οποίο καθορίζετο ποσοστό 29,2% του εδάφους για το ομόσπονδο τουρκοκυπριακό κράτος.
Από τις δηλώσεις τούρκων αξιωματούχων προκύπτει ότι η Τουρκία έχει εγκαταλείψει τη βάση των συνομιλιών για Ομοσπονδία δύο κρατών και θα απαιτήσει, σε τυχόν μελλοντικές συνομιλίες, ως βάση τη συνομοσπονδία.

Ο κ. Ερντογάν έχει ως προτεραιότητα τις προεδρικές εκλογές και δεν θα διακινδυνεύσει, με τη συναίνεση για συνδιαλλαγή, να χάσει τη στήριξη των εθνικιστών, που έχει επιτύχει επί του παρόντος. Για τον ίδιο λόγο η ρητορική του θα συνεχίσει να είναι σκληρή.

Στις 9 Φεβρουαρίου 2018 η Τουρκία παρεμπόδισε με φραγμό πολεμικών πλοίων την είσοδο του γεωτρύπανου της εταιρείας «ΕΝΙ», ιταλικών συμφερόντων, στο οικόπεδο 3 για την έναρξη ερευνητικών γεωτρήσεων και στις 23 Φεβρουαρίου τουρκικό πολεμικό απείλησε το γεωτρύπανο με βύθιση σε νέα προσπάθειά του να εισέλθει σ΄ αυτό. Κατόπιν αυτού το γεωτρύπανο ανεχώρησε για το Μαρόκο με την ΕΝΙ να δηλώνει ότι το ζήτημα είναι διπλωματικό και πέραν του ελέγχου της.
Οι ΗΠΑ και ιδιαίτερα η ΕΕ καταδίκασαν την ενέργεια της Τουρκίας, χωρίς πρακτική αντίδραση από καμία χώρα, περιλαμβανομένης και της άμεσα θιγομένης Ιταλίας.
Η εταιρεία, αμερικανικών συμφερόντων, ΕΧΧΟΝ είναι έτοιμη να πραγματοποιήσει έρευνες στο οικόπεδο 10, όπως δήλωσε ο εκπρόσωπός της στις 14 Μαρτίου. Την ίδια περίοδο (5-30 Μαρτίου) θα υπάρχει στην περιοχή αυξημένη ναυτική παρουσία των ΗΠΑ, λόγω της διεξαγωγής προγραμματισμένης ασκήσεως με το Ισραήλ.

Η συμπωματική παρουσία των αμερικανικών πολεμικών πλοίων έχει τη σημασία της, γιατί θα φανούν και οι προθέσεις των Αμερικανών σε περίπτωση αντιδράσεως των Τούρκων.

Στις 3 Μαρτίου ο κ. Ερντγοτάν δήλωσε σε δημοσιογράφους, αναφερόμενος στο επεισόδιο, ότι αυτό έγινε για την προάσπιση των συμφερόντων των Τ/Κ και της Τουρκίας στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου, προσθέτοντας ότι αυτό θα επαναληφθεί αν οι ΗΠΑ με την ΕΧΧΟΝ και η Γαλλία με την TOTAL κάνουν το ίδιο και ότι η Τουρκία, απαιτεί από κοινού έρευνες και διαμοιρασμό των ορυκτών που θα βρεθούν, ενώ ο επικεφαλής των συμβούλων του κ. Μπουλούτ ανέφερε την ίδια ημέρα ότι η Τουρκία με εντολή του κ. Ερντογάν θα κτυπήσει όποιον επιχειρήσει γεωτρήσεις χωρίς την άδειά της.

Με την ενέργειά του αυτή ο κ. Ερντογάν ακύρωσε, προς ώρας, το ενεργειακό πρόγραμμα της Κύπρου και έθεσε σε δοκιμασία τη συμμαχία της Κύπρου αλλά και της Ελλάδος με το Ισραήλ και την Αίγυπτο στον ενεργειακό τομέα, που τον ενοχλεί ιδιαιτέρως.
Με τις απειλές του επιχειρεί να προβληματίσει τις ΗΠΑ και τη Γαλλία με στόχο να αποτραπούν οι μελλοντικές γεωτρήσεις. Το άμεσο μέλλον θα δείξει αν θα το επιτύχει ή όχι. Κάθε εκτίμηση είναι παρακινδυνευμένη λόγω του απρόβλεπτου χαρακτήρα του κ. Ερντογάν. Αν όμως οι ΗΠΑ και η Γαλλία δείξουν αποφασιστικότητα, το πιθανότερο είναι να υποχωρήσει, έστω και αν ταπεινωθεί, όπως έπραξε και με τη Ρωσία.
Ο κίνδυνος για την Κύπρο και την Ελλάδα είναι, να υποχωρήσουν οι ΗΠΑ ως αντάλλαγμα για τη σκληρή στάση που τηρούν απέναντι της Τουρκίας για τους κούρδους της Συρίας. Γι΄αυτό απαιτείται επαγρύπνηση της κυβερνήσεως.

β. Ε/Τ Σχέσεις


Η επίσκεψη του κ. Ερντογάν στην Αθήνα και την Κομοτηνή στις 7-8 Δεκεμβρίου 2018 οδήγησε σε πλήρες ναυάγιο τις ελληνοτουρκικές σχέσεις λόγω της προκλητικότητάς του, να θέσει ανοικτά όλες τις παράνομες διεκδικήσεις της Τουρκίας ενώπιον του Προέδρου της Δημοκρατίας, του Πρωθυπουργού και του ελληνικού λαού, που τον παρακολουθούσε ενεός από τηλεοράσεως. Η ευθύνη της ελληνικής πλευράς είναι μεγάλη γιατί προχώρησε σε αυτή βεβιασμένα και χωρίς να έχουν συμφωνηθεί τα θέματα που θα συζητούντο.
Τα αποτελέσματα της αποτυχίας της επισκέψεως, την οποία η ελληνική κυβέρνηση προσπάθησε να υποβαθμίσει, δεν άργησαν να φανούν με ένταση των κάθε είδους προκλήσεων στο Αιγαίο και κυρίως με την παρεμπόδιση του σκάφους στο οποίο επέβαινε ο Έλληνας ΥΕΘΑ και εκινείτο προς τα Ίμια για να ρίξει στεφάνι προς τιμήν των τριών ηρώων αξιωματικών του Ναυτικού, που έπεσαν εκεί στις 31 Ιανουαρίου 1996, με την παρενόχληση στις 17 Ιανουαρίου της κανονιοφόρου «ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ», που έπλεε στην περιοχή των Ιμίων, από τουρκική ακταιωρό και τέλος με τον εμβολισμό, στις 12 Φεβρουαρίου και πάλι στην ίδια περιοχή, σκάφους του Λιμενικού από τουρκική ακταιωρό, με τον κ. Ερντογάν να επιρρίπτει την ευθύνη στην ελληνική πλευρά και να δηλώνει θρασύτατα : «προειδοποιούμε αυτούς που ξεπερνούν τα όρια στην Κύπρο και το Αιγαίο, να μην κάνουν το λάθος βήμα».

Η εξέλιξη των Ε/Τ σχέσεων θα συνεχίσει να επηρεάζεται αρνητικά από τη στάση της κεμαλικής αντιπολίτευσης έναντι του κ. Ερντογάν που τον κατηγορεί για ενδοτισμό, από την προσπάθειά του να εξασφαλίσει την στήριξη των εθνικιστών στις προεδρικές εκλογές του 2019 και από τις εξελίξεις στο αίτημά του για την έκδοσή των οκτώ τούρκων αξιωματικών που έχουν καταφύγει στην Ελλάδα μετά το πραξικόπημα τον Ιούλιο 2016. Σ΄αυτό το τελευταίο αποδίδει πολύ μεγάλη σημασία, όπως φάνηκε και από την παρότρυνσή του στον Έλληνα πρωθυπουργό να τους παραδώσει, αγνοώντας ακόμη και τη δικαιοσύνη.

Την 1η Μαρτίου συνελήφθησαν από τουρκικό στρατιωτικό τμήμα στις Καστανιές Έβρου, δύο Έλληνες στρατιωτικοί, ένας Ανθυπολοχαγός και ένας Υπαξιωματικός, με την κατηγορία ότι εισήλθαν στο τουρκικό έδαφος, γεγονός που απεδέχθη και η ελληνική πλευρά, αποδίδοντάς το σε λάθος οφειλόμενο στην κακοκαιρία (χιονοσκεπής περιοχή και χαμηλή ορατότης), Οι Τούρκοι όμως έδωσαν μεγάλη δημοσιότητα και τους παρέπεμψαν στη δικαιοσύνη με την κατηγορία της παραβιάσεως στρατιωτικής περιοχής και τους κρατούν σε φυλακές υψίστης ασφαλείας στην Αδριανούπολη.
Στις 5 Μαρτίου η Εισαγγελία της Ανδριανούπολης απέρριψε την ένστασή τους για αποφυλάκιση και ο Τούρκος κυβερνητικός εκπρόσωπος δήλωσε, ότι κατηγορούνται για παράνομη είσοδο σε απαγορευμένη στρατιωτική ζώνη και ότι ερευνάται και η περίπτωση κατασκοπίας, αρνούμενος ότι τίθεται ζήτημα ανταλλαγής με τους οκτώ τούρκους αξιωματικούς, που βρίσκονται στην Αθήνα. Δεν ανέφερε τίποτε για το χρόνο που θα εκδικαστεί η υπόθεση, γεγονός που ανησυχεί την ελληνική πλευρά.

Εντύπωση, στους γνωρίζοντες, προκαλεί το γεγονός ότι οι δύο Έλληνες στρατιωτικοί συνελήφθησαν, ενώ σύμφωνα με την ακολουθουμένη και από τις δύο πλευρές πρακτική για παρόμοια περιστατικά, θα έπρεπε να προειδοποιηθούν ότι βρίσκονται σε τουρκικό έδαφος, ώστε να το εγκαταλείψουν και μόνον, αν δεν το έπρατταν, να συλληφθούν. Η παραβίαση από τους τούρκους στρατιώτες αυτού του «εθιμικού δικαίου», αλλά και από τους άμεσα προϊσταμένους τους (Αρχιφύλακα, Διοικητή Λόχου, Διοικητή Τάγματος) δεν μπορεί να έγινε με πρωτοβουλία τους, αλλά κατόπιν εντολής που τους είχε δοθεί άνωθεν, να ενεργήσουν δηλαδή έτσι όπως ενήργησαν, όποτε και αν δημιουργείτο σχετικό επεισόδιο. Αυτό φυσικά υποκρύπτει σκοπιμότητα, που θα φανεί σύντομα. Σε κάθε όμως περίπτωση οι Τούρκοι θα καθυστερήσουν τις διαδικασίες προκειμένου να εκμεταλλευτούν το γεγονός αφενός μεν επικοινωνιακά, όπως έπραξαν με τη δημόσια διαπόμπευσή τους προς τέρψιν των εθνικιστών Τούρκων και αφετέρου για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων. Το πιο αισιόδοξο σενάριο είναι, να δικαστούν σύντομα μόνο για παραβίαση στρατιωτικής περιοχής, να τους επιβληθεί κάποια ποινή με αναστολή και να επιστρέψουν αμέσως στην Ελλάδα, προκειμένου να περάσει στη διεθνή κοινότητα το μήνυμα, ότι στην Τουρκία γίνονται δίκαιες δίκες και ότι δεν χρησιμοποιείται η ομηρία ως μέσον συναλλαγής, όπως την κατηγορούν

Στις 4 Μαρτίου ο επικεφαλής των συμβούλων του κ. Ερντογάν κ. Μπουλούτ δήλωσε με προκλητικότητα ότι «αν οι Έλληνες πατήσουν τα Ίμια θα τα υπερασπιστούμε μέχρι θανάτου».

Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να λαμβάνει σοβαρά υπόψη τις όποιες δηλώσεις ανθρώπων που βρίσκονται κοντά στον κ. Ερντογάν και όχι να τους αντιμετωπίζει ειρωνικά, χαρακτηρίζοντάς τους ως γραφικούς.

γ. Σκοπιανό

Σε εξέλιξη βρίσκονται οι συνομιλίες για την επίλυση του προβλήματος, μεταξύ των ΥΠΕΞ των δύο χωρών, χωρίς να ανακοινώνεται κάτι, και ούτε να ενημερώνεται η αντιπολίτευση. Σύμφωνα με διαρροές, κυρίως από την πλευρά της ΠΓΔΜ, έχει συμφωνηθεί σύνθετη ονομασία που θα περιλαμβάνει την ονομασία «Μακεδονία», ενώ για τα θέματα του αλυτρωτισμού, τη μακεδονική ταυτότητα και μακεδονική γλώσσα, υπάρχουν μεγάλες διαφορές, που δύσκολα θα γεφυρωθούν.
Ο κ. Ζάεφ σε συνέντευξή του στις 28 Φεβρουαρίου δήλωσε, ότι δέχεται σύνθετη ονομασία, αλλά χωρίς αλλαγή του Συντάγματος, της μακεδονικής ταυτότητος και της μακεδονικής γλώσσας. Σε άλλη συνέντευξή του στις 6 Μαρτίου ανέφερε, απαντώντας στην απαίτηση της Ελλάδος για τροποποίηση του Συντάγματος των Σκοπίων «ας ανοίξουν και αυτοί το Σύνταγμά τους να δούμε τι λέει για τους Έλληνες που ζουν εκτός Ελλάδος».
Στις 12 Μαρτίου ο ΥΠΕΞ κ. Δημητρόφ δήλωσε ότι οι δύο χώρες πρέπει, όπως μοιράζονται τη γεωγραφική Μακεδονία να μοιραστούν και την πολιτιστική της κληρονομιά.
Ταυτόχρονα με τις δηλώσεις τους οι Σκοπιανοί προβαίνουν και σε χειρονομίες καλής θελήσεως, όπως η απομάκρυνση κάποιων αγαλμάτων και η αφαίρεση της ονομασίας «Μέγας Αλέξανδρος» από το αεροδρόμιό τους και τον αυτοκινητόδρομο Ελλάδα-Σκόπια. Με αυτό επιδιώκουν να δείξουν ότι δεν έχουν αλυτρωτικές διαθέσεις, προκειμένου η διεθνής κοινότητα να πιέσει την Ελλάδα για να αποδεχθεί την ένταξη των Σκοπίων στο ΝΑΤΟ με την προσωρινή ονομασία ΠΓΔΜ και παράλληλη συνέχιση των συνομιλιών.

Η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να σταματήσει τη συζήτηση για το όνομα και να συζητήσει πρώτα τα θέματα του αλυτρωτισμού και αν υπάρξει συμφωνία, πράγμα απίθανο, μόνο τότε να προχωρήσει στο ονοματολογικό.
Με τη στρατηγική αυτή θα μετακυλήσει και την ευθύνη, της τυχόν αποτυχίας, στην άλλη πλευρά και θα αποφευχθεί ο διχασμός των Ελλήνων. Επίσης δεν πρέπει να συναινέσει στην ένταξή τους στο ΝΑΤΟ ως ΠΓΔΜ, γιατί αν συμβεί αυτό, οι σκοπιανοί δεν θα συναινέσουν σε λύση ποτέ.

δ. Σχέσεις με Αλβανία

Συνεχίζονται οι συνομιλίες μεταξύ των ΥΠΕΞ για εξομάλυνση των σχέσεων των δύο χωρών, με την Αλβανία να επιτρέπει την εκταφή των πεσόντων Ελλήνων στρατιωτών στο έδαφός της κατά τον ελληνοϊταλικό πόλεμο το 1940, η οποία άρχισε στις 21 Ιανουαρίου 2018.
Το ελληνικό ΥΠΕΞ δηλώνει ότι τα θέματα που συζητούνται είναι η οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, η άρση του εμπολέμου και τα δικαιώματα της ελληνικής μειονότητος στη Β.Ήπειρο, ενώ ο κ. Ράμα κάνει λόγο και για το «τσάμικο».
Σύμφωνα με δημοσιεύματα του αλβανικού τύπου στις 22 Φεβρουαρίου, έχει επέλθει νέα συμφωνία για τις θαλάσσιες ζώνες, με την ελληνική πλευρά να αποδέχεται τη μετατόπιση της γραμμής βάσεως για τη μέτρηση των 12 ν.μ. και έτσι να παραχωρείται στην Αλβανία το ¼ από τον ελληνικό χώρο που θα καθόριζε η συμφωνία του 2009.

Αν είναι αληθινά τα δημοσιεύματα, σημαίνει ότι η Ελλάδα εγκαταλείπει την παγία θέση της για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών με βάση τη «μέση γραμμή» σε συνδυασμό με την επήρεια των νησιών, γεγονός που θα δημιουργήσει αρνητικό προηγούμενο για μελλοντικές οριοθετήσεις σε άλλες περιοχές και κυρίως σ΄αυτή του Καστελόριζου.


2. ΒΑΛΚΑΝΙΑ


α. Δυτικά Βαλκάνια

Στις 19 Φεβρουαρίου ο ΥΠΕΞ της Ρωσίας κ. Λαβρόφ δήλωσε ότι η Δύση με τη συμπεριφορά της εντείνει την κρίση στα Βαλκάνια θέτοντας στις χώρες το δίλημμα ή με εμάς ή με τη Ρωσία.
Από 25 Φεβρουαρίου ο πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Γιούνγκερ πραγματοποίησε περιοδεία στις χώρες των Δυτικών Βαλκανίων, προκειμένου να τις ενθαρρύνει στην πραγματοποίηση των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων για την ένταξή τους στην ΕΕ.

Η ΕΕ δείχνει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την περιοχή προκειμένου να αποτρέψει τη ρωσική, κυρίως, αλλά και την τουρκική και κινεζική διείσδυση.
Η Ελλάδα πρέπει να επιδιώξει τη συμμετοχή της στην προσπάθεια αυτή της ΕΕ συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση των διμερών προβλημάτων που προκάλεσε η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας, γιατί μόνον έτσι θα κλείσει τα ανοικτά μέτωπα στα Βαλκάνια και θα μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα την εξ ανατολών απειλή.

β. ΠΓΔΜ

Κατά τις επισκέψεις που πραγματοποίησαν στην Τουρκία ο πρόεδρος κ. Ιβανόφ στις 21 Ιανουαρίου και ο πρωθυπουργός κ. Ζάεφ στις 12 Φεβρουαρίου, ο κ. Ερντογάν δήλωσε ότι η Τουρκία αναγνωρίζει την ΠΓΔΜ με το συνταγματικό της όνομα και ο κ. Ζάεφ χαρακτήρισε την Τουρκία ως τον μεγαλύτερο σύμμαχο της χώρας του!!!

γ. Σερβία - Κόσοβο

Από 22-23 Φεβρουαρίου ο ΥΠΕΞ της Ρωσίας κ. Λαβρόφ επισκέφθηκε τη Σερβία, προκειμένου να πείσει την κυβέρνηση να μην υποκύψει στις πιέσεις της Δύσης και αναβάλει τις εργασίες κατασκευής του αγωγού South Stream.

Η Μόσχα, έχοντας χάσει τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και το Μαυροβούνιο, αλλά και τον σύμμαχό της στην ΠΓΔΜ κ. Γκρουέφσκι, προσπαθεί να κρατήσει τη Σερβία, ως το τελευταίο προγεφύρωμα στις βλέψεις της στα Βαλκάνια, χρησιμοποιώντας ως όπλα το ομόθρησκο, τους ιστορικούς δεσμούς, τη στήριξη στο θέμα του Κοσόβου, την παροχή φυσικού αερίου με ευνοϊκούς όρους και την απορρόφηση μεγάλου μέρους των γεωργικών προϊόντων της. Οι δυτικοί βλέποντας την προσπάθεια της Μόσχας αντιδρούν προσφέροντάς της την προοπτική ένταξης στην ΕΕ και τον πακτωλό των δυτικών επενδύσεων, οι οποίες το 2016, ανήλθαν σε 1,5 δις δολάρια έναντι 80 εκατ. Δολαρίων της Ρωσίας.
Ο πρωθυπουργός κ. Βούτσιτς, προσπαθεί να ισορροπήσει, αλλά δεν είναι εύκολο, γιατί οι δυτικοί του έχουν θέσει το δίλημμα ή με την Ρωσία ή με την Ευρώπη.
Προ αυτής της καταστάσεις ο κ. Βούτσιτς θα κληθεί πολύ σύντομα να επιλέξει πλευρά και κατά πάσαν πιθανότητα θα επιλέξει την Ευρώπη. Ίδωμεν!!!

Σύμφωνα με δημοσιεύματα στη Σερβία και το Κόσοβο, οι δύο χώρες, προκειμένου να λύσουν τις διαφορές τους, που αποτελεί προϋπόθεση για την ένταξή τους στην ΕΕ, συζητούν παρασκηνιακά την αυτονόμηση σε πρώτη φάση και στη συνέχεια την προσάρτηση του σερβοκρατούμενου Β. Κοσόβου από τη Σερβία με αντάλλαγμα την περιοχή Μπουγιάνοβιτς στη Ν.Σερβία, στην οποία υπερέχει το αλβανικό στοιχείο.

δ. Βουλγαρία

Την 1η Ιανουαρίου η Βουλγαρία ανέλαβε την προεδρία της ΕΕ. Στις προτεραιότητές της εντάσσονται η ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων και η αντιμετώπιση της απαίτησης των χωρών του Βισενγκραντ για κατάργηση των ποσοστώσεων στην κατανομή των προσφύγων σε όλες τις χώρες της ΕΕ.

3. ΤΟΥΡΚΙΑ



α. Εσωτερική Κατάσταση

Στις 30 Ιανουαρίου απολύθηκαν 2.756 δημόσιοι λειτουργοί, εκ των οποίων 637 αξιωματικοί των ΕΔ, με τον αριθμό των απομακρυνθέντων να ξεπερνά τις 140.000 και των φυλακισμένων τις 40.000.
Στις 22 Φεβρουαρίου το κόμμα ΑΚΡ του κ. Ερντογάν και το εθνικιστικό κόμμα ΜΗΡ του κ. Μπαχτσελί ανακοίνωσαν εκλογική συνεργασία.

Ο κ. Ερντογάν αγωνιά για τη νίκη του στις προεδρικές εκλογές το Νοέμβριο 2019, γιατί οι μέχρι τώρα δημοσκοπήσεις δείχνουν να μην εξασφαλίζει το 50% από τον πρώτο γύρο, αλλά και γιατί φημολογείται ότι θα είναι υποψήφιος και ο πρώην πρόεδρος κ. Γκιουλ, εκ των ιδρυτών του ΑΚΡ, οπότε τα πράγματα θα γίνουν πιο δύσκολα. Πρόσθετο πρόβλημα του δημιουργούν και οι δημοτικές εκλογές του Μαρτίου 2019, στις οποίες κινδυνεύει να χάσει την Άγκυρα, την Κωνσταντινούπολη και τη Σμύρνη, οι οποίες ψήφισαν «ΟΧΙ» στο δημοψήφισμα για τη συνταγματική μεταρρύθμιση. Αν όντως το ΑΚΡ χάσει και τους τρεις αυτούς δήμους, τότε θα δυσκολέψουν ακόμα περισσότερο τα πράγματα.

Στις 24 Φεβρουαρίου ο κ. Ερντογάν ανέφερε σε ομιλία του ότι η Τουρκία απειλείται από διεθνή συνομωσία και κάλεσε το λαό σε επαγρύπνηση και ετοιμότητα για επιστράτευση, προσθέτοντας ότι δεν χρειάζεται επιστράτευση αυτή τη στιγμή.

Η επίκληση για ετοιμότητα και επιστράτευση δεν αναφέρεται φυσικά στις επιχειρήσεις κατά των Κούρδων στην Αφρίν, έναντι των οποίων ο ενεργός στρατός της Τουρκίας έχει υπεροπλία, αλλά στην εκτίμησή του ότι οι εξελίξεις στη Μ.Α. και την Α. Μεσόγειο μπορεί να τον οδηγήσουν σε πόλεμο είτε με τη Συρία είτε με την Ελλάδα, προκειμένου να υποστηρίξει τα, κατ΄αυτόν εννοούμενα, συμφέροντα της χώρας του και να συντηρήσει το αφήγημά του, ότι η Τουρκία είναι «Περιφερειακός Πόλος Ισχύος».


β. Διεθνείς Σχέσεις

(1) ΗΠΑ

Η ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών ενισχύθηκε κατακόρυφα με τον κ. Ερντογάν να προειδοποιεί τις ΗΠΑ να μην παρέμβουν προς υποστήριξη της ΕΧΧΟΝ στην ΑΟΖ της Κύπρου και να εκπέμπει μύδρους κατά του κ. Τραμπ για την απόφασή του να μεταφέρει στην Ιερουσαλήμ την Πρεσβεία των ΗΠΑ στο Ισραήλ και με τον ΥΠΕΞ κ. Τσαβούσογλου να απειλεί ότι θα κλείσει το ραντάρ του ΝΑΤΟ στη Μαλάτεια και η Βάση στο Ιντσιρλίκ αν συνεχίσουν να υποστηρίζουν τους Κούρδους της Συρίας.

Οι ΗΠΑ τηρούν πιο διαλακτική στάση, με την ελπίδα ότι η κατάσταση θα αντιστραφεί κάποια στιγμή.

(2) Ε.Ε.

Το ίδιο έγινε και με τις κακές σχέσεις της με την ΕΕ, οι οποίες εντάθηκαν λόγω της συνεχιζόμενης αρνητικής στάσεως στις ενταξιακές της διαπραγματεύσεις, για τις οποίες ο κ. Ερντογάν διαμαρτυρήθηκε στον Γάλλο πρόεδρο κ. Μακρόν, λέγοντάς του ότι βαρέθηκε να περιμένει και των απειλών του υπουργού για τις σχέσεις με την ΕΕ κ. Ομέρ, ότι αν συνεχιστεί η άρνηση θα καταργηθεί η συμφωνία για το μεταναστευτικό.

(3) Γειτονικές Χώρες

Κακές είναι και οι σχέσεις της με όλες τις χώρες της ΜΑ με τη Σαουδική Αραβία να την κατηγορεί ότι συνεργάζεται με την «Μουσουλμανική Αδελφότητα» και το Ισραήλ ότι ενισχύει τη Χαμάς. Η μόνη χώρα με την οποία συνεργάζεται για στο Συριακό, είναι το Ιράν.

(4) Ρωσία

Η Ρωσία είναι η μόνη χώρα με την οποία οι σχέσεις της είναι καλές. Ο κ. Πούτιν συναντήθηκε με τον κ. Ερντογάν επτά (7) φορές σε ένα χρόνο και είχε συμφωνήσει μαζί του για την επίθεση στην Αφρίν (συνεργασία για το Συριακό ως παρ. 7α).

4. Ε.Ε.




α. Γερμανία

Στις 14 Μαρτίου η κ. Μέρκελ εξελέγη για tετάρτη φορά Καγκελάριος, επικεφαλής της κυβερνήσεως συνασπισμού των κομμάτων της Χριστιανικής Ενώσεως (CDU/CSU) και του σοσιαλδημοκρατικού SPD.

β. Γαλλία

Ο κ. Μακρόν δήλωσε :
- Στις 12 Φεβρουαρίου, ότι σε έξι μήνες θα αναδιοργανωθεί το Ισλάμ στη Γαλλία, με τον καθορισμό της σχέσης του με τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους, που κληρονόμησε από τη γαλλική επανάσταση και
- Στις 7 Φεβρουαρίου ότι θα αυξηθούν οι αμυντικές δαπάνες κατά 40% (από 1,82% του ΑΕΠ στο 2%) για να ανταποκριθεί η Γαλλία στους στόχους του ΝΑΤΟ.

Υπενθυμίζεται ότι πριν ένα χρόνο είχε παραιτηθεί ο αρχηγός των ΕΔ, διαφωνώντας με τον κ. Μακρόν, που είχε εξαγγείλει τη μείωσή τους, αμέσως μετά τις εκλογές.

γ. Ισπανία

Στις 21 Δεκεμβρίου έγιναν εκλογές στην Καταλωνία στις οποίες, παρόλο που ήλθε πρώτο το κόμμα GIUDANANOS, που στηρίζει την παραμονή στην Ισπανία, την απόλυτη πλειοψηφία με 70 έδρες στις 135 κέρδισαν τα τρία αποσχιστικά κόμματα αν και το ποσοστό τους ήταν κάτω του 50%.
Στις 17 Ιανουαρίου συνήλθε για πρώτη φορά το νέο Κοινοβούλιο και εξέλεξε ως πρόεδρο τον υποψήφιο των αποσχιστικών κομμάτων κ. Τόρενζ, ο οποίος στις 22 Ιανουαρίου πρότεινε για τη θέση του προέδρου της κυβερνήσεως τον αυτοεξόριστο κ. Πουντζεμόν, προκαλώντας την αντίδραση του Συνταγματικού Δικαστηρίου, που απεφάνθη ότι για να εκλεγεί κάποιος πρόεδρος θα πρέπει να είναι παρών.
Παρά ταύτα την 1η Μαρτίου η Βουλή της Καταλωνίας ψήφισε υπέρ της υποψηφιότητος του κ. Πουντζεμόν, ο οποίος όμως παρητήθη από αυτήν και έχρισε ως διάδοχό του τον επικεφαλής της Εθνικής Καταλωνικής Συνέλευσης κ. Σάντσεθ, ο οποίος βρίσκεται στη φυλακή και δεν θα μπορέσει να αναλάβει καθήκοντα. Κατόπιν αυτού θα διατηρηθεί το αδιέξοδο στην Καταλωνία, που θα συνεχίσει να διοικείται από την κυβέρνηση της Μαδρίτης, η οποία της έχει ακυρώσει την αυτονομία μετά το δημοψήφισμα της 1ης Οκτωβρίου 2017.

δ. Βρετανία

Στις 14 Δεκεμβρίου 2017 η Βουλή των Κοινοτήτων ενέκρινε, με ψήφους 309 υπέρ και 305 κατά, την πρόταση της αντιπολιτεύσεως να έλθει σ΄αυτή για έγκριση η όποια συμφωνία γίνει με την ΕΕ για το Brexit. Ύστερα από αυτό πολλοί αντιδρώντες, μεταξύ των οποίων και οι πρώην πρωθυπουργοί Μέϊτζορ και Μπλερ, εκτιμούν ότι υπάρχει μεγάλη πιθανότητα η Βουλή να καταψηφίσει τη συμφωνία και να ακυρωθεί το Brexit.
Η κ. Μέϊ αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες, γιατί οι ευρωπαίοι απρρρίπτουν την πρότασή της για μια εμπορική συμφωνία με ευνοϊκούς όρους, όπως του Καναδά, και της προτείνουν μια νέα τελωνειακή ένωση.
Ένταση στις σχέσεις Αγγλίας και Ρωσίας έχει προκαλέσει η δηλητηρίαση στις 6 Μαρτίου του Ρώσου πρώην πράκτορα κ. Σκριπάλ και της κόρης του, που βρίσκονταν στο Σάλσμερι της Ν. Αγγλίας, με ουσία που παρασκευάζετο μόνο στην πάλαι ποτέ Σοβιετική Ένωση. Στις 14 Μαρτίου η κ. Μέϊ ανακοίνωσε την απέλαση 24 Ρώσων διπλωματών και την ανάκληση της πρόσκλησης προς τον κ. Λαβρόφ για επίσημη επίσκεψη στο Λονδίνο, κατηγορώντας τη Ρωσία ως υπεύθυνη. Ο εκπρόσωπος του Κρεμλίνου απαντώντας δήλωσε ότι η Ρωσία δεν έχει καμία ανάμειξη στην υπόθεση και ότι η Ρωσία θα εφαρμόσει αντίμετρα.

ε. Πολωνία

Στις 28 Φεβρουαρίου η ΕΕ προειδοποίησε την Πολωνία ότι θα εφαρμοσθεί σε βάρος της το άρθρο 7 και θα της στερηθεί το δικαίωμα ψήφου, αν δεν αποκαταστήσει το κράτος δικαίου στον τομέα των ατομικών ελευθεριών.
Στις 26 Ιανουαρίου η Κάτω Βουλή ενέκρινε νέο άρθρο σε υπάρχοντα νόμο, με το οποίο προβλέπεται ποινή μέχρι τριών ετών για όσους δημοσίως αποδίδουν στο Πολωνικό έθνος ή κράτος ευθύνη ή συνενοχή στα εγκλήματα του Γ΄ Ράϊχ.

στ. Αυστρία

Στις 18 Δεκεμβρίου ορκίστηκε ως Καγκελάριος ο 31 ετών κ. Σεμπάστιαν Κούρτς, που σχημάτισε κυβέρνηση συνασπισμού του Λαϊκού κόμματος, που ηγείται και του ακροδεξιού FPOe, προκαλώντας και νέα προβλήματα στην ΕΕ.

ζ. Ιταλία

Στις εκλογές, που έγιναν στις 4 Μαρτίου, πρώτο κόμμα ανεδείχθη το Κίνημα 5 Αστέρων με 32,3%, χωρίς αυτοδυναμία, δεύτερο το Σοσιαλδημοκρατικό με 18,8% του κ. Ρέντζι, ο οποίος αναγκάστηκε σε παραίτηση καθόσον αυτό είναι το χαμηλότερο ποσοστό που σημείωσε ποτέ το κόμμα, τρίτο η Λέγκα του Βορρά με 17,6% και τέταρτο η Φόρτσα Ιτάλια του κ. Μπερλουσκόνι με 14%. Κατόπιν αυτού θα απαιτηθεί ο σχηματισμός κυβερνήσεως συνασπισμού κατόπιν διαβουλεύσεων, οι οποίες εκτιμάται ότι θα πάρουν πολύ χρόνο, γιατί οι συνεργασίες μεταξύ των κομμάτων συναντούν μεγάλες δυσκολίες.

Το αποτέλεσμα προκάλεσε ανησυχία στην ΕΕ γιατί η άνοδος των εθνικιστών θα δυσχεράνει την σταθερότητα της ευρωζώνης και τη διαχείριση του μεταναστευτικού.


5. ΗΠΑ

α. Εσωτερική Κατάσταση

Συνεχίζεται η έρευνα για την εμπλοκή της Ρωσίας στις εκλογές, αποτρέποντας τον κ. Τραμπ από κάθε σκέψη για προσέγγιση με τον κ. Πούτιν.
Στις 3 Φεβρουαρίου το Πεντάγωνο δημοσιοποίησε το νέο «Δόγμα Πυρηνικής Πολιτικής» σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ πρέπει να αποκτήσουν νέα πυρηνικά όπλα μικρής ισχύος, ως απάντηση στον επανεξοπλισμό της Ρωσίας. Σε πρώτη φάση, θα κατασκευαστούν 30 «μίνι πυρηνικά όπλα».
Στις 16 Φεβρουαρίου η Γερουσία απέρριψε για μια ακόμη φορά το σχέδιο νόμου για το μεταναστευτικό με 60 ψήφους κατά και 39 υπέρ.
Στις 13 Μαρτίου ο κ. Τραμπ απέλυσε τον ΥΠΕΞ κ. Τίλερσον, ο οποίος διαφωνούσε μαζί του σε πολλά θέματα και κυρίως στην πολιτική του έναντι του Ιράν και της Β.Κορέας καθώς και στο Παλαιστινιακό. Στη θέση του διόρισε το διευθυντή της CIA κ. Μάϊκ Πομπέο.

Το έργο του κ. Τραμπ κατά το πρώτο έτος της θητείας του ήταν μηδαμινό. Η δημοτικότητά του έχει πέσει στο 37% και πάρα πολλοί αμφισβητούν ακόμη και την πνευματική του ικανότητα.

β. Εξωτερική Πολιτική

Στις 6 Δεκεμβρίου 2017 ανακοίνωσε την πρόθεσή του να μεταφέρει μέχρι το Μάϊο 2018 την Πρεσβεία των ΗΠΑ στο Ισραήλ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ, προκαλώντας την αντίδραση του συνόλου της διεθνούς κοινότητος με προεξάρχοντα τον κ. Ερντογάν. Η απόφασή του καταδικάστηκε και με μεγάλη πλειοψηφία από τη ΓΣ/ΟΗΕ, παρά την απειλή του ότι όποια χώρα ψήφιζε εναντίον του θα στερείτο της οικονομικής βοήθειας (λοιπά ως παρ. 7γ).
Στις 13 Φεβρουαρίου 2018 ενίσχυσε τους Κούρδους της Συρίας με 550.000 δολάρια, αλλά δεν απέτρεψε την επίθεση της Τουρκίας εναντίον τους στην Αφρίν, αφήνοντάς τους στην τύχη τους. Τηρεί όμως σθεναρά στάση στη Μπαμπίζ, μη αποσύροντας τους ευρισκομένους εκεί Αμερικανούς στρατιώτες, παρά τις απειλές του κ. Ερντογάν ότι θα επιτεθεί ο τουρκικός στρατός.
Από την όλη στάση του εκτιμάται ότι οι ΗΠΑ θα παραμείνουν στη Συρία μέχρι το τέλος, χωρίς να μπορεί να προδικαστεί η τύχη των Κούρδων και αυτό γιατί δεν είναι βέβαιον ότι θα μπορεί να επιβάλει την άποψή του για ανεξαρτησία τους, έστω και αν το θέλει.

Ο κ. Τραμπ ανακοίνωσε στις 9 Μαρτίου ότι είναι έτοιμος να συναντηθεί με τον Βορειοκορεάτη ηγέτη κ. Κιμ, ύστερα από τη δήλωσή του στη Νοτιοκορεάτικη αντιπροσωπεία που τον είχε επισκεφθεί στην Πιονγκ Γιανγκ, ότι είναι έτοιμος να συζητήσει όχι μόνο για πάγωμα των πυρηνικών δοκιμών αλλά και για αποπυρηνικοποίηση. Κατά πάσαν πιθανότητα, αν όλα πάνε καλά, η συνάντηση θα γίνει το Μάϊο.
Στην ετήσια ομιλία του στις 31 Ιανουαρίου χαρακτήρισε τη Ρωσία και την Κίνα απειλές και δήλωσε ότι οι ΗΠΑ θα αποσυρθούν από τη διεθνή συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αν δεν αναθεωρηθεί.
Την ίδια ημέρα το Υπουργείο Οικονομικών έδωσε στη δημοσιότητα μαύρη λίστα για 114 Ρώσους αξιωματούχους, με την κατηγορία της αναμείξεώς τους στις αμερικανικές εκλογές, στους οποίους περιλαμβάνονται ο πρωθυπουργός κ. Μεντβέντεφ και ο ΥΠΕΞ κ. Λαβρόφ. Ο κ. Πούτιν αντιδρώντας δήλωσε ότι δεν θα λάβει επί του παρόντος αντίμετρα, γιατί αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει τις σχέσεις των δύο χωρών στο σημείο μηδέν.
Στις 4 Ιανουαρίου ανακοίνωσε την αναστολή της βοήθειας προς το Πακιστάν, κατηγορώντας το ότι δεν πολεμά τους Αφγανούς ταλιμπάν και στις 25 Ιανουαρίου 2018 ότι οι αμερικανικές δυνάμεις στο Αφγανιστάν θα παραμείνουν και θα ενισχυθούν με 4.000 άνδρες, σε αντίθεση με όσα έλεγε προεκλογικά.
Στις 2 Μαρτίου ο κ. Τραμπ ανακοίνωσε την επιβολή υψηλών δασμών στο χάλυβα 25% και το αλουμίνιο 10%, προκαλώντας την παγκόσμια κατακραυγή. Απαντώντας δε μέσω του αγαπημένου του twitter στην ΕΕ και την Κίνα, που απείλησαν ότι θα απαντήσουν με αντίμετρα, έγραψε : «Οι εμπορικοί πόλεμοι κάνουν καλό και είναι εύκολο να τους κερδίσεις».

β. Διεθνείς Σχέσεις

β. Εξωτερική Πολιτική
Το ίδιο αποτυχημένη θεωρείται και η εξωτερική του πολιτική. Συνεχίζεται η αντιπαράθεσή του με την ΕΕ και κυρίως τη Γερμανία, οι σχέσεις του με τον κ. Πούτιν παραμένουν ψυχρές, ανέβασε το θερμόμετρο με τις ρητορικές του απειλές κατά της Β. Κορέας και ήλθε σε αντιπαράθεση με τη διεθνή κοινότητα, λόγω της αποσύρσεως των ΗΠΑ από τη Συμφωνία της Κλιματικής Αλλαγής, αλλά και των απειλών του για απόσυρση από τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, στο οποίο, ευτυχώς, αποφάσισε στις 23 Νοεμβρίου να παραμείνει επί του παρόντος. Σύμφωνα όμως με δημοσίευμα των New York Times στις 30 Νοεμβρίου, ο ΥΠΕΞ κ. Τίλερσον, που είναι υπέρ της παραμονής στη συμφωνία, πρόκειται να αντ

Σε αντίθεση με τον κ. Τραμπ ο ΥΠΕΞ των ΗΠΑ κ. Τίλερσον σε εκδήλωση του Wilson Center στις 29 Νοεμβρίου μίλησε για τη δέσμευση της Ουάσιγκτον σε μια ισχυρή σχέση με την Ευρώπη για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας, των κυβερνοεπιθέσεων και την πυρηνικής απειλής. Μίλησε επίσης και για δέσμευση στο ΝΑΤΟ, το οποίο χαρακτήρισε ως τον καλύτερο μηχανισμό για τον περιορισμό των επιθέσεων.

Η αντίθεση του κ. Τίλερσον δείχνει, ότι οι αμερικανικοί θεσμοί ελέγχουν τον κ. Τραμπ και ότι δεν θα του επιτρέψουν να εφαρμόσει την πολιτική του απομονωτισμού που πρεσβεύει.

γ.Περιοδεία στην Ασία
Τα πλέον αξιοσημείωτα από την περιοδεία του στην Ασία, που πραγματοποίησε από 3-14 Νοεμβρίου ήταν :
-Η αλλαγή στάσης έναντι της Κίνας για την οποία ανέφερε ότι δεν μπορεί να κατηγορήσει μια χώρα που είναι ικανή να αποκτήσει πλεονεκτήματα έναντι μιας άλλης, ενώ προεκλογικά την απειλούσε με εμπορικό πόλεμο γι΄αυτό το λόγο.
-Η εμμονή του στον απομονωτισμό των ΗΠΑ, όπως φάνηκε από την ομιλία του στη Σύνοδο Κορυφής του φόρουμ για Οικονομική Συνεργασία των χωρών της περιοχής Ασίας-Ειρηνικού στην οποία, δικαιολογώντας την απόφασή του για απόσυρση των ΗΠΑ από τη Συμφωνία Εμπορίου Ασίας-Ειρηνικού (ΤΤΡ), επανέλαβε για μία ακόμη φορά, ότι βάζει πρώτα την Αμερική, όπως θα πρέπει να κάνει κάθε ηγέτης για τη χώρα του.
-Η παράκληση προς τον Πρόεδρο της Κίνας, κολακεύοντάς τον, να δώσει λύση στη διένεξη με τη Β.Κορέα για «λογαριασμό του» δηλαδή του ιδίου του κ. Τραμπ.

Αμερικανοί αναλυτές εκτιμούν ότι τα αποτελέσματα της περιοδείας του ήταν πενιχρά, ενώ οι ΝΥ ΤIMES τον κατηγορούν ότι παρέδωσε αμαχητί στην Κίνα την ηγεσία της περιοχής Ινδικού-Ειρηνικού, απογοητεύοντας τους ασιάτες συμμάχους των ΗΠΑ, που τις στήριξαν προκειμένου να μετριαστεί η δυναμική της Κίνας.

6. ΡΩΣΙΑ


α. Εσωτερική Κατάσταση

Στις 18 Μαρτίου θα διεξαχθούν προεδρικές εκλογές, τις οποίες, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, θα κερδίσει με άνεση ο κ. Πούτιν.
Στις 22 Δεκεμβρίου ο κ. Πούτιν ανακοίνωσε τον επανεξοπλισμό μέχρι το 2021 με νέα οπλικά συστήματα του στρατού σε ποσοστό 70% και των χερσαίων πυρηνικών δυνάμεων σε ποσοστό 90%, ενώ κατά την ετήσια ομιλία του την 1η Μαρτίου δεσμεύτηκε ότι η Ρωσία θα κατασκευάσει πυραύλους, που θα καταστήσουν άχρηστα τα αντιπυραυλικά συστήματα των ΗΠΑ, προσθέτοντας ότι, αν η Ρωσία δεχθεί επίθεση ακόμη και με συμβατικά όπλα, θα απαντήσει με πυρηνικά όπλα.
Στις 12 Μαρτίου δοκιμάστηκε με επιτυχία ο νέος πύραυλος KINZHAL, δραστικού βεληνεκούς 2000 χλμ.

β. Εξωτερική Πολιτική

Την 1η Δεκεμβρίου ο πρωθυπουργός κ. Μεντβέντεφ χαρακτήρισε τις σχέσεις με τις ΗΠΑ «φριχτές».
Στις 21 Φεβρουαρίου η ΕΕ παράτεινε τις κυρώσεις σε βάρος της Ρωσίας για έξι ακόμη μήνες.
Στις 11 Δεκεμβρίου 2017 ο κ. Πούτιν πραγματοποίησε περιοδεία «αστραπή» στη ΜΑ επισκεφθείς διαδοχικά τη Συρία, όπου ανακοίνωσε τη θριαμβευτική νίκη της Ρωσίας και της Συρίας κατά του ISIS, την Αίγυπτο όπου υπέγραψε συμφωνία για την κατασκευή του πρώτου πυρηνικού εργοστασίου και συζήτησε με τον κ. Σίσι για την ενίσχυση της στρατιωτικής συνεργασίας τους και ιδιαίτερα για την ενεργοποίηση της συμφωνίας, που υπέγραψαν το Νοέμβριο 2017 και προβλέπει ότι κάθε μία από τις δύο χώρες θα μπορεί να χρησιμοποιεί τον εναέριο χώρο και τις αεροπορικές βάσεις της άλλης και τέλος την Τουρκία, όπου με τον κ. Ερντογάν συζήτησαν το Συριακό και κατέκριναν τον κ. Τραμπ για την απόφασή του να μεταφερθεί η Πρεσβεία των ΗΠΑ από το Τελ Αβίβ στην Ιερουσαλήμ (λοιπά για πολιτική κ. Πούτιν στη ΜΑ στην παρ. 7α).
Η πολιτική του κ. Πούτιν στα Βαλκάνια αποβλέπει στην άσκηση επιρροής στη Σερβία και την Σερβική Δημοκρατία, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, ως αντίβαρο στη Δύση, που ασκεί επιρροή στις λοιπές χώρες των Βαλκανίων (λοιπά ως παρ. 2γ).


7. Μέση Ανατολή


8. ΑΣΙΑ

α. Β.Κορέα

Στις 5 Μαρτίου νοτιοκορεατική διπλωματική αντιπροσωπεία επισκέφθηκε τη β.Κορέα και συναντήθηκε με τον κ. Κιμ ο οποίος συνεφώνησε να συναντηθεί με το νοτιοκορεάτη πρόεδρο στο τέλος Απριλίου και δεσμεύτηκε ότι σ΄αυτό το διάστημα θα αναστείλει τις πυρηνικές δοκιμές. Επίσης δήλωσε ότι είναι διατεθειμένος να συναντηθεί με τον κ. Τραμπ, ο οποίος απήντησε θετικά. Αν όλα πάνε καλά η συνάντηση θα πραγματοποιηθεί τον Μάϊο.

β. Κίνα

Στις 27 Φεβρουαρίου το ΚΚ Κίνας ανακοίνωσε ότι σκοπεύει να καταργήσει το όριο των δύο πενταετών θητειών για τον πρόεδρο, ανοίγοντας έτσι το δρόμο να καταστεί ο κ. Σι ισόβιος.
Στις 5 Μαρτίου ανακοινώθηκε ότι ο αμυντικός προϋπολογισμός της χώρας θα ανέλθει στα 173 δις δολάρια (1,3% ΑΕΠ). Έγινε επίσης γνωστό ότι πολύ σύντομα θα γίνει η καθέλκυση του δευτέρου αεροπλανοφόρου, η αεροπορία θα προμηθευτεί αεροσκάφη τύπου Stealth και θα αναπτυχθούν πύραυλοι νέας γενιάς που θα μπορούν να πλήξουν στόχους σε πολύ μεγάλες αποστάσεις.

BESA: The US National Security Document and the Return of Geopolitics to Eurasia, By Emil Avdaliani

on Tuesday, 13 March 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

EXECUTIVE SUMMARY:The new National Security Strategy of the US enumerates the major problems and challenges facing the US and its institutions, as well as the policies Washington plans to adopt to carry out its foreign policy agenda. Though the major thrusts of the document are relatively close to what US statesmen have expressed over the past few years, it can be argued that the new strategy signals a significant development in the US approach to foreign relations: the return of geopolitics.


On December 18, 2017, the US government unveiled the country’s new National Security Strategy. The document states unequivocally that “after being dismissed as a phenomenon of an earlier century, the great power competition has returned.” This is a striking admission by the White House. Although in Europe, Russia, and elsewhere, the position of the new strategy document raised eyebrows, politicians in some parts of the Middle East as well as the South Caucasus (particularly Georgia) and Ukraine think it is well attuned to the geopolitical situation on the ground in the region.

The overall tone of the document indicates that Washington has begun to realize that the post-Cold War approach to Eurasia did nothing to ensure a lasting peace or a furthering of American state interests.

The Russian military resurgence in the former Soviet Union, the rise of China in the Asia-Pacific, and Iran’s successes in Syria have exacerbated the security situation across Eurasia. Geopolitical differences have reduced potential US-Russia cooperation on a number of issues (with the exception of counter-terrorism). The era of post-Cold War hopes for a lasting cooperation and peace in the post-Soviet space and elsewhere has officially ended. “[Future US strategy] is a strategy of principled realism that is guided by outcomes, not ideology,” the document reads.

A bit of history

Over the past couple of centuries, political realism (foreign policy based on the balance of power and geopolitical calculations) and its German version (realpolitik) have been scaled back on occasion by notions built on ideological and ethical premises. In 1815, during the Congress of Vienna, European statesmen worked hard to build a lasting peace across the continent following the devastating Napoleonic wars. However, Napoleon III, Bismarck, Wilhelm II, and the Third French Republic destroyed the foundations of ethical politics, which led to the resurgence of realpolitik and the return of geopolitics. WWI followed, which ended with another hope for lasting peace after the Treaty of Versailles in 1919. Again, the subsequent rise of totalitarian governments in Germany, Italy, and Russia (1920-1930s) led to foreign policies based on geopolitical calculations that ultimately culminated in WWII.

The third era of expected prosperity and peace was the post-Cold War period, but here too, political realism has been slowly emerging as a dominant force across Eurasia. Hopes of lasting peace tend to emerge after brutal military and ideological wars, but all previous historical examples show that geopolitics are never fully replaced by moral principles in foreign policy.

International relations have never been free of geopolitical thinking to one degree or another. The new Trump document, which has now formally ushered in the end of ethical and moral premises in international relations and heralded the return of geopolitics, is an expected step and one rooted in the experience of past generations.

This thinking is well summarized in the following quote from the document, which notes increased competition among various powers in Eurasia: “These competitions require the United States to rethink the policies of the past two decades, policies based on the assumption that engagement with rivals and their inclusion in international institutions and global commerce would turn them into benign actors and trustworthy partners. For the most part, this premise turned out to be false.”

The new strategy also states that “the United States will respond to the growing political, economic, and military competition we face around the world. China and Russia challenge American power, influence, and interests, attempting to erode American security and prosperity. They are determined to make economies less free and less fair, to grow their militaries, and to control information and data to repress their societies and expand their influence.” The nature of the fundamental threat emanating from Russia is also reflected in the fact that North Korea and Iran, both of which have nuclear programs, feature only after China and Russia, as do assorted transnational terrorist groups.

At the same time, it is important to stress that the return to Brzezinski-esque geopolitics by the US government did not happen overnight. It was the result of constant challenges to the US-led world order by such powers as Russia, Iran, and others over the past decade.

The rhetoric of the new US strategy is a positive development for Israel (pressured by the resurgent Iran) in the Middle East, as well as Georgia, Ukraine, and Moldova in the former Soviet space. It is well-attuned to the unstable situation currently prevailing across Eurasia. Signs of stronger US engagement in Eurasia were already seen throughout 2017.

Overall it would be fair to say that the rhetoric of the document reflects the prevailing thinking in the White House, indicating that relations between the US and other major players in Eurasia such as Russia and Iran will now be more difficult to normalize. At the same time, geopolitical frictions among the big players will expose small states to ever more serious geopolitical challenges.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Ιωάννης Μάζης*: Μια συνολική προσέγγιση του ζητήματος του ονόματος των Σκοπίων.

on Sunday, 04 February 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Ας εξετάσομε πρωτίστως κάποιες επιχειρηματολογικές αφηγήσεις του δημοσίου διαλόγου σχετικά με το «συνετόν» του συμβιβασμού των Αθηνών εις μίαν ονομασία σύνθετη εμπεριέχουσα τον όρον «Μακεδονία». Η υπόθεση της ονομασίας των Σκοπίων είναι πρωτίστως και ουσιαστικώς κρίσιμη, για τους εξής λόγους:
 
 

Ο καθηγητής Ιωάννης Μάζης αναλύει όλες τις πτυχές του θέμα
1)Ο όρος «Μακεδονία» per se αποτελεί τον κατ' εξοχήν φορέα του σκοπιανού δήθεν αλυτρωτισμού. Εξ αυτού και μόνον θα χαλκευθεί η νομιμοποίησις της ανυπάρκτου εθνικώς «μακεδονικής ταυτότητος», ανυπάρκτου γλωσσολογικώς «μακεδονικής γλώσσης» και φυσικά της ανυπάρκτου νομοκανονολογικώς «ορθοδόξου μακεδονικής εκκλησίας».
2)Τα ζητήματα της απαλοιφής από το Σύνταγμα των Σκοπίων των δήθεν «αλυτρωτικών» επιταγών του, δια της απαλοιφής των αντιστοίχων άρθρων, δεν αποτελούν, κατά κανένα τρόπο, εξασφάλιση για την ελληνική πλευρά. Ασφαλώς ένα κράτος έχει το απόλυτον δικαίωμα να δημιουργεί, αλλά και να αναθεωρεί τον συνταγματικό του χάρτη κατά: i) τα εθνικά του συμφέροντα, ii) τα ιδεολογικά του ζητούμενα και iii) τα πολιτικά και iv) τα γεωστρατηγικά του προτάγματα, όπως αυτό τα αξιολογεί. Εάν, συνεπώς, το σκοπιανό πολυεθνοτικό (αλβανο-σλαβο-ρομανικό) μόρφωμα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ με σύνθετη ονομασία εμπεριέχουσα τον όρο «Μακεδονία» δεν θα έχει κανένα λόγο να μην τροποποιήσει εκ νέου το Σύνταγμά του προς την προϋπάρξασα δήθεν «αλυτρωτική» κατεύθυνση. Είναι λοιπόν φενάκη η διατυμπανιζομένη, από τους υποστηρικτές της υπάρξεως του όρου «μακεδονία» στην «λύση» του ονοματολογικού, «διασφάλιση του αποκλεισμού των αλυτρωτικών διατάξεων από το νέο Σύνταγμα των Σκοπίων».
Έχει εισέτι υποστηριχθεί ότι εάν δεν καταλήξομε σε «σύνθετη ονομασία» (...με τον όρο «-μακεδονία» άραγε εννοούν οι υποστηρίζοντες «λυσιν»;) τότε δεν θα υπάρξει «λύσις». Μα, αυτό ποιόν απειλεί; Την Ελλάδα ή τα Σκόπια τα οποία επείγονται να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ? Ας λάβουμε επίσης υπόψη την προ εβδομάδος προειδοποίηση του ΓΓ/ΝΑΤΟ κου Στόλτενμπεργκ προς την Σκοπιανή κυβέρνηση, η οποία αποκλείει την εισδοχή του κρατιδίου εις το ΝΑΤΟ με την συνταγματική των ονομασία. Και αυτά συμβαίνουν ενώ τα Σκόπια απαιτούν τον σφετερισμό της εθνικής ελληνικής ταυτότητος, της ελληνικής αυτοσυνειδησίας και της ελληνικής ιστορίας και μάλιστα με την επίσημη συναίνεση της...Ελλάδος; Και μας προτείνουν...«καθρεφτάκια και χάντρες για ιθαγενείς» προσφέροντάς μας την αλλαγή της ονομασίας του... αεροδρομίου των και κάποιων... οδών της πρωτευούσης των; Ο κος Μητσοτάκης είχε απόλυτο δίκαιο όταν ανέφερε προχθές ότι : «δεν θα διακινδυνεύσω τον διχασμό των Ελλήνων για να διαφυλάξω την ενότητα των Σκοπιανών». Μόνο που θα πρέπει να προχωρήσει θαρραλέα και στην αποκήρυξη του όρου «Μακεδονία» από την προερχομένη εκ του, επικινδύνως συγχροτιζομένου μετά του κου Σόρος και παταγωδώς αποτυχόντος επί 25ετίαν, «διαμεσολαβητού» του ΟΗΕ και να απαιτήσει την άμεση απομάκρυνση και αντικατάστασή του. Τότε θα ευεργετούσε πρωτίστως το έθνος μας και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του πολυεθνοτικού κρατιδίου των Σκοπίων και δευτερευόντως την μεγάλη παράταξη της οποίας επιδιώκει να ηγηθεί. Υπό το κράτος της εκφράσεως της λαϊκής βουλήσεως από το Συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης αλλά και του επομένου των Αθηνών, εις το Σύνταγμα, στις 4 Φεβρουαρίου, είναι αδύνατον η «μυστική διπλωματία» των Αθηνών να επιτρέψει εις τα πολιτικά κόμματα του Ελληνικού Κοινοβουλίου να «αυτοκτονήσουν» πολιτικώς. Άρα «λύσις» του προαναφερθέντος τύπου δεν νομίζω ότι θα υπάρξει.
 
Γιατί προτείνω ως ονομασία το « Κεντροβαλκανική Δημοκρατία».
Επιμένω εδώ και πολύ καιρό, στην σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό και erga omnes, «Κεντροβαλκανική Δημοκρατία», διότι όλες οι άλλες δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα, πράγμα που θα καταλήξει προϊόντος του χρόνου, όχι μόνον εις βάρος των ελληνικών εθνικών συμφερόντων, αλλά και εις βάρος των κρατικών συμφερόντων και του ιδίου του κρατιδίου των Σκοπίων! Και αυτό διότι οι ισορροπίες στην Βαλκανική, από τούδε και εις το εξής, θα είναι άκρως επισφαλείς με πρώτα θύματα, εκείνα τα πολυεθνικά μορφώματα τα οποία δεν έχουν και δεν μπορούν να αποδείξουν βαθύτατες εθνικές ταυτότητες οι οποίες να αποτελούν κοινή εθνική συνείδηση και πεποίθηση του μωσαϊκού των λαών που τα συνιστούν. Επίσης η ονομασία «Κεντροβαλκανική Δημοκρατία» δεν διαγράφει ούτε καταπνίγει κάποια εθνοπολιτισμική ή γλωσσική ταυτότητα των συνιστωσών εθνοτήτων του κρατιδίου. Εις τα ταξιδιωτικά έγγραφα των κεντροβαλκανίων πολιτών, η κάθε εθνότης θα μπορεί να αναφέρει την ταυτότητά της: Π.χ. ο εθνοτικώς αλβανογενής, θα μπορεί να αναφέρει:«Εθνικότης αλβανική», ο εθνοτικώς σλαύος αντιστοίχως: «Εθνικότης σλαυϊκή», ο εθνοτικώς έλλην: «Εθνικότης ελληνική», κ.τ.λ. Επίσης το ίδιο το ΝΑΤΟ θα ήτο απολύτως ικανοποιημένο όταν εις τον κατάλογον των μελών του εγένετο εμφανές δια της ονομασίας αυτής, ότι ασκεί επιρροήν εις την κεντρική βαλκανική! Άρα, όλοι θα ήσαν ικανοποιημένοι!
 
Ποιοι στηρίζουν την Σκοπιανή ονοματολογική εμμονή και γιατί.
Τα ερείσματα των Σκοπίων ανήκουν πρωτίστως σε κύκλους Γερμανικής και δευτερευόντως Ιταλικής προελεύσεως και εμπνεύσεως για λόγους οι οποίοι έγιναν σαφείς από εδαφικής απόψεως ήδη από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αμέσως μετά την διάλυση της Γιουγκοσλαυΐας στην Γερμανία ιδρύθησαν ισχυρώς χρηματοδοτούμενα «ερευνητικά κέντρα» τα οποία εστόχευαν τον, ναζιστικής εμπνεύσεως, πολυτεμαχισμό και την διάλυση της Βαλκανικής στη "βιολογική βάση" του (φανταστικού) DNA των εθνοτήτων τις οποίες εφρόντιζαν να ανακαλύψουν ως καταπιεζόμενες! Ένα λαμπρό παράδειγμα αποτελεί και το «Ευρωπαϊκό Κέντρο Μειονοτήτων», ιδρυθέν το 1996, και προσωπικότητες όπως ο τότε διευθυντής του, και μετέπειτα «γενικός πρόξενος» στο, μη ανεγνωρισμένο ως κράτος, Κόσσοβο (!) κος Στέφαν Τραίμπστ. Τον κο Στέφαν Τραίμπστ τον γνώρισα προσωπικά σε πρόσφατη ερευνητική συνεργασία του Εργαστηρίου Γεωπολιτικής το οποίον διευθύνω στο ΕΚΠΑ με το Πανεπιστήμιο της Λειψίας στο πλαίσιο προγράμματος διευθυνομένου από το DAAD. Οι αντιεπιστημονικές θέσεις του σχετικά με την περιοχή μας και την Ελλάδα μου έκαναν ιδιαιτέρα εντύπωση και έψαξα σχετικώς με την δράση του. Μεταξύ αυτών που ανεκάλυψα ήταν ότι διηύθυνε το ανωτέρω γερμανικό «Ευρωπαϊκό Κέντρο Μειονοτήτων». Ο εν λόγω κος Τραίμπστ, σε διάλεξή του σε Συμπόσιο του Ιδρύματος Καρλ Φρίντριχ φον Ζίμενς (Ναί! Του γερμανού βιομηχάνου και "ευπατρίδη" ο οποίος πέραν της λοιπής στενής συνεργασίας του με το Ναζιστικό Ράϊχ ήτο και ο κατασκευαστής των κρεματορίων του Εβραϊκού Ολοκαυτώματος των ναζιστικών στρατοπέδων συγκεντρώσεως) η οποία εδόθη εις το Μόναχο, περί των «προβλημάτων των εθνοτήτων» και τις «περιφέρειες» στην Κεντρο-Ανατολική Ευρώπη, δημοσιευθείσα στη λίαν «έγκυρη» επιστημονική επιθεώρηση «Südosteuropa» τ. 7-8/1992, ανέφερε τα εξής: «Στον μόλις το 1912 εξελληνισθέντα Βορρά (sic!) θα είναι, άραγε, οι εναπομείναντες Νοτιοσλαύοι ή οι Τούρκοι, οι εκεί διαβιούντες Πομάκοι ή οι Αρωμούνοι, οι Μεγλενοί, οι Αλβανοί, οι Σαρακατσάνοι, οι Σεφαρδείμ, οι Ρώμα, οι Γύφτοι ή οι Γιουρούκοι – ή ποιοι άλλοι – εκείνοι που πρώτοι θα αξιώσουν τα μειονοτικά τους δικαιώματα – ως προστάδιο της ιδίας κρατικής υπάρξεώς τους ή της ενώσεως με ένα εκ των γειτονικών κρατών;» H καταγραφή 282 (!) εθνοτικών ομάδων από αυτά τα γερμανικά «ειδικά ερευνητικά κέντρα» αποτελεί στόχευση η οποία υπαγορεύεται εδώ και 100 χρόνια από την από την ανάγκη του γερμανικού (και, εν τω μεταξύ, του εταιρικού του ευρωπαϊκού) Κεφαλαίου να δημιουργήσει τις καλύτερες δυνατές προϋποθέσεις που θα του επιτρέψουν να ανταγωνιστεί επιτυχώς, κατά τον 21ο αιώνα, το αμερικανικό Κεφάλαιο, το οποίο επίσης βαδίζει με αργά βήματα προς την περιχαράκωσή του δικού του στρατοπέδου, από την Αλάσκα μέχρι την Λατινική Αμερική.
 
Το μήνυμα του Συλλαλητηρίου της Θεσσαλονίκης, μία εβδομάδα μετά.
Το Συλλαλητήριο αυτό, έκαμε σαφές ότι ο ελληνικός Λαός αντιλαμβάνεται ότι σε καμμία περίπτωση δεν παγιδεύεται ούτε και θυσιάζει την συνολική εθνική του μνήμη, ενότητα και ταυτότητα στο βωμό των ανωτέρω συμφερόντων. Διότι είναι διαυγέστατος ο μηχανισμός της μοριοποιήσεως και κατόπιν πολτοποιήσεως των εθνικών ταυτοτήτων που χρησιμοποιείται από τα κέντρα αυτά: όπου το εθνικό συναίσθημα έχει υποχωρήσει, βαλλόμενο τόσον από τον διεθνιστικό κεφαλαιοκρατικό κοσμοπολιτισμό όσον και από έναν διεστραφέντα «νεοφιλελεύθερο διεθνισμό» μιας εξίσου νεοφιλελεύθερης, υποτιθέμενης «Αριστεράς», οι άνθρωποι καταφεύγουν στο άμεσο και εγγύτερον: στην τοπική κοινότητα ή περιφέρεια, όπου διασώζονται ακόμη κάποια στοιχεία -ας είναι και μια διάλεκτος- που θα μπορούσαν να διακρίνουν «εμάς» από τους «άλλους». Οπότε η τοπική ιδιαιτερότητα ανακηρύσσεται σε «εθνοτική / μειονοτική ταυτότητα» και ανάγεται από τους απελπισμένους στον Ωκεανό της «Νέας Τάξεως» και της «παγκοσμιοποιημένης οικονομίας» σε σανίδα σωτηρίας. Και ο λυσιτελέστερος, λιγότερο «επώδυνος» και ηθικώς λιγότερο μεμπτός τρόπος αποσταθεροποιήσεως της Ευρώπης των μη-γερμανικών κρατών, προς όφελος του «Νέου Βερολίνου», είναι σήμερα το υπονομευτικό παίγνιο με τις τεχνητές ή/και πραγματικές «εθνοτικές» αλλά και «γλωσσικές μειονότητες», όπου π.χ η ομηρική ελληνική κυπριακή ή ποντιακή ή κρητική διάλεκτος θα παρουσιασθεί από τα διεθνή αυτά «Κέντρα» κάποια στιγμή, ως «εθνοτική γλώσσα». Γι αυτόν τον λόγο και πρέπει να απωλέσει ο Έλληνας την γνώση της συνέχειας της Γλώσσας του από την Αρχαία Ελληνική στην Βυζαντινή, την μεταβυζαντινή και τέλος την νεοελληνική σε όλες της τις μορφές. Γι' αυτό και τα Αρχαία Ελληνικά πρέπει να θεωρηθούν «νεκρή γλώσσα» και να μην διδάσκονται, προϊόντως του χρόνου, εις ουδένα έλληνα μαθητή. Τέτοιοι είναι οι λόγοι για τους οποίους έχουν ενταθεί, στη νέα περίοδο που διανύουμε διεθνώς μετά τις κοσμοϊστορικές αλλαγές των ετών 1989-92 (διάλυση της ΕΣΣΔ), οι προσπάθειες προς επαναχάραξη του χάρτη της Ευρώπης με γνώμονα τις «μειονότητες».
 
Ο ρόλος της Γερμανίας στην υπόθεση αυτή.
Ερανιζόμενος την σχετική πραγματολογία από τον ιστορικό Δρα Η. Ηλιόπουλο, δεινό μελετητή -μεταξύ άλλων- και του φαινομένου των γερμανικής εμπνεύσεως εθνοκρατικών αποσταθεροποιήσεων, έχω να τονίσω ότι η διαδικασία αυτή αποτελεί θεμελιώδη επιλογή των γερμανικών και των εταιρικών τους «ευρωπαϊκών ελίτ». Πρόκειται για επιλογή η οποία υποστηρίχθηκε από τους «οργανικούς-με-το-αζημίωτο-διανοουμένους» των Open Society Funds του κου Σόρος στις ημέρες μας, αλλά και την ιδεολογικο-πολιτική νομενκλατούρα των μηχανισμών [όπως το διαχρονικό «νεο-συντηρητικό» American Enterprise Institut (ιδρ. 1938, με σημαίνοντα μέλη όπως ο «φωτισθείς» πρώην τροτσιστής, Irving Kristol και άλλα της ιδίας ιδεολογικής τάσεως)] των Μπούς-Κλίντον-Ομπάμα. Μια επιλογή η οποία παρουσιάσθηκε ως «επιταγή των καιρών», αναπόφευκτη λόγω «παγκοσμιοποίησης», επιφέρει αυτονοήτως την τάχα ανεξήγητη και παράδοξη «έξαρση των εθνικισμών, των τοπικισμών και των θρησκευτικών φουνταμενταλισμών». Πρώτον διότι, προκειμένου να επιτύχει το ζωτικό στρατηγικό στόχο του, το διεθνές πανίσχυρο χρηματοπιστωτικό σύστημα του διεθνοποιηθέντος Κεφαλαίου οφείλει να διαγράψει πλέον το βεστφαλιανό Έθνος – Κράτος, το οποίο δρα ανασχετικώς ως προς τα συμφέροντά του, και δεύτερον διότι τα ευρέα κοινωνικά στρώματα που καλούνται να καταβάλουν το επαχθές τίμημα της «προσαρμογής» στην «άτεγκτη επιταγή» της «παγκοσμιοποίησης» αναζητούν ψυχολογική προστασία στο συναίσθημα του, εκ των πραγμάτων, σμυκρινθέντος σε επίπεδο εθνοτικής ομάδος, συναισθήματος του «Εμείς»! Η ανατροπή εδώ, ήλθε «απρόσμενα» από την άνοδο στην αμερικανική εξουσία του Προέδρου Τράμπ ο οποίος αντιτίθεται στην διεθνοποιητική και διεθνίζουσα κεφαλαιοκρατική αυτή τάση και στηρίζει την έννοια του έθνους κράτους, και μάλιστα από την ισχυρότατη θέση του Ενοίκου του Λευκού Οίκου. Ανάλογη και η βρετανική αντίσταση στην γερμανοποιούμενη Ευρώπη δια του Brexit. Σημεία των Καιρών, θα μου πείτε, όπως και «σημεία των αφυπνιζομένων Λαών», θα προσθέσω εγώ. Στο πλαίσιο αυτής της αφυπνίσεως των Λαών εντάσσω και το εν λόγω Συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης των 700.000 ατόμων το οποίο «εξατμίσθηκε» από τους εθνικούς και ιδιωτικούς τηλεοπτικούς διαύλους ως μηδέποτε υπάρξαν!
 
Βαλκάνια και "εθνοτικοί" εθνικισμοί: μηχανισμοί αποστεθεροποιήσεως.
Η απάντησή μου είναι καταφατική. Ο απώτερος στόχος των γερμανικής εμπνεύσεως αποσταθεροποιήσεων, είναι και δεδομένος και ομολογημένος: Σ’ ολόκληρη την Ευρώπη, από τη Γαλλία και τη Βρετανία μέχρι την Ελλάδα και την Κύπρο, διαβιούν 101.412.000 «μειονοτικών» ατόμων, κατά την επίσημη εκτίμηση της «μετωπικής» νεοφασιστικής «Φεντεραλιστικής Ενώσεως Ευρωπαϊκών Εθνοφυλετικών Ομάδων». Αυτοί οι «καταπιεζόμενοι μειονοτικοί» έχουν «ιερό δικαίωμα» να προστατεύσουν την «εθνοτική / γλωσσική ταυτότητά τους», όπερ μεθερμηνεύεται από τους Γερμανούς «ειδήμονες» σε χορήγηση εκτεταμένης αυτονομίας. Τότε και μόνον τότε τους επιτρέπεται να παραμένουν π.χ. Γάλλοι πολίτες (ενώ είναι, κατά βάθος «Βουργουνδοί», «Νορμανδοί», «Οξιτανοί», κ.λ.π.) ή παραμένουν π.χ. Έλληνες (ενώ είναι, υποτίθεται, «Μακεδόνες», Βλάχοι, Αλβανοί, Τούρκοι, Γιουρούκοι, Σαρακατσάνοι κ.λ.π.). Αν όμως υπάρξει κρίση στη σχέση της «εθνοτικής μειονότητος» με το κυρίαρχο Έθνος - Κράτος, τότε η «μειονότητα» έχει το «δικαίωμα αυτοδιαθέσεως» και αποσχίσεως, και διά της βίας ακόμη, σύμφωνα με τους «έγκυρους» Γερμανούς εμπειρογνώμονες.
Η θέση αυτή αναγορεύτηκε σε αρχή από τον τότε γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ Χ. Σολάνα, έναν «φωτισθέντα» πρώην μαρξιστή. Εφ’ εξής, είπε, η προστασία των δικαιωμάτων των μειονοτήτων θα προηγείται του σεβασμού της εθνικής κυριαρχίας των κρατών. Άρα, πυρίτιδα διατίθεται άφθονη, δοθέντος ότι οι αυτόκλητοι «προστάτες» των μειονοτήτων αναβιβάζουν σε …282 τις «εθνοτικές ομάδες» που δήθεν …ασφυκτιούν στα στενά σύνορα των 36 ευρωπαϊκών Εθνών - Κρατών. Η «Φεντεραλιστική Ένωση Ευρωπαϊκών Εθνοφυλετικών Ομάδων» εκπροσωπείται στο Συμβούλιο του ιδρυθέντος κατά τα τέλη του 1996, «Ευρωπαϊκού Κέντρου Μειονοτήτων» που εδρεύει στο Φλένσμπουργκ της Βορείου Γερμανίας και διευθύνεται από τον ίδιο «μακεδονολόγο» κο Στέφαν Τραιμπστ (StefanTroebst). Η ίδρυση τουαναβαθμισμένου επιτελικού κέντρου στο Φλένσμπουργκ, τρία χρόνια πρίν τους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς του Μαρτίου του 1999 που σήμαναν την διάλυση της Γιουγκοσλαυΐας και την δημιουργία της FYROM, σηματοδοτεί μια ουσιαστική ποιοτική μεταβολή στον τρόπο εργασίας. Άλλωστε από την Ανατολική και Νοτιοανατολική Ευρώπη έγινε η αρχή: Την διάλυση της παλαιάς Γιουγκοσλαβίας, διά της αποσχίσεως των Σλοβένων, των Κροατών, των Βοσνίων μουσουλμάνων και των «Μακεδόνων» των Σκοπίων, ακολουθεί η κατά μέτωπον επίθεση εναντίον της κυρίως Σερβίας, με τον επιτευχθέντα ακρωτηριασμό του Κοσσυφοπεδίου / Μετοχίου, της Βοϊβοδίνας (ουγγρική μειονότητα), του Σατζακίου (μουσουλμανική μειονότητα), αλλά και του Μαυροβουνίου το οποίο προ μηνών (2017) ενετάχθη εις το ΝΑΤΟ.
Έπεται δε η Θράκη, για την οποία τα «αρμόδια» γερμανικά ιδρύματα έχουν κάνει …προεργασία από ετών, ενώ ήδη οι επιφανείς τούρκοι επισκέπται μας (Τσαβούσογλου, Ερντογάν, κ.τ.λ.) φροντίζουν να μας το καταστήσουν απολύτως εμφανές και σαφές.
 
Αλλά υπάρχει και η Δυτική Ευρώπη! Ας δώσουμε και πάλι το λόγο στον διευθυντή του «Ευρωπαϊκού Κέντρου Μειονοτήτων» κ. Τραίμπστ: «Ναι μεν θα αφιερωθεί ιδιαιτέρα προσοχή στην Ανατολική Ευρώπη», λέει ο «ειδικός» που είχε αποσταλεί και ως παρατηρητής του γερμανικού ΥΠΕΞ στην «Μακεδονία» την περίοδο 1992-93, για να πλέξει κατά τα λεγόμενά του «ένα χονδρό δίκτυο ανεπισήμων γνωριμιών» (!). Είναι σαφές ότι όπισθεν του εντέχνως καθησυχαστικού όρου των γερμανικών αυτών κέντρων «προστασία των μειονοτήτων» υποκρύπτεται η προτεραιότητα της γερμανικής εξωτερικής πολιτικής, προσλαμβάνουσα μάλιστα πανηπειρωτικές διαστάσεις και επιτάσσουσα την ενεργό παρέμβαση των Γερμανών «ειδικών» σε Ανατολή και Δύση για την αποσταθεροποίηση των μέχρι σήμερα ισχυρών ευρωπαϊκών κρατών. Για του λόγου το αληθές: Αναφερόμενος στην «εθνοτική ταυτότητα» των κατοίκων της Νοτίου Γαλλίας ο Τραίμπστ δεν διστάζει να φανταστεί το ενδεχόμενο, κάποιες ανακαλυφθείσες υπό του ιδίου «μειονότητες» να θελήσουν να ιδρύσουν δικό τους εθνικό κράτος! Με την ψυχραιμία που οφείλει να διέπει έναν καλό Γερμανό επιστήμονα, ο διευθυντής του Κέντρου Μειονοτήτων παρατηρεί: «Το εάν, επί παραδείγματι (…) οι Οξιτανοί στη Νότιο Γαλλία θα καταθέσουν ένα εθνικό σχέδιο, θα οργανώσουν ένα εθνικό κίνημα και, εντέλει, θα αξιώσουν ένα δικό τους εθνικό κράτος, και ακόμη, το εάν θα πολεμήσουν γι’ αυτό ή όχι, αυτά είναι δύσκολα ερωτήματα, αλλά πάντως, σε μερικές περιπτώσεις επείγοντα». Ότι όλοι αυτοί –και 90 εκατομμύρια άλλοι «μειονοτικοί» από την Ισπανία και το Βέλγιο μέχρι την Ελλάδα και τη Βουλγαρία – έχουν το «δικαίωμα» της αποσχίσεως και διά της βίας ακόμη, εφόσον το κυρίαρχο κράτος δεν τους επιτρέψει να «προστατεύσουν» αρκούντως την «εθνοτική τους ταυτότητα», μπορεί μεν να μη συνάδει στο παραμικρό με τις θέσεις του ΟΗΕ, αν αποτελεί διακεκηρυγμένη πεποίθηση των «ειδικών»! H πρόσφατη περίπτωση του Κοσσυφοπεδίου και της Καταλωνίας, αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Προκειμένου, ο Γερμανός καθηγητής Τραιμπστ, τότε διευθυντής του Κέντρου Μειονοτήτων, να δικαιολογήσει την «αναγκαιότητα» ακόμη και «βιαίας μεταβολής των συνόρων», ανέφερε ως παράδειγμα το Κοσσυφοπέδιον, όπου αργότερα ορίσθηκε ως Πρόξενος της Γερμανίας. Η περίπτωση του οποίου, όμως, δεν είναι παρά μέρος του «Αλβανικού Ζητήματος», το οποίον Αλβανικόν Ζήτημα είναι, κατά τον διευθυντή του Ιδρύματος του Φλένσμπουργκ και κατά καιρούς «παρατηρητή» της γερμανικής κυβερνήσεως, στη «Μακεδονία», «το πλέον οξύ εθνοπολιτικό και εδαφικό πρόβλημα της Βαλκανικής». Ένα πρόβλημα βεβαίως που αφορά άμεσα και την Ελλάδα, στην βορειοδυτική γωνιά της οποίας ο Γερμανός αξιωματούχος έχει ανακαλύψει μαζί με την «έγκυρη» ημερήσια «SüddeutscheZeitung» του Μονάχου, το εβδομαδιαίο «Spiegel» και μια πλειάδα άλλων εντύπων «αλβανικές μειονότητες»! Το εβδομαδιαίο γερμανικό περιοδικό «Σπήγκελ» ανακάλυψε στην Ελλάδα «μειονότητες» Αλβανών (Β.Δ. Ελλάδα), «Μακεδόνων» (Φλώρινα), Βουλγάρων (Ανατολική Μακεδονία) και «Τούρκων / Πομάκων» (τους οποίους αναφέρει ως ένα σύνολο και τους …τοποθετεί μέχρι τον Έβρο, στα ελληνοτουρκικά σύνορα). Πάντως, ουδείς μπορεί να ψέξει τους Γερμανούς για …μεροληψία: έχει και ελληνική μειονότητα η …ελληνική Θράκη, που σημειώνεται με το γράμμα «G»! Στη λεζάντα του χάρτη που δημοσιεύθηκε τον Απρίλιο του 1999 οι Γερμανοί προστάτες των μειονοτήτων επεξηγούν ότι «επισήμως» και τα 10,5 εκατομμύρια κατοίκων της Ελλάδας είναι Έλληνες, εκτός μιας μουσουλμανικής μειονότητας 100.000 «Τούρκων». Πλην, οι Γερμανοί «γνωρίζουν» ότι «οι Βούλγαροι, οι Μακεδόνες (sic) κι οι Αλβανοί παραπονούνται για την πλήρη καταπίεση του πολιτισμού και της γλώσσας τους». Oι Γερμανοί «προστάτες» των «εθνοτικών μειονοτήτων θέλουν να αναστήσουν το αρχαϊκό μωσαϊκό των φυλών της εποχής πριν από τον Διαφωτισμό και την γέννηση του δημοκρατικού συνταγματικού νεοτερικού έθνους - κράτους. Και να μας γυρίσουν στον Μεσαίωνα, με το μεγάλο γερμανικό Ράιχ στο μέσον της ηπείρου και καμιά διακοσαριά «ανεξάρτητα» δουκάτα και πριγκηπάτα.
 
Εδώ ορισμένες από τις «μεγαλύτερες εθνοτικές ομάδες σε ευρωπαϊκή επισκόπηση» όπως τις κατέγραψε, την άνοιξη του 1992, η σύνταξη του «έγκυρου» περί τα μειονοτικά γερμανικού περιοδικού «Πογκρόμ» (που βρίσκεται στη Βιβλιοθήκη του Πνευματικού Κέντρου του Μονάχου «Γκαστάιγκ» αλλά και σε κάθε βιβλιοθήκη Ινστιτούτων Βαλκανολογίας, Πολιτικών Επιστημών κ.λ.π. καθώς και στα σοβαρά βιβλιοπωλεία). Κατά την αντίληψη των εν λόγω «φυλετικολατρών» αλλά κατά τα άλλα «αριστερών», Γερμανών, το έθνος είναι υπόθεση του DNA και μόνον! Εάν αυτό δεν είναι ναζισμός, τότε τί είναι;
 
Τα γονίδια, κατά τις ανωτέρω φυλετιστικές αντιλήψεις, και όχι η βούληση των πολιτών ή η ιστορική συνείδηση, είναι αυτά τα οποία καθορίζουν ένα έθνος. Έτσι, σύμφωνα με αυτην την βιολογιστική αντίληψη, κάθε Σέρβος, Έλληνας ή Γάλλος, ο οποίος εννοεί να νιώθει Σέρβος, Έλληνας ή Γάλλος, εάν κατά τύχην ή κατά φαντασίαν, η προπρογιαγιά του είχε συνευρεθεί με έναν…Οστρογότθο του Αλαρίχου, γίνεται αυτομάτως «Γερμανός μειονοτικός», ό,τι κι αν ο ίδιος δηλώνει! Ο βλαχόφωνος Έλληνας που κατέστη εθνικός ευεργέτης ή ο αρβανιτόφωνος Έλληνας που θυσιάσθηκε για την ελευθερία της Ελλάδος δεν είναι κατά την βιολογιστική αντίληψη των Γερμανών «προοδευτικών» Έλληνας, αλλά …«Αρωμούνος» ο πρώτος και «Αλβανός» ο δεύτερος!
 
Το κατά την γνώμη μου περιεχόμενο της αναμείξεως των ΗΠΑ υπό τις νέες διεθνείς συνθήκες στο πρόβλημα της Ελλάδος με τα Σκόπια
Είναι νομίζω εσφαλμένο αλλά και ανορθολογικό συνάμα, να θεωρούμε ότι οι ΗΠΑ στηρίζουν πλέον μια τέτοια ονομασία για τα Σκόπια. Οι ΗΠΑ δεν έχουν παρά μίαν και μόνη μέριμνα: την εισδοχή του πολυεθνοτικού κρατιδίου των Σκοπίων εις το ΝΑΤΟ τον Ιούλιο του 2018, ώστε να προληφθεί η ρωσική προβολή ισχύος στα Κεντρικά Βαλκάνια και μέσω του σλαυικού στοιχείου των Σκοπίων. Μία ρωσική προβολή ισχύος στην περιοχή θα ανέτρεπε το βασικό δόγμα δυτικής, αλλά και αμερικανικής αντιλήψεως, ασφαλείας: το Δόγμα του Αναχωματικού Δακτυλίου. Μια πιθανη «δίοδος», λοιπόν, των -σλαυικής επιρροής και σλαυο-ορθοδόξου κλίματος- Σκοπίων προς το Αιγαίο θα σήμαινε την διακινδύνευση της Αγγλοσαξωνικής ισορροπίας ισχύος στην ΝΑ πτέρυγα του ΝΑΤΟ. Και μάλιστα σε μια περιόδο όπου η Ν/Α Πτέρυξ του ΝΑΤΟ δεν διέρχεται και τις καλύτερες στιγμές της, με δεδομένη την απολύτως αφερέγγυο συμπεριφοράς της ισλαμιστικής Τουρκίας έναντι της Ουασισγκτον και τις ερντογανικές επιλογές προς την πλευρά ακριβώς, της Μόσχας και -έτι ενοχλητικότερον- της Τεχεράνης. Επίσης, δεν είναι ορθολογικό να θεωρείται ότι υπό τις προαναφερθείσες, νέες γεωστρατηγικές δυναμικές στην Ν/Α πτέρυγα του ΝΑΤΟ και της Μέσης Ανατολής, οι ΗΠΑ θα μπορούσαν ποτέ να επιτρέψουν σε μία χερσαία δύναμη της Heartland (κατά Ν.J. Spykman), γεωστρατηγικά και γεωγραφικά μελλοντική σύμμαχο της Μόσχας, όπως είναι η Γερμανία να αποκτήσει τους λιμένες της Θεσσαλονίκης, της Καβάλας και της Αλεξανδρουπόλεως ώστε σε συνεργασία με την αναδυομένη Κίνα, τακτική σύμμαχο της Ρωσίας, να ελέγξουν το διεθνές εμπόριο από τον Ειρηνικό μέχρι τους λιμένες του Άμστερνταμ και του Ρότερνταμ. Και αυτό είναι κάτι το οποίον κατέστι σαφές ήδη από τον πρώτο Γενικό γραμματέα του ΝΑΤΟ τον Λόρδο Ismey ο οποίος στο ερώτημα γιατί έγινε το ΝΑΤΟ απήντησε με το γνωστό βρετανικό φλέγμα: «Για να κρατήσει την Αμερική εντός [της Ευρώπης], την Ρωσία εκτός και την Γερμανία κάτω»!
 
Η δημιουργία στην Ελλάδα Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας
Για διάστημα, άνω της δεκαετίας προτείνω, γράφω και διδάσκω σχετικώς με την δημιουργία Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας το οποίο θα δύναται να προβαίνει σε συμβουλευτικό, προς το ΚΥΣΕΑ και τον Πρωθυπουργό, Εθνικό Στρατηγικό σχεδιασμό σε βάθος -τουλάχιστον- 25ετίας. Επίσης την θέσπιση θέσεως Γραμματέως του Συμβουλίου αυτού, επιλεγομένου από τον Πρωθυπουργό ή από έναν Πρόεδρο με αυξημένες αρμοδιότητες που πιθανόν, όσο και απαραίτητο, να προκύψει από μιάν αναθεώρηση του παρόντος Συντάγματος. Ένα Συμβούλιο το οποίο θα στελεχώνετο σε υπηρεσιακό και ερευνητικό επίπεδο από νέους επιστήμονες (γεωγράφους, χαρτογράφους, ιστορικούς, εθνολόγους, θρησκειολόγους, μαθηματικούς, πληροφορικούς, νομικούς, κ.τ.λ.) και υψηλόβαθμα υπηρεσιακά στελέχη του Δημοσίου, ήδη υπηρετούντα και κατέχοντα τα ανάλογα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και την δέουσα εμπειρία (π.χ. στελέχη του ΥΠΕΞ, του ΥΠΕΘΑ, του Υπ. Προστασίας του Πολίτη, του Υπ. Οικονομίας, κ.τ.λ.). Εκτός του ότι ένα τέτοιο όργανο θα αξιοποιούσε τα εξαιρετικά νέα και φρέσκα μυαλά των ελληνόπουλων που σήμερα μεταναστεύουν, θα μπορούσε να αξιοποιήσει και την πολύτιμη εμπειρία αρίστων δημοσίων λειτουργών η οποία σήμερα παραμένει περιθωριοποιημένη και ανεκμετάλλευτη. Σκεφτείτε επίσης το κίνητρο για δημιουργία νέων ιδεών που θα αποτελούσε η πιθανότητα αξιοκρατικής -και όχι κομματικώς επιβαλλομένης- συμμετοχής όλων των ανωτέρων ειδών στελεχών στο θεσμικό αυτό όργανο υψίστης εθνικής και κρατικής σημασίας.
 
Είσαστε από εκείνους που πρώτος είχατε ρίξει το ταμπού στις σχέσεις Ελλάδας-Ισραήλ, πιστεύοντας ότι πρέπει να κτίσουμε μια συμμαχία. Πως βλέπετε σήμερα την προσέγγιση μας στο τρίγωνο Ισραήλ-Ελλάδα-Κύπρος;
Ναι το έκαμα, και με τεράστιο προσωπικό κόστος, με δεδομένο το επικρατούν αντισημιτικό κλίμα στην Ελλάδα, το οποίο ευτυχώς πλέον έχει περιορισθεί τα μέγιστα. Χαίρομαι για το ότι κατάφερα να συμβάλλω κι εγώ στην ανάσχεση ενός βλακώδους και αδικαιολογήτου φυλετιστικού αρνητισμού που ετύφλωνε όχι μόνο τις συνειδήσεις πολλών ελλήνων πολιτών, αλλά και την διορατικότητα των ελλήνων πολιτικών, πλην ελαχίστων αλλά σημαντικών εξαιρέσεων όπως αυτή του αειμνήστου Κων/νου Μητσοτάκη του οποίου η Κυβέρνησις ανεγνώρισε το κράτος του Ισραήλ και αναβάθμισε σε Πρεσβεία την μέχρι τότε υπάρχουσα, απλή διπλωματική αντιπροσωπεία των Αθηνών.
Την σημερινή προσέγγισή μας στην τριγωνική αυτή σχέση την χαιρετίζω αλλά θεωρώ ότι επιδέχεται ακόμη μεγάλης εμβαθύνσεως και -κυρίως- αξιοποιήσεως σε πολλούς τομείς συνεργασίας όπως στον Τεχνολογικό, τον Ιατρικό, τον Γεωπονικό, τον Αμυντικό, τον τομέα της εθνικής Ασφαλείας και τον πολιτιστικό. Χρειάζεται επίσης μεγαλύτερη τόλμη στον διπλωματικό τομέα την οποία, δυστυχώς δεν διεπίστωσα στην τελευταία ψηφοφορία της Ελλάδος και της Κύπρου στον ΟΗΕ, όπου οι χώρες μας θα μπορούσαν να είχαν μιμηθεί την Τσεχία, την Πολωνία, την Ουγγαρία ή την Λεττονία και να μην λάβουν μίαν απολύτως αρνητική θέση, αλλά να αρκεσθούν σε μία λευκή ψήφο ή αποχή. Ήταν λάθος η αρνητική ψήφος και δεν αποστέλλει τα ορθά μηνύματα σε τόσο ισχυρούς και γεωστρατηγικώς απαραίτητους συμμάχους στην αποσταθεροποιημένη περιοχή της Ν/Α Μεσογείου και ιδιαιτέρως στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η δήλωσις της διαρκούς και παγίας θέσεως της Ελλάδος και της Κύπρου αναφορικώς με την υιοθέτηση της «Λύσεως των δύο Κρατών» είναι αρκετή. Η υιοθέτηση όμως της... τουρκικής ισλαμιστικής γραμμής από την Αθήνα και την Λευκωσία, κατά την εν λόγω ψηφοφορία ήτο αντιπαραγωγική και άστοχος. όχι δε ιδιαιτέρως θετική για τα εθνικά συμφέροντα. Ελπίζω να επιδειχθεί η δέουσα κατανόησις από την Ισραηλινή πλευρά. Επίσης, πρέπει να σημειώσω ότι ο ρόλος της Ελλάδος και της Κύπρου είναι σημαντικός για το Ισραήλ, ως μέσων επικοινωνίας και διπλωματικής συνεννοήσεως μεταξύ της Ιερουσαλήμ και των αραβικών κρατών προς όφελος όλων των πλευρών.
 
Η Τουρκία δεν διάγει την καλύτερη περίοδο των σχέσεών της με τις ΗΠΑ. Αυτό αποτελεί ευκαιρία για μας; Και αν ναι πως πρέπει να την αξιοποιήσουμε εθνικά;Πρέπει η χώρα μας να προχωρήσει την ΑΟΖ;
Η άποψίς μου είναι γνωστή και καταγεγραμμένη επί του θέματος της ΑΟΖ. Σαφώς και ναί. Αποστέλλοντες τις δέουσες συντεταγμένες στην αρμόδια Υπηρεσία του ΟΗΕ σε συντονισμό με την Αίγυπτο και την Κυπριακή Δημοκρατία η οποία θα έχει έναν Πρόεδρο ο οποίος να έχει κατανοήσει την σημασία ενο αναλόγου κοινού διαβήματος. Πιστεύω ότι ο κος Αναστασιάδης αλλά και ο κος Παπαδόπουλος το έχουν κατανοήσει. Πάντως, ό,τι είναι να γίνει πρέπει να γίνει με μεγαλύτερη λεπτότητα χειρισμών στις προαναφερθείσες γεωστρατηγικές μας σχέσεις με την Ιερουσαλήμ και με εμβάθυνση των σχέσεών μας με τις ΗΠΑ, εφόσον, όντως, η χώρα μας την περίοδο αυτή, αποτελεί τον πλέον έγκυρο σύμμαχο του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ στην Νοτιο-ανατολική Πτέρυγα με πολλά κοινά συμφέροντα, τα οποία καλά θα κάνουμε να μπούμε στον κόπο να τα χαρτογραφήσουμε επιτέλους! Επίσης, με την συμβολή της Κυπριακής Δημοκρατίας αλλά και της Ενεργειακής προοπτικής του Εast-Med να αξιοποιήσουμε την άκρως θετική για το γεωπολιτικό Δίπολο Ελλάδος-Κύπρου συγκυρία. Εδώ πρέπει να αναφέρω ότι οφείλουμε να κατανοήσουμε τί σημαίνει το γεωπολιτικό Δίπολο Ελλάδος - Κύπρου και να το αξιοποιήσουμε γεωστρατηγικώς ως τέτοιο. Εάν συνεχίζουμε να πιστεύουμε ότι η γεωστρατηγική σχέσις Αθηνών-Λευκωσίας αποτελεί περιττή και επισφαλή πολυτέλεια τα αποτελέσματα για την Ελλάδα, το Αιγαίο και την Θράκη θα είναι οδυνηρά. Η φινλανδοποίησις της Κύπρου σημαίνει την «ομηρία» από πλευράς Τουρκίας, του Κυπριακού Ελληνισμού. Και μια τέτοια ομηρία σημαίνει διαρκή αναβάθμιση των στρατηγικών πλεονεκτημάτων της Τουρκίας στην κοιτασματοφόρο Ν/Α Μεσόγειο όπως και αύξηση των εκβιαστικών και αποσταθεροπιητικών, για την περιοχή, απαιτήσεών της προς τα δυτικά κέντρα εξουσίας και την Ουάσιγκτον. Το τελευταίο όμως συνεπάγεται μεγάλους εθνικούς κινδύνους για την Ελλάδα. Ας το κατανοήσουμε το συντομώτερο δυνατόν. Ιδιαιτέρως τώρα, με την απαιτούμενη αναθεώρηση εκ βάθρων της ναυαγισμένης -λόγω της Τουρκικής αδιαλλαξίας- διαδικασίας του Κραν Μοντανά. Η διαδικασία των συνομιλιών πρέπει να αρχίσει, όταν αρχίσει σε μια tabula rasa χωρίς ανειλημμένες, ανύπαρκτες υποχρεώσεις, χωρίς αποδοχή καταστάσεων apartheid, χωρίς άλλη «Διζωνική Δικοινωτική» κοροϊδία! Αλλά με διευθέτηση του βασικού προβλήματος εισβολής και κατοχής όπως και των εννέα τουλάχιστον διεθνών εγκλημάτων τα οποία ετελέσθησαν επί του σώματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επί πλέον, ο μυκτηρισμός και η ειρωνική διάθεσις εναντίον του Προέδρου Τράμπ, και μάλιστα κατά την παρούσα συγκυρία, δεν είναι η καταλληλότερη διπλωματική συμπεριφορά για την Αθήνα. Και εξυπηρετεί μόνον τα συμφέροντα των αντιπάλων της Ελλάδος και όχι τα εθνικά. Άλλωστε δημιουργία του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας που προανεφέρθη δύναται να δώσει τις πλέον έγκυρες απαντήσεις στο ερώτημά σας αυτό.
 
Τελικά η γεωπολιτική είναι το κλειδί για να δώσουμε απαντήσεις στον ταραγμένο κόσμο μας;
Είναι ένα από τα πλέον βασικά κλειδιά για την κατανόηση των αιτιών αλλά και των προοπτικών των ανακατανομών ισχύος στο διεθνές μας περιβάλλον. Είναι η γεωγραφική εκείνη μέθοδος η οποία μελετά, περιγράφει και προβλέπει την ανακατανομή ισχύος στο διεθνές περιβάλλον/Σύστημα. Η συστημική Γεωπολιτική ανάλυση, μέθοδος της οποίας είμαι και ο εισηγητής με ικανό αριθμό μελετών (βλ. ιστότοπό μου: http://scholar.uoa.gr/yianmazis/home), είναι η αναλυτική εκείνη μέθοδος η οποία απορρίπτει την ιδεοληψία, την εμπάθεια, την συναισθηματικά φορτισμένη αξιολόγηση και την προσηλωσική ανάγνωση των δεδομένων του υπό μελέτη γεωπολιτικού συστήματος. Αναγνωρίζουμε ως πάγιες συνιστώσες της γεωπολιτικής ισχύος τέσσερα θεμελιώδη πεδία ανθρώπινης δραστηριότητας: α) την Άμυνα/Ασφάλεια β) την Οικονομία γ) την Πολιτική και δ) τον Πολιτισμό/Πληροφορία. Το ρήμα «είναι» χαρακτηρίζει την Γεωπολιτική ανάλυση ενώ το ρήμα «πρέπει» χαρακτηρίζει την Γεωστρατηγική σύνθεση, η οποία εκ των πραγμάτων έπεται του γεωπολιτικού υποδείγματος. Ενα Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας το οποίο θα λειτουργεί με βάση αυτές τις θεωρητικές αρχές και μεθόδους της συστημικής Γεωπολιτικής Αναλύσεως θα μπορούσε να προσφέρει τα μέγιστα στην υπόθεση του εθνικού στρατηγικού σχεδιασμού. Ας ελπίσουμε ότι κάποτε, αυτό ίσως να συμβεί και στην χώρα μας.
*Καθηγητής Οικονομικής Γεωγραφίας και Γεωπολιτικής Θεωρίας Τμήμα Τουρκικών και Συγχρονων Ασιατικών Σπουδών Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών Εθνικόν και Καποδιστριακόν Πανεπσιτήμιον Αθηνών
 

BESA-George N. Tzogopoulos (Moderator); What Are the Implications of the Russian-Turkish Rapprochement?

on Monday, 22 January 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Q: In the aftermath of the failed coup d'état of July 2016, Turkish President Recep Tayyip Erdoğan is embarking on an attempt to improve Ankara’s relations with non-Western countries to avoid international isolation.

The Russian-Turkish rapprochement is a characteristic example. As the EU and the US criticize Erdoğan for his domestic and foreign policy choices, he regularly meets with his Russian counterpart, Vladimir Putin, to discuss new patterns of cooperation. BESA join the debate by asking the experts: What are the implications of the Russian-Turkish rapprochement?

View PDF

[12 3 4 5  >>