Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Χρήστος Μουστάκης: H EΛΛΑΔΑ ΚΑΙ Ο ΚΟΣΜΟΣ: Γεγονότα και εξελίξεις στο διάστημα, 16/6/2018 έως 15/9/2018

on Tuesday, 16 October 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις


1. ΕΘΝΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ

α. Κυπριακό

(1) Συνομιλίες
Στις 23 Ιουλίου η ειδική απεσταλμένη του ΓΓΕ/ΟΗΕ στην Κύπρο κ. Λούτ συναντήθηκε διαδοχικά με τους κ.κ. Αναστασιάδη και Ακιντζί, έχοντας ζητήσει και συναντήσεις με τους ΥΠΕΞ της Ελλάδα κ. Κοτζιά και Τουρκίας κ. Τσαβούσογλου για το β΄δεκαήμερο Σεπτεμβρίου, πριν από τη ΓΣ/ΟΗΕ, στο πλαίσιο της οποίας ο ΓΓ/ΟΗΕ κ. Γκουτιέρες θα συναντηθεί μα τους κ.κ. Αναστασιάδη και Ακιντζί.

(2) Γεωτρήσεις
Σύμφωνα με τον μέχρι τώρα προγραμματισμό των εταιριών, η αμερικανική ΕΧΟΝ MOBIL θα αρχίσει τον Οκτώβριο τις γεωτρήσεις στο οικόπεδο 10 και η γαλλική TOTALτον Φεβρουάριο 2019.
Η Τουρκία έχει εξαγγείλει επίσης γεωτρήσεις στην Αναατολική Μεσόγειο με το πλωτό γεωτρύπανο FATIH (ΠΟΡΘΗΤΗΣ) και άλλο ένα, που θα έχει αγοραστεί μέχρι τον Οκτώβριο, κατά δήλωση του κ. Ερντογάν.

Αν και δεν έχουν καθοριστεί συγκεκριμένες περιοχές εικάζεται ότι αυτές θα είναι ανάμεσα στην Τουρκία και τη Β.Κύπρο, χωρίς να αποκλείονται και οι περιοχές Πάφου και ανατολικά Καστελορίζου, που αν συμπεριληφθούν στις τουρκικές γεωτρήσεις θα φέρουν σε πολύ δύσκολη θέση την Ελλάδα και την Κύπρο γιατί θα πρέπει να αντιδράσουν.

Στις 8 Αυγούστου οι Πρέσβεις Αιγύπτου και Ισραήλ στη Λευκωσία δήλωσαν ότι οι χώρες τους θα συνδράμουν την Κύπρο στρατιωτικά αν απειληθεί από την Τουρκία και η αμερικανίδα πρέσβυς χαρακτήρισε τη συμπεριφορά της Τουρκία στον τομέα των ενεργειακών ερευνών ως απαράδεκτη.

Η Τουρκία, λόγω της θέσεως των ΗΠΑ, που έχουν εκφρασθεί υπέρ του δικαιώματος της Κύπρου για τις ενεργειακές έρευνες και της προστασίας της EXON MOBIL κατά τη φάση των εργασιών, αλλά και της υποστηρίξεως από τη Γαλλία, θα περιοριστεί μόνον σε έρευνες εκτός των επίμαχων τεμαχίων της κυπριακής ΑΟΖ και θα αποφύγει την περιοχή Καστελορίζου λόγω της στάσεως Ισραήλ και Αιγύπτου. Όσον αφορά δε στην επανέναρξη των ενδοκυπριακών συνομιλιών, αυτή θα εξαρτηθεί περισσότερο από τις εξελίξεις στον τομέα των γεωτρήσεων και λιγότερο από τη θέληση των δύο πλευρών.

β. Ε/Τ Σχέσεις

Στις 15 Αυγούστου η Τουρκία απελευθέρωσε τους δύο Έλληνες στρατιωτικούς ύστερα από παράνομη κράτηση στις φυλακές 167 ημερών.
Στις 17 Αυγούστου, η ελληνική κυβέρνηση συνταξιοδότησε τους δύο διορισμένους μουφτήδες Κομοτηνής και Ξάνθης και διόρισε δύο τοποτηρητές, σύμφωνα με νόμο που είχε ψηφιστεί από τη Βουλή λίγες ημέρες πριν.

Πολλοί Έλληνες αναλυτές θεωρούν ότι αυτό ήταν ένα από τα ανταλλάγματα για την απελευθέρωση των δύο στρατιωτικών και ότι θα ακολουθήσουν και άλλα στο μέλλον.

Την 1η Σεπτεμβρίου ο κ. Τσαβούσογλου με συνέντευξή του στα ΝΕΑ επιβεβαίωσε για μια ακόμη φορά την προκλητική πολιτική της Τουρκίας έναντι της Ελλάδος και της Κύπρου.

Οι σχέσεις Ελλάδος-Τουρκίας επηρεάζονται και από τις κακές σχέσεις της Τουρκίας με τις ΗΠΑ και την ΕΕ, αλλά και τους ενεργειακούς σχεδιασμούς στην Ανατολική Μεσόγειο και τη συνεργασία με Ισραήλ και Αίγυπτο, που επηρεάζουν την ισορροπία ανάμεσά τους.

Στην 4η Σεπτεμβρίου, 36 Έλληνες αλιείς κατήγγειλαν με εξώδικη διαμαρτυρία προς την ελληνική κυβέρνηση ότι Τούρκοι αλιείς λυμαίνονται ανενόχλητοι τις ελληνικές θάλασσεςς, προσθέτοντας ότι το Υπουργείο Ναυτιλίας τους έδωσε την απάντηση στις εκκλήσεις τους, πως δεν μπορεί να κάνει τίποτα, λόγω του φόβου κλιμακώσεως των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

γ. Σκοπιανό

Στις 11 Ιουνίου οι πρωθυπουργοί της Ελλάδος και των Σκοπίων ανακοίνωσαν ότι συμφώνησαν σε λύση στο «μακεδονικό» με το όνομα North Macedonia (Βόρεια Μακεδονία), με ταυτότητα και γλώσσα «μακεδονική» για όλες τις χρήσεις (erga omnes). Επίσης ότι τα Σκόπια θα προβούν σε αναθεώρηση του Συντάγματος για την απάλειψη των αλυτρωτικών αναφορών.
Ως προς τις διαδικασίες εφαρμογής προβλέπονται κατά σειρά:
- Η κύρωση της συμφωνίας από τη Βουλή των Σκοπίων.
- Η αποδοχή από την Ελλάδα της προσκλήσεως των Σκοπίων για ένταξη στο ΝΑΤΟ και της έναρξης των ενταξιακών διαπραγματεύσεων στην Ε.Ε., υπό τον όρο ότι θα έχουν υλοποιήσει τα συμφωνηθέντα.
- Η έναρξη των διαδικασιών της αναθεωρήσεως του Συντάγματος των Σκοπίων, που θα πρέπει να έχουν ολοκληρωθεί μέχρι τέλος 2018.
- Η διεξαγωγή δημοψηφίσματος στα Σκόπια, αν το αποφασίσουν.
-Η κύρωση της Συμφωνίας από την ελληνική βουλή, μόλις τα Σκόπια γνωστοποιήσουν την ολοκλήρωση των συνταγματικών τροποποιήσεων.

Η συμφωνία είναι ασύμφορος για την Ελλάδα γιατί πέραν της παραχωρήσεως του ονόματος «Μακεδονία», που θα αποτελεί το όχημα της προωθήσεως του αλυτρωτισμού, παραχωρούνται και η μακεδονική ταυτότητα και η μακεδονική γλώσσα, που θα αποτελούν την αιχμή του δόρατός του. Επειδή το «μακεδονικό» είναι μείζον εθνικό θέμα, θα πρέπει ο πρωθυπουργός να ζητήσει την έγκριση της βουλής πριν υπογράψει τη Συμφωνία και σε κάθε περίπτωση να την θέση υπό την έγκριση του ελληνικού λαού με δημοψήφισμα.
Οι αντιδράσεις τόσο στην Ελλάδα, όαο και στα Σκόπια είναι τεράστιες, σε βαθμό που να καθιστούν το μέλλον της Συμφωνίας αβέβαιο.

δ. Σχέσεις με Ρωσία

Οι σχέσεις της Ελλάδος, με τη Ρωσία, έχουν ενταθεί, ύστερα από την απέλαση δύο Ρώσων διπλωματών με την κατηγορία ότι προσπάθησαν να επηρεάσουν τις διαπραγματεύσεις για το Σκοπιανό. Η Ρωσία απέρριψε τις κατηγορίες και απάντησε με την απέλαση δύο Ελλήνων διπλωματών, κατηγορώντας την Ελλάδα ότι εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Λάδι στη φωτιά έρριξαν και οι δηλώσεις του Έλληνα ΥΠΕΞ με τις οποίες κατηγόρησε τη Ρωσία ότι συντάσσεται με την Άγκυρα κατά της Ελλάδος.

Η Ελλάδα έχει εγκλωβιστεί στον κύκλο των κακών σχέσεων ΗΠΑ και Ρωσίας, από τον οποίον θα πρέπει να απεγκλωβιστεί το ταχύτερον, γιατί αυτό θα την ζημιώσει πολύ.

στ. Σχέσεις με ΗΠΑ

Στις 5 Σεπτεμβρίου ο αρχηγός των ΕΔ των ΗΠΑ δήλωσε μετά τη συνάντησή του με τον Έλληνα ΓΕΕΘΑ κ. Αποστολάκη ότι «οι σχέσεις των χωρών μας είναι πιο ισχυρές από ποτέ».

Η Ελλάδα για τις ΗΠΑ, λόγω των κακών σχέσεών της με την Τουρκία, έχει πολύ μεγάλη σημασία ως εναλλακτική επιλογή για την ανάσχεση της ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια και των στρατηγικών απειλών στη Μ. Ανατολή.
Το γεγονός αυτό θα πρέπει να το εκμεταλλευτεί η Ελλάδα προκειμένου να εξασφαλίσει την εγγύηση της ασφαλείας της από κάθε απειλή.


2. ΒΑΛΚΑΝΙΑ

α. Οικονομική Ζώνη Δ. Βαλκανίων

Στις 27 Αυγούστου συναντήθηκαν στα Τίρανα οι ηγέτες των χωρών των Δ. Βαλκανίων και συζήτησαν τη δημιουργία κοινής οικονομικής ζώνης, εν όψει της ένταξής της στην ΕΕ.

β. Σερβία - Κόσοβο

Σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες ο πρόεδρος της Σερβίας κ. Βούτσιτς και του Κοσόβου κ. Θάτσι συζητούν με τις ευλογίες των ΗΠΑ την ανταλλαγή εδαφών, χωρίς να έχουν εξασφαλίσει τη σύμφωνη γνώμη στο εσωτερικό των χωρών τους. Την αντίθεσή τους όμως εκφράζουν και πολλές ευρωπαϊκές χώρες με επικεφαλής τη Γερμανία, οι οποίες εκτιμούν ότι μια τέτοια συμφωνία θα προκαλούσε ντόμινο παρομοίων διεκδικήσεων, όπως στην ΠΓΔΜ, τη Βοσνία και άλλες χώρες, αναζωπυρώνοντας τους βαλκανικούς εθνικισμούς.
Στις 7 Σεπτεμβρίου ο κ. Βουτσιτς ακύρωσε την προγραμματισμένη συνάντηση με τον κ. Θάτσι, που θα γινόταν στις Βρυξέλλες, στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων για τη διευθέτηση της κρίσης, κατηγορώντας τον κ. Θάτσι για υπαναχώρηση. Κατόπιν αυτού το Κόσοβο ακύρωσε την πρόσκληση που είχε απευθύνει στον κ. Βούτσιτς για να μιλήσει στην Πρίστινα.

 

3. ΤΟΥΡΚΙΑ

α. Εσωτερική Κατάσταση

Ο κ. Ερντογάν κέρδισε τις προεδρικές εκλογές της 24 Ιουνίου 2018 και εξασφάλισε αυτοδυναμία στη Βουλή μαζί με το εθνικιστικό κόμμα ΜΗΡ του κ. Μπαχτελή.
Στις 19 Ιουλίου, ήρθη, ύστερα από δύο χρόνια, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης, πλην όμως οι νέες εξουσίες του προέδρου και ο υπό ψήφιση νέος αντιτρομοκρατικός νόμος δίνουν τη δυνατότητα στον κ. Ερντογάν να συνεχίσει την πολιτική καταστολής με τους ίδιους, αν όχι εντατικότερους, ρυθμούς.
Η οικονομία της Τουρκίας βρίσκεται υπό κατάρρευση, λόγω της συνεχιζόμενης υποτίμησης της τουρκικής λίρας, του υψηλού κόστους δανεισμού και της αποχώρησης του ξένου κεφαλαίου, αλλά και τον διπλασιασμό του δασμού του χάλυβος και του αλουμινίου, που εξάγεται στις ΗΠΑ, από τον κ. Τραμπ.

β. Εξωτερικές Σχέσεις

Οι σχέσεις με τις ΗΠΑ, λόγω της συνεχιζόμενης κρατήσεως του πάστορος κ. Μπάνσον και της επιμονής της Τουρκίας για την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400, βρίσκονται στο Ναδίρ. Ο κ. Τραμπ επέβαλε κυρώσεις τους Υπουργούς Δικαιοσύνης και Εσωτερικών και ανέστειλε, κατόπιν ψηφίσματος της Γερουσίας, την πώληση των α/φ F-35, προκαλώντας την οργισμένη αντίδραση της Τουρκίας, που επέβαλε κυρώσεις στους αντίστοιχους Υπουργούς των ΗΠΑ.

Ο κ. Ερντογάν, για να αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση και να αποφύγει την προσφυγή στο ΔΝΤ εστράφη προς τη Ρωσία και ανέπτυξε σχέσεις με τον κ. Πούτιν, ο οποίος όμως δεν είναι σε θέση να του προσφέρει ουσιαστική οικονομική βοήθεια. Γι αυτό άρχισε να ρίχνει γέφυρες προς την ΕΕ, η οποία είναι ο υπ΄αριθμ. ένα οικονομικός της εταίρος, ζητώντας μάλιστα και την επανικίνηση των ενταξιακών της διαπραγματεύσεων. Ο κ. Μακρόν υπεσχέθη ότι θα βοηθήσει την Τουρκία, αλλά η Γερμανία ανακοίνωσε ότι δεν αντιμετωπίζει αντικείμενο βοήθειας αυτή τη στιγμή.
Ο κ. Τραμπ επδιώκει με τον οικονομικό πόλεμο να κάμψει τον κ. Ερντογάν και αν δεν το καταφέρει να προκαλέσει αλλαγή καθεστώτος με κοινωνική εξέγερση. Στην προσπάθειά του αυτή είναι μόνος, γιατί με τις αλυσιδωτές κυρώσεις του πλήττονται αδιακρίτως εχθροί και φίλοι. Στην περίπτωση της Τουρκίας οι ευρωπαίοι είναι απέναντι, παρά τις διαφορές με τον κ. Ερντογάν, γιατί μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες είναι εκτεθειμένες στο τουρκικό χρέος και χιλιάδες ευρωπαϊκές εταιρίες έχουν κάνει μεγάλες επενδύσεις σ΄αυτή. Η Γερμανία όμως για να βοηθήσει απειτεί από τον κ. Ερντογάν να παύσει να χειραγωγεί την Τουρκική Κεντρική Τράπεζα και να εφαρμόσει πολιτική λιτότητος. Κατά πάσαν πιθανότητα ο κ. Ερντογάν θα υποκύψει προκειμένου να αποφύγει την ταπεινωτική προσφυγή στο ΔΝΤ.

Στο Συριακό συνεργάζεται με τη Ρωσία και το Ιράν επιδιώκοντας :
Πρώτον : Να διατηρήσει στο εσωτερικό της Συρίας ζώνη δικής της επιρροής στην οποία να συγκεντρωθούν όλοι οι αντικαθεστωτικοί, ώστε να μην καταφύγουν στην Τουρκία, όπως επιδιώκει ο κ. Άσαντ.
Δεύτερον : Να περιέλθουν όλα τα συριοκουρδικά καντόνια στον έλεγχο της Δαμασκού και να αποτρέψει μια πιθανή συμφωνία μεταξύ Κούρδων και Άσαντ για επιστροφή όλων των αραβικών εδαφών που έχουν κατακτήσει με αντάλλαγμα τη μεγαλύτερη αυτονομία τους και
Τρίτον : Να κερδίσει όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μερίδιο για τις τουρκικές κατασκευαστικές εταιρίες στην ανοικοδόμηση της Συρίας, παρόλο που ο κ. Άσαντ έχει δηλώσει ότι όσοι έλαβαν μέρος στην καταστροφή της χώρας, όπως η Τουρκία, δεν μπορεί να επωφεληθούν από την ανοικοδόμησή της.
Εξελίξεις στη Συρία όπως παρ. 7 κατωτέρω.

4. Ε.Ε.

α. Μεταναστευτικό

Η μεταναστευτική κρίση έχει χωρίσει την ΕΕ σε δύο στρατόπεδα με τους Μέρκελ-Μακρόν από τη μια και τους Σαλβίνι (Ιταλό Υπουργό Εσωτερικών) – Ορμπαν (πρωθυπουργό Ουγγαρίας) από την άλλη μεριά και έχει προκαλέσει προβήματα στο εσωτερικό αρκετών χωρών όπως στη Γερμανία, που ο ηγέτης των Βαυαρών και Υπουργός Εσωτερικών κ. Ζέεχοφ, απειλώντας με παραίτηση και πρόκληση κυβερνητικής κρίσης, ανάγκασε την κ. Μέρκελ, προκειμένου να εκτονωθεί η κρίση, να απευθυνθεί στην ΕΕ και να πετύχει την έγκριση, κάθε χώρα να έχει το δικαίωμα δημιουργίας στα σύνορά της κλειστών κέντρων τράνζιτ στα οποία οι δευτερογενείς μετανάστες, δηλαδή αυτοί που έχουν εισέλθει πρώτα σε άλλη χώρα, να παραμένουν 48 ώρες και στη συνέχεια να επιστρέφονται στις χώρες πρώτης εισόδου τους.
Η Ιταλία με απόφαση του κ. Σαλβίνι, έχει κλείσει τα λιμάνια της σε όσα πλοία μεταφέρουν διασωθέντες πρόσφυγες και μετανάστες, με αποτέλεσμα να έχει προκληθεί σοβαρότατο ανθρωπιστικό πρόβλημα, το οποίο καλούνται να επιλύσουν οι άλλες χώρες. Η πολιτική αυτή έχει προκαλέσει τις επικρίσεις του ΟΗΕ, την αντίδραση του προέδρου κ. Ματαρέλα και την σκληρή κριτική στελεχών του Κινήματος 5 Αστέρων, που μετέχει στην κυβέρνηση, αλλά αυτός παραμένει αμετακίνητος και συνεργάζεται με τον Ούγγρο πρωθυπουργό κ. Ορμπαν τον οποίο υποδέχθηκε στις 28 Αυγούστου στο Μιλάνο, όπου διεπίστωσαν πλήρη ταύτιση των απόψεών τους.
Στις 19 Ιουλίου η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αποφάσισε την παραπομπή της Ουγγαρίας στο Δικαστήριο της ΕΕ (ΔΕΕ) επειδή η νομοθεσία της περί ασύλου και επιστροφής μεταναστών δεν συνάδει με το Δίκαο της ΕΕ. Για το λόγο αυτό ο κ. Ορμπάν επιτέθηκε στις 27 Ιουλίου στην Κομισιόν, αναφέροντας ότι η επόμενη Κομισιόν που θα προκύψει μετά τις εκλογές του Μαίου 2019, θα καταργήσει το υπάρχον νομικό πλαίσιο περί ασύλου.
Η Αυστρία στις 30 Αυγούστου, ζήτησε την αποστολή στρατού στα σύνορα για την αποτροπή των μεταναστών.

Δυστυχώς την πολιτική Σαλβίνι – Ορμπάν ασπάζονται όλα τα ξενοφοβικά και ρατσιστικά ευρωπαϊκά κόμματα, τα οποία έχουν αναγάγει το μεταναστευτικό σε επιτυχημένη εκλογική στρατηγική.

β. Γερμανία

Παρόλο που η κ. Μέρκελ πέτυχε συμφωνία με την ΕΕ για την επαναπροώθηση των δευτερογενών μεταναστών, όπως αναφέρεται ανωτέρω, ο κ. Ζεεχόφερ απειλεί να δώσει εντολή, ως αρμόδιος υπουργός, άμεσης επαναπροώθησης των δευτερογενών μεταναστών στις χώρες εισόδου τους. Σε αυτή την περίπτωση η κ. Μέρκελ θα υποχρεωθεί είτε να αποδεχθεί μία ταπεινωτική ήττα, που θα διαλύσει την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, είτε να αποπέμψει τον κ. Ζεεχόφ προκαλώντας κρίση, που πιθανόν να οδηγήσει και σε εκλογές.

Ο κ. Ζεεχόφ τηρεί αυτή τη στάση, προκειμένου να περιορίσει τις διαρροές των ψηφοφόρων του προς το ξενοφοβικό κόμμα Afd στις εκλογές του Νοεμβρίου στη Βαυαρία.

Με άρθρο του ο ΥΠ. ΟΙΚ. Κ. Μάας προβάλει την ανάγκη απογαλακτισμού της ΕΕ από το σύστημα δολαρίου με στόχο να προστατευθεί από την πολιτική των μονομερών κυρώσεων του κ. Τραμπ και τάσσεται υπέρ της δημιουργίας Ευρωπαϊκού Νομισματικού Ταμείου και συστήματος διεθνών πληρωμών.

γ. Ιταλία

Στις 15 Ιουνίου η Ιταλία αρνήθηκε τον ελλιμενισμό του σκάφους της ανθρωπιστικής οργανώσεως SOS Mediterranee, το οποίο μετέφερε 629 διασωθέντες πρόσφυγες και μετανάστες και στις 17 Αυγούστου του σκάφους «Aquarious» που μετέφερε άλλους 141 διασωθέντες, που τελικά έγιναν δεκτοί από άλλες χώρες (λοιπά παράγραφος 5β ανωτέρω).
Αντιπαράθεση εντός της κυβερνήσεως έχει προκαλέσει η απόφαση του κ. Σαλβίνι για απογραφή των ρομά που ζουν στην Ιταλία και κυρίως η δήλωσή του ότι «δυστυχώς είναι Ιταλοί πολίτες και πρέπει να τους κρατήσουμε».

δ. Γαλλία

Στις 26 Αυγούστου ο κ. Μακρόν, σχολιάζοντας τις συναντήσεις Σαλβίνι-Ορμπάν, δήλωσε ότι φιλοδοξεί στις ευρωεκλογές να ηγηθεί ενός κεντρώου φιλοευρωπαϊκού συνασπισμού, που θα είναι ο κύριος αντίπαλος των δυνάμεων της εθνικιστικής δεξιάς και της ακροδεξιάς.
Στις 27 Αυγούστου σε ομιλία του στην ετήσια συνέλευση των Γάλλων Πρέσβεων ο κ. Μακρόν κάλεσε την Ευρώπη να αποκτήσει «στρατηγική αυτοδυναμία» έναντι των ΗΠΑ και πρότεινε μια νέα ευρωπαϊκή πολιτική ομόκεντρων κύκλων. Στον πρώτο θα βρίσκεται η ΕΕ, στο δεύτερο η Βρετανία και στον τρίτο η Ρωσία και η Τουρκία. Προς τούτο ζήτησε την ακυρωση των διαπραγματεύσεων με τις χώρες των Δ. Βαλκανίων και την Τουρκία και την σύναψη μιας ειδικής συμφωνίας μαζί της. Επίσης την ένταξη της Ρωσίας σε μια «νέα αρχιτεκτονική ευρωπαϊκής άμυνας και ασφάλειας» υπό την προϋπόθεση να υπάρξουν βήματα προόδου στο Ουκρανικό. Αυτό προκάλεσε θετικά σχόλια από τον κ. Πούτιν, ο οποίος σκοπεύει να επισκεφθεί το Παρίσι το Νοέμβριο.

ε. Βρετανία

Στις 9 Ιουλίου παραιτήθηκαν οι υπουργοί του σκληρού Brexit κ.κ. Τζόνσον και Ντέϊβις, με τον πρώτο να χαρακτηρίζει «καταστροφή» το σχέδιο που ακολουθεί η κ. Μέϊ και να δηλώνει ότι είναι έτοιμος να την διαδεχθεί.
Στις 5 Σεπτεμβρίου οι διωκτικές αρχές έδωσαν στη δημοσιότητα τις φωτογραφίες δύο Ρώσων πρακτόρων της μυστικής υπηρεσίας του ρωσικού στρατού κατηγορώντας τους για την απόπειρα δολοφονίας με τοξικό αέριο, τον περασμένο Μάρτιο, του Ρώσου πρώην πράκτορα Σκριπάλ και της κόρης του. Απαντώντας ο κ. Ουσάκωφ, σύμβουλος του κ. Πούτιν, δήλωσε ότι τα ονόματα και των δύο είναι άγνωστα στο Κρεμλίνο και ότι οι φωτογραφίες δεν του λένε τίποτε.
Η Γερμανία, η Γαλλία, οι ΗΠΑ και ο Καναδάς υιοθέτησαν τα συμπεράσματα της βρετανικής κυβέρνησης και ζήτησαν από τη Ρωσία να καταστρέψει το πρόγραμμά της που σχετίζετι με τη νευροτοξική ουσία Novichok.

5. ΗΠΑ

Η έρευνα για τη ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές αναμένεται να πάρει άσχημη τροπή για τον κ. Τραμπ από την πιθανότητα συνεργασίας με τον ειδικό ανακριτή κ. Μιούλερ του δικηγόρου του κ. Κοέν και του επικεφαλής της προεκλογικής του εκστρατείας προκειμένου να επιτύχουν μείωση της ποινής τους για αδικήματα άσχετα προς την υπόθεση, που έχουν ομολογήσει.
Στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ από 11-12 Ιουλίου στις Βρυξέλλες συγκρούστηκε με όλους τους ευρωπαίους συμμάχους κατηγορώντας τους για μειωμένη συμμετοχή στις αμυντικές δαπάνες και ειδικότερα τη Γερμανία η οποία συνεισφέρι το 1,2% του ΑΕΠ της αντί του 2% που έχει συμφωνηθεί.
Στις 12 Ιουλίου σε συνέντευξή του στην εφημερίδα SUN κατηγόρησε την βρετανίδα πρωθυπουργό κ. Μέϊ για λάθος χειρισμούς στο Brexit και εξύμνησε τον παραιτηθέντα ΥΠΕΞ κ. Τζόνσον, οπαδό του σκληρού Brexit.
Στις 16 Ιουλίου συναντήθηκε με τον κ. Πούτιν στο Ελσίνκι, χωρίς ατζέντα και χωρίς δημοσιοποίηση των θεμάτων που συζητήθηκαν και των όσων συμφωνήθηκαν. Το αμερικανικό κατεστημένο τον κατηγόρησε ότι τα έδωσε όλα χωρίς να πάρει τίποτα και κυρίως γιατί δήλωσε ότι εμπιστεύεται τον κ. Πούτιν περισσότερο από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ σε σχέση με την ρωσική ανάμειξη στις αμερικανικές εκλογές.

Μάλιστα αρθρογράφοι σοβαρών εφημερίδων τον παρουσίασαν ως ανδρείκελο του Πούτιν, ο οποίος τον κρατά όμηρο με κάποιο οικονομικό ή σεξουαλικό σκάνδαλο και ότι τον προετοίμαζε επί χρόνια για να γίνει πρόεδρος των ΗΠΑ και να διαλύσει τη Δύση.

Στις 17 Ιουλίου υπερασπίστηκε με δηλώσεις του, τη συνάντηση χαρακτηρίζοντάς την επιτυχή, κατηγόρησε τα ΜΜΕ για διασπορά ψευδών ειδήσεων, απεκάλυψε ότι προσκάλεσε τον κ. Πούτιν για επίσημη επίσκεψη στο Λευκό Οίκο και εξέφρασε την εμπιστοσύνη του στις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ, ανασκευάζοντας τις δηλώσεις του της προηγουμένης.
Στις 4 Σεπτεμβρίου η Ουάσιγκτον Ποστ δημοσίευσε ότι εντός του Σεπτεμβρίου θα κυκλοφορήσει βιβλίο του θρυλικού δημοσιογράφου κ. Μπομπ Γούντγουορντ, στο οποίο αποκαλύπτει ότι στελέχη του Λευκού Οίκου, όπως ο Υπουργός Άμυνας κ. Μάτις, αποκαλούν τον πρόεδρο «ηλίθιο», «άτομο με νοημοσύνη μικρού παιδιού», «άτομο με μηδενική αντίληψη της κρισιμότητος της αμερικανικής στρατιωτικής παρουσίας στην κορεατική χερσόνηση» και άλλα πολλά.
Στις 5 Σεπτεμβρίου η εφημερίδα New York Times δημοσίευσε άρθρο ανωνύμου «κορυφαίου αξιωματούχου» της κυβέρνησης Τραμπ, ο οποίος ισχυρίζεται ότι αναπτύσσεται ένα υπόγειο ρεύμα «αντίστασης» αρκετών κυβερνητικών στελεχών, ώστε «να τεθεί φραγμός στις χειρότερες παρορμήσεις του προέδρου», τον οποίον χαρακτηρίζει «ασταθή» και «επιβλαβή» για την υγεία της δημοκρατίας της χώρας. Αποκαλύπτει επίσης ότι πολλά κυβερνητικά στελέχη σκέφθηκαν να κινήσουν τη διαδικασία αποπομπής του αλλά το απέφυγαν γιατί θα βύθιζε τη χώρα σε συνταγματική κρίση και προτίμησαν την υπόγεια αντίδραση μέχρις ότου, με τον ένα ή άλλο τρόπο, τερματίσει τον βίο του στην προεδρία.
Την ίδια αντίληψη ως προς τον τρόπο αντιμετωπίσεως των ακροτήτων του κ. Τραμπ έχει και το Δημοκρατικό Κόμμα, όπως προκύπτει από τις αυστηρές έγγραφες οδηγίες που έστειλε η επικεφαλής του κόμματος στη Βουλή κ. Πελόζι, σε όλους τους βουλευτές, απαγορεύοντάς τους να αναφέρουν τη λέξη «καθαίρεση», όταν σχολιάζουν τα πεπραγμένα του.

Τα γεγονότα αυτά, έχουν προκαλέσει μεγάλη αναταραχή στο Λευκό Οίκο που αναζητεί τον ανώνυμο αρθρογράφο, με τον κ. Τραμπ, σε μια πρωτοφανή κίνηση, να απαιτεί από τους Times να τον αποκαλύψουν αμέσως, για λόγους ασφάλειας, και να ζητά από τον Υπουργό Δικαιοσύνης να διατάξει έρευνα για τον εντοπισμό του .

6. ΡΩΣΙΑ


Στις 14 Ιουλίου ο εκπρόσωπος του κ. Πούτιν επέκρινε την πρόσκληση των Σκοπίων από το ΝΑΤΟ για ένταξη, κάνοντας λόγο για «απορρόφηση με το ζόρι».
Στις 19 Ιουλίου ο κ. Πούτιν, μιλώντας στην ετήσια συνάντηση των Ρώσων Πρέσβεων, χαρακτήρισε τη συνάντηση με τον κ. Τραμπ ως επιτυχή, προσθέτοντας ότι υπάρχουν δυνάμεις στις ΗΠΑ, που αντιστρατεύονται τη βελτίωση των σχέσεών τους με τη Ρωσία, γιατί βάζουν το κομματικό τους συμφέρον σε πρώτη γραμμή.

Ρώσοι πολιτικοί και ρωσικά ΜΜΕ εκτιμούν ότι ο κ. Πούτιν πήρε την αναγνώριση της Ρωσίας ως παγκόσμιας υπερδύναμης ισότιμης με τις ΗΠΑ, χωρίς να δώσει τίποτα.

Στις 21 Αυγούστου η Ρωσία ανακοίνωσε ότι οι S-400 θα παραδοθούν στην Τουρκία το 2019, θα στοιχίσουν 2,5 δις δολάρια και η αποπληρωμή θα γίνει σε τουρκικές λίρες, προκειμένου να διευκολυνθεί η Τουρκία που αντιμετωπίζει τεράστια κρίση λόγω της υποτιμήσεως του νομίσματός της.
Στις 23 Αυγούστου συναντήθηκαν οι Σύμβουλοι Ασφαλείας των ΗΠΑ κ. Πομπέο και της Ρωσίας κ. Πατρουσώφ στη Γενεύη, χωρίς να εκδώσουν κοινό ανακοινωθέν, γιατί η Ρωσία ηρνείτο να συμπεριληφθεί σ΄αυτό και η προσάρτηση της Κριμαίας, την οποία θεωρεί οριστική και αδιαπραγμάτευτη.
Στις 29 Αυγούστου ο κ. Πούτιν επισκέφθηκε τη Γερμανία και συζήτησε για τον αγωγό φυσικού αερίου Nord Stream, για την κατασκευή του οποίου επιμένει η κ. Μέρκελ παρά τις αντιρρήσεις των ΗΠΑ.

Η μονομερής πολιτική των κυρώσεων του κ. Τραμπ, ωθεί σε συνεννόηση Ρωσία και ΕΕ. Ήδη ο κ. Πούτιν έχει κάνει ανοίγματα προς Γερμανία, Γαλλία, Τσεχία, Αυστρία και Ουγγαρία και προγραμματίζει να τα συνεχίσει και με άλλες χώρες.

Στις 29 Αυγούστου η Ρωσία ανακοίνωσε ότι θα πραγματοποιήσει την άσκηση VOSTOK 2018 (ΑΝΑΤΟΛΗ) από τη Βαλτική μέχρι την Άπω Ανατολή στην οποία θα συμμετάσχουν 300.000 στρατιώτες, 36.000 ΤΘ οχήματα και πάνω από 1.000 Α/Φ. Θα συμμετάσχει επίσης η Κίνα με 3.200 στρατιώτες, 900 ΤΘ οχήματα και 30 Ε/Π. Η άσκηση αυτή αποτελεί επίδειξη δυνάμεως προς το ΝΑΤΟ για την επιχειρούμενη διεύρυνσή του προς Ανατολάς και προς τις ΗΠΑ που ανοίγονται προς την Άπω Ανατολή.

7. Μέση Ανατολή

α. Συρία

Ο στρατός του Άσαντ με την υποστήριξη της ρωσικής αεροπορίας ανεκατέλαβε το σύνολο των περιοχών που κατείχαν οι αντικαθεστωτικοί και οι τζιχαντιστές πλην της επαρχίας Ιντιλίμπ στην οποία έχουν συγκεντρωθεί τα υπολλείμματα των ισλαμιστών με τις οικογένειές τους, αλλά και τρομοκράτες της HTS (Χαγιάτ Ταχίρ αλ Σαμ), όπως έχει μετονομαστεί προσφάτως η αλ Νούρσα. Ήδη ο στρατός του Άσαντ είναι έτοιμος να αρχίσει την επίθεση με τις ευλογίες της Ρωσίας, η οποία απαντώντας στις εκκλήσεις των κ.κ. Τραμπ και Ερντογάν, για να παρεμποδίσει την ανθρωπιστική καταστροφή που θα προκαλέσει μια επίθεση, δήλωσε ότι το Ιντιλίμπ είναι «σφηκοφωλιά των τρομοκρατών που πρέπει να εκκαθαριστεί γιατί εμποδίζει την επίλυση του Συριακού και απειλεί άμεσα τη ρωσική Βάση στη Λατάκια.

Η Τουρκία αντιδρά όχι για ανθρωπιστικούς λόγους, αλλά γιατί φοβάται ότι το μεγαλύτερο μέρος των εγκλωβισμένων θα περάσει στο έδαφός της, πράγμα το οποίο επιδιώκει και ο Άσαντ, για να απαλλαγεί από τους αντιπάλους του.

Στις 28 Αυγούστου η Ρωσία ενίσχυσε τη ναυτική της παρουσία ανοικτά της Συρίας, επικαλουμένη το ενδεχόμενο πληγμάτων των Δυτικών κατά του Άσαντ, ύστερα από προβοκάτσια των Σύρων ανταρτών για δήθεν χρήση χημικών ουσιών.

Στις 7 Σεπτεμβρίου συναντήθηκαν στην Άγκυρα οι κ.κ. Πούτιν, Ερντοχάν και Ροχανί, όπου η πρόταση του κ. Ερντογάν για εκεχειρία στην Ιντιλίμπ απορρίφθηκε από τους άλλους δύο, με τον κ. Ερντογάν να δηλώνει ότι η Τουρκία δεν θα μείνει αδιάφορη αν πραγματοποιηθεί επιχείρηση κατά της Ιντιλίμπ. Κατά το αλ Τζατζίρα, ύστερα από αυτό, η πιο πιθανή περίπτωση είναι μια περιορισμνένη ρωσική επιχείρηση για την εξουδετέρωση της HTSκαι την απώθηση των ανταρτών προς βορρά, ώστε να εξασφαλιστεί η ρωσική Βάση στη Λατάκια. Επίσης αποκλείει την ολομέτωπη επίθεση, γιατί αυτό θα προκαλούσε τεράρτια ανθρωπιστική καταστροφή και νέο κύμα προσφύγων και θα έφερε τη Ρωσία αντιμέτωπη με την Τουρκία, αλλά και με την ΕΕ και τις ΗΠΑ.

Η ανάλυση του Αλ Τατζίρα είναι λογική και μάλλον θα επαληθευθεί.

β. Ισραήλ - Παλαιστίνη

Ο κ. Τραμπ κατήργησε την ετήσια συμβολή, ύψους 369 εκατ. δολαρίων που καταβάλλουν οι ΗΠΑ στην υπηρεσία του ΟΗΕ για τους Παλαιστινίους πρόσφυγες, γιατί, όπως δήλωσε η Πρέσβυς στον ΟΗΕ κ. Χέϊλ, οι ΗΠΑ, αναγνωρίζουν ως πρόσφυγες μόνον όσους ζούσαν προ του 1948, οι οποίοι είναι ελάχιστοι και ως εκ τούτου δεν υπάρχει προσφυγικό ζήτημα. Αυτό, ύστερα από την αναγνώριση ως νομίμων των ισραηλινών εποικισμών και την αναγνώριση της Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσαν του Ισραήλ, αποτελεί ένα ακόμη βήμα από τον κ. Τραμπ για την εγκατάλειψη της προοπτικής δημιουργίας ανεξαρτήτου παλεστινιακού κράτους.

Όπως αποκάλυψε ο πρόεδρος των Παλαιστινίων κ. Αμπάς, ο γαμπρός του κ. Τραμπ κ. Κουσνέρ του πρότεινε αντί για ανεξάρτητο παλαιστινιακό κράτος, ένα είδος συνομοσπονδίας με την Ιορδανία δηλαδή επιστροφή στην προ του πολέμου 1967 κατάσταση, που η Δυτική Όχθη ήταν προτεκτοράτο της Ιορδανίας και η Γάζα της Αιγύπτου.

Με τις κινήσεις του αυτές ο κ. Τραμπ και με την πλήρη ταύτισή του με τον κ. Νετανιάχου θα προκαλέσει την οργή όλου του αραβικού κόσμου και θα αναγάγει το Ιράν ως τον ισχυρότερο υπερασπιστή των Παλαιστινίων.

Στις 19 Ιουλίου η Κνεσέτ ενέκρινε νόμο που ορίζει ότι μόνο οι Εβραίοι έχουν το δικαίωμα της αυτοδιαθέσεως στη χώρα και καταργεί την αναγνώριση της αραβικής γλώσσας, ως ισότιμης με την εβραϊκή. Η Επίτροπος της ΕΕ κ. Μογκερίνι εξέφρασε την ανησυχία της ΕΕ σχολιάζοντας ότι αυτό θα περιπλέξει τη λύση των δύο κρατών, ενώ ο Τούρκος πρόεδρος κ. Ερντογάν εξομοίωσε το Ισραήλ με την Γερμανία του Χίτλερ.
Στις 21 Ιουνίου ο κ. Νετανιάχου συναντήθηκε με τον κ. Πούτιν στη Μόσχα με τον οποίο συμφώνησε, το μέν Ισραήλ να σταματήσει κάθε δράση κατά του Άσαντ, η δε Ρωσία να μη επιτρέψει στα ιρανικά στρατεύματα να προσεγγίσουν τα ισραηλινά σύνορα στην περιοχή των υψωμάτων Γκολάν, κατά την επιχείρηση ανακαταλήψεως της περιοχής από τα στρατεύματα του Άσαντ. Επίσης εξασφάλισε το δικαίωμα να παρεμποδίζει τις αποστολές όπλων του Ιράν στη Χεζμπολάχ, μέσω του συριακού εδάφους.


γ. Ιράν

Στις 6 Αυγούστου ο κ. Τραμπ επέβαλε νέες κυρώσεις κατά του Ιράν, τις οποίες δήλωσαν ότι δεν θα εφαρμόσουν η Γερμανία, η Γαλλία, η Βρετανία, η Ρωσία και η Κίνα, που διαβεβαίωσαν το Ιράν ότι θα τηρήσουν τη διεθνή συμφωνία και ότι θα το βοηθήσουν στην ελάφρυνση των επιπτώσεων από τις κυρώσεις, πλην όμως αυτό θα είναι δύσκολο, γιατί οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις έχουν εκδηλώσει την πρόθεση να αποχωρήσουν, φοβούμενες τις κυρώσεις.

8. ΑΣΙΑ

α. Κίνα

Τον Αύγουστο ο κ. Τραμπ επέβαλε διαδοχικά δασμούς 25% σε κινεζικά προϊόντα 50 δις δολαρίων και απειλεί να τα φτάσει σε 100 δις δολάρια, με την Κίνα να απαντά στο ίδιο νόμισμα.
Στις 10 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε διήμερη διάσκεψη του Οργανισμού της Σαγκάης στην Κίνα, στην οποία συμμετείχαν για πρώτη φορά η Ινδία και το Πακιστάν και επιβεβαιώθηκαν οι στενοί δεσμοί Κίνας και Ρωσίας.

β. Β. Κορέα

Στις 22 Αυγούστου η Διεθνής Υπηρεσία Ατομικής Ενέργειας (ΙΕΑΑ) ανακοίνωσε ότι δεν έχει καμιά ένδειξη ότι η Β.Κορέα έχει διακόψει τις πυρηνικές της δραστηριότητες, ενισχύοντας τις αμφιβολίες, ότι το καθεστώς δεν έχει πρόθεση να εγκαταλείψει το πυρηνικό του πρόγραμμα.
Στις 30 Αυγούστου ο κ. Τραμπ επαίνεσε τον κ. Κιμ και ανέστειλε τις ασκήσεις με τη Ν.Κορέα τις οποίες είχε ανακοινώσει ο ΥΠΕΞ κ. Πομπέο στις 28 Αυγούστου ταυτόχρονα με την ακύρωση της επισκέψεώς του στην Πιον Γιανγκ εξ αιτίας της ελλείψεως προόδου στις συνομιλίες.
Στις 6 Σεπτεμβρίου ο κ. Τραμπ έγραψε στο twitter «ο κ. Κιμ δηλώνει αταλάντευτη πίστη στον πρόεδρο Τραμπ. Ευχαριστώ τον πρόεδρο Κιμ, Μαζί θα τα καταφέρουμε».
Αυτός είναι ο Τραμπ και σ΄όποιον αρέσει!!!!.

BESA: China’s Naval Success and Its Grand Strategy, By Emil Avdaliani September 28, 2018

on Saturday, 29 September 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

EXECUTIVE SUMMARY: US world power rests upon its ability to dominate the seas and the world’s commercial and military routes. Any power aspiring to a similar position goes against American geopolitical interests. China’s naval successes in the past decade or so therefore have far-reaching effects as the country is gradually becoming more experienced in military operations in far-flung regions across the globe.

A look at the map of China shows what the country’s geopolitical imperatives have been over the course of centuries.

Perhaps the first goal of all the successive Chinese dynasties was to gain and maintain control of the heartland – the Han core, which contains major Chinese rivers and is abundant with people and productive lands. The next logical goal was maintenance of influence over the buffer zones that surround the Han core. These consist of mountainous regions to the west, desert lands to the northwest, and impregnable forests to the south.

The third major imperative was historically to protect China’s coastline from foreign powers. However, because this threat was quite small in the ancient and medieval periods, the country did not see a need to develop powerful naval capabilities. In an age when there were no transcontinental trade routes and the only way to connect with the Middle East and Europe was the famous Silk Road, the geographical boundaries (mountains, jungles, deserts, and the sea) on all sides made China essentially a closed country with self-sufficient economic means. The Yangtze and Yellow rivers, with their surrounding fertile lands, produced enough to feed large populations in the Han core.

If China’s insularity was once a geopolitical advantage rather than a constraint, this has not been the case since the late 20th century. In the age of international trade routes and supply chains, China has to be open and in many cases must rely upon raw materials brought from abroad via sea routes. Thence comes China’s fourth geopolitical imperative: protection of international trade lines and resource hubs.

This will only be viable through two options: finding alternative land routes such as One Belt, One Road; or building a powerful military fleet capable of securing resources and global supply chains across the Asia-Pacific and elsewhere.

Building a powerful navy will mean collision with the US, whose global primacy rests upon its domination of sea lanes and relevant security alliances in Europe and the Asia-Pacific. Any diminution of US sea power will have a direct impact on the world order. This explains the importance Washington attaches to developments in foreign powers’ naval capabilities.

It is true that Chinese naval technology is still substantially behind current US capabilities. The US has 11 aircraft carriers and the Chinese only one, and that one still lacks an aircraft wing capable of operating off a carrier deck. However, what is important here is the trend: China has made significant progress over several decades and is rapidly developing new destroyers, amphibs, stealth fighters, and long-range weapons. This could expand its expeditionary military operations around the globe.

China continues to construct an array of offensive and defensive capabilities to enable the People’s Liberation Army (PLA) to gain maritime superiority within the first island chain in the Asia-Pacific. Those are the islands that run from the Kurils, through Taiwan, to Borneo, roughly encompassing the Yellow Sea, East China Sea, and South China Sea.

China’s broad range of anti-ship cruise missiles (ASCMs) and launch platforms, as well as submarine-launched torpedoes and naval mines, allow the People’s Liberation Army Navy (PLAN) to create an increasingly lethal, multi-access threat against an adversary approaching Chinese waters and operating areas.

The PLAN continues to develop into a global force. It is gradually extending its operational reach beyond East Asia and the Indo-Pacific into a sustained ability to operate at increasingly long ranges. The PLAN’s latest naval platforms enable combat operations beyond the reach of China’s land-based defenses.

Furthermore, the PLAN now has a sizable force of high-capability logistical replenishment ships to support long-distance, long-duration deployments, including two new ships being built specifically to support aircraft carrier operations. The expansion of naval operations beyond China’s immediate region will also facilitate non-war uses of military force.

The PLAN’s force structure continues to evolve, incorporating more platforms with the versatility for both offshore and long-distance power projection. China is engaged in series production of the LUYANG III-class DDG, the JIANGKAI II-class FFG, and the JIANGDAO-class FFL. China also launched its first RENHAI-class (Type 055) CG in 2017.

Even on the aircraft carrier level, despite its numerical inferiority, China continues to learn lessons from operating its lone carrier, the Liaoning, which is produced in the Ukraine. China’s first domestically produced aircraft carrier, launched in 2017, will be commissioned in 2019 (according to various sources, this will be a multi-carrier force). China’s next generation of carriers will probably have greater endurance and be capable of launching more varied types of fixed-wing aircraft than the Liaoning.

PLAN Aviation is also making progress on improving capabilities to conduct offensive and defensive offshore operations such as strike, air, and missile defense, strategic mobility, and early warning and reconnaissance missions.

For the moment, the PLAN’s ability to perform missions beyond the first island chain is modest. Its ability is constantly growing, however, as it gains more experience operating in distant waters and acquires larger and more advanced platforms. The US will remain a dominant force for the coming couple of decades, but Chinese successes should not be underestimated.

Chinese naval successes, as reflected in the recent Congressional report, add to growing American fears that China might become a global competitor in coming decades. From the US perspective, what the Chinese are doing in Eurasia through its pivotal One Belt, One Road initiative as well as various moves to influence Tajikistan, Afghanistan, and Pakistan is geopolitically significant. The Chinese are doing exactly what the Americans oppose – solidifying one-country rule in Eurasia.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family 

 

IISS: The US–Turkey rift

on Tuesday, 04 September 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Capping an accumulation of mutual grievances, US sanctions on Turkey over its refusal to release an American evangelical pastor suspected of involvement in the July 2016 coup attempt are accelerating the deterioration of Turkey’s economy and threatening bilateral security cooperation and NATO cohesion.

Relations between Turkey and the United States – two NATO allies and security partners in Afghanistan, Iraq and now Syria – are going through a major crisis. Just days after US President Donald Trump and Turkish President Recep Tayyip Erdogan were seen at the NATO Summit in Brussels, Trump unexpectedly imposed sanctions on Turkey’s interior and justice ministers. He is demanding that Turkish authorities release Andrew Brunson, an American evangelical pastor who spent over two years in a Turkish jail and is now under house arrest. Brunson is accused of cooperating with what the Turkish government calls the ‘Gulenist Terror Organisation’, which is associated with exiled Muslim preacher Fethullah Gulen and which Turks widely believe to have been behind the failed military coup in July 2016.

Erdogan refused to bend to US pressure, prompting another wave of US economic sanctions. On 10 August, the US doubled the tariffs on aluminium and steel imports from Turkey, prompting Ankara to sharply hike tariffs on several US products. While the US continues to threaten new economic measures, Erdogan has intensified the anti-American campaign in Turkey, accusing the West of waging an ‘economic war’. Public anger has resulted in shooting outside the US embassy in Ankara. With both leaders digging in their heels and refusing to back down, this crisis is likely to impair transatlantic security and the United States’ conflict-management efforts in Syria and beyond.

Tenuous relations
While the speed with which relations have deteriorated into a full-blown political confrontation has been startling, the downward trajectory of US–Turkey relations began many years ago. Both countries harbour serious grievances that need to be addressed before warm bilateral relations can be restored. This strategic discord is in part the result of diverging domestic trends, as Turkey under Erdogan has moved towards more authoritarian and Islamist rule. Yet it is somewhat ironic that the crisis has reached a head during the administration of a US president who generally appears more accommodating to autocratic strongmen.

 

Νατάσα Στασινού*: Η νέα... αταξία πραγμάτων. Πέντε πηγές αστάθειας στο διεθνές περιβάλλον - Σε έξαρση πολιτικές, οικονομικές και πολεμικές συγκρούσεις

on Friday, 31 August 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Πέντε πηγές αστάθειας στο διεθνές περιβάλλον - Σε έξαρση πολιτικές, οικονομικές και πολεμικές συγκρούσεις
Το γεωπολιτικό θερμόμετρο ανεβαίνει επικίνδυνα, με τις ΗΠΑ να χρησιμοποιούν το όπλο των οικονομικών κυρώσεων και των εμπορικών εμποδίων κατά πάντων. Ιράν, Ρωσία, Κίνα προχωρούν σε αντίποινα. Η Τουρκία βυθίζεται σε οικονομική κρίση, που πυροδοτεί φόβους «διάχυσης» και προκαλεί αναταράξεις στις διεθνείς αγορές. Η προσφυγική κρίση και κρίση ταυτότητας στην Ευρώπη καλά κρατεί. Πολιτικές αναταράξεις από την Αφρική έως τη Λατινική Αμερική προκαλούν διεθνή ανησυχία και τα «εύθραυστα» κράτη, όπως προειδοποιεί ο ΟΗΕ, πολλαπλασιάζονται. Καλώς ήρθατε στη νέα… αταξία πραγμάτων.

 

Ζούμε σε μία εποχή αναφλέξεων, με τις συγκρούσεις, πολιτικές, οικονομικές και πολεμικές, σε έξαρση. Μία εποχή αντιπαράθεσης ανάμεσα στο κλειστό και το ανοιχτό, στο εθνικό και το πολυμερές, τις δυνάμεις που θέλουν διατήρηση του status quo και εκείνες που επιδιώκουν να το ανατρέψουν. Η νέα πραγματικότητα «συνοψίζεται» στα ακόλουθα πέντε στοιχεία:

 

 

1. Νέος ψυχρός πόλεμος
Αν στον Ψυχρό Πόλεμο, που διήρκεσε από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου έως και την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, είχαμε ένα ξεκάθαρο δίπολο, σήμερα οι μεγάλοι παίκτες και οι δυνητικές συμμαχίες έχουν αυξηθεί και οι κανόνες του παιχνιδιού είναι πολυσύνθετοι. Η 25ετής περίοδος αμερικανικής ηγεμονίας φτάνει στο τέλος της και χώρες όπως η Κίνα, η Ρωσία, η Ινδία και φυσικά και η Ε.Ε. -ακόμη και εν μέσω κρίσεων και αμφισβητήσεων- διεκδικούν τον δικό τους χώρο. Τα στρατόπεδα δεν είναι ξεκάθαρα χαραγμένα. Ενώ ΗΠΑ, Βρετανία και Ε.Ε. δημιουργούν ενιαίο μέτωπο κατά της Ρωσίας με αφορμή την υπόθεση Σκρίπαλ ή εξαιτίας των διαφορετικών στρατηγικών και επιδιώξεων στη Συρία, δίνουν μεταξύ τους μάχες για το εμπόριο, τον ρόλο διεθνών οργανισμών, τη χρησιμότητα του ΝΑΤΟ, τα ενεργειακά δίκτυα, τη συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν. Και ενώ όλοι στη Δύση ορθώνουν τείχη κατά της κινεζικής «επέλασης» σε υποδομές και τεχνολογικό κλάδο, κάποιοι σπεύδουν παράλληλα να δώσουν το «παρών» στο νέο Δρόμο του Μεταξιού, ενώνοντας δυνάμεις με τον «δράκο». Όλοι εναντίον όλων, αλλά και όλοι πιθανοί σύμμαχοι.

2. Άνοδος αυταρχικών ηγετών
Τα τελευταία χρόνια διαβάζουμε συνεχώς ότι η δημοκρατία απειλείται, ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μία νέα παγκόσμια κρίση πολιτικής νομιμοποίησης, η οποία προσφέρει ευκαιρίες και χώρο σε αυταρχικούς ηγέτες, οπαδούς ανελεύθερων καθεστώτων. «Από τη Βραζιλία έως την Ισπανία και από την Γκάμπια έως την Ταϊλάνδη, η ίδια η φύση της διακυβέρνησης, δημοκρατική ή μη, αμφισβητείται εντόνως από τους πολίτες με διαδηλώσεις» γράφει ο ξένος Τύπος. Αναβιώνει το προφίλ του παντοδύναμου ηγέτη, που συγκεντρώνει στα χέρια του κάθε δυνατή εξουσία, χρίζει εαυτόν ισόβιο αυτοκράτορα, βγάζει από τη μέση κάθε είδους αντίπαλο με «εκστρατείες κατά της διαφθοράς», συνταγματικές μεταρρυθμίσεις και πάντα με νοσταλγία για κάποιο «ένδοξο παρελθόν» και «όραμα» για το μέλλον.

3. Κρίση ταυτότητας
Ποιοι είμαστε και πού ανήκουμε; Τα ερωτήματα αυτά έρχονται συνεχώς στο προσκήνιο. Κυριαρχούν στην αντιπαράθεση για την προσφυγική κρίση και το νέο χάσμα Ανατολής- Δύσης που έχει ανοίξει στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είχαν καθοριστικό ρόλο σε όλες τις μεγάλες εκλογικές αναμετρήσεις των τελευταίων ετών, ακόμη και στο δημοψήφισμα για το Brexit. Με την παγκοσμιοποίηση, τα ανοιχτά σύνορα και το ελεύθερο εμπόριο, που έβγαλαν εκατομμύρια ανθρώπους από τη φτώχεια στις αναδυόμενες οικονομίες, αλλά άφησαν στην πλευρά των «ηττημένων» ή «ξεχασμένων» τους μικρομεσαίους των ανεπτυγμένων οικονομιών, να δέχονται πυρά και την πολυπολιτισμικότητα να αμφισβητείται, τα εθνικιστικά, αντιμεταναστευτικά αφηγήματα κερδίζουν έδαφος. Η ρητορική μίσους, διχασμού, η απόρριψη του Άλλου ανεβαίνουν επικίνδυνα. Και ας μη σκεφτεί κανείς ότι αυτά είναι «προνόμιο» της Ε.Ε. ή της Αμερικής του Τραμπ. Από τη Μιανμάρ και την κρίση των Ροχίνγκια έως το Νότιο Σουδάν, τα σημεία ανάφλεξης πολλά.

4. Εμπορικά τείχη
Τα παραπάνω συνοδεύονται και από μία στροφή στον οικονομικό εθνικισμό και τον εμπορικό προστατευτισμό. Οι κόντρες των ΗΠΑ με Ε.Ε., Κίνα, Καναδά και μικρότερους εμπορικούς εταίρους θα μπορούσαν να σημάνουν τον θάνατο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και του πολυμερούς συστήματος διαπραγματεύσεων. Ήδη, ακόμη και οι χώρες που επισήμως υπερασπίζονται την υφιστάμενη δομή του παγκόσμιου οικονομικού και εμπορικού συστήματος στρέφονται στη λύση των διμερών συμφωνιών και φροντίζουν να ορθώσουν εμπόδια σε δυνάμεις που θεωρούν ότι τους απειλούν.

5. Νομισματικά παιχνίδια
Η μάχη στο εμπορικό και γεωπολιτικό πεδίο συνοδεύεται αναπόφευκτα από έναν «πόλεμο» στην αγορά συναλλάγματος. Η Κίνα αφήνει το νόμισμά της να υποτιμηθεί, θέλοντας να αντισταθμίσει με αυτόν τον τρόπο τον αντίκτυπο των αμερικανικών δασμών στις εξαγωγές της. Άλλες αναδυόμενες οικονομίες δεν έχουν επιλογή. Βλέπουν τα νομίσματά τους σε ελεύθερη πτώση και το αμερικανικό δολάριο να απογειώνεται εξαιτίας της πολιτικής των κυρώσεων, που ακολουθεί ο Τραμπ, αλλά και της στροφής της Fed σε περιοριστική νομισματική πολιτική. Το αμερικανικό νόμισμα, που καλύπτει περίπου το 60% των παγκόσμιων συναλλαγματικών αποθεμάτων, το 80% των παγκόσμιων πληρωμών και σχεδόν το 100% των συναλλαγών πετρελαίου και ενέργειας, είναι μία πανίσχυρη δύναμη. Και η απότομη ανατίμησή του θα μπορούσε να αποδειχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες πηγές αστάθειας.

ΠΗΓΗ: ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ

*Νατάσα Στασινού:

Δημοσιογράφος στην εταιρεία Ναυτεμπορικη
Πρώην σύνταξη ειδήσεων στην εταιρεία ΕΡΤ Α.Ε.
Σπούδασε Διεθνείς και ευρωπαϊκές σπουδές στο Εθνικο & Καποδιστριακο Πανεπιστημιο Αθηνων
Σπούδασε Δημοσιογραφία στο Panteion University

Δημήτρης Γ. Απόκης*: ΗΠΑ και Τουρκία: Η κόντρα και το μέλλον!

on Monday, 20 August 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

 

Πρελούδιο…

Ακόμη δεν λέει να καταλαγιάσει ο θόρυβος γύρω από την ένταση στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, και όπως όλα δείχνουν η κόντρα Ουάσιγκτον – Ερντογάν, θα κρατήσει καιρό και το σήριαλ θα έχει πολλά επεισόδια. Εν μέσω αυτού του χαμού ήρθε και η θετική εξέλιξη της απελευθέρωσης των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, από τον Ερντογάν, η οποία πυροδότησε σωρεία αναλύσεων και αγιογραφιών του Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τράμπ. Ο κάθε πικραμένος έτρεξε να ευχαριστήσει τον Αμερικανό Πρόεδρο, για την απελευθέρωση των δυο και ένα κύμα αγάπης διαπέρασε το πανελλήνιο για τον μέχρι πρόσφατα, προσφιλή στόχο των απανταχού φίλων της παγκοσμιοποίησης και του παραδοσιακού δυτικού συστήματος. Πρόκειται για μια αστεία ιστορία η οποία δεν χρήζει σοβαρής ενασχόλησης.


Εκείνο που πραγματικά αξίζει μιας στεγνά ρεαλιστικής ανάλυσης είναι η κρίση στις σχέσεις Ουάσιγκτον – Ερντογάν, και τα συνεχιζόμενα προβλήματα της Τουρκίας σε διάφορα επίπεδα, κυρίως στον τομέα της οικονομίας. Όσο αφορά τους λεονταρισμούς του Ερντογάν, έχω αναφερθεί σε προηγούμενο περί τα κοκόρια κείμενο μου.

Αμερικανοτουρκικές σχέσεις…

Πραγματικά διανύουμε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ταραχώδη περίοδο στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Η συνεχιζόμενη κόντρα γύρω από την απελευθέρωση του Αμερικανού Πάστορα, Άντριου Μπράνσον, έχει εξελιχθεί σε μια σκληρή διεθνή κόντρα μεταξύ ΗΠΑ και Τουρκίας. Εδώ θα ήθελα να καλέσω όλους αυτούς, στην Ελλάδα, που αρέσκονται σε περισπούδαστες αναλύσεις για την κόντρα αυτή, να ασχοληθούν λίγο με την υπόθεση Μπράνσον έτσι ώστε να δουν πως και γιατί βρέθηκε να κρατείται στην Τουρκία. Το μόνο που θα αναφέρω είναι ότι η μεγάλη βάση υποστήριξης του Ερντογάν στην Τουρκία, είναι οι ισλαμιστές, ενώ αντίστοιχα του Προέδρου Τράμπ, στις ΗΠΑ, είναι οι Χριστιανοί Συντηρητικοί Ευαγγελιστές, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται και ο Αντιπρόεδρος, Μάϊκ Πένς. Αυτό έχει τη σημασία στην όλη κόντρα. Δεν θα επεκταθώ άλλο γιατί το θέμα αυτό είναι από μόνο του μια μονογραφία.

Η τουρκική λίρα, αντιμετωπίζει εδώ και χρόνια κρίση, κατά κύριο λόγο λόγω της πολιτικής πίεσης από τον Ερντογάν και τους υποστηρικτές του, προς την κεντρική τράπεζα της Τουρκίας, να κρατήσει πλασματικά χαμηλά τα επιτόκια. Την κρίση ήρθε να επιτείνει ένα κτύπημα από μια απρόσμενη μέχρι πριν λίγο διάστημα πηγή τις ΗΠΑ, όταν ο Πρόεδρος Τράμπ, ανακοίνωσε των διπλασιασμό των δασμών στις εισαγωγές χάλυβα και αλουμινίου από την Τουρκία, συνδέοντας την κίνηση αυτή με την κράτηση Μπράνσον.

Ενώ η οικονομική πίεση από τις ΗΠΑ, είναι κάτι συνηθισμένο στις διεθνείς σχέσεις, ως όπλο εναντίον στρατηγικών αντιπάλων, είναι η πρώτη φορά που το όπλο αυτό χρησιμοποιείται εναντίον ενός συμμάχου. Από την κίνηση αυτή προκύπτουν κάποια αποτελέσματα.

Επιπτώσεις της κόντρας…

Το πρώτο είναι, ότι στην παρούσα φάση η συμμαχία των ΗΠΑ με την Τουρκία, δεν υφίσταται. Και δεν μιλάμε για τη συμμαχία στο ΝΑΤΟ. Το ΝΑΤΟ έχει ήδη πεθάνει. Αναφέρομαι στις διμερείς διευθετήσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας. Οι δύο πλευρές έχουν μια μακρά στρατιωτική σχέση που πηγαίνει δεκαετίες πίσω στα 1950, με τις τουρκικές βάσεις να είναι κομβικές για τους στόχους της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, στην Ανατολική Μεσόγειο, το Ισραήλ, το Λίβανο, τη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, την πρώην Γιουγκοσλαβία, τη Μαύρη Θάλασσα, και τον Καύκασο. Η σχέση αυτή έχει οικοδομηθεί σε συγκεκριμένες βάσεις και δεδομένα. Η μακρά ιστορία της Τουρκίας, η ποικιλόμορφη και δυναμική οικονομία της, την καθιστά τη μόνη δύναμη που ακουμπά τη Μέση Ανατολή, και έχει τα χαρακτηριστικά να παρέχει βοήθεια στις ΗΠΑ, δημιουργώντας τα λιγότερα προβλήματα. Η θέση της στο χάρτη, μεταξύ Ασίας και Ευρώπης, μεταξύ της πρώην Σοβιετικής Ένωσης και της Μεσογείου, την καθιστά πύλη διέλευσης για κάθε εκτός περιοχής δύναμη που θέλει να παίξει σε αυτές τις τέσσερεις περιοχές.

Κατά τη διάρκεια του πρώτου πολέμου στον Περσικό Κόλπο, η βάση στο Ιντσιρλίκ, αποτέλεσε στρατηγικό σημείο για τις αμερικανικές επιχειρήσεις. Μόλις ο Ερντογάν ανήλθε στην εξουσία, το 2003, αρνήθηκε την παραχώρησή της, αναγκάζοντας την Ουάσιγκτον, να αναζητήσει μεγαλύτερες σε απόσταση και κόστος επιλογές. Μπορεί η Τουρκία να έχασε σε οικονομικές απολαβές, αλλά άρχισε να επιδεικνύει και να διαπραγματεύεται τη στρατηγική της σημασία. Χωρίς τη συμμαχία μεταξύ των δυο, η αμερικανική εξωτερική πολιτική σε αυτές τις τέσσερεις περιοχές, πρέπει να είναι αμφίβια η να στηρίζεται σε λιγότερο ικανούς, σταθερούς και αξιόπιστους συμμάχους.

Αμερικανική αποχώρηση…

Αυτό από μόνο του βροντοφωνάζει αμερικανική αποχώρηση από αυτές τις τέσσερεις περιοχές. Τουλάχιστον, όσο αφορά την αμερικανική παρουσία που έχουμε συνηθίσει μέχρι σήμερα. Αυτό θα γίνει αισθητό περισσότερο από οπουδήποτε αλλού στη Μέση Ανατολή. Μέσα στην επόμενη χρονιά επίκειται αποχώρηση των ΗΠΑ, από Συρία και Κουρδικές περιοχές στο Ιράκ. Πολύ σύντομα θα ακολουθήσει και η αποχώρηση από τη βάση στο Ιντσιρλίκ. Αισθητό θα γίνει σε Αφγανιστάν και πρώην Γιουγκοσλαβία.

Η κόντρα και η Ευρώπη…

Την ίδια στιγμή η χρήση της οικονομικής πίεσης ως όπλο εξωτερικής πολιτικής, οδηγεί σε πανικό κάποιες αγορές. Η Τουρκία το αισθάνεται αυτό τώρα, αλλά η Ευρώπη έπεται πολύ σύντομα. Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι αμέσως με την ανακοίνωση των μέτρων εναντίον της Τουρκίας, υπήρξε πρόβλημα στις ευρωπαϊκές αγορές και το ευρώ. Όπως επίσης και δηλώσεις εναντίον της ενέργειας του Αμερικανού Προέδρου, και υπέρ της Τουρκίας, από συγκεκριμένες ευρωπαϊκές χώρες, που είναι τεράστια εκτεθειμένες στην τουρκική οικονομία. Για τους όψιμους αγιογράφους του Προέδρου Τράμπ, εδώ κολλάει και η ξαφνική απελευθέρωση από τον Ερντογάν των δυο Ελλήνων στρατιωτικών. Απλή ανάλυση διεθνών είναι και όχι πυρηνική φυσική.

Η σχέση της Ευρώπης με την Τουρκία, είναι τρικυμιώδης. Υπάρχουν μεγάλες πολιτισμικές διαφορές, θρησκευτικές διαφορές, όπως και διαφορές στον ρόλο που πρέπει να παίζει η κυβέρνηση και η θρησκεία στην κοινωνία. Η Ευρώπη έχει μετατραπεί σε μια σούπα της στρεβλής παγκοσμιοποίησης και συνεχίζει ακάθεκτη σε αυτόν τον ολισθηρό δρόμο. Η Τουρκία, το ίδιο στρεβλά, βαδίζει στην εντελώς αντίθετη κατεύθυνση. Οι δυο πλευρές έχουν πίσω τους μια ιστορία συγκρούσεων. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, συνεχίζει το αστείο των ενταξιακών διαπραγματεύσεων με την Τουρκία, ενώ είναι σαφές ότι θα πρέπει να παγώσει η κόλαση για να γίνει μέλος της ΕΕ, η Τουρκία.

Σε οικονομικό επίπεδο οι τουρκικές τράπεζες είναι τεράστια εκτεθειμένες, ιδιωτικά και δημόσια, και ο κατασκευαστικός τομέας της Τουρκίας σε όλα τα επίπεδα, είναι στενά συνδεδεμένος με τις ευρωπαϊκές αγορές.

Η στοχοποίηση της Τουρκίας από τις ΗΠΑ με δασμούς, είναι μόλις ένα βήμα από τη χρήση δευτερέυουσων κυρώσεων, για αποκλεισμό της πρόσβασης της Τουρκίας, στις παγκόσμιες οικονομικές αγορές. Ήδη η Ουάσιγκτον έχει προετοιμάσει τέτοιου είδους κυρώσεις για το Ιράν, είναι εξαιρετικά πιθανό ότι θα τις επιβάλλει σε κινεζικές επιχειρήσεις (αν και σύντομα μπορεί να υπάρξει συμφωνία Τράμπ με Σι). Παρά τις φανφάρες των Βρυξελλών, οι περισσότερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις που έκαναν δουλειές με το Ιράν, τις σταμάτησαν για να αποφύγουν τις αμερικανικές κυρώσεις, και βρίσκονται υπό το φόβο ότι κάτι παρόμοιο μπορεί να συμβεί με την Τουρκία. Πρόκειται για ένα βάσιμο φόβο, αφού μια επιβολή δευτερέυουσων αμερικανικών κυρώσεων στην Τουρκία, θα είναι καταστροφή για τους Ευρωπαίους, όχι μόνο για την πρόσβαση στην αγορά της Τουρκίας, αλλά και για την πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Με δεδομένο ότι οι δευτερεύουσες κυρώσεις σπάνε τη σύνδεση μεταξύ μιας οντότητας και το διεθνές χρηματοπιστωτικό σύστημα, αποκλείουν αυτόματα και το διεθνές εμπόριο.

Η ΕΕ βασίζεται στην ασπίδα ασφάλειας και το διεθνές σύστημα εμπορίου που συντηρούν οι ΗΠΑ, εδώ και δεκαετίες. Με την ουσιαστική διάλυση του ΝΑΤΟ, η αμερικανική ασπίδα ασφάλειας παύει να υφίσταται. Με τα μέτρα Τράμπ, εναντίον της Τουρκίας, και τη χρήση, γενικά, δευτερέυουσων οικονομικών κυρώσεων, επίκειται κατάρρευση της παγκόσμιας πρόσβασης στις αγορές.

Το πλήγμα στο ευρώ μετά την ανακοίνωση των μέτρων εναντίον της Τουρκίας, από την Ουάσιγκτον, ήταν η πρώτη ένδειξη, του τρόμου των Ευρωπαίων για την ευάλωτη θέση στην οποία βρίσκονται. Αδυνατώντας να αντιμετωπίσουν με σοβαρότητα προβλήματα, όπως η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, το Brexit, το μεταναστευτικό, οι εσωτερικές διαφωνίες χωρών όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία, και η άνοδος κομμάτων αντίθετων στη λογική Βερολίνου – Βρυξελλών, σε συνδυασμό με τη θανάσιμη, πλέον, απειλή για το σύστημα διατήρησης της ειρήνης, της ευημερίας και της ενότητας στην Ευρώπη, οδεύουν σε μια πορεία καταστροφής. Συνεχίζουν να ζουν στον κόσμο τους και αυτό χωρίς καν η Αμερική να έχει εξαπολύσει απευθείας πυρά εναντίον αυτού του συστήματος.

Η κόντρα και το διεθνές σύστημα…

Η κόντρα Ουάσιγκτον – Άγκυρας, μας δίνει μια πρώτη ιδέα για το τι θα συμβεί από την αποσύνθεση του μέχρι σήμερα διεθνούς συστήματος. Η Αμερική αποσύρεται, σταδιακά, από τη συντήρησή του εδώ και χρόνια. Ο Τράμπ εντατικοποιεί το ρυθμό αυτής της απομάκρυνσης. Ενισχύει με μεγάλη επιτυχία την αυτονομία της αμερικανικής οικονομίας, με αποτέλεσμα όταν έλθει η κατάρρευση η Αμερική να μην το καταλάβει καν. Δεν ισχύει το ίδιο για όλους τους άλλους. Αυτή είναι ρεαλιστικά η μεγάλη εικόνα. Υπάρχουν όμως και μικρότερα μέτωπα.

Υπάρχει σοβαρός κίνδυνος, λόγω αυτής της μεγάλης εικόνας να οδηγηθούμε σε μια παγκόσμια αποσταθεροποίηση. Μια πιθανότητα είναι μια συνολική αποχώρηση από τις ΗΠΑ. Μια άλλη όμως πιθανότητα είναι η στοχοποίηση χωρών, μια κάθε φορά. Ίσως η Τουρκία να είναι το πρώτο τεστ μιας τέτοιας στρατηγικής. Ίσως μέσα από αυτή την κόντρα βλέπουμε μια νέα παγκόσμια στρατηγική εξωτερικής πολιτικής από τις ΗΠΑ, όπου θα έχουμε διαχείριση οικονομικών, πολιτικών και στρατηγικών ζητημάτων σε περιφερειακό επίπεδο.

Η Τουρκία θα πονέσει πολύ… αλλά…

Η Τουρκία θα πονέσει πολύ. Η εξάρτησή της στο διεθνές εμπόριο είναι πολύ μεγαλύτερη από αυτή της Αμερικής, με μεγαλύτερο άνοιγμα στην Ευρώπη. Ο πόνος θα είναι μεγάλος. Παρόλα αυτά τα δεδομένα δείχνουν στο βάθος ανάκαμψη. Έχει νέο, δυναμικό, και αρκετά μορφωμένο πληθυσμό. Δυνατές υποδομές. Μεγάλη εσωτερική ζήτηση, για να μειώσει την ανάγκη της σε εξαγωγές. Μικρές έως ανύπαρκτες πιθανότητες να δεχθεί εισβολή. Τις ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις στην ευρύτερη περιφέρεια. Στρατηγική γεωγραφικά θέση, για να ελέγχει το εμπόριο στην ευρύτερη περιφέρεια, μεταξύ της Μέσης Ανατολής, της Ευρώπης, της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, και της Μεσογείου. Αυτά που χρειάζεται να εισάγει είναι διαθέσιμα σε χώρες με τις οποίες γειτονεύει. Σε ένα σύστημα χωρίς παγκοσμιοποίηση η Τουρκία θα πονέσει, αλλά θα ανακάμψει σύντομα και με κυριαρχικό ρόλο στην γειτονιά της. Αυτό θα της δώσει τη δυνατότητα προοδευτικά, να διαμορφώσει τη γειτονιά της στα δικά της μέτρα, όταν θα επέλθει η αποσύνθεση του συστήματος.

Αμερική – Τουρκία και μέλλον…

Για όλους τους παραπάνω λόγους μια θετική σχέση μεταξύ της μελλοντικής Τουρκίας και των ΗΠΑ, είναι σχεδόν μονόδρομος και προς το συμφέρον και των δυο πλευρών. Έχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ τους, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι μια εχθρική σχέση είναι προς το συμφέρον τους. Δεν σημαίνει απαραίτητα ότι σε αυτό που έρχεται Ουάσιγκτον και Άγκυρα, βαδίζουν σε αντίθετη κατεύθυνση. Στην πορεία η παρούσα σκληρή κόντρα, είναι κόντρα στο συμφέρον και των δυο. Μπορεί το σύστημα να καταρρέει και οι ΗΠΑ να αποχωρούν, αλλά αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα και πλήρη αποχώρηση. Οι διαφορές μεταξύ των δυο, εάν αναλυθούν προσεκτικά, είναι περιστασιακές και πυροδοτούμενες από την παρούσα εσωτερική πολιτική συγκυρία. Ας μην βιάζονται λοιπόν κάποιοι να βάλλουν ταφόπλακα σε αυτή τη σχέση. Όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοικτά ή όπως λένε στην Αμερική TBD (to be determined), μένει να καθοριστεί.

Δυστυχία σου Ελλάς…

Αυτή είναι μια καθαρά ψυχρή και ρεαλιστική ανάλυση διεθνών σχέσεων για την κόντρα ΗΠΑ – Τουρκίας και τις πιθανότητες για το μέλλον. Ταυτόχρονα είναι μια ανάλυση βάση ανησυχίας και έντονου προβληματισμού για όσους καταφέρνουν να αποκοπούν από τη μίζερη ελληνική πραγματικότητα. Πέρα λοιπόν από το love story και την ευγνωμοσύνη προς τον Αμερικανό Πρόεδρο, πέρα από το καθημερινό πολιτικό ξεκατίνιασμα, πέρα από τις φανφάρες και τις φιέστες, σκεφτόμαστε καθόλου το μέλλον; Προβληματιζόμαστε, αναλύουμε αυτά που έρχονται. Που θα βρεθεί η χώρα στο νέο σκηνικό;

Επιστρέφοντας σύντομα στο μπάχαλο των Αθηνών, καταθέτω τις παραπάνω σκέψεις ως βάση προβληματισμού και τροφή για μια σοβαρή συζήτηση και σε καμία περίπτωση δεν διεκδικώ το αλάθητο προβλέψεων και ανάλυσης.

*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον.

Πηγή: http://www.thepresident.gr/2018/08/19/%CE%B7%CF%80%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%BA%CE%AF%CE%B1-%CE%B7-%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%B1-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF-%CE%BC%CE%AD%CE%BB%CE%BB%CE%BF%CE%BD/ 

Ιωάννης Μπαλτζώης: Πώς θα είναι η Συρία μετά τον πόλεμο

on Wednesday, 08 August 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

 

Οι εξελίξεις στη Συρία είναι ραγδαίες, αποσαφηνίζουν το τοπίο και αποκαλύπτουν τους σχεδιασμούς και τις επί μέρους συμφωνίες των δυνάμεων με ισχυρή προβολή ισχύος που κατοχυρώνουν τα συμφέροντά τους στην περιοχή. Συμφέροντα που διασφαλίζονται είτε αμέσως και δη φανερά, είτε εμμέσως δια αντιπροσώπων και δια μυστικών συμφωνιών, που θα αποκαλυφθούν στην τελική λύση για ολόκληρη την περιοχή.

Και αναφερόμαστε πρώτα από όλα στις ΗΠΑ και στην Ρωσία, ως τις δύο μεγάλες δυνάμεις με μεγάλη προβολή ισχύος και κατόπιν σε περιφερειακές δυνάμεις, όπως το Ιράν, η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία, το Ισραήλ και ακόμη μικρότερες, σύμμαχοι αυτών, όπως η Χεζμπολάχ του Λιβάνου, οι Κούρδοι της Συρίας, οι Δρούζοι της Συρίας, θρησκευτικές ομάδες όπως Σουνίτες, Σιΐτες, Αλαβίτες κλπ.


Για πρώτη φορά από το 2014, η κυβέρνηση της Συρίας διακήρυξε πρόσφατα την απελευθέρωση και κατοχή ολόκληρης των νότιων και νοτιοδυτικών επαρχιών της Συρίας (Νταράα και Κουνέιτρα). Ιδιαίτερα στα σύνορα με το Ισραήλ, στα καταληφθέντα από το Ισραήλ, στον πόλεμο του 1967, στα συριακά υψώματα του Γκολάν. Έτσι, σύμφωνα με στρατιωτική ανακοίνωση της 30ης Iουλίου 2018 από το κυβερνείο της περιοχής Νταράα, η 4η Τεθωρακισμένη Μεραρχία του Συριακού Αραβικού Στρατού κατέλαβε όλα τα σημεία που μπορούσε να διέλθει το Ισλαμικό Κράτος (ΙΚ), μετά από σκληρές μάχες με την εξτρεμιστική ισλαμική οργάνωση Jaysh Khaled bin Walid, θυγατρική του ΙΚ.
Συρία: Ποιός ελέγχει τι.

Ακόμη, στο μέτωπο της πόλης Σιαζάραχ (Shajarah) οι ελίτ δυνάμεις με την επωνυμία Tigers του Συριακού Αραβικού Στρατού εκκαθάρισαν σχεδόν ολόκληρη την περιοχή, εκτός ενός θύλακα 50 τετρ. χλμ, όπου ακόμη κατέχεται από τζιχαντιστές. Όταν λοιπόν εκκαθαριστεί και αυτός ο θύλακας όλη η περιοχή της Νότιας Συρίας από το λεκανοπέδιο του Γιαρμούκ, νότια της Δαμασκού μέχρι ολόκληρη την περιοχή της Νταράα μέχρι τα σύνορα με το Ισραήλ, θα έχει απελευθερωθεί από κάθε μορφής τζιχαντικής οργάνωσης για πρώτη φορά από το 2011 όταν άρχισε ο «εμφύλιος» πόλεμος στην Συρία.

Οι εξελίξεις αυτές αποδεικνύουν την εμφατική νίκη του προέδρου της Συρίας Άσαντ, που με την βοήθεια των συμμάχων του, Ρωσίας, Ιράν και Χεζμπολάχ, έχει ανακτήσει το μεγαλύτερο μέρος της περιοχής δυτικά του Ευφράτη ποταμού. Ωστόσο, τρείς περιοχές είναι εκτός ελέγχου στον βορρά όπου οι Τούρκοι εισέβαλαν και κατέλαβαν και ελέγχουν τουλάχιστον δύο περιοχές της Συρίας έχοντας την έγκριση της Ρωσίας και την ανοχή των ΗΠΑ. Μέχρι τώρα οι η τουρκική παρουσία στην περιοχή επιτυγχάνεται ως εξής:

  1. Ουσιαστικός έλεγχος της επαρχίας του Ιντλίμπ, όπου συγκεντρώνονται τα απομεινάρια των τζιχαντιστών όλων των εξτρεμιστικών ισλαμιστικών οργανώσεων με την στήριξη και επίβλεψη της Τουρκίας, εφαρμόζοντας την απόφαση της Συνόδου της Αστάνα (Σεπτέμβριος 2017), μεταξύ Ρωσίας, Ιράν και Τουρκίας, με σκοπό τον έλεγχο και περιστολή της έντασης στην περιοχή, εγκαθιστώντας εντός του συριακού εδάφους 12 σημεία επιτήρησης.
  2. Με την επιχείρηση «Ασπίδα του Ευφράτη» (Αύγουστος 2016-Μάρτιος 2017) έθεσε υπό έλεγχο την ευρύτερη περιοχή της πόλης Γιαραμπλούς, καταλαμβάνοντας 243 κατοικημένους τόπους, μια περιοχή 2.015 τ.χλμ.
  3. Με την επιχείρηση «Κλάδος Ελαίας» (Ιανουάριος 2018 έως Μάρτιος 2018) κατέλαβε εξολοκλήρου το κουρδικό καντόνι του Αφρίν, εκδιώκοντας τους Κούρδους της περιοχής αυτής.

Φυσικά όλες οι στρατιωτικές επιτυχημένες επιχειρήσεις των Τούρκων έγιναν με την έγκριση και ανοχή των Αμερικανών και Ρώσων για διαφορετικούς λόγους και αιτίες, που δεν θα αναφερθούν στο παρόν.

Το Ισραήλ ανησυχεί

Βέβαια το Ισραήλ, που ανησυχεί με τις εξελίξεις, είχε μεριμνήσει να συμμαχήσει και να θέσει υπό την στήριξή του τις τζιχαντιστικές οργανώσεις που δρούσαν στην περιοχή Κουνέιτρα και Νταράα. Ο αρχικός σχεδιασμός ήταν να δημιουργηθούν ζώνες ασφαλείας 50 χλμ. από τα βορειοανατολικά σύνορά του με την Συρία στα υψώματα του Γκολάν, με τον φόβο ότι στις περιοχές αυτές θα εγκαθίσταντο στρατιωτικές δυνάμεις του Ιράν και της Χεζμπολάχ. Ο σχεδιασμός αυτός του Ισραήλ, αν και αρχικά υλοποιήθηκε, τελικά οι εξελίξεις διαφοροποίησαν τους σχεδιασμούς του.

Εκκαθάριση περιοχών Νταράα και Κουνέιτρα, απέναντι από το Γκολάν. (Πηγή: https://www.almasdarnews.com/)

Έτσι η κατάληψη των περιοχών στα σύνορά του από τις συριακές δυνάμεις ανησύχησαν το Ισραήλ, πλην όμως δεν απέτρεψαν τις εν λόγω επιχειρήσεις. Προφανώς διότι πείστηκαν από τις διαβεβαιώσεις του προέδρου Πούτιν στον πρωθυπουργό Νετανιάχου, ότι η Ρωσία εγγυάται και δεν θα επιτρέψει να συμβεί αυτό που φοβούνται. Δηλαδή να εγκατασταθούν στην (βόρεια) αυλή του Ισραήλ στρατιωτικές δυνάμεις του Ιράν.

Η σχεδιαζόμενη Ζώνη Ασφαλείας του Ισραήλ, Ανατολικά του Γκολάν, που πλέον δεν υφίσταται. (Πηγή: https://theintercept.com)

Ο ισραηλινός Τύπος επικρίνει την αδράνεια της κυβέρνησής του, καθόσον όπως ισχυρίζεται, οι παραπάνω επιτυχίες επετεύχθησαν όχι από τις συριακές δυνάμεις, αλλά από ιρανικές δυνάμεις και δυνάμεις της Χεζμπολάχ, που ονομάσθηκαν για ευνόητους λόγους «Τοπικές Συριακές Δυνάμεις» και ήταν υπό την διοίκηση των Ιρανών. Άρα ο κίνδυνος του Ιράν είναι υπαρκτός και άμεσος για την ισραηλινή ασφάλεια.

Το τέλος του πολέμου και η Τουρκία

Ο πόλεμος στη Συρία φθάνει στο τέλος του. Σήμερα το Ισλαμικό Κράτος έχει απωλέσει το 95% των εδαφών που κατείχε στην Συρία και στο Ιράκ, όταν άρχισε τις επιχειρήσεις του πριν 4 χρόνια, τον Μάιο του 2014. Πλέον, ευρίσκεται σε απομονωμένες περιοχές-νησίδες, οι οποίες σιγά σιγά εξαλείφονται. Όταν άρχισε η εξέγερση της λεγόμενης τότε συριακής αντιπολίτευσης κατά του Άσαντ και μάλιστα από την περιοχή της Ντεράα τον Μάρτιο του 2011, οι εκτιμήσεις των Δυτικών, Ισραηλινών και άλλων ειδικών ήταν ότι ο Άσαντ θα ανατραπεί μέσα σε λίγες εβδομάδες ή μήνες.

Η διάψευση της εκτίμησης αυτής ήταν εκκωφαντική και αποτέλεσε δε μια από τις μεγαλύτερες ανθρωπιστικές κρίσεις μεταπολεμικά. Έτσι, μετά από επτάμισι χρόνια διάρκειας ο υποκινούμενος από εξωτερικές δυνάμεις πόλεμος, που δεν ήταν εμφύλιος αφού συμμετείχαν πολλές χώρες και μαχητές-τζιχαντιστές από δεκάδες άλλες χώρες, φαίνεται να φθάνει στο τέλος του. Ένας πόλεμος που, σύμφωνα με στοιχεία του ΟΗΕ, αφήνει πίσω του περί τους 500.000 νεκρούς, 5,4 εκατ. πρόσφυγες και 6,3 εκατ. μετεγκατεστημένους Σύριους στο εσωτερικό της χώρας.

Η Άγκυρα ισχυρίζεται και εκβιάζει, ότι στην Τουρκία έχουν καταφύγει 3.500.000 Σύριοι πρόσφυγες εν δυνάμει υποψήφιοι να περάσουν στην Ελλάδα και στην Ευρώπη, όπως έγινε και το 2015, αποτελώντας μια βόμβα στα θεμέλια της ΕΕ. Όπως προαναφέραμε οι Τούρκοι κατέχουν δύο περιοχές (όχι πολύ μεγάλες) στη βόρειοδυτική Συρία, το καντόνι του Αφρίν και την περιοχή της Γιαραμπλούς.

Τις κατέχουν με το πρόσχημα και τις συμφωνίες Αστάνα και Σότσι (Ρωσία, Τουρκία, Ιράν) για δημιουργία Ασφαλών Περιοχών (Guvenli Bolgesi), στην βόρεια Συρία, προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι τζιχαντιστές, στο αγώνα που κάνει(!) εναντίον τους. Την ίδια στιγμή όμως, είναι γνωστή στους πάντες η μεγάλη βοήθεια και στήριξη που παρείχε στους τζιχαντιστές από την αρχή του πολέμου μέχρι και τώρα στην επαρχία Ιντλίμπ.

Στην ουσία, την Τουρκία ενδιαφέρει μόνο η ακύρωση δημιουργίας κουρδικού κράτους στη βόρεια Συρία, καθόσον η δημιουργία του θα αποτελέσει την θρυαλλίδα για τις καταιγιστικές εξελίξεις σε ολόκληρη την περιοχή (Τουρκία, Συρία, Ιράκ και Ιράν). Είναι γεγονός ότι στην περιοχή αυτή υπάρχουν περίπου 35 εκατομμύρια Κούρδοι, εκ των οποίων πάνω από 15 εκατομμύρια ευρίσκονται στη νοτιοανατολική Τουρκία.

Η συμφωνία ΗΠΑ-Ρωσίας

Σε ότι αφορά τη Συρία, ένα δημοσίευμα της φιλοκυβερνητικής συριακής εφημερίδας Εl Watan μας «αποκαλύπτει» το μέλλον της πολύπαθης αυτής χώρας. Φαίνεται ότι η Ρωσία και οι ΗΠΑ «έχουν καταλήξει» σε μια συμφωνία για τη Συρία. Στην ουσία την έχουν μοιράσει στα δύο. Ως γνωστόν κατά τις πολεμικές επιχειρήσεις κατά του Ισλαμικού Κράτους, Ρωσία και ΗΠΑ είχαν διαχωρίσει την Συρία σε δύο τομείς. Ανατολικά του Ευφράτη οι ΗΠΑ με τους συμμάχους τους τις SDF (Syrian Democratic Forces), δηλαδή Κούρδοι της Συρίας και μετριοπαθείς Άραβες. Δυτικά του Ευφράτη, ο Συριακός Αραβικός Στρατός (Άσαντ) με τους συμμάχους του, Ρωσία, Ιράν και Χεζμπολάχ.

Ο Ευφράτης ποταμός, στο κέντρο του χάρτη χωρίζει την Συρία στις δύο σφαίρες επιρροής. Ανατολικά οι ΗΠΑ και Δυτικά η Ρωσία.

Έτσι, με βάση το δημοσίευμα της Εl Watan, κατά τις πρόσφατες συνομιλίες ΗΠΑ-Ρωσίας συζητήθηκε το θέμα της μετατροπής των δυνάμεων του PKK/PYD (Κούρδοι της Συρίας) σε έμμισθο στρατό που θα υπάγεται στον εθνικό στρατό της Συρίας. Η εφημερίδα El Watan, που αποτελεί ημιεπίσημο όργανο του κόμματος Μπάαθ και της κυβέρνησης Άσαντ, επιβεβαίωσε ότι κορυφαία στελέχη του PKK/PYD (Οργάνωση Κούρδων της Συρίας) βρίσκονται στη Δαμασκό, για επαφές με την κυβέρνηση και επετεύχθη συμφωνία των δύο μερών.

Οι στρατιωτικές δυνάμεις του PKK/PYD, δηλαδή ο YPG (Δυνάμεις Προστασίας του Λαού), που δραστηριοποιούνται ανατολικά του Ευφράτη, προετοιμάζονται για να ενταχθούν ως ξεχωριστή δύναμη στον εθνικό στρατό της Συρίας. Σύμφωνα με το πλαίσιο των συζητήσεων, στην περιοχή που ελέγχουν οι Κούρδοι θα επαναλειτουργήσουν τα στρατολογικά γραφεία, θα αναρτηθούν οι σημαίες της Συρίας, θα τοποθετούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι από την κυβέρνηση της Δαμασκού, ενώ θα αναγνωριστούν ειδικά πολιτικά και στρατιωτικά δικαιώματα στους Κούρδους του PKK/PYD.

Ο μισθός των στελεχών του PKK/PYD θα πληρώνεται από τη Δαμασκό. Όσον αφορά τους μαχητές που πολέμησαν τα προηγούμενα χρόνια στις τάξεις του YPG, η περίοδος αυτή θα θεωρηθεί θητεία στον συριακό στρατό. Στις περιοχές που ελέγχονται από το PYD η εκπαίδευση θα επανασχεδιαστεί και θα γίνεται στα κουρδικά και τα αραβικά. Επίσης, έχει συμφωνηθεί ο υπουργός Πετρελαίου της Συρίας να είναι Κούρδος, όπως και η συνέχιση της παραμονής των στρατευμάτων των ΗΠΑ στην περιοχή, ανατολικά του Ευφράτη.

 

Δηλαδή, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις της εφημερίδος και όπως φαίνεται από τις τελευταίες εξελίξεις, προς το παρόν δεν δημιουργείται ανεξάρτητο κουρδικό κράτος στην βόρεια Συρία, αλλά οι Κούρδοι της Συρίας λαμβάνουν μεγάλη αυτονομία σε μια ομόσπονδη Συρία και συμμετέχουν στην μελλοντική κυβέρνηση.

Ξεκρεμάστε Οτσαλάν, κρεμάστε Άσαντ

Στις πετρελαιοφόρες περιοχές που ελέγχονται από το PYD, δικαίωμα άντλησης και εκμετάλλευσης θα έχουν εταιρείες δυτικών συμφερόντων (ΗΠΑ και σύμμαχοί τους). Η Ρωσία, πέραν της νομιμοποίησης-μονιμοποίησης της στρατιωτικής της παρουσίας στις περιοχές Χομς, Ντερ Ελ Ζορ, Λατάκειας και Ταρτούς, θα αποκτήσει ενισχυμένα δικαιώματα άντλησης και εκμετάλλευσης στις περιοχές που υπάρχουν αποθέματα πετρελαίου και φυσικού αερίου, δυτικά του Ευφράτη.

Βασικά το σχέδιο επανένωσης της Συρίας, προβλέπει την παραμονή των στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ ανατολικά του Ευφράτη, αλλά και στην περιοχή Ριμελάν και τούτο για να σταματήσουν τα σχέδια της Τουρκίας για την Ιεράπολη/Μένμπετζ και την περιοχή Γκίρε Σπι / Τελ Αμπιάντ. Ήδη στην Ιεράπολη, την Γκίρε Σπι / Τελ Αμπιάντ και τη Ράκα οι Κούρδοι ήδη έχουν αρχίσει να κατεβάζουν τα πορτρέτα του Οτζαλάν και τις σημαίες του PKK και σύντομα θα αναρτηθούν οι σημαίες της Συρίας και τα πορτρέτα του Άσαντ.

Φυσικά, σημαντικό ρόλο στη νέα Συρία θα έχει στις περιοχές δυτικά του Ευφράτη και το Ιράν. Η Τεχεράνη αποδείχτηκε σταθερός σύμμαχος της Συρίας από την αρχή του πολέμου, καθώς τα πρώτα τέσσερα χρόνια έσωσε στην κυριολεξία τον Άσαντ. Απέτρεψε δε τον διαμελισμό της χώρας από τους τζιχαντιστές, μέχρι την στρατιωτική εμπλοκή της Ρωσίας από τον Οκτώβριο του 2015.

Το Ιράν, αν και θα το επιθυμούσε θα «παρίσταται» υπό μορφή συμβούλων στις Ένοπλες Δυνάμεις της Συρίας, καθώς και σε στρατιωτικές βάσεις, αλλά σε περιοχές μακράν των συνόρων με το Ισραήλ. Η εξήγηση είναι ότι η εγγύτητα των δύο μισητών εχθρών (Ισραήλ και Ιράν) αποτελεί εύφλεκτη ύλη για θερμή σύρραξη στην περιοχή. Η δε Χεζμπολάχ έγινε πλέον εμπειροπόλεμη, καλά εξοπλισμένη πολιτικο-στρατιωτική δύναμη, που θα έχει λόγο στην περιοχή και ιδιαίτερα στον Λίβανο, όπου συμμετέχει στις πολιτικές διεργασίες.

Ιδανική λύση με το αζημίωτο

Όπως προαναφέραμε το τέλος του πολέμου στην Συρία, φαίνεται ότι πλησιάζει. Οι δύο μεγάλες δυνάμεις φαίνεται ότι βρήκαν την ιδανική λύση και φυσικά με τα συμφέροντά τους αζημίωτα. Οι δύο περιοχές που κατέχουν οι Τούρκοι (Αφρίν και Γιαραμπλούς), καθώς και η ελεγχόμενη τρίτη περιοχή (επαρχία Ιντλίμπ) που όπως φαίνεται θα αποτελέσει χώρο συγκέντρωσης και απομόνωσης των υπολοίπων τζιχαντιστών, θα αποτελέσουν περιοχές εκκρεμότητας και μελλοντικής επίλυσης.

Προς το παρόν αυτό που δημιουργείται δεν είναι ένα κουρδικό κράτος στη βόρεια Συρία αλλά ένα κουρδικό αυτόνομο ομόσπονδο κράτος, ανατολικά του Ευφράτη, με μεγάλες αλλαγές σε εκπαίδευση, γλώσσα, προνόμια κλπ, το οποίο θα συμμετέχει με υπουργούς στην κυβέρνηση της Βαγδάτης. Οι υπό κατάληψη περιοχές των Τούρκων θα αποτελέσουν χαρτί πίεσης από και προς την Τουρκία των δύο δυνάμεων Ρωσίας και ΗΠΑ, ανάλογα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις, όπως π.χ. που θα καταλήξει το παιχνίδι της πολιτικής ισορροπίας και πολιτικών εκβιασμών της Τουρκίας, μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας. Και εδώ έχουμε πολλά να δούμε ακόμη, γιατί το γεωπολιτικό αυτό παίγνιο είναι εν εξελίξει.

Το Ιντλίμπ εκτιμούμε ότι στην παρούσα φάση, είναι το αναγκαίο κακό, που πρέπει να υπάρξει και να διατηρηθεί σε αυτή την μορφή. Ουδείς επιθυμεί να εκκαθαριστεί το Ιντλίμπ από τους τζιχαντιστές που έχουν συγκεντρωθεί. Και τούτο, καθόσον είναι πολύ πιθανόν και αναμενόμενο πολλοί από τους εναπομείναντες τζιχαντιστές να διασκορπιστούν κατόπιν σε ολόκληρη την Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο, απελπισμένοι, έμφορτοι ακραίων θρησκευτικών ιδεοληψιών και εκδικητικών αντιλήψεων, καθώς και από την επιθυμία τους να καταστούν Shahid (Μάρτυρες) και να αιματοκυλίσουν τον κόσμο όλο.

Το Ιντλίμπ εκτιμάται ότι θα καταστεί μια μεγάλη φυλακή τύπου Γάζας. Ένας βούρκος με θρησκευτικά εξτρεμιστικά περιττώματα, φυλασσόμενος και ταυτόχρονα προστατευόμενο εξτρεμιστικό θρησκευτικό είδος. Αργότερα και μετά τις ρυθμίσεις στην περιοχή θα επανεξετασθεί το μέλλον του.

Η Συρία θα ανακτήσει σχεδόν ολόκληρη την εδαφική της έκταση, με τις εθνότητες και τις θρησκευτικές ομάδες, χαλαρά συνεννοούμενες σε μια μορφή που θα είναι μεταξύ «ενιαίας» και ομοσπονδιακής κρατικής οντότητας. Ουσιαστικά ένας χώρος-προτεκτοράτο ελεγχόμενος από τις χώρες που συμμετείχαν στο μεγάλο αυτό ανθρωπιστικό έγκλημα του αιώνα μας και θέλουν να διατηρήσουν την προβολή ισχύος τους, προς χάρη των συμφερόντων τους. Ρωσία και ΗΠΑ τα έχουν κανονίσει και τα έχουν συμφωνήσει όλα.

Καμιά συγνώμη

Και ο Άσαντ; Αμφιβάλλει κανείς ότι είναι ο μεγάλος νικητής, αφού από διεθνές πολιτικό απόβλητο και εν δυνάμει «εγκληματίας πολέμου» πριν λίγα χρόνια από όλη σχεδόν την διεθνή κοινότητα, τώρα είναι ουσιαστικό μέρος της λύσης του συριακού ζητήματος και ισοδύναμος συνομιλητής με τις άλλες πλευρές; Τουλάχιστον τώρα. Και ίσως αύριο να αποσυρθεί και να παραδώσει την εξουσία σε άλλον ηγέτη, για την επίτευξη της ήδη συμφωνημένης λύσης.

Και τι έμεινε από όλα αυτά; Μα οι νεκροί οι πρόσφυγες οι εκτοπισμένοι, μια χώρα γεμάτη ερείπια με τις υποδομές της κατεστραμμένες. Για τους ανθρώπους βέβαια καμιά συγνώμη από τους μεγάλους υπεύθυνους και καμιά τιμωρία. Όσο για την κατεστραμμένη ολοσχερώς αυτή χώρα, κανένα πρόβλημα, έρχεται η ανοικοδόμηση. Δυτικές και ρωσικές εταιρείες βάζουν μπροστά από τώρα τα μηχανήματά τους για την γιγαντιαία ανοικοδόμηση της χώρας, όπως έχει μοιραστεί ήδη: ανατολικά του Ευφράτη, Αμερικανοί και Δυτικοί και δυτικά του Ευφράτη, Ρώσοι, σύμμαχοί τους και πιθανότητα και η Τουρκία, ο μεγάλος ένοχος στα εγκλήματα της Συρίας. Και από χρήματα; Μα φυσικά οι φυσικοί πόροι της χώρας, που δεσμεύονται πλέον για δεκαετίες.

Το Διεθνές Δίκαιο είναι για τις μικρές χώρες και τους μικρούς ηγέτες, οι οποίοι το επικαλούνται ή και ελέγχονται από τους κανόνες του και τα διεθνή του δικαστήρια. Για τις μεγάλες χώρες και τους ηγέτες του, το Διεθνές Δίκαιο απλά αγνοείται. Εκεί ισχύει το πολιτικό δίκαιο, ή αλλιώς το Δίκαιο της Ισχύος, όπως μας διδάσκει από την αρχαιότητα και ισχύει μέχρι σήμερα ο μέγας Θουκυδίδης, στον περίφημο και δραματικό διάλογο Αθηναίων και Μηλίων: «ὅ­τι δ­και­α μν ν τ ν­θρω­πε­­ λ­γ ­π τς ­σης ­νγ­κης κρ­νε­ται, δυ­να­τ δ ο προ­­χον­τες πρσ­σου­σι κα ο ­σθε­νες ξυγ­χω­ρο­σιν» {5.89}.

Πηγές:
1. https://www.almasdarnews.com/
2. https://theintercept.com/
3. https://www.debka.com/syria-proclaims-control-of-borders.
4. http://www.alwatan.sy/
5. Εθνικές Επάλξεις, Αρ. Τεύχους 124, Χρήστου Μηνάγια, Ανάλυση Κυρίων Γεγονότων στην Τουρκία.
6. http://makhaterltakfir.com/en

 * Ο Ιωάννης Μπαλτζώης είναι αντιστράτηγος ε.α., πρώην Ακόλουθος Άμυνας στο Τελ Αβίβ, πρώην Αξιωματικός επιχειρήσεων της ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligence School (U.S. Army), Μεταπτυχιακό (M.Sc.) στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.

 

 

 

BESA,By Dr. Mordechai Chaziza: China’s Maritime Silk Road Initiative

on Monday, 30 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις


BESA Center Perspectives Paper No. 900, July 22, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: The Mediterranean Sea, one of the most important maritime trade highways in the world, is the marine traffic hub at the western end of China’s Belt and Road Initiative. Beijing’s maritime strategic activities in the Mediterranean consist mainly of constructing and operating ports and railways to open up new trade links between China and the Eurasia-Africa zone. However, the implementation of a Chinese Maritime Silk Road via the Mediterranean cannot succeed unless there is a way to bridge the gap between economic interests and the capacity to protect those interests.

The One Belt One Road Initiative (BRI) has two components: the Silk Road Economic Belt and the 21st Century Maritime Silk Road Initiative (MSRI), which is intended to link China and Europe via land and sea routes. This initiative – Beijing’s most ambitious integration project to date – lies at the heart of China’s foreign policy. The MSRI is designed to build sea routes with faster connectivity to increase trade along the land- and sea-based Silk Road, linking Asia with Europe and Africa.

Under the strategic framework of the MSRI, China has been buying up the development and operational rights to a chain of ports stretching from the southern regions of Asia to the Middle East, Africa, Europe, and even South America. According to the Financial Times, China has spent billions expanding its port network to secure sea lanes and establish itself as a maritime power.

The Mediterranean Sea is one of the most important maritime highways of all international trade routes around the globe. It is a focal point, as it represents the western end of the BRI. Given the Mediterranean’s strategic position, China has stepped up its presence in the region by acquiring, building, modernizing, expanding, and operating the most important Mediterranean ports and terminals in Greece, Egypt, Algeria, Turkey, and Israel. Beijing wants to capitalize on the Mediterranean’s geographical proximity to become a major distribution hub for Chinese goods to the EU, its biggest trading partner.

The increasing economic ties between China and Europe are giving the Mediterranean region an opportunity to regain its place at the forefront of international trade. The newly enlarged Suez Canal, the main transport route between Asia and Europe, has doubled in terms of both capacity and traffic flow between the Red Sea and the Mediterranean. It now allows for the passage of larger vessels, reducing transit times between Asia and Europe and raising the competitiveness and visibility of Mediterranean ports.

However, access to the European market via Mediterranean ports, along with maintaining the vital flow of resources such as energy and other raw materials from the Middle East and Africa, depends on the security and political stability of the Mediterranean region. Maintaining a safe geostrategic environment and securing the geopolitical interface of the region are sine qua non conditions for the success of the construction and realization of the MSRI.

China is the world’s largest trading nation in goods. Three Chinese shipping companies are among the ten largest container-shipping companies in the world, responsible for approximately 10% of global trade. Most Chinese goods are transported by ship, so Beijing is a major destination and starting point of international shipping routes.

China’s shipping ports are among the busiest on earth. Eight of the world’s ten busiest container ports are in that country, with the port of Shanghai the busiest on the planet. China is the world’s third-largest ship-owning nation and the largest shipbuilding nation, with roughly 30 million compensated gross tones (CGT). Chinese enterprises are also active in the construction and management of ports around the world. Through the construction and management of ports and international shipping assets along the Silk Road as well as the building of faster connectivity via sea routes and an increase in trade, Beijing plans to expand China’s reach as a maritime power.

Beijing’s maritime strategic activity in the Mediterranean Sea consists mainly of constructing and operating ports or railways. These investments should be seen in the context of the country’s broader infrastructure activities under the BRI. The investment in sea lanes and railways complement each other, as they jointly open up new trade links between China and the Eurasia-Africa zone. China has slowly attempted to develop a presence in the Mediterranean by investing in international logistical distribution centers and infrastructure projects that have strengthened its regional position.

For instance, China’s investments in the Piraeus port, the ports of Ashdod and Haifa, Port Said, and the Suez Canal Corridor Project go hand-in-hand with the One Belt, One Road Initiative, which marks the passage from the Maritime Silk Road to the land-based one towards Europe. Beijing’s 21st century Maritime Silk Road should be considered a driving force for its economic and strategic interests in the Mediterranean, as well as a platform from which to accelerate and increase its regional presence and influence.

China is gradually becoming more influential economically, diplomatically, and geostrategically in the Mediterranean Sea. Huge investments and mutually beneficial trade relations between China and Mediterranean countries are increasing Beijing’s stake in regional affairs while exposing it to significant threats. The political instability and religious extremism in several countries in the wider Mediterranean region raises the question of whether Beijing would be willing to take on a leadership role, with all the responsibilities that that would entail.

There will be no successful implementation of a Chinese Maritime Silk Road without addressing the gap between economic interests and the capacity to protect those interests. Securing investments in a region of extreme geopolitical volatility will be a tough test for Beijing’s foreign policy in the coming years. China does not have an overall strategy regarding the Mediterranean region’s affairs; instead, it prefers to deal with each country bilaterally.

Chinese policy towards the region is still dominated by the economic factor, in particular trade and investment. Beijing will have to forgo strict compliance with its principle of non-interference if it wants to reap any benefits from the Mediterranean region. For the time being, China’s behavior in the region remains cautious: it is keeping a low profile and does not seek to significantly alter existing dynamics. Beijing continues to prefer to act judiciously and avoid getting involved in confrontations in the region.

View PDF

Dr. Mordechai Chaziza is a senior lecturer in Politics and Governance at Ashkelon Academic College Israel, specializing in Chinese foreign and strategic relations. He can be reached at [email protected] 

 

BESA, by John M. Nomikos July 17, 2018: Greece and the Eastern Mediterranean Alliance

on Wednesday, 18 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις


BESA Center Perspectives Paper No. 897, July 17, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: The Eastern Mediterranean Alliance (Israel, Greece, and Cyprus) is emerging at a time of increasing global instability. All three states are firm democracies that promote peace, security, and environmental stability in the region. The tripartite alliance is strategically the most significant anchor of Greek security and economic progress.


Concrete steps over the past three years have set the foundations of an Eastern Mediterranean Alliance (EMA) comprising Israel, Greece, and Cyprus. The convergence of the three nations is the natural outcome of close democratic similarities and a joint desire for stability and progress in a region tormented by perennial Middle East strife, radical Islamism, and the morphing of Turkey into a fundamentalist Islamic autocracy.

The EMA is emerging at a time of increasing global instability. American retrenchment from traditional postwar strategic arrangements, the resurgence of Russia, a troubled EU, the illegal migration crisis, China’s rise as a global power, and much else leave little room for complacency.

Israel, Greece, and the Republic of Cyprus are the only Eastern Mediterranean actors that are firm democracies. As such, they do not only see a common interest in promoting peace, security, and environmental stability in the region, but also seek to promote strong economic bonds following the discovery of rich hydrocarbon deposits in their respective Exclusive Economic Zones.

While each of the EMA partners faces individual challenges, all three are united against the regional spoiler and strutting Islamic “superpower” of Recep Tayyip Erdoğan’s Turkey. The Turkish president misses no opportunity to vow that Ankara will “take what is rightfully hers” – and is just a step away from declaring the international treaties that settled Turkey’s fate after WWI null and void.

From the Greek perspective, the EMA initiative is indispensable. Greece’s sovereign debt crisis and its bankruptcy in 2010 put its relationship with the northern EU members under severe strain. At present, Athens faces the unpalatable prospect of long-term foreign fiscal “monitoring” and significant limitations placed upon its economic policies. Because present and future Greek governments must function while in the vise of EU “monitoring,” Athens seeks to promote alternative bilateral and multilateral initiatives outside the narrow Brussels-dominated space – and the EMA fits this bill perfectly.

Greece’s most pressing strategic concern is Ankara’s expressed purpose of “re-Turkifying” space once in Ottoman possession. Erdoğan’s incursion into Syria, his plans for militarily “stabilizing” northern Iraq, his expanding subversive and Islamicizing activities in the Balkans, and the daily violations by Turkey of Greek sovereign air and sea space leave little hope for a peaceful future. Greece also faces an impasse with the philo-Turkism of many of its “allies” despite waning Turkish fortunes in Europe and Ankara’s dead-in-the-water application to join the EU.

Thus, the EMA has emerged as the most strategically significant anchor of Greek security and economic progress. The discovery of hydrocarbons in Israeli and Cypriot waters has literally put the EMA on the map, stimulating strong interest in the politics, economics, and security of the region from the US and Russia as well as from countries that had been neutral towards the Eastern Mediterranean.

Athens needs to tread a delicate path vis-à-vis Jerusalem and Cairo, the latter of which is gravitating towards the tripartite EMA. Both Israel and Egypt are involved in ongoing disputes in the Middle East, a factor that traditionally “pro-Arab” Greece will need to handle with political and diplomatic finesse.

In any case, recent EMA summit meetings have concluded with optimistic declarations of purpose stressing the developing geopolitical cooperation of Jerusalem, Athens, and Nicosia. Central to these positive developments is the planned construction of the EastMed pipeline, which will bypass Turkey, despite increased cost, and thus enhance security in the Eastern Mediterranean by removing Turkey’s control over the EMA centerpiece.

Erdoğan’s electoral victory on June 24, 2018 strengthened his sultanic and Islamist aspirations and gives added urgency to the promotion of the EMA strategic project. A stronger Erdoğan means a faster transition for Turkey to Islamic fundamentalism. This in turn threatens to bring radical Islam to Europe’s doorstep while exponentially increasing the danger posed by Turkey to the EMA partners. With Erdoğan confirming, with every passing day, his rejection and condemnation of Western values, his hatred for the Jewish state, and his elevation of fundamentalist Islamism as the driving force behind the neo-Ottoman Türkiye, there is little room for compromise with Turkey’s emerging Islamic republic.

In the final analysis, it is not the EMA’s purpose to resolve the issue of Turkey, which is the thorniest security problem for the Western alliance in the Eastern Mediterranean and the Middle East. The EMA’s core mission is to promote and secure the collective interests of its partners, to encourage the primacy of international law over irredentist and aggressive policies irrespective of their source, and to create and strengthen a superstructure of economic initiatives of irrefutable strategic value to Europe and the US. In the meantime, as Federiga Bingi of Johns Hopkins put it, “Europe and NATO cannot afford to be checkmated by Erdoğan.” They should act accordingly.

View PDF

Ioannis (John) M. Nomikos is the Director of the Research Institute for European and American Studies (RIEAS) based in Athens, Greece. He is founding editor of the Journal of European and American Intelligence Studies (JEAIS). His research focuses on counterintelligence, counterterrorism, Greek-Israeli relations, and energy- maritime security in the Eastern Mediterranean region.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family 

 

Chatham House Expert Perspectives 2018: Risks and Opportunities in International Affairs

on Thursday, 12 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Chatham House Expert Perspectives 2018: Risks and Opportunities in International Affairs

Authors

Adam Ward
Adam Ward (Commissioning Editor), Deputy Director, Chatham House

 Chatham House exterior. Photo: Chatham House, London.

Chatham House exterior. Photo: Chatham House, London.
There is a sense that the established order in global affairs is shifting. The rules, norms and institutions that have governed state-to-state relations and international policymaking for decades are being challenged by phenomena that include diminished US leadership, a more assertive China, political populism and technological change. Yet the ‘destination’ remains opaque, as emerging contests for geopolitical advantage – and to shape the future global order – are still being played out.

The articles commissioned for this volume, the first of a new annual series, have been written by Chatham House experts and reflect their perspectives on selected aspects of this transition. Covering geopolitics and security, politics and society, governance, the global economy, and issues around resources and the environment, the articles highlight developments and trends that are coalescing into definable shape as risks or opportunities. The inaugural 2018 edition identifies 17 risks and 14 opportunities:

Risk

 America: The Trump presidency is having a multitude of negative effects on domestic politics and US foreign relations. If sustained, these problems could weaken American democracy while rendering the country’s international leadership less effective.

  • Nuclear weapons: The Non-Proliferation Treaty is in trouble again. A lack of progress on arms control and disarmament – as well as a volatile international scene – has renewed fears of nuclear weapons use. The risks are significant and should be taken seriously.
  • North Korea: The 12 June summit between Donald Trump and Kim Jong-un offered no substantive pathway to denuclearization. Indeed, US concessions to North Korea could risk regional destabilization by undermining the security agendas of Japan and South Korea.
  • Iran: US withdrawal from the JCPOA may prompt Iran to restart its nuclear programme. By reducing US influence in the Middle East, the decision enfeebles EU foreign policy and risks making space for extra-regional actors such as China and Russia to pursue their agendas.
  • Transatlantic relations: Proposed EU retaliation against US policies on Iran and trade looks ill-advised. Europe has more to lose from a trade war and, more importantly, has no serious alternative to the US security guarantee – already weakened under Donald Trump.
  • China: Centralization of power under Xi Jinping could imperil decision-making and policy responsiveness at a crucial time for China, with the country facing significant domestic economic challenges and a more complicated foreign policy environment.
  • Russia: Economic stagnation in Russia is contributing to geopolitical risk by encouraging – and, to an extent, dictating – the Kremlin’s pursuit of a belligerent foreign policy. A lack of reform is impairing growth prospects and makes further external entanglements more likely.
  • Russia–NATO relations: The risk of military or political miscalculation leading to conflict is rising. Russia’s increasing use of non-military destabilization methods, in combination with conventional threats, dangerously blurs the line between peacetime and wartime activities.
  • Britain: In the UK, some Brexit supporters hope leaving the EU will facilitate a sort of swashbuckling globalism. But aspirations for unfettered free trade seem misplaced – Brexit risks leaving the UK isolated and less influential.
  • Middle East and North Africa: The rise of hybrid armed groups in Libya, Syria and Iraq threatens state-building and stabilization. Such groups are accumulating political and economic interests, profiteering and perpetuating conflict.

Politics and society

  • America: Political fractures in the US present risks of strategic incoherence and miscalculation in the short term; domestic institutional degradation in the medium term; and foreign policy overcorrections towards adversaries in the long term.

Governance

  • International law: Countries that have traditionally led the way in shaping international law are ceding space to emerging voices. Areas of the law perceived by some as too liberal will be vulnerable, and states will disagree on development of the law in emerging areas.
  • Refugee protection: Despite signs of a more concerted international response, obstacles to protection for exiled populations loom large. Some states may simply ignore principles in new initiatives, or use foreign policy instruments to prevent refugee mobility.

Global economy

  • Financial regulation: The strengthening of financial regulation, post-2008, to prevent global contagion is being imperilled by the reversal of some protections and lack of coordination on others. This ‘divergence’ in rules will make a new crisis more likely, and harder to address.

Resources and climate

  • Protectionism and sustainability: Rising international trade frictions could have negative implications for food security, low-carbon innovation and climate policy. For instance, trade disputes risk dampening competition essential to the development of new technologies.
  • Electricity: The transition from fossil fuels to low-carbon alternatives presents new challenges for international energy relations. Concerns about cross-border electricity interconnection and cybersecurity could eclipse traditional preoccupations with oil markets.
  • Oil and gas: Emerging and early-stage oil and gas producers that follow old models of development will lock in carbon risks and squander green growth opportunities. Instead, economic planning needs to anticipate the constraints of decarbonization.

 Opportunities

Geopolitics and security

  • Cybersecurity: Artificial intelligence promises better software tools for combating cyberthreats, with approaches that incorporate human feedback into adaptive systems showing particular promise.
  • Resilience to biological threats: As cities become more vulnerable to biological threats, the need for robust emergency planning is increasing. Recent field experience offers useful indications of how cities could improve preparedness and emergency planning frameworks.

Politics and society

  • Civil society innovation: A number of recent trends – such as the use of technology to facilitate public engagement and the innovative use of partnerships across sectors – provide an opportunity for civil society organizations to engage strategically on human rights issues.
  • Activism in the US: Deficiencies in political leadership in Washington are motivating groups across civil society, local government and the corporate sector to mobilize in ever more creative ways. These groups have a real chance to shape policy and governance.
  • Uzbekistan: Among an uninspiring cast of authoritarian Central Asian states, Uzbekistan is showing unexpected early signs of economic and policy reform. Under a new president, the country has seen more change in the past 18 months than in decades of previous misrule.

Governance

  • China and human rights: The ‘Belt and Road Initiative’ provides a new entry point for engaging China constructively on human rights issues, particularly economic and social rights – for instance, by writing certain protections into investment and free-trade contracts.
  • Disaster warning in South Asia: Shared natural disaster warning systems offer a politically uncontentious means of cross-border cooperation, and even conceivably a future route to improved India–Pakistan relations.
  • Health emergencies: A new approach to assessing country capacities for control of outbreaks and other public health emergencies provides a clearer picture of vulnerabilities, and costed roadmaps to better health security.

Global economy

  • Tax policy harmonization: The G20’s efforts, long stalled, to tackle tax avoidance by ensuring that multinationals are subject to similar tax rules worldwide have been boosted by a potentially game-changing reform in the US.
  • Latin America: The region’s economic outlook has been improving, aided by more established consumer markets and Chinese commodity demand. However, political and growth risks still loom large.
  • Infrastructure: For all the concerns about China’s geopolitical agenda, the ‘Belt and Road Initiative’ can bring a significant economic boost to developing countries in Asia – provided that the investment model evolves to offer clear benefits to all.
  • Africa: Trade between African countries is fragmented, making economies of scale hard to achieve. A planned 55-country free-trade area – the world’s largest by country coverage – offers opportunities for much-needed integration.

Resources and climate

  • Food security: Pressures on vulnerable food trade ‘chokepoints’ – strategically vital transit locations – will likely continue to rise. However, an initiative to improve monitoring of the global food supply chain may help governments and traders to anticipate blockages.
  • Land use and climate change: Scaling up carbon sequestration technologies to reduce emissions will increase competition for land. However, developments in multilateral policymaking in 2018–20 offer a window of opportunity in which to shape the debate.

Contributing writers: Leslie Vinjamuri, Patricia Lewis, John Nilsson-Wright, Neil Quilliam, Sanam Vakil, Hans Kundnani, Champa Patel, Kerry Brown, Philip Hanson, Mathieu Boulègue, Thomas Raines, Lina Khatib, Tim Eaton, Renad Mansour, Joyce Hakmeh, Beyza Unal, Jacob Parakilas, Chanu Peiris, Courtney Rice, James Nixey, Ruma Mandal, Jeff Crisp, Harriet Moynihan, Gareth Price, David L. Heymann, Emma Ross, Osman Dar, Matthew Oxenford, Stephen Pickford, Richard Lapper, Andrew Cainey, Carlos Lopes, Felix Preston, Daniel Quiggin, Siân Bradley, Glada Lahn, Laura Wellesley, Johanna Lehne, Richard King.

RAND by Shira Efron: The Future of Israeli-Turkish Relations

on Sunday, 08 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Research Questions
How have Israeli-Turkish relations evolved?
What is the status of Israeli-Turkish economic ties since their 2016 normalization?
What are the standing political and security issues between Israel and Turkey?
How might the future of Israeli-Turkish relations develop?
What implications do Israeli-Turkish ties have for U.S. interests in the Middle East?
This report, which draws largely on Israeli and third-party views, examines the relations between Israel and Turkey, concentrating on the state of economic, diplomatic, and security ties after the 2016 reconciliation between the two countries and the possible futures of these ties.


Israel and Turkey have almost seven decades of relations, but even after the reconciliation, ties remain strained. While the Israeli and Turkish business communities would like to resume former levels of engagement, and there is interest in cooperation over natural gas, relations in the diplomatic and security spheres are tense because of distrust of Turkish President Recep Tayyip Erdoğan and differences between the countries over the future of Syria and the Israeli-Palestinian conflict. Any change, for better or worse, in Israeli-Palestinian relations, will have implications for the ties between Israel and Turkey, as demonstrated by the May 2018 diplomatic rift over the violent clashes in Gaza and the opening of the U.S. embassy in Jerusalem.

Key Findings
Strong Bedrock, Formidable Challenges
Israel and Turkey still have strong common interests, especially economically. Natural gas development is still a prospect, and both countries share the objective of stability of Gaza.
However, Israeli opinion of Turkish President Recep Tayyip Erdoğan and differences between the countries over the future of Syria and the Israeli-Palestinian issue will probably keep relations cold.
Israel now has economic and security cooperation alternatives to Turkey, such as Cyprus and Greece. Israeli defense industries have found larger markets than Turkey for their exports including India, South Korea and Japan.
Changes in the status of the Israeli-Turkish relationship will probably occur alongside developments on the Israeli-Palestinian front, as demonstrated by the May 2018 diplomatic rift over the violent clashes in Gaza and the opening of the U.S. embassy in Jerusalem.

Table of Contents
Chapter One
Introduction

Chapter Two
A History of Ups and Downs in Bilateral Relations

Chapter Three
Normalization Achieved After a Six-Year Process

Chapter Four
Post-Rapprochement Economic Relations

Chapter Five
Diplomatic and Security Relations After Normalization

Chapter Six
Conclusion: Israeli-Turkish Ties Face Formidable Challenges

Download PDF

 

BESA, By Emil Avdaliani: The China-US Confrontation: A Russian View

on Wednesday, 04 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

 

BESA Center Perspectives Paper No. 882, July 4, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: China and the US have different geopolitical imperatives, so tensions are bound to increase between the two powers. Russia’s position in the nascent confrontation will be important to watch, as it is simultaneously under pressure from the West and in the shadow of Chinese economic strength. Russia will likely see US-China competition as providing an opportunity to improve its own geopolitical position.

China, which is poised to become a powerful player in international politics thanks to its economic rise and concurrent military development, has strategic imperatives that clash with those of the US. Beijing needs to secure its procurement of oil and gas resources, which are currently most available through the Malakka Strait. In an age of US naval dominance, the Chinese imperative is to redirect its economy’s dependence – as well as its supply routes – elsewhere.

That is the central motivation behind the almost trillion dollar Belt and Road Initiative, which is intended to reconnect the Asia-Pacific with Europe through Russia, the Middle East, and Central Asia. At the same time, Beijing has a growing ambition to thwart US naval dominance off Chinese shores. With these factors involved, mutual suspicion between Beijing and Washington is bound to increase over the next years and decades.

Analysts have proposed various foreign policy scenarios about the likelihood of a coming showdown between the two powers. However, most of those analyses – some of which are very good – neglect the Russian position. That country, which stretches from the Baltic to the Pacific and is ensconced between the West and China, is poised to play a pivotal role in a possible US-China confrontation due to its geography and military and economic capabilities.

Moscow believes the US-China conflict might enable it to advance the Russian geopolitical agenda, which has been much constrained by the Europeans and the Americans over the past three decades.

The current crisis between Russia and the West is the product of many fundamental geopolitical differences in both the former Soviet space and elsewhere. Relations are thus likely to remain stalled well into the future barring large concessions by one of the sides. The successful western expansion into what was always considered the “Russian backyard” halted Moscow’s projection of power and diminished its reach into the north of Eurasia – between fast-developing China, Japan, and other Asian countries and the technologically modern European landmass.

Russia claims that its western borders are now vulnerable because NATO and the EU are marching eastward. In fact, Russia has far more vulnerable territories, such as the North Caucasus and porous Central Asia.

In some respects, the Russians are simply spending too much of their national energies on problems with the West. Costly military modernization and the support for separatist regimes in Moldova, Ukraine, and Georgia weigh heavily on the Russian budget.

Russians can rightly question why their country is spending so much on the former Soviet space when Russia’s current borders are more in Asia. Why is the country investing so much in unsuccessfully disrupting Western influence in many parts of the former Soviet space? This point is doubly strong when one looks at a map of Russia, with its vast tracts of uncultivated and largely unpopulated Siberian lands.

Today, Europe is a source of technological progress, as are Japan and China. Never in Russian history has there been such opportunity to develop Siberia and transform it into a power base of the world economy.

Russia’s geographical position is unique and will remain so for another several decades, as the ice cap in the Arctic Ocean is set to diminish significantly. The Arctic Ocean will be transformed into an ocean of commercial highways, giving Russia a historic opportunity to become a sea power.

Chinese and Japanese human and technological resources in the Russian far east, and European resources in the Russian west, can transform it into a land of opportunity.

Russia’s geographical position should be kept in mind when analyzing Moscow’s position vis-à-vis the China-US competition. However, apart from the purely economic and geographical pull that the developed Asia-Pacific has on Russia’s eastern provinces, the Russian political elite sees the nascent US-China confrontation as offering a chance to enhance its weakening geopolitical position throughout the former Soviet space. Russians are right to think that both Washington and Beijing will dearly need Russian support, and this logic is driving Moscow’s noncommittal approach towards Beijing and Washington. As a matter of cold-blooded international affairs, Russia wishes to position itself such that the US and China are strongly competing with one another to win its favor.

In allying itself with China, Russia would expect to increase its influence in Central Asia, where Chinese power has grown exponentially since the break-up of the Soviet Union in 1991. Although Moscow has never voiced official concerns about this matter, that is not to deny the existence of such concerns within the Russian political elite.

However, if Moscow chooses the US side, the American concessions could be more significant than the Chinese. Ukraine and the South Caucasus would be the biggest prizes, while NATO expansion into the Russian “backyard” would be stalled. The Middle East might be another sticking point where Moscow gets fundamental concessions – for example in Syria, should that conflict continue.

Beyond grand strategic thinking, this decision will also be a civilizational choice for the Russians molded in the perennial debate about whether the country is European, Asiatic, or Eurasian (a mixture of the two). Geography inexorably pulls Russia towards the east, but culture pulls it towards the west. While decisions of this nature are usually expected to be based on geopolitical calculations, cultural affinity also plays a role.

Tied into the cultural aspect is the Russians’ fear that they (like the rest of the world) do not know how the world would look under Chinese leadership. The US might represent a threat to Russia, but it is still a “known” for the Russian political elite. A China-led Eurasia could be more challenging for the Russians considering the extent to which Russian frontiers and provinces are open to large Chinese segments of population.

The Russian approach to the nascent US-China confrontation is likely to be opportunistic. Its choice between them will be based on which side offers more to help Moscow resolve its problems across the former Soviet space.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family 

 

BESA, By Dr. George N. Tzogopoulos: Cyprus, Greece, and Israel Chart a Common Path

on Monday, 11 June 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

EXECUTIVE SUMMARY: Cyprus, Greece, and Israel are steadily building a democratic geopolitical bloc in the Eastern Mediterranean. They are exploring ways to collaborate in fields ranging from energy to communication technology and defense. Greek-American and American-Jewish communities are exploiting the momentum to further boost the developing “triangle” and encourage US support. However, despite progress among the governments and the generally positive climate, warning signs of anti-Semitism in Greece underline the need for grassroots action to combine political achievements with wide public support.


The fourth Cyprus-Greece-Israel tripartite summit, which took place in Nicosia on May 8, 2018, made plain the determination of the three countries to deepen their cooperation. Nicos Anastasiades, Alexis Tsipras, and Benjamin Netanyahu discussed new fields of interest, including public security, cinema co-production, maritime pollution, telecommunications, and the reduction of data roaming costs. They agreed that the fifth trilateral summit will take place within the year in Beersheba, a place described by Netanyahu as “cyber city.” At that event, the parties plan to advance their dialogue on communication technologies.

At present, the countries are emphasizing their collaboration at the military level. Symbolically, Greek fighter planes participated in an IAF aerial show to celebrate Israel and the IDF’s 70th Independence Day. Also, the Chief of the Hellenic Army General Staff, Lt. Gen. Alkiviadis Stefanis, visited Israel at the invitation of Maj. Gen. Yaacov Barak, the IDF’s Ground Forces Commander, who had already visited Greece in January. According to media reports, the two sides are discussing potential joint actions against new threats as well as exchange programs. Staff talks involving representatives of the armed forces of Cyprus, Greece, and Israel took place in Israel on May 9.

Energy remains at the center of attention. Cyprus and Israel currently disagree on the division of the Aphrodite reservoir, and this disagreement could lead to international arbitration. Το avoid such a scenario, Nicosia and Jerusalem are engaging in a “transparent and productive dialogue,” as Israeli Ambassador to Cyprus Shmuel Revel put it to the Cyprus News Agency. Cypriot Energy Minister Yiorgos Lakkotrypis said companies should first attempt to reach settlements on gas quantities on their own, but this process has not yet begun.

This issue is not expected to be easily solved. Lakkotrypis sees it as “one of the most important differences” between Cyprus and Israel. His Israeli counterpart Yuval Steinitz declares, “Israel cannot give up, not even as a gesture of friendship, on its territories or its natural resources.”

The lack of a sharing formula on the Aphrodite gas field does not prevent Cyprus, Israel, and Greece from examining the construction of an EastMed pipeline. Following the tripartite Nicosia summit, the Israeli ambassador to Greece, Irit Ben-Abba, spoke about a fast rhythm for the potential realization of this “adventurous project.”

An EastMed pipeline would cost more than a pipeline connecting Israel to Turkey, but would enhance security in the Eastern Mediterranean. That is why it is anathema to Ankara. Following the Nicosia meeting, the Turkish-Cypriot leader Mustafa Akinci said EastMed might not function as a route to peace and advocated for the transportation of gas resources from the Levantine Basin to Europe via Turkey.

Comments like these show Ankara’s unease with the evolving cooperation among Cyprus, Greece, and Israel. The creation of a democratic bloc in the Eastern Mediterranean does not serve Turkish President’s Erdoğan’s neo-Ottoman aspirations – indeed, it might disrupt them.

Executive director of the Hellenic American Leadership Council (HALC) Endy Zemenides said in an interview that his organization and the American Jewish Community (AJC) were coordinating an advocacy campaign in Washington to strengthen the Cyprus-Greece-Israel triangle with US support. A restriction on F-35 jet sales to Turkey and the end of the Cyprus Arms Embargo Act are among the goals. In May 2018 the fifth anniversary of the Congressional Hellenic-Israel Alliance was also celebrated in the US. The more Ankara’s tactics are exposed by Cyprus, Israel, and Greece, the more the international community becomes aware of Erdoğan’s motivations.

The fourth Cyprus-Greece-Israel tripartite summit took place on the same day US President Donald Trump made his Iran speech. This led both Cyprus and Greece to take a public position on how they view Israel’s sensitivity towards the Iranian threat – despite their need to align their policies with that of the EU. President Anastasiades told i24NEWS that he “urged Iran to pursue good relations with all of their neighbors and to respect the principle of non-interference.” Prime Minister Tsipras underlined that he shared Prime Minister’s Netanyahu’s concern but advocated for the preservation of the Iran nuclear deal. Greek companies, like Hellenic Petroleum, that are importing oil from Iran are reportedly coming up with alternative plans.

Notwithstanding the strong momentum and high level of political support for the strengthening of the Cyprus-Greece-Israel geopolitical alliance in the Eastern Mediterranean, old stereotypes and prejudices are undermining wider acceptance. Worryingly, signs of anti-Semitism are resurfacing, at least in Greece. Α Greek cartoonist recently compared the situation in the Gaza Strip with the Holocaust and drew a parallel between Israeli policies and Nazi practices. Both the Central Israel Council of Greece and the Embassy of Israel criticized the comparison. However, the Greek blogosphere teems with articles calling the “targeting” of the cartoonist unfair and suggesting he was correct in condemning Israel’s behavior towards the Palestinians.

Also, at the beginning of May, a Jewish cemetery in a southwestern suburb of Athens was vandalized and marble headstones damaged. The Central Board of Jewish Communities in Greece expressed its condemnation of this incident and a silent protest was organized. Moreover, Islamic hatred of Jews has appeared in Greece. In Xanthi, a city in northeastern Greece, the self-proclaimed Mufti Ahmet Mete misses no opportunity to slander the Jews in his preaching, though he was sentenced to eight months imprisonment for saying that Hitler was right to turn the Jews into soap.

Condemnations and protests are not sufficient to eradicate anti-Semitism. Recent warning signals indicate the need for better education and more accurate and open-minded media coverage. This is the only way the arguments of the political elites will receive public support in the long term.

View PDF

Dr George N. Tzogopoulos is a BESA Research Associate, Lecturer at the Democritus University of Thrace, and Visiting Lecturer at the European Institute of Nice.

 

 

 
Subscribe to Our Free Mailing List

Subscribe to our mailing list

Don’t miss out on any new articles and research from the Begin-Sadat Center!

 
 
You will receive one mailing daily.

BESA-By Prof. Efraim Karsh: It’s Not the Economy, Stupid

on Wednesday, 06 June 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

EXECUTIVE SUMMARY: It is not Gaza’s economic malaise that has precipitated Palestinian violence. It is the other way around: the endemic violence has caused the Strip’s humanitarian crisis. So long as Gaza continues to be governed by Hamas’s rule of the jungle, no Palestinian civil society, let alone a viable state, can develop.

No cliché has dominated the discourse on the Gaza situation more than the perception of Palestinian violence as a corollary of the Strip’s dire economic condition. No sooner had Hamas and Israel been locked in yet another armed confrontation over the past weeks than the media, foreign policy experts, and politicians throughout the world urged the immediate rehabilitation of Gaza as panacea to its endemic propensity for violence. Even senior members of the Israel Defense Forces opined that a “nonmilitary process” of humanitarian aid could produce a major change in the Gaza situation.

While there is no denying the argument’s widespread appeal, there is also no way around the fact that it is not only completely unfounded but the inverse of the truth. For it is not Gaza’s economic malaise that has precipitated Palestinian violence; rather, it is the endemic violence that has caused the Strip’s humanitarian crisis.

For one thing, countless nations and groups in today’s world endure far harsher socioeconomic or political conditions than the Palestinians, yet none has embraced violence and terrorism against their neighbors with such alacrity and on such a massive scale.

For another thing, there is no causal relationship between economic hardship and mass violence. On the contrary: in the modern world it is not the poor and oppressed who have carried out the worst acts of terrorism and violence, but rather the militant vanguards from among the better educated and more moneyed circles of society – be they homegrown terrorist groups in the West or their Middle Eastern counterparts.

Yasser Arafat, for instance, was an engineer, and his fellow arch terrorist George Habash – the pioneer of aircraft hijacking – a physician. Hassan al-Banna, founder of the Muslim Brotherhood, was a schoolteacher, while his successor, Sayyid Qutb, whose zealous brand of Islam fired generations of terrorists, including the group behind the assassination of Egyptian president Anwar Sadat, was a literary critic and essayist. The 9/11 terrorists and certainly their multimillionaire paymaster, Osama bin Laden, as well as the terrorists who massacred their British compatriots in July 2005 and those slaughtering their coreligionists in Algeria and Iraq, were not impoverished peasants or workers driven by hopelessness and desperation but educated fanatics motivated by hatred and extreme religious and political ideals.

Nor has Hamas been an exception to this rule. Not only has its leadership been highly educated, but it has gone to great lengths to educate its followers, notably through the takeover of the Islamic University in Gaza and its transformation into a hothouse for indoctrinating generations of militants and terrorists. Hamas founder Sheikh Ahmed Yassin studied at the al-Azhar University in Cairo, probably the Islamic world’s most prestigious institution of higher religious learning, while his successor, Abdel Aziz Rantisi, was a physician, as is Hamas cofounder Mahmoud Zahar. The group’s current leader, Ismail Haniyeh, and Muhammad Def, head of Hamas’s military wing, are graduates of the Islamic University of Gaza, while Khaled Mashaal studied physics in Kuwait, where he resided until 1990. Hardly the products of deprivation and despair.

This propensity for violence among the educated and moneyed classes of Palestinian society was starkly reflected in the identity of the 156 men and eight women who detonated themselves in Israel’s towns and cities during the first five years of the “al-Aqsa Intifada,” murdering 525 people, the overwhelming majority of them civilians. A mere 9% of the perpetrators had only a basic education, while 22% were university graduates and 34% were high school graduates. Likewise, a comprehensive study of Hamas and Islamic Jihad suicide terrorists from the late 1980s to 2003 found that only 13% came from a poor background, compared with 32% of the Palestinian population in general. More than half of suicide bombers had entered further education compared with just 15% of the general population.

By contrast, successive public opinion polls among the Palestinian residents of the West Bank and the Gaza Strip during the 1990s revealed far stronger support for the nascent peace process with Israel, and opposition to terrorism, among the poorer and less educated parts of society – representing the vast majority of the population. Thus, for example, 82% of people with a low education supported the Interim Agreement of September 1995, providing for Israel’s withdrawal from the populated Palestinian areas of the West Bank, and 80% opposed terrorist attacks against Israeli civilians, compared to 55% and 65%, respectively, among university graduates.

In short, it is not socioeconomic despair but the total rejection of Israel’s right to exist, inculcated by the PLO and Hamas in their hapless West Bank and Gaza subjects over the past 25 years, which underlies the relentless anti-Israel violence emanating from these territories and its attendant economic stagnation and decline.

At the time of the September 1993 signing of the Israel-PLO Declaration of Principles, conditions in the territories were far better than in most Arab states – despite the steep economic decline caused by the intifada of 1987-93. But within six months of Arafat’s arrival in Gaza in July 1994, the standard of living in the Strip fell by 25%, and more than half the area’s residents claimed to have been happier under Israel. Even so, at the time Arafat launched his war of terrorism in September 2000, Palestinian income per capita was nearly double Syria’s, more than four times Yemen’s, and 10% higher than Jordan’s – one of the better-off Arab states. Only the oil-rich Gulf states and Lebanon were more affluent.

By the time of Arafat’s death in November 2004, his terrorism war had slashed this income to a fraction of its earlier levels, with real GDP per capita some 35% below the pre-September 2000 level, unemployment more than doubling, and numerous Palestinians reduced to poverty and despondency. And while Israel’s suppression of the terrorism war generated a steady recovery, with the years 2007-11 even recording an average yearly growth above 8%, by mid-2014 a fully blown recession had taken hold, especially in the Gaza Strip.

Indeed, apart from reflecting the West Bank’s basic socioeconomic superiority vis-à-vis Gaza, the widening gap between the two areas during the Oslo years (the difference in per capita income shot up from 14% to 141%) was a direct corollary of Hamas’s transformation of the Strip into an unreconstructed terrorism entity, in contrast to the West Bank’s relative tranquility in the post-al-Aqsa Intifada years.

This, in turn, means that so long as Gaza continues to be governed by Hamas’s rule of the jungle, no Palestinian civil society, let alone a viable state, can develop. The creation of free and democratic societies in Germany and Japan after World War II necessitated a comprehensive sociopolitical and educational transformation. In the Gazan case as well, it will be only when the population sweeps its oppressive rulers from power, eradicates endemic violence from political and social life, and teaches the virtues of coexistence with Israel that the Strip can look forward to a better future.

View PDF

This article appeared in The Jerusalem Post on June 4, 2018.

Prof. Efraim Karsh is Director of the Begin-Sadat Center for Strategic Studies, Emeritus Professor of Middle East and Mediterranean Studies at King’s College London, and editor of The Middle East Quarterly.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Prof. Efraim Karsh is director of the Begin-Sadat Center for Strategic Studies.
 

BESA, By Emil Avdaliani: Russia vs. the West: The Beginning of the End

on Monday, 14 May 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

BESA Center Perspectives Paper No. 832, May 13, 2018

EXECUTIVE SUMMARY:The Russia-West confrontation has, over the course of the past several years, reached its most tense point since the collapse of the Soviet Union. Differences between the two sides will only grow as neither side wants to make concessions on Syria, North Korea, Ukraine, Georgia, etc. However, there is also a strong possibility that the West is making significant headway in its competition with Russia over the former Soviet space.


Contrary to the much-touted opinion that Russia has been successful of late in projecting its influence across the former Soviet Union, Moscow’s influence has in fact significantly receded on the Eurasian continent. US pressure is important here, as are internal economic problems in Russia. But a closer look can easily reveal that it is the EU that has undermined Russian political, economic, and even cultural influence in eastern Europe and the former Soviet space. Moscow has lost influence the Baltic states, Moldova (at least in part), Ukraine, and Georgia, and is losing credibility in Armenia. Europe, meanwhile, has never been so united and unanimous in its internal as well as foreign policy actions.

Why has Europe never been so successful against Russia in the past? A partial answer lies in Europe’s unfortunate geography. The European continent represents a peninsula of Eurasia, with Russia right on Europe’s edge. Peace between them has been a fleeting phenomenon as each has tried to dominate or influence the other.

Russia’s rise to power was basically a product of constant European internal fighting. There were times when the Continent was unified and Russia was threatened, but the creation of a truly unified European empire that could economically challenge Moscow in the long term was a daunting task.

The building of a European empire had at least three phases. Military victories were essential, but these did not provide a lasting foundation. A ruler needed a centralized administration and cooption of the local elites of large invaded states, something that could have taken decades to achieve: a virtually impossible task. Europe also had the problem that the continent was full of ambitious, technologically and militarily advanced states very much unwilling to abandon their freedom.

Even when a conquest of Europe was achieved (as in the case of Napoleon and Hitler), the continent faced its two “big enemies on the periphery,” Britain and Russia. London was willing to keep the balance of power among the European states while Moscow controlled Eastern Europe. This simple geography explains why throughout the centuries, a united Europe was not a viable project and peace with Russia was an unachievable goal.

However, geopolitical developments in Eurasia since the breakup of the Soviet Union show that a united Europe is a plausible project when unified non-militarily. Modern Europe poses a serious challenge to Russia, as the battle between the two is – for the first time in history – in the economic sphere. Modern Europe is in fact a powerful economic and political machine based not on coercion, but on state and elite cooption.

Never before has Europe posed such a fundamental challenge to Moscow. Neither Napoleon nor Hitler worked towards the fundamental weakening of Russia, as a military conquest of Russia was impossible at the time. A fundamental weakening of Russia is only possible through the purposeful economic dominance of the territories around the Russian heartland (the modern western part of the Russian Federation).

That is what is now happening. Russia is losing to Europe in terms of competition and economic relevance. Ukraine, Moldova, Georgia, and the Baltic states show how far Russian influence has receded into Eurasia. What is even more interesting is the fact that this process will continue unabated, at least for the near future. Russia will remain isolated while its immediate neighborhood will deepen its cooperation with the West.

Is Eurasia in the midst of a fundamental transformation? Will Russia’s weakening allow small states on its periphery and elsewhere in the Middle East to improve their geopolitical situation? There are plenty of indications to support this scenario.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

BESA, By Michel Gurfinkiel : The Strategic Goals of a Restored Russia

on Tuesday, 17 April 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

BESA Center Perspectives Paper No. 796, April 15, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: The Soviet “deep state” survived the disintegration of the Soviet Union. It is back with a vengeance.

The Soviet Union was not vanquished by the West in the Cold War. It simply disintegrated in the late 1980s, the result of cumulative failures. A military defeat or a popular insurrection might have resulted in the elimination of its seventy-year-old totalitarian infrastructure and superstructure (the Soviet “deep state”). A mere collapse, however, had very different consequences.


Beyond the abandonment of the Eastern European glacis and the formal independence of the fifteen Soviet Republics, the ruling Soviet elite stayed largely in place. This was especially true in the very heart of the Empire, the former Federative Socialist Soviet Republic of Russia, rebranded as the Russian Federation. The army and secret police stayed intact, the planned economy was turned into a state-controlled oligarchy, and nationalism was substituted for communism. Soon, Russia began to engage in systematic rebuilding and reconquest.

This process started under Boris Yeltsin, the allegedly liberal first president of post-Soviet Russia. Just a few weeks after the USSR’s dismantlement, Yeltsin’s army seized Transnistria as a Russian outpost between the now formally independent former Soviet Republics of Ukraine and Moldavia. It was the Yeltsin bureaucracy in the early 1990s that issued 1) the Near Abroad doctrine, according to which Russia retained “vital interests”in neighboring post-Soviet countries; and 2) the parallel doctrine of “the Russian World”, which envisioned the “reunification” of all Russian-speaking communities into a single nation-state.

Vladimir Putin, who was chief of the secret police in 1998, became prime minister in 1999 and then Yeltsin’s successor in 2000.

The primary strategic goal of a restored Russia is to bring together all the Russian-speaking peoples into a single nation-state. In 2014, after the forced incorporation into Russia of Crimea, a province of Ukraine under international law, Putin elaborated that, after the dissolution of the USSR, “millions of people went to bed in one country and awoke in different ones, overnight becoming ethnic minorities in former Union republics, while the Russian nation became one of the biggest, if not the biggest ethnic group in the world to be divided by borders.” What is at stake is not just Transnistria or Crimea or eastern Ukraine, but the Russian-speaking communities in the Baltic States and in Central Asia. This contention resembles that of Adolf Hitler from 1933 to 1939, when he carved an ethnically defined Greater Germany into the heart of Europe.

A second Russian goal is to reestablish the former Soviet Union as a single geopolitical unit if not a single state: a “Eurasian community”with Russia as first among equals. This goal has been largely achieved. Most post-Soviet countries, with the glaring exceptions of the Baltic states, which joined both NATO and the EU, and of Ukraine, which strives to do the same, have reverted into a Russian sphere of influence. The only countervailing power so far, at least in Central Asia, has been China.

A third Russian goal is to weaken or eliminate any rival power in Europe: be it the US and NATO, its military arm, or the EU, at least as long as it has close ties with the US. A fourth is to resume a world power role by reactivating support for former Soviet client regimes like Baathist Syria or Cuba, or striking new strategic alliances with emerging powers like Iran.

Sadly, most Western countries either failed to understand what was going on or decided to ignore it, even in the face of hard evidence. In his recently published book, The End of Europe, James Kirchick writes: “As early as 1987,” when the Soviet Union still existed, “Mikhaïl Gorbachev advocated Soviet entry into what he called ‘the common European home’.” Ten years later, after the demise of the Soviet Union, “Boris Yeltsin hoped that Russia would one day join ‘greater Europe’.” In both cases, Western politicians and strategists responded enthusiastically: many insisted that “a whole raft of institutions, strategic theorems and intellectual currents born out of the struggle against Soviet communism” were now passé, and “it was time to supplant the bipolar order with more inclusive and ‘equitable’ arrangements.”

Seven years later, in 2005, the Gaullist president of France, Jacques Chirac, and the social-democratic Chancellor of Germany, Gerhard Schröder, planned for “a European Security and Defense Union,” a “triangular” military alliance with Russia “that would exclude Washington, to parallel and perhaps one day replace NATO.” It did not appear to concern these analysts that “as the West slashed defense budgets and relocated resources to Asia and the Middle East,” Russia was undergoing “a massive conventional arms buildup to the point there exists now a perilous imbalance on NATO’s Eastern flank.”

Even more intriguing was the attitude of Barack Obama’s administration from 2009 to 2017. It did not do much to deter Russian inroads into the Caucasus and Ukraine, and opted from 2015 on for complete passivity in the Middle East and even active cooperation with Iran, the new Russian protégé.

Much was achieved, in this respect, by soft power. The old Soviet Union cultivated all kinds of networks in order to spy on foreign countries, or to influence them: from communist parties to front communist organizations, from fellow travelers to peace activists, from businessmen or companies interested in East-West trade to illiberal right-wingers. These networks accounted for perhaps one-half of Soviet global power. As Cold Warriors used to say, “East minus West equals zero”. Putin’s Russia is resorting to the same means and could have equal or perhaps even greater success.

View PDF

Michel Gurfinkiel, a French public intellectual and the editor at large of Valeurs Actuelles, is the Founder and President of the Jean-Jacques Rousseau Institute and a Shillman/Ginsburg Fellow at Middle East Forum.

<<  1 [23 4 5 6  >>