Εθνική Στρατηγική

 1  2 

Βασίλειος Μαρτζούκος*: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ...

Οι εθνικές διακρατικές κρίσεις άμυνας και ασφάλειας αποτελούν συνήθως περιοδικές εξάρσεις μακροχρονίων σχέσεων εντάσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών με αντικρουόμενα συμφέροντα. Κατά την σύνθετη και ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο κρίσεων δοκιμάζεται η συνολική ετοιμότητα ενός κράτους, η οργανωτική και συντονιστική του υποδομή, ο μηχανισμός λήψεως αποφάσεων και κυρίως η γνώση, η εκπαίδευση, η εμπειρία και οι χειρισμοί της πολιτικής ηγεσίας...

17-03-2018   Εθνική Στρατηγική

Ελληνικό Ινσττούτο Στρατηγικών Μελετών: Σκοπιανό Ζήτημα...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών στη συνεδρίαση  του Διοικητικού Συμβουλίου της 11ης Ιανουαρίου 2018 και παρουσία πολυάριθμων μελών του συζήτησε το μείζον εθνικό θέμα των διαφορών της Ελλάδος με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ). Στο διατιθέμενο χρόνο παρουσιάστηκαν ενδιαφέρουσες αναλύσεις, προσεγγίσεις και τοποθετήσεις που κάλυψαν το σύνολο των επιμέρους ανοικτών ζητημάτων που επηρεάζουν τις σχέσεις μας με τη γ...

23-01-2018   Εθνική Στρατηγική

Χρήστος Μηνάγιας: Τα μηνύματα της επίσκεψης Erdoğan, που δεν έτυχαν προσοχής!...

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο liberal.gr ο Ταξίαρχος ε.α., ειδικός σε θέματα Τουρκίας, κ. Χρήστος Μηνάγιας, μας αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές του παρασκηνίου που προηγήθηκε της επίσκεψης του Τούρκου Προέδρου Tayyip Erdoğan στην Ελλάδα, καθώς και των όσων είπε στην Κομοτηνή απευθυνόμενος σε Έλληνες Μουσουλμάνους της εκεί μειονότητας. Τα όσα μας είπε είναι εξόχως διαφωτιστικά για το που οδηγούνται οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις! Συνέντευξη στον Βασ...

13-12-2017   Εθνική Στρατηγική

Ευριπίδης Στ. Στυλιανίδης*: «Η τουρκική παρεμβατικότητα στην Θράκη: Από την ισλαμοδημοκρατία στον νε...

Η πολιτική εκκίνηση του Ταγίπ Ερντογάν ως ευρωπαϊστή μεταρρυθμιστή ηγέτη που επεδίωκε την εδραίωση ενός νέου τύπου «Ισλαμοδημοκρατίας» (κατά την αντιστοιχία με την «Χριστιανοδημοκρατία») στην Τουρκία, πρότυπο και για άλλα μουσουλμανικά κράτη, δημιούργησε μετρημένη αισιοδοξία, τόσο στην ΕΕ όσο και στην Ελλάδα. Η ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΩΣ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣΗ «εμπιστοσύνη» υπήρξε το κλειδί για την βελτίωση των διμερών σχέσεων και για την...

13-12-2017   Εθνική Στρατηγική

8/12/2016. ΕΛΛΑΔΑ-ΚΥΠΡΟΣ-ΙΣΡΑΗΛ: ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΜΑΖΟΥΝ!!!! ...

Η δεύτερη τριμερής διάσκεψη των ηγετών Ελλάδος , Κύπρου και Ισραήλ,  λαμβάνει χώρα σήμερα , Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου  στην Ιερουσαλήμ. Είναι   η δεύτερη τριμερής συνάντηση των ηγετών των τριών χωρών, Τσίπρα, Αναστασιάδη και Νετανιάχου , που πραγματοποιείται 11 μήνες μετά τη στρατηγική συμμαχία,  που ανακοινώθηκε στη Λευκωσία και αποδεικνύει τις άριστες σχέσεις μεταξύ των τριών χωρών, η οποία κρίνεται σημαντική, λόγω αφενός των εξελίξεων στο κυπριακό,...

08-12-2016   Εθνική Στρατηγική

7/12/2016. ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΟΥ ΜΕΝΕΤΟΙ...

      Είναι πλέον γεγονός ότι το σύνολο του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας συναγωνίζεται σε εθνικισμό και στην αύξηση της έντασης με την Ελλάδα και την συντήρηση αυτής. Είναι επίσης αλήθεια ότι αυτή η έξαρση του τουρκικού εθνικισμού έναντι της Χώρας μας, δεν είναι άμοιρη των εσωτερικών προβλημάτων που η χώρα αυτή αντιμετωπίζει, ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα της 15ης Ιουλίου, αλλά και των σε εξέλιξη ανακατατάξεων στη Συρία και το Ιράκ.   Με αυτή τ...

07-12-2016   Εθνική Στρατηγική

29/11/2016. Εθνική άμυνα – Στρατηγική χωρίς αποτίμηση...

Γράφει ο Γεώργιος Νικολάκος*Η στρατηγική είναι ένας όρος που ετυμολογικά έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα και η αρχική της έννοια ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την στρατιωτική ορολογία, την τέχνη της στρατιωτικής διοίκησης και την απαραίτητη σχεδίαση έτσι ώστε να υπάρχει βέλτιστη χρησιμοποίηση των έμψυχων και άψυχων πόρων με απώτερο σκοπό την επίτευξη των τεθέντων στόχων.Αναφερόμενοι κυρίως στην εθνική άμυνα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στρατηγικ...

29-11-2016   Εθνική Στρατηγική

16/11/2016. ΟΙ ΚΡΙΣΙΜΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΑΚ ΟΜΠΑΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ...

ΜΠΑΡΑΚ ΟΜΠΑΜΑ"Η κρίση δεν είναι αφηρημένη έννοια, ανέτρεψε τις ζωές των πολιτών της χώρας. Συζητήσαμε για τις μεταρρυθμίσεις που θα κάνουν τη χώρα πιο ελκυστική στις επενδύσεις και θα περιορίσουν τις ανισότητες. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται χώρο. Η λιτότητα δεν μπορεί να είναι συνταγή ανάπτυξης, οι Έλληνες πρέπει να δουν αλλαγή στην καθημερινή τους ζωή. Το ΔΝΤ είπε πως η ελάφρυνση είναι ζωτικής σημασίας και προσωπικά θα συνεχίσω να πιέζω προς...

16-11-2016   Εθνική Στρατηγική

12/11/2016. Διλήμματα και κίνδυνοι στο θέμα της Κύπρου...

Με λύπη μου παρατηρώ ότι για άλλη μια φορά το θέμα του νέου γύρου των διακοινοτικών συνομιλιών για την επίλυση του χρονίζοντος κυπριακού προβλήματος παραμένει, δυσανάλογα με τη σπουδαιότητα, υποβαθμισμένο στην πλειονότητα των «έγκυρων» ελληνικών ΜΜΕ. Πόσοι άραγε συμπολίτες μας γνωρίζουν ότι στις 07 Νοεμβρίου ξεκίνησε στο Mont Pelerin της  Ελβετίας ένα ακόμη γύρος των διακοινοτικών συνομιλιών για την εξεύρεση λύσεως; Φοβάμαι ότι εσκεμμένα η ελληνι...

12-11-2016   Εθνική Στρατηγική

10/9/2016. Athens Understanding Economic Forum. Γιατί όχι; ...

    Και ενώ η προσοχή όλων (δικαίως ή αδίκως) είναι στραμμένη στη ΔΕΘ όπου κάθε χρόνο (αδίκως) το ενδιαφέρον δεν είναι στην έκθεση per se με τις τεράστιες επιχειρηματικές ευκαιρίες εξαγωγικού χαρακτήρα τις οποίες αυτή δυνατόν να προσφέρει αλλά στις ανακοινώσεις/απολογισμούς/υποσχέσεις του πολιτικού κόσμου, στην Αθήνα θα λάβει χώρα μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνάντηση. O Έλληνας πρωθυπουργός έχει προσκαλέσει στις 9 Σεπτεμβρίου τους πρωθυπουργο...

10-09-2016   Εθνική Στρατηγική

31/7/2016. Οι Καλόγεροι της Άνδρου...

Οι Καλόγεροι της Άνδρου Μοναχικοί βράχοι στη μέση του Αιγαίου ή νησίδες ζωτικής εθνικής σημασίας;Οι νησίδες Καλόγεροι βρίσκονται στο Κεντρικό Αιγαίο. Πρόκειται για δύο "μοναχικούς βράχους", που απέχουν 26 ναυτικά μίλια από την Άνδρο και 24 ναυτικά μίλια από τα Αντίψαρα. Διοικητικά, υπάγονται στα Ψαρά.Ο Μεγάλος Καλόγερος έχει έκταση 6 στρέμματα και ύψος 36,5 μέτρα. Σε απόσταση 1400 μέτρων βορειοανατολικά, βρίσκεται ο Μικρός Καλόγερος, με έκταση 1,...

31-07-2016   Εθνική Στρατηγική

21/6/2016. «ΒΟΥΤΥΡΟ ή ΚΑΝΟΝΙΑ»...

Προ ημερών στην στήλη «Άμυνα και Διπλωματία» την προσοχή μου τράβηξε η είδηση της έγκρισης από τη βουλή του Ισραήλ ενός επιπλέον και μη ευκαταφρόνητου ποσού για τις ανάγκες άμυνας και ασφάλειας της χώρας. Συγκεκριμένα, η επιτροπή οικονομικών υποθέσεων της βουλής του Ισραήλ ενέκρινε την χορήγηση επιπλέον 3,4 δισεκατομμύρια δολαρίων για αμυντικές δαπάνες και ασφάλειας μετά από μια θυελλώδη συνεδρίαση κατά την οποία μέλη της αντιπολίτευσης κατηγόρησ...

21-06-2016   Εθνική Στρατηγική

14/6/2016. Θράκη: Τα βήματα που δεν έγιναν…...

Επισκοπώντας τις εξελίξεις στη Θράκη κατά τη μεταπολεμική περίοδο, μπορούμε να πούμε ότι κατά κανόνα το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε τη Θράκη ως μια μεθοριακή ζώνη, για την οποία δεν είχε κάποιο υψηλό όραμα. Η επισήμανση αυτή βεβαίως ισχύει και για άλλες ελληνικές περιφέρειες, όπως π.χ. η Ήπειρος, η Ανατολική Μακεδονία και εν γένει για όσες περιοχές βρίσκονταν έξω από τον άξονα Αθήνας-Θεσσαλονίκης. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας σ...

14-06-2016   Εθνική Στρατηγική

20/5/2016. Θυμηθείτε τον Θουκυδίδη. Πολιτική αποτροπής και όχι κατευνασμού....

          Τον τελευταίο καιρό και με αφορμή τα σκληρά μέτρα που λαμβάνονται από την Ελληνική κυβέρνηση , για την εκπλήρωση των δανειακών υποχρεώσεων, ακούγεται από μερίδα πολιτικών, δυστυχώς από μεγάλο φάσμα του πολιτικού χώρου διάφορες  αντιλήψεις, περί μείωσης του αμυντικού προϋπολογισμού της πατρίδος , όπως παλαιότερα «αντί ενός Μιράζ να κάνουνε ένα νοσοκομείο), προφανώς για να μην εφαρμοστούν περισσότερα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, όπως α...

20-05-2016   Εθνική Στρατηγική

20/5/2016. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας ...

Η εθνική ασφάλεια παραδοσιακά εθεωρείτο η προστασία της χώρας κατά των στρατιωτικών απειλών. Σήμερα όμως αυτή η αντίληψη είναι περιοριστική για την έννοια της εθνικής ασφάλειας, η οποία πλέον έχει μία ευρύτερη διάσταση και σύνθετη σημασία και δεν διέπεται μόνον από την πρόσκτηση και χρήση στρατιωτικών δυνάμεων και μέσων. Η αλληλεξάρτηση της εθνικής άμυνας, εξωτερικής πολιτικής, εθνικής οικονομίας, εσωτερικής ασφάλειας και πολιτικής προστασίας απο...

20-05-2016   Εθνική Στρατηγική

6/5/2016. Δήλωση του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών για το Αιγαίο...

Προειδοποίηση ότι η ανοχή και η «συνενοχή» των χωρών μελών του ΝΑΤΟ στις συνεχιζόμενες παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου από την Τουρκία μπορεί να  έχουν «κακό τέλος», απηύθηνε ο Ρώσος υπουργός εξωτερικών Sergey Lavrov σε συνέντευξή του χθες, στην οποία εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον της Τουρκίας για την «επεκτατική» πολιτική που ακολουθεί, η οποία αποκαλύπτει τις «νέο-Οθωμανικές φιλοδοξίες της». Μιλώντας στο ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων...

06-05-2016   Εθνική Στρατηγική

11/4/2016. “Είναι η Ειδομένη περιοχή μειωμένης εθνικής κυριαρχίας”; ...

Αναδημοσίευση από το 'MILITAIRE' Στις εικόνες που είδαμε, στα  γεγονότα στην Ειδομένη, φάνηκε οι Σκοπιανοί ένοπλοι (ένοπλοι λέμε) αστυνομικοί, να έχουν προχωρήσει μπροστά από τον φράχτη, προς την Ελληνική πλευρά!! Όμως, ο Υπουργός Άμυνας, μας διαβεβαίωσε (sic) ότι «δεν μπήκαν σε Ελληνικό έδαφος …. και όλα είναι υπό έλεγχο»!!!Ας το δεχθούμε αυτό που λέει ο Υπουργός και που το επιβεβαιώνει και η Κυβέρνηση (αν και επανειλημμένα έχουν συλληφθεί ψευδ...

11-04-2016   Εθνική Στρατηγική

2015-12-05. «Μηδείς αγεωγράφητος και ανιστόρητος εισίτω»....

Αυτή πρέπει να είναι η επιγραφή που θα πρέπει να τοποθετηθεί στην είσοδο του κοινοβουλίου, ώστε να αποτρέπεται η είσοδος σε κάθε πολιτικό πρόσωπο που στερείται βασικών γνώσεων Ιστορίας και Γεωγραφίας! Δυστυχώς φαίνεται πως οι απουσίες (κατά κόσμον «κοπάνες») που έκανε κάποτε στα προαναφερόμενα μαθήματα ο νεαρός Αλέξης Τσίπρας, μεταγενέστερα δεν επέδρασαν μόνο αρνητικά στη δημόσια εικόνα του ως πρωθυπουργού της χώρας, αλλά προκάλεσαν σε επίπεδο γε...

05-12-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-04-17. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων: Χειρισμός διακρατικών κρίσεων ασφαλείας και άμυνας, Ελληνο...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στα πλαίσια της ενημέρωσης των μελών και αναγνωστών του, παρουσίασε σε εβδομαδιαία βάση τα κείμενα του Φακέλου της Διαχείρισης Κρίσεων με την σειρά: -Η κρίση είναι ήδη εδώ, του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου, Μέλους του ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ! -Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ, του Σμχου ε.α. Αναστασίου Μπασαρά, Αντιπροέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ! -Η Διαχείριση της Κρίσης της Κούβας και τα Συμπεράσμ...

17-04-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-04-01. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων: ΑΠΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑ ΧΕΙΡΙΣΜΟΥ ΚΡΙΣΕΩΝ...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στα πλαίσια της ενημέρωσης των μελών και αναγνωστών του, παρουσιάζει σε εβδομαδιαία βάση τα κείμενα του Φακέλου της Διαχείρισης Κρίσεων με την σειρά: -Η κρίση είναι ήδη εδώ, του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου, Μέλους του ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ, του Σμχου ε.α. Αναστασίου Μπασαρά, Αντιπροέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση της Κρίσης της Κούβας και τα Συμπεράσματά...

01-04-2015   Εθνική Στρατηγική
 1  2 

Articles tagged with: ΕΥΡΩΠΗ

25/11/2016. Παρουσιάσεις ' Του Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής& Πολιτικής Ασφάλειας ΕΕ. Της Σφαιρικής Στρατηγικής Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ & της Έκθεσης της ΚΕΠΠΑ του 2016'

on Friday, 25 November 2016. Posted in Ανακοινώσεις

Ισμήνη Πάττα, Δρ Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, Μέλος του ΕΛΙΣΜΕ, Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

25/11/2016. Παρουσιάσεις ' Του Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής& Πολιτικής Ασφάλειας ΕΕ. Της Σφαιρικής Στρατηγικής Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ & της Έκθεσης της ΚΕΠΠΑ του 2016'

Την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου  2016 έγινε στα γραφεία του ΕΛΙΣΜΕ (Νίκης 11-Αθήνα, 4ος όροφος),

από τον Αναστάσιο Μπασαρά, Αντιπρόεδρο του ΕΛΙΣΜΕ η παρουσίαση του:


Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής & Ασφάλειας της ΕΕ,
(Συντάκτες του Φακέλου είναι:
Αναστάσιος Μπασαράς, Συντονιστής/Συντάκτης
Ισμήνη Πάττα, Συντάκτρια
Δημήτριος Στεργίου, Συντάκτης
Αχιλλέας Λέλας, Συντάκτης
Νικόλαος Δενιόζος, Συντάκτης
Χρήστος Ζιώγας, Συντάκτης
Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Συντάκτης).

Η παρουσίαση ΡΡΤ ΕΔΩ!
Το κείμενο του κειμένου θα γίνει διαθέσιμο σε όλους τους αναγνώστες μετά την 15/12/2016. Τώρα είναι διαθέσιμο μέσω της Αρχειοθήκης της ιστοσελίδας (ΕΔΩ!) μόνο στα μέλη και το ΔΣ του ΕΛΙΣΜΕ για σχολιασμό.

Ακολούθησαν οι παρουσιάσεις από την κυρία Ισμήνη Πάττα, Διδάκτωρ, Μέλος ΕΛΙΣΜΕ:

'Σφαιρική Στρατηγική Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας '&
'Έκθεση της ΚΕΠΠΑ 2016'

Η παρουσίαση ΡΡΤ ΕΔΩ!
Η Εκθεση ΕΔΩ!

Η όλη εκδήλωση, μέσα σε μια κατάμεστη αίθουσα, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα με μια πληθώρα ανοικτών και ειλικρινών ερωτο-απαντήσεων από το ακροατήριο, τους παρουσιαστές και συντάκτες του φακέλου!

Οι Προβληματισμοί του Προέδρου, Δεκέμβριος 2014

on Sunday, 28 December 2014. Posted in Απόψεις - Προτάσεις Μελών

Αντιναύαρχος ε.α. Β. Μαρτζούκος Π.Ν., Επίτιμος Διοικητής Σ.Ν.Δ., Πρόεδρος ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.

Οι Προβληματισμοί  του Προέδρου, Δεκέμβριος 2014

Αγαπητά μέλη και φίλοι,
Παρά τις σημαντικές διεθνείς εξελίξεις που επιδρούν στην περιοχή και στην χώρα μας, η ερχόμενη χρονική περίοδος αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, οι οποίες αναμένεται ότι θα έχουν σημαντικές προεκτάσεις στους τομείς της οικονομίας, της εξωτερικής πολιτικής και της κοινωνίας. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και οι ενδεχόμενες βουλευτικές εκλογές απασχολούν από τώρα όχι μόνο τον ελληνικό λαό αλλά και την διεθνή κοινή γνώμη, ιδιαίτερα δε την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η επικείμενη εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, επαναφέρει το θέμα του θεσμού αυτού τόσο ως προς την πρακτική διαδικασία επιλογής και εκλογής, όσο και ως προς την αποτίμηση της συνεισφοράς του, στα πλαίσια της Συνταγματικής του δικαιοδοσίας. Είναι διάχυτη η αίσθηση στην κοινή γνώμη, όπως αυτή εκφράζεται καθημερινά με απλοϊκό αλλά αυθεντικό τρόπο, ότι ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας, ως έχει,  επιτελεί περισσότερο εθιμοτυπικό και λιγότερο ουσιαστικό έργο, ενώ η κομματική ιδιοτέλεια και σκοπιμότητα διαδραματίζει στην πράξη καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των εκάστοτε Προέδρων. Είναι κατά συνέπεια αναγκαία η Συνταγματική αναβάθμιση του θεσμού και η στοιχειώδης διαφύλαξη του κύρους του, με αναθεώρηση των δικαιοδοσιών του Προέδρου και με την διασφάλιση της αποσυνδέσεως της εκλογής του από κομματικές σκοπιμότητες. Ο ελληνικός λαός θα ήθελε τον Πρόεδρό του, ουσιαστικό σύμβολο ενότητας και ασφαλιστική δικλείδα σε περιπτώσεις δυσαρμονίας της λαϊκής βουλήσεως με αυτήν των εκπροσώπων του στην Βουλή. Σε κάθε περίπτωση η επιβαλλομένη αναβάθμιση των δικαιοδοσιών του Προέδρου δεν θα πρέπει να δημιουργήσει δεύτερο πόλο εξουσίας, βάσει και του σχετικού βεβαρημένου ιστορικού παρελθόντος της χώρας.
Το ενδεχόμενο μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, πρόκειται να οδηγήσει την χώρα σε εκλογές εν μέσω κρισίμων διεργασιών στο εξωτερικό και το εσωτερικό της. Από τις δημοσκοπήσεις συμπεραίνεται ότι ο Έλληνας ψηφοφόρος αισθάνεται εγκλωβισμένος και διστάζει να εμπιστευθεί χωρίς συνεπαγόμενες τύψεις οιαδήποτε παράταξη. Τα διλήμματα πολλά, οι υποσχέσεις ακόμη περισσότερες και το διακύβευμα καθοριστικό για την περαιτέρω εθνική πορεία.
Πεμπτουσία του ευαίσθητου πολιτεύματος της Δημοκρατίας αποτελεί η εναρμόνιση της ελευθερίας με την έννομη τάξη προκειμένου να αποφεύγονται οι παρεκτροπές της απολυταρχίας και της οχλοκρατίας. Επιπλέον ο νόμος της Πολιτείας, θα πρέπει να εφαρμόζεται άμεσα και ανεξαιρέτως σε κάθε πολίτη. Η πραγματική αλλαγή ξεκινά από την αυτοκριτική. Στην χώρα μας κατέρρευσε το αξιακό σύστημα, η εφαρμογή του νόμου υπήρξε επιλεκτική, η διαφθορά είχε διεισδύσει σε μεγάλο μέρος του κοινωνικού ιστού, το πολιτικό σύστημα δεν έθεσε την υγιή παραγωγή και ανάπτυξη σε πρώτη προτεραιότητα, οι Κυβερνήσεις δανειζόμενες επί δεκαετίες δαπανούσαν περισσότερα από τα δημόσια έσοδα  και η εκάστοτε αντιπολίτευση χάιδευε αυτιά ζητώντας περισσότερες προσλήψεις, αντιπαραγωγικά «κεκτημένα» δικαιώματα και μη αξιολόγηση των δημοσίων λειτουργών, χωρίς ποτέ να καταγγείλει το συνδικαλιστικό (και όχι μόνο) φαγοπότι. Το θάρρος και η δυσκολία της αυτοκριτικής (συλλογικής και ατομικής) έγκειται στην οικειοθελή λογοδοσία,  την απόρριψη οικείων πράξεων του παρελθόντος και την έμπρακτη μεταμέλεια. Είναι περισσότερο βολικό για όλα τα κακώς κείμενα και πεπραγμένα να φταίνε «σκοτεινά ξένα κέντρα» που επιβουλεύονται την χώρα και απεργάζονται  την υποταγή της, ενώ είναι γνωστό από την εποχή του Θουκυδίδη έως την σύγχρονη εποχή του Παναγιώτη Κονδύλη, ότι μία χώρα αποτιμάται από το Διεθνές Σύστημα και τις Συμμαχίες της, όσο είναι το ειδικό γεωπολιτικό της βάρος (αρχή της αυτοβοήθειας).
Αν και ιδιαίτερα δυσχερής, για τον ώριμο Έλληνα ψηφοφόρο, η επιλογή πολιτικού κόμματος, σημαντικά γενικά κριτήρια θα πρέπει να είναι, τα πεπραγμένα και όχι οι υποσχέσεις των κομμάτων, τα προσόντα των υποψηφίων, η συμβατότητα των πολιτικών προθέσεων με το διεθνές περιβάλλον και την διεθνή συγκυρία, οι θέσεις στα εθνικά μας θέματα δια της εξωτερικής πολιτικής (τα οποία σχετίζονται με την εθνική μας ακεραιότητα και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα), οι πολιτικές θέσεις και προθέσεις σε θέματα αποτροπής, ασφάλειας και άμυνας σε σχέση με τις απειλές, οι διαθέσεις και επιδιώξεις έναντι του εκρηκτικού συνδυασμού «δημογραφικό πρόβλημα, μετανάστευση και Ισλάμ», η παρουσίαση ουσιαστικού (και όχι γενικόλογου) αναπτυξιακού προγράμματος για την χώρα, η ειλικρινής και κοστολογημένη οικονομική και κοινωνική πολιτική πρόταση (με έμφαση στην περιφέρεια και τις παραμεθόριες περιοχές) και η πειστική επένδυση στην παιδεία και τον πολιτισμό. Όσο περισσότερο συγκεκριμένα είναι τα προγράμματα καθώς και το κόστος και το χρονοδιάγραμμα υλοποιήσεως αυτών, τόσο περισσότερο θα πρέπει να επιδρούν στην συνείδηση του προσανατολισμένου στο εθνικό συμφέρον ψηφοφόρου.
     Προς αποφυγή συγχύσεων και αποπροσανατολισμών, οι συμπολίτες μας θα πρέπει να βεβαιωθούν ότι οι εκλεκτοί τους πολιτικοί έχουν δεσμευθεί με τις θέσεις και τα προγράμματά τους, ότι δηλαδή θα υπηρετήσουν αποκλειστικά τα Ελληνικά Εθνικά Συμφέροντα και όχι κάποια ομιχλώδη, διεθνή, οικουμενικά και πλανητικά του τύπου «παγκόσμια διακυβέρνηση», «πολίτες του κόσμου», «πανανθρώπινα δικαιώματα», «κοινωνίες και όχι έθνη», «πολυπολιτισμικά κράτη» κ.λπ., τα οποία θα έκαναν ασφαλώς πανευτυχείς κάποιες υπερδυνάμεις στον οποίων το μύλο ρίχνουν νερό οι θιασώτες των «οραμάτων» αυτών εκουσίως ή ακουσίως.

Κατεβάστε ΕΔΩ! το κείμενο!
                                                             

Οι Προβληματισμοί του Προέδρου, Σεπτέμβριος 2014

on Sunday, 07 September 2014. Posted in Απόψεις - Προτάσεις Μελών

Αντιναύαρχος ε.α. Β. Μαρτζούκος Π.Ν., Επίτιμος Διοικητής Σ.Ν.Δ., Πρόεδρος ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.

Οι Προβληματισμοί  του Προέδρου, Σεπτέμβριος 2014

Αγαπητά μέλη και φίλοι αναγνώστες,

Οι Έλληνες τηλεθεατές παρακολούθησαν με έκπληξη στα δελτία ειδήσεων, την επίσημη αναγγελία του Υπουργού Εξωτερικών της ΠΓΔΜ, ως Υπουργού Εξωτερικών της «Μακεδονίας», κατά την σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Ηνωμένο Βασίλειο, την 4η Σεπτεμβρίου 2014. Το περιστατικό απεδόθη σε σφάλμα του τελετάρχου. Ακόμη και εάν δεχθούμε την εξήγηση αυτή, γιατί άραγε ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Κος Ράσμουνσεν αλλά κυρίως ο οικοδεσπότης Βρετανός Πρωθυπουργός Κος Κάμερον, δεν έσπευσαν να επανορθώσουν το «λάθος του τελετάρχου» αλλά απλώς υποδέχθηκαν τον Σκοπιανό Υπουργό με ασπασμούς, εναγκαλισμούς και πλατιά χαμόγελα; Θα πρέπει να επισημανθεί ότι δυστυχώς και οι υψηλοί εκπρόσωποι της Ελλάδος δεν αντέδρασαν άμεσα καθ’ οιονδήποτε τρόπο για το προφανώς εσκεμμένο θεσμικό ατόπημα.
Αναλογίζονται οι Δυτικοί αυτοί «φίλοι» μας ότι μετά την σκηνή αυτή, ο μέσος Έλληνας συμπεραίνει ότι το ΝΑΤΟ εν γένει και ειδικότερα η Βρετανία δεν είναι αλληλέγγυοι προς ένα κράτος μέλος αλλά αντιθέτως το υπονομεύουν; Μήπως η Βρετανική «ευαισθησία» για την μη ανάμιξη στα «εσωτερικά» θέματα άλλων κρατών, καθώς και για το «δικαίωμα» των Σκοπιανών να αυτοαποκαλούνται και να αυτοπροσδιορίζονται υπερισχύει της τηρήσεως των θεσμών, καθώς και της ΝΑΤΟϊκήςκαι ευρωπαϊκής αλληλεγγύης;
Οι Βρετανοί και οι υπόλοιποι ΝΑΤΟϊκοί φίλοι μας ασφαλώς γνωρίζουν ότι το κράτος των Σκοπίων που απαρτίζεται από Σλάβους και Αλβανούς, διεκδικεί το όνομα, την ιστορία και τον πολιτισμό της αρχαίας Μακεδονίας της οποίας οι Έλληνες κάτοικοι δεν ομιλούσαν και έγραφαν σλαβικά ή αλβανικά αλλά ελληνικά. Γνωρίζουν επίσης ότι κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου δόθηκε από την τότε Γιουγκοσλαβία στην Νότια Σερβία, η ονομασία «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και μεθοδεύθηκε η δημιουργία «μακεδονικού έθνους» για καθαρά αναθεωρητικούς και αλυτρωτικούς σκοπούς (ψευδομακεδονία του Αιγαίου), οι οποίοι διατηρούνται και σήμερα. Η αδιαφορία ή και υποστήριξη των «συμμάχων» μας (οι περισσότεροι έχουν συνάψει διπλωματικές σχέσεις σε διμερές επίπεδο, με το όνομα «Μακεδονία»), προς ένα κατασκευασμένο ψεύδος αλυτρωτικού χαρακτήρος, στρέφεται ευθέως κατά της χώρας μας, η οποία  προσπαθεί να αμυνθεί, με σχετική άρθρωση επιχειρηματολογίας για το αυτονόητο.
Μήπως άραγε θα πρέπει να θυμίσουμε στον «ευαίσθητο» Κο Κάμερον ποιός έκαψε τον Γ. Αυξεντίου και κρέμασε τους M. Καραολή και A. Δημητρίου καθώς και τόσους άλλους αγωνιστές της ΕΟΚΑ στην Κύπρο διότι αυτοί επιθυμούσαν να αυτοπροσδιορισθούν (και μάλιστα δίχως να σφετερίζονται ξένα ονόματα) και να επιλέξουν που ανήκουν; Οι Βρετανοί δεν έσπρωχναν την Τουρκία στην Κύπρο από το παράθυρο, μετά τον ελληνικό ξεσηκωμό, εφαρμόζοντας την τακτική «διαίρει και βασίλευε»; Δεν είναι οι Βρετανοί που με παρωχημένη και προκλητική αποικιοκρατική αντίληψη διατηρούν στρατιωτικές βάσεις τους σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος και μάλιστα επί τμήματος του Κυπριακού εδάφους το οποίο αποκαλούν «εθνικό έδαφος»; Αυτά για να μην ξεχνούμε μερικές πρόσφατες βρετανικές επεμβάσεις σε ξένα κράτη και δίχως να μπούμε στον κόπο να ανασύρουμε μακρά σειρά παρομοίων γεγονότων από την παλαιότερη ιστορία.
Καλό λοιπόν θα είναι οι Δυτικοί φίλοι μας να προσέχουν την στάση τους σε σειρά μειζόνων θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος στο εξωτερικό και το εσωτερικό της Ελλάδος, καθ’ όσον η στάση αυτή προβληματίζει έντονα την ακόμη φιλοδυτική ελληνική κοινή γνώμη και αποδυναμώνει την φιλοδυτική επιχειρηματολογία. Δεν θα έβλαπτε εάν η Δύση αναλογισθεί ρεαλιστικά την πληθώρα των γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων που της παρέχει η χώρα μας, καθώς και την πιθανότητα μίας Ελλάδος όχι αιωνίως δεδομένης, αφού στην πολιτική δεν υπάρχουν μονόδρομοι και όπως εξ’ άλλου τονίζουν οι φλεγματικοί Βρετανοί «φίλοι» μας, στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν σταθεροί φίλοι και σταθεροί εχθροί αλλά μόνο σταθερά Εθνικά Συμφέροντα.

Κατερίνα Βαθρακογιάννη*: «Οι Σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας στη Μεταψυχροπολεμική Εποχή»

on Thursday, 09 May 2019. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Ο σκοπός του άρθρου αυτού είναι να εξετάσει τις σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας στη μεταψυχροπολεμική περίοδο, όπως δηλαδή διαμορφώθηκαν στην περίοδο της διάλυσης της ΕΣΣΔ (1989) και της εκ νέου ανάδυσης της Ρωσίας ως διαδόχου της πρώτης.
Οι ευρωρωσικές σχέσεις έχουν ως υπόβαθρο μία υπερχιλιετή ιστορία ανταγωνισμού, στρατιωτικής σύγκρουσης και αμοιβαίας καχυποψίας, αλλά και δημιουργικής συνύπαρξης και συνεργασίας.

Από την εποχή του Μεγάλου Πέτρου, η Ρωσία διαδραματίζει έναν καθοριστικό ρόλο στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι άλλοτε ως «απελευθερωτής» και άλλοτε ως «ηγεμόνας» και κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, ως ιδεολογικο-πολιτικός και στρατηγικός αντίπαλος.


Η Ευρωπαϊκή 'Ένωση και η Ρωσία επιδόθηκαν μετά τη διάλυση της ΕΣΣΔ σε μία προσπάθεια οικοδόμησης στενότερων δεσμών, με προφανή σκοπό την ενίσχυση της αμοιβαίας σταθερότητας και ασφάλειας και της οικονομικής και ενεργειακής συνεργασίας στην γηραιά ήπειρο. Άλλωστε θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να διατηρήσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα την ψυχροπολεμική ένταση, καθώς και οι δύο εταίροι συγκατοικούν στην ίδια ήπειρο και διαχειρίζονται εν πολλοίς τα ίδια, προβλήματα και τις ίδιες προκλήσεις, είτε στην Ευρώπη, είτε παγκοσμίως. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια, ότι δεν έχουν διαφορετική άποψη για τον τρόπο προσέγγισης και επίλυσης αυτών των προβλημάτων.

Εντούτοις, παρά την εντυπωσιακή ανάκαμψή της (οικονομική, ενεργειακή και πολιτικο-διπλωματική) στο διεθνές σύστημα, η Ρωσία συνεχίζει να πάσχει από μία κρίση ταυτότητας αφού ακόμα δεν έχει ξεκαθαριστεί (και ξεκαθαρίσει η ίδια) εάν είναι τμήμα του ευρωπαϊκού κόσμου, μία αναγεννημένη Μεγάλη Δύναμη που αρνείται ωστόσο, και λόγω του πρώην ένδοξου παρελθόντος της, να ενταχθεί στον ευρωπαϊκό (μικρό)κόσμο ή απλά συνιστά μία αχανή και συνάμα ισχυρή χερσαία γέφυρα ανάμεσα στην (Άπω) Ανατολή και τη Δύση.

Την ανασφάλεια της ρωσικής πλευράς επιτείνει η ευρωπαϊκή αμφισημία και αντιγνωμία και εν τέλει η έλλειψη κοινής ευρωπαϊκής αντιμετώπισης της Ρωσίας. Η πολιτική βούληση για συνεργασία με τη Μόσχα δεν είναι πάντα δεδομένη αφού συχνά εξαρτάται από τους ενδοευρωπαϊκούς συσχετισμούς ισχύος και συμφερόντων, καθώς και από τις συχνές, άκομψες και μη, παρεμβάσεις των ΗΠΑ στους ευρωπαϊκούς εταίρους της ΕΕ.

Η Ρωσία βλέπει την ΕΕ και κατ’ επέκταση μεγάλο μέρος της Δύσης ως ένα εν δυνάμει επιδρομέα-ανταγωνιστή απέναντι στον οποίο πρέπει να είναι προετοιμασμένη να αμυνθεί, ενδεχομένως και στρατιωτικά. Αυτή η αντίληψη έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες πίσω στην Ναπολεόντεια επίθεση το 1812 και εν τέλει την κατάκτηση της Μόσχας, τη Γερμανική Αυτοκρατορία και τις επιθέσεις των Ναζί την περίοδο 1941-44 και την απάνθρωπη αντιμετώπιση του Κόκκινου Στρατού και του Ρωσικού λαού από τους Ναζί, το «Σιδηρούν Παραπέτασμα» και τις μάχες «αντιπροσώπων» του Ψυχρού Πολέμου.

Η δεκαετία του ’90 έφερε μια σύντομη ανάπαυλα στις ταραγμένες σχέσεις Ρωσίας–Δύσης ακριβώς επειδή η Ρωσία βγήκε «λαβωμένη» γεωπολιτικά, γεω-στρατηγικά και οικονομικά από τον Ψυχρό Πόλεμο, ωστόσο το γενικό θέμα παραμένει το ίδιο: η Ρωσία αισθάνεται να απειλείται και να περικυκλώνεται από τη Δύση και τους πολιτικο-στρατιωτικούς συνασπισμούς αυτής, δηλαδή την ΕΕ αλλά πρωτίστως το ΝΑΤΟ. Η συνεχιζόμενη ουκρανική κρίση αποτελεί την πιο πρόσφατη εκδήλωση αυτού του γεγονότος. Η προσπάθεια επέκτασης της ΕΕ στις όμορες με τη Ρωσία χώρες της πρώην ΕΣΣΔ, αντιλαμβάνεται από τη Μόσχα ως προσπάθεια εγκλωβισμού της Μόσχας σε αντιρωσικές κινήσεις, διείσδυσης της Δύσης στο ζωτικό χώρο της Ρωσίας που μέχρι πρότινος ήταν τμήμα τη ΕΣΣΔ και ως το μακρύ χέρι του ΝΑΤΟ και κατ’ επέκταση των ΗΠΑ. Φυσικά, λοιπόν, η Ρωσία αισθάνεται φιλύποπτα.

Στο συμβατικό τομέα, η ΕΕ και η Ρωσία συνεργάζονται σε ένα ευρύτατο φάσμα τομέων στο πλαίσιο της Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας, των τεσσάρων Κοινών Χώρων και της Εταιρικής Σχέσης για τον Εκσυγχρονισμό. Μάλιστα, το 1999 τα δύο μέρη διακήρυξαν μια «στρατηγική εταιρική σχέση», την οποία όμως αντιλαμβάνονταν διαφορετικά. Όσον αφορά στον οικονομικό τομέα, οι δύο εταίροι διατηρούν πολύ στενές σχέσεις. Η ΕΕ είναι για τη Ρωσία ο σημαντικότερος εμπορικός εταίρος και επενδυτής ενώ η Ρωσία αποτελεί ζωτικής σημασίας προμηθευτή ενέργειας (ιδίως φυσικού αερίου και δευτερευόντως πετρελαίου) για την ΕΕ.

Ωστόσο, οι σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας σε πολιτικά ζητήματα χαρακτηρίζονται από εντάσεις και διαφωνίες, οι σημαντικότερες από τις οποίες αφορούν στον ανταγωνισμό τους στην περιοχή της Ανατολικής Ευρώπης και του Νότιου Καύκασου και στην παραβίαση δικαιωμάτων και ελευθεριών από τη Ρωσία.

Η Ρωσία αποτελεί αναμφίβολα έναν από τους πιο σημαντικούς εταίρους της ΕΕ ήδη από την προψυχροπολεμική εποχή για ποικίλους λόγους.

Πρώτον, η χερσαία γεωγραφική εγγύτητα των δύο προσδίδει στις μεταξύ τους σχέσεις βαρύνουσα σημασία. Η Ρωσία είναι η μεγαλύτερη γειτονική χώρα της ΕΕ, η οποία συνορεύει με τη Ρωσία μέσω αρκετών κρατών-μελών της, όπως της Φινλανδίας, της Λετονίας, της Πολωνίας, της Λιθουανίας (θύλακας του Καλίνινγκραντ) και της Εσθονίας. Πέραν της άμεσης γειτνίασης, η Ανατολική Ευρώπη και ο Νότιος Καύκασος αποτελούν κοινή γειτονιά για τους δύο εταίρους και πεδίο αντιπαράθεσης, με την ΕΕ να προσπαθεί να προσεταιριστεί τις χώρες αυτές εγγύτερα στην κοινότητα.

Δεύτερον, η Ρωσία είναι εξαιρετικά σημαντικός εταίρος για την ΕΕ λόγω της περιφερειακής και παγκόσμιας δύναμής της. Διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στον Καύκασο και την Κεντρική Ασία και ασκεί σημαντική επιρροή στις γειτονικές της χώρες, ενώ σε παγκόσμιο επίπεδο θεωρείται ως ανεξάρτητη μεγάλη δύναμη που χρησιμοποιεί το σημαντικό ενεργειακό της πλεονέκτημα προκειμένου να επηρεάσει (οικονομικώς και μη), τη διεθνή τάξη. Επιπλέον, η Ρωσία αποτελεί ένα από τα πέντε μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, κάτι που δεν ισχύει για την ΕΕ συλλογικά παρά μόνον για δύο κράτη-μέλη της ατομικά, γεγονός το οποίο ενισχύει τη θέση της ως παγκόσμια δύναμη, με δυνατότητα αρνησικυρίας των αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Τρίτον, όσον αφορά καθαρά στον οικονομικό και επιχειρηματικό τομέα, η Ρωσία δεν παύει να είναι μια τεράστια δυναμική αγορά για τα προϊόντα της ΕΕ καθώς και βασικός προμηθευτής ενεργειακών προϊόντων προς όλα τα κράτη-μέλη της ΕΕ.

Τέταρτον, ακόμα και εάν βρίσκεται, συγκριτικά με την πρώην ΕΣΣΔ, σε δυσχερέστερη θέση αναφορικά με τον αριθμό των πρώην «δορυφόρων» της, συμμάχων και εταίρων της, διατηρεί παγκοσμίως, έναν σημαντικό αριθμό φιλικά διακείμενων προς αυτήν, κρατών, ακόμα και μέσα στην ΕΕ.

Η εξέχουσα, λοιπόν, σημασία της Ρωσίας ως ευρωπαϊκού εταίρου δικαιολογεί τις συνεχείς προσπάθειες της ΕΕ για οικοδόμηση, διατήρηση εμβάθυνση αλλά και διεύρυνση των ήδη στενών της σχέσεων με τη γειτονική χώρα. Η στενή τους συνεργασία προσμετρά ήδη δύο ολόκληρες δεκαετίες από την υπογραφή της Συμφωνίας Εταιρικής Σχέσης και Συνεργασίας και καλύπτει ένα ευρύ φάσμα τομέων, όπως η προαγωγή της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, το εμπόριο και οι επενδύσεις, η σταθερότητα και ασφάλεια τόσο στην κοινή τους γειτονιά όσο και διεθνώς, η ενέργεια και η πυρηνική ασφάλεια, η προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, η συνεργασία σε πολιτιστικά θέματα, η αντιμετώπιση της τρομοκρατίας και του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος, η προσφυγική κρίση και η λαθρομετανάστευση, η παγκόσμια περιβαλλοντική υποβάθμιση και άλλα.

Ωστόσο, σε αντίθεση με το εκτεταμένο και αισιόδοξο θεσμικό πλαίσιο που διέπει τις διμερείς σχέσεις, στην πραγματικότητα παρατηρείται ότι η εν λόγω εταιρική σχέση κλονίζεται κάθε άλλο παρά σπάνια. Διεθνή συμβάντα, όπως για παράδειγμα η πρόσφατη (και συνεχιζόμενη) κρίση στην Ουκρανία, η προσάρτηση ολόκληρης της Κριμαίας και οι επακόλουθες ευρωπαϊκές κυρώσεις, ο πόλεμος στη Γεωργία το 2008 και ως επακόλουθό του η προσάρτηση της Βόρειας Αμπχαζίας και Οσσετίας στη Ρωσία, η Ρωσική ανάμιξη στη Υπερδνειστερία και στη Μολδαβία, η συνεχής υποστήριξη της Ρωσίας στο καθεστώς Άσσαντ στη Συρία και στο Ιράν κ.α. φέρνουν στην επιφάνεια τις διαφορετικές αντιλήψεις και πρακτικές των δύο εταίρων και υπενθυμίζουν το τεράστιο χάσμα τους σχετικά με τις αξίες και τις αρχές που πρεσβεύει η Ευρωπαϊκή Ένωση και προσπαθεί να μεταγγίσει, ενδεχομένως πολύ πιεστικά και στη Ρωσία.

Με όπλο την (πόσο κοινή άραγε;) εξωτερική της πολιτική, η ΕΕ προωθεί παγκοσμίως αξίες, όπως η εθνική κυριαρχία και η μη παρέμβαση στα εσωτερικά των κρατών και ο σεβασμός των δικαιωμάτων των μειονοτήτων, ενώ η Ρωσία θεωρεί τις αξίες αυτές δευτερογενούς σημασίας και διαμορφώνει την πολιτική της με βάση κυρίως τα στενά γεω-οικονομικά και εθνικά (γεωπολιτικά/γεωστρατηγικά) της συμφέροντα, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και του Καυκάσου αποτελούν τη στρατηγική «γειτονιά» και ουδέτερη ζώνη προστασίας της πάλαι ποτέ ΕΣΣΔ και η Ρωσία απαιτεί να λαμβάνεται υπόψη η γνώμη της όταν η ΕΕ προσπαθεί να προσεταιριστεί την εύνοια των κρατών αυτών.

Δεδομένου λοιπόν ότι η Ρωσία είναι πολύ μεγάλη για να την αγνοήσεις ποιά πρέπει να είναι η στάση της ΕΕ απέναντι σε έναν ατίθασο και αντιδραστικό εταίρο;

Μπορεί πράγματι η ΕΕ να σχεδιάσει και να υλοποιήσει μία ουσιαστική εξωτερική πολιτική προς τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης και του Καυκάσου, χωρίς να λαμβάνει υπόψη της τις, δικαιολογημένες και μη, φοβίες, αγωνίες και ανησυχίες της Ρωσίας;

Πρέπει η ΕΕ να το πράξει ή μήπως η επιδεικτική αγνόηση της Ρωσίας ενδεχομένως θα αυξήσει το βαθμό ανησυχίας της και θα οδηγήσει σε περαιτέρω όξυνση και καχυποψία τους δύο ευρωπαϊκούς συγκάτοικους;
Και εάν πρέπει η ΕΕ να λαμβάνει υπόψη της τις (δικαιολογημένες;) Ρωσικές ανησυχίες, μέχρι ποίου σημείου ώστε να μην καθίσταται η εξωτερική πολιτική της ΕΕ «όμηρος» της Ρωσίας;

Μπορεί να υπάρξει μία πραγματική Ανατολική Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας, χωρίς τη Ρωσία και με δεδομένες τις τριβές μεταξύ της Ρωσίας και των υπολοίπων μερών που συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας;
Ποιά είναι (και θα είναι) η τύχη των διάφορων, παράλληλων πολύπλευρων ευρωπαϊκών σχεδίων και σχεδιασμών (π.χ. TACIS, Ευρωπαϊκή Πολιτική Γειτονίας) προς την Ανατολική Ευρώπη και τον Καύκασο, όταν προσκρούουν και θα προσκρούουν στην Ρωσική καχυποψία και επιφυλακτικότητα;

Μπορεί να υπάρξει ένας ειλικρινής (μόνιμος και διαρθρωμένος) διάλογος ΕΕ-Ρωσίας;
Ποιός ο μελλοντικός ρόλος του Οργανισμού Συνεργασίας Εύξεινου Πόντου με δεδομένη τη διαφορετικότητα στις θέσεις και στις απόψεις των μελών του;

Υπάρχει άραγε πεδίο ουσιαστικής πολιτικής συνεργασίας και σύμπραξης μεταξύ ΕΕ και Ρωσίας πέραν της οικονομικής, επενδυτικής, επιχειρηματικής και ενεργειακής συνεργασίας ή οι δύο εταίροι απλώς θα συνεχίσουν να αλληλεπιδρούν, έστω στενά, μονάχα στο οικονομικό και στο ενεργειακό επίπεδο ως σαν μια γιγαντιαία ΕΖΕΣ η οποία θα όμως θα υπολείπεται σε ουσιαστική πολιτική συνεργασίας;

Και εν τέλει, που αρχίζει και που τελειώνει ο γεωγραφικός όρος «Ανατολική Ευρώπη»;

Νομίζω, εν τέλει, ότι οι σχέσεις ΕΕ-Ρωσίας θα συνεχίσουν να δοκιμάζονται με σοβαρές και απρόβλεπτες διακυμάνσεις, λόγω ιστορικών καταβολών, αμοιβαίας καχυποψίας, εδραιωμένων στερεοτύπων και εσφαλμένων μικροαντιλήψεων, καθώς και αμοιβαίων χρόνιων προκαταλήψεων.

Σε αυτό συμβάλει, βέβαια και η διαφορετική προσέγγιση των κρατών-μελών της ΕΕ που άλλα επιθυμούν στενότερες σχέσεις με την Ρωσία, λόγω και της ενεργειακής τους εξάρτησης από αυτή, άλλα επηρεάζονται αρνητικά από τα χρόνια που ήταν υπό τον ασφυκτικό εναγκαλισμό της για 50 χρόνια, κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά ενδιαφέρονται να ενισχύσουν τους δεσμούς τους με τη Ρωσία προσπαθώντας έτσι να εξισορροπήσουν την Αμερικανική πίεση και επιρροή σε αυτά και άλλα είναι αρνητικά διακείμενα προς την Ρωσία καθώς επηρεάζονται από το φιλοαντλαντισμό τους. Όσο η ΕΕ δεν μπορεί να «μιλήσει» με μία φωνή τόσο θα επικρατεί κακοφωνία στις σχέσεις της με άλλα κράτη, μεταξύ των οποίων και η Ρωσία.

Τούτων λεχθέντων, η ΕΕ και η Ρωσία, παρά την ενδεχόμενη ιδεολογική τους αρχική θέση στην ιστορία, διαφορετική βάση εκκίνησης, τρόπο αντιμετώπισης προβλημάτων και αντίληψης του κόσμου με αντικρουόμενα γεω-πολιτικά, γεω-στρατηγικά και γεω-οικονομικά συμφέροντα, πρέπει να συνεργαστούν και σε πολλά θέματα έχουν αποκτήσει συναντίληψη και κοινό βηματισμό. Αναμφίβολα, τα προβλήματα και οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν και κατά καιρούς θα υπάρξουν οξύνσεις και έντονες αντιπαραθέσεις, αλλά η κοινή ιστορική και ευρωπαϊκή κληρονομιά και των δύο γειτόνων, πιστεύω ότι θα επικρατήσει, προς όφελος όλης της Ευρωπαϊκής ηπείρου.

* M.Phil «Νεοελληνική Λογοτεχνία» (Modern Greek Studies), Πανεπιστήμιο του Birmingham, Ηνωμένο Βασίλειο M.A. «Μεσογειακές Σπουδές», Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Διεθνών Σχέσεων 

BESA, By Emil Avdaliani: Russia vs. the West: The Beginning of the End

on Monday, 14 May 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

BESA Center Perspectives Paper No. 832, May 13, 2018

EXECUTIVE SUMMARY:The Russia-West confrontation has, over the course of the past several years, reached its most tense point since the collapse of the Soviet Union. Differences between the two sides will only grow as neither side wants to make concessions on Syria, North Korea, Ukraine, Georgia, etc. However, there is also a strong possibility that the West is making significant headway in its competition with Russia over the former Soviet space.


Contrary to the much-touted opinion that Russia has been successful of late in projecting its influence across the former Soviet Union, Moscow’s influence has in fact significantly receded on the Eurasian continent. US pressure is important here, as are internal economic problems in Russia. But a closer look can easily reveal that it is the EU that has undermined Russian political, economic, and even cultural influence in eastern Europe and the former Soviet space. Moscow has lost influence the Baltic states, Moldova (at least in part), Ukraine, and Georgia, and is losing credibility in Armenia. Europe, meanwhile, has never been so united and unanimous in its internal as well as foreign policy actions.

Why has Europe never been so successful against Russia in the past? A partial answer lies in Europe’s unfortunate geography. The European continent represents a peninsula of Eurasia, with Russia right on Europe’s edge. Peace between them has been a fleeting phenomenon as each has tried to dominate or influence the other.

Russia’s rise to power was basically a product of constant European internal fighting. There were times when the Continent was unified and Russia was threatened, but the creation of a truly unified European empire that could economically challenge Moscow in the long term was a daunting task.

The building of a European empire had at least three phases. Military victories were essential, but these did not provide a lasting foundation. A ruler needed a centralized administration and cooption of the local elites of large invaded states, something that could have taken decades to achieve: a virtually impossible task. Europe also had the problem that the continent was full of ambitious, technologically and militarily advanced states very much unwilling to abandon their freedom.

Even when a conquest of Europe was achieved (as in the case of Napoleon and Hitler), the continent faced its two “big enemies on the periphery,” Britain and Russia. London was willing to keep the balance of power among the European states while Moscow controlled Eastern Europe. This simple geography explains why throughout the centuries, a united Europe was not a viable project and peace with Russia was an unachievable goal.

However, geopolitical developments in Eurasia since the breakup of the Soviet Union show that a united Europe is a plausible project when unified non-militarily. Modern Europe poses a serious challenge to Russia, as the battle between the two is – for the first time in history – in the economic sphere. Modern Europe is in fact a powerful economic and political machine based not on coercion, but on state and elite cooption.

Never before has Europe posed such a fundamental challenge to Moscow. Neither Napoleon nor Hitler worked towards the fundamental weakening of Russia, as a military conquest of Russia was impossible at the time. A fundamental weakening of Russia is only possible through the purposeful economic dominance of the territories around the Russian heartland (the modern western part of the Russian Federation).

That is what is now happening. Russia is losing to Europe in terms of competition and economic relevance. Ukraine, Moldova, Georgia, and the Baltic states show how far Russian influence has receded into Eurasia. What is even more interesting is the fact that this process will continue unabated, at least for the near future. Russia will remain isolated while its immediate neighborhood will deepen its cooperation with the West.

Is Eurasia in the midst of a fundamental transformation? Will Russia’s weakening allow small states on its periphery and elsewhere in the Middle East to improve their geopolitical situation? There are plenty of indications to support this scenario.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

CHATHAM HOUSE-Professor Matthew Goodwin: In 2018, Europe’s Populist Challenges Will Continue

on Wednesday, 03 January 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις, Παρουσίαση Ινστιτούτου

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Despite the ‘Macron moment’, traditional politics remains under pressure across the continent.
There is no doubt that nationalist populism will remain an important driver of Europe’s debates. As we showed in our 2017 Chatham House research paper on the future of Europe, elites across the EU identify populists as their number one challenge. Thus, as we leave 2017 it seems that many observers were too optimistic about the ‘Macron moment’ and the supposed defeat of nationalist populism that was reflected in losses for Marine Le Pen and Geert Wilders in the Netherlands.

HERE PDF

Othon Anastasakis*: Russia, South East Europe and the “geopolitics of opportunism”

on Monday, 04 December 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Γιώργος Δουδούμης, Μέλος ΔΣ, ΔΣ

Othon Anastasakis*: Russia, South East Europe and the “geopolitics of opportunism”

As Winston Churchill said in 1939 the action of Russia “is a riddle, wrapped in a mystery, inside an enigma” which is what one can say about Russia’s current involvement in South East Europe. There are many guesses but no one can claim with certainty what Russia’s intentions are and whether there is a grand strategy in the region. Opinions are divided between those who support the “geopolitics of fear” versus the “geopolitics of indifference” theses.

BESA- By Jose V. Ciprut : The Kurdish and Catalan Referenda

on Monday, 20 November 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

BESA- By Jose V. Ciprut : The Kurdish and Catalan Referenda

EXECUTIVE SUMMARY: There are lessons to be drawn from the differences and similarities between the Kurdish and Catalan referenda. Each defeat can lead to a better future for all stakeholders.

On October 1, 2017, of those eligible to vote from among the 7.5 million-strong Catalan nation, two million (42%) showed up for the referendum on independence from Spain. Of those who cast their vote, 90% favored peaceful separation.

On October 5, the Constitutional Court of Spain moved to suspend the Catalan Parliament’s scheduled session in order to prevent its issuing an official declaration of independence. During its next session, on October 10, the Catalan Parliament, invoking the right to independence conferred upon it as a result of the referendum, fell short of a definitive declaration. It refrained two more times from declaring a formal separation from Spain, preferring instead belatedly to propose a “dialogue” of last recourse – to no avail.

Invoking Article 155 for the first time in Spain’s annals, Madrid in turn sought to delegitimize Catalonia, enforce its own centrality, bring the secessionist rebels to court, and “restore democratic rule of law.”

What led Catalan leader Carles Puigdemont to be hoist with his own petard was not so much Madrid’s calling of his bluff, but the fissures within his own ranks (individuals who had their own kind of change in mind, competing with anti-capitalists pursuing their own interests) and between “separatists” and the more unobtrusive “loyalists.”

The street demonstrations by the non-secessionist Catalan “silent majority” that followed the referendum proved far more effective at disavowing Puigdemont’s leadership than Madrid’s legalistic gymnastics or financial institutions’ HQ-translocation tactics. The EU’s indifference to Spain’s “internal affairs” throughout the crisis provided the coup de grace that sealed the fate of the independence cause.

Meanwhile, in landlocked Iraqi Kurdistan, the president of the Kurdish Regional Government (KRG), Masoud Barzani, had also decided his long-awaited moment of triumph had arrived. A week before the Catalan referendum, on September 25, 2017, Barzani proceeded with a referendum on Kurdistani independence. Taking no heed of US and British reservations, he defied Turkish and Iranian threats of massive retaliation and went ahead with the vote. More than 3 million Kurds, or 72.16% of the population, exercised their right to vote, resulting in a 92.73% tally in favor of independence.

The international response varied. For understandable reasons, only a few countries and political groups (including Kosovo, Quebec, Catalonia, Israel, Ireland, Italy, and left-wing parties in various countries) were supportive. The KRG’s immediate neighbors, as well as Spain, China, and Iraq, were not in favor. Russia maintained a diplomatic ambivalence, and Canada and Belgium, not surprisingly, remained neutral.

The referendum, which was declared to be non-binding, was nevertheless deemed a threat by Iran and Turkey. It was militarily punished by Iraq, which recaptured the spaces controlled by the KRG as a result of its having defended Iraq against ISIS. The Kurds’ main ally in that endeavor, the US, left them twisting in the wind.

What effectively did Barzani in was not so much the potential for irredentism opposing Erbil to Baghdad, but the wedge subtly driven by Iran between Erbil (the core and purview of Barzani’s separatist KDP, or Kurdistan Democratic Party) and Sulaymaniah (the turf of the Talabanis’ PUK, or Patriotic Union of Kurdistan Party, now a partner of the KDP’s alienated former ally, the Gorran Party).

By resigning in the aftermath of the disaster, the Kurdish patriot Barzani, who – even for many in his own entourage –may have overstayed his welcome by extending his rule over the past 12 years, may well have opened the path to a credible confederation of Iraq. This would be via the enforcement of the long abused Article 140 of the 2005 constitutional blueprint, at last permitting the implementation of indispensable provisos long left in limbo. These would include ethno-spatial normalization via territorial delineation and repatriation in the context of a reviewed, mutually approved status of Kurdish autonomy; precepts and procedures of revenue sharing to be set by unanimous accord; and a thoroughly updated status of the security forces.

Inside the KRG, there may develop more cooperation and loyal competition among all political parties for the sake of the greater common good.

A similar reversal of fortunes may be in the making for the Catalans in Spain, if the parties concerned keep their cool.

View PDF

Jose V. Ciprut is a conflict analyst, social systems scientist, and international political economist.

BESA Center Perspectives Paper No. 643, November 16, 2017

George N. Tzogopoulos: Can Europe Restrain China’s Influence?

on Tuesday, 07 November 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

George N. Tzogopoulos: Can Europe Restrain China’s Influence?

BESA Center Perspectives Paper No. 630, October 30, 2017

Jean-Claude Juncker, President of the European Commission, Chinese President Xi Jinping, and Donald Tusk, President of the European Council at 18th EU-China Summit in Beijing, 2016


EXECUTIVE SUMMARY: In recent months, Germany and France have expressed skepticism and raised security concerns about the implications of Chinese investments in Europe. The 2017 State of the Union speech by the President of the European Commission, Jean Claude Juncker, reflected those voices, marking the beginning of a new period in Sino-European relations. The EU seems determined to be more careful about welcoming future Chinese business interests and is devising a screening model. However, it remains to be seen whether or not the new European strategy will be efficient, as the EU needs foreign cash and investment.
The more China grows, the more its presence is felt in the West. The new landscape is marked by the acquisition of companies by Chinese state-owned or private enterprises, Chinese investments, the buying of treasuries, and tough competition from cheap Chinese products. Alarm is growing over the potential political and geopolitical gains that could accrue to Beijing as a result of the Belt and Road Initiative, which is being dynamically rolled out. The US is insisting that “China should be kept out,” and the EU is embarking on a few belated steps to manage Beijing’s growing influence.
On the initiative of German Chancellor Angela Merkel, the EU has grown more cautious about approving business deals with China. In October 2016, the German government withdrew its approval for the takeover by China’s Grand Chip Investment GmbH of Aixtron SE, which supplies equipment to the semiconductor industry. Beijing saw American interference in the thwarting of the deal and openly criticized Washington.
Whether the US was involved in that instance or not, signs of a rift in Sino-European relations had already become evident. Last June, France’s newly elected president, Emmanuel Macron, encouraged his European partners not to be naïve about global trade.
President of the European Commission Jean Claude Juncker took the position of Berlin and Paris into account in his 2017 State of the Union address, in which he proposed a new EU framework for investment screening. Without directly referring to China, he talked about the need for transparency, scrutiny, and debate when “a foreign, state-owned company wants to purchase a European harbor, part of energy infrastructure, or a defense technology firm.” Despite the relative lack of understanding in transatlantic relations during the first months of the Trump presidency, the EU and the US share similar concerns vis-à-vis Chinese investments. The day of Juncker’s speech found Trump blocking the takeover of the American semiconductor maker Lattice by a Chinese consortium.
The most important tool in the EU’s effort to restrain China’s involvement is the organization of tenders to prevent the direct awarding of contracts to foreign companies. This means that if no competition is taking place, no public contract should be assigned by an EU member state.
This mechanism is yielding some results. The European Commission is currently blocking an important Chinese plan aimed at constructing a high-speed railway between Budapest and Belgrade. The probe is looking into the financial viability of the $2.89 billion project, and is making the contention that Hungary is in breach of European law by not having initiated a proper public tender.
The screening of investments can create delays, but is not sufficient to cancel the plans of Chinese public and private companies. These companies are slowly acquiring Western investment know-how and are patiently aligning their business strategies with Western norms and participating in public competitions. The natural question is what happens when a Chinese company submits a bid that is higher than that of a Western company, or when its competitors withdraw or show no interest. The Greek experience is telling: in 2016, COSCO Shipping managed to buy a majority stake in the Piraeus Port Authority as it was the only player in the privatization.
The EU is searching for an efficient patch for this flaw. To prevent overdependence on China, it is counting on strengthening the transatlantic relationship and enhancing coordination among the national governments of the EU member states. While the first will depend greatly on the idiosyncrasies of Donald Trump, the second is an entirely European affair. Member states participating in the ‘16+1’ format are stigmatized for acting outside the European framework. Others, such as Greece and Hungary, are warned not to handle China alone, which could lead to their being its Trojan Horse in the West. When Macron visited Athens in September, he made a point of telling Greek Prime Minister Tsipras to preserve Greece’s independence from non-European investors.
Germany, which sets the tone in the EU, sees China not only as a partner and competitor but also as an adversary. Foreign Minister Sigmar Gabriel went further, saying that if the EU fails to develop “a single strategy towards China, then China will succeed in dividing Europe.” The Beijing administration was “shocked” at this comment.
Sino-German and Sino-European discussions are expected to be difficult after the formation of the new German government. The German ambassador to China, Michael Clauss, wrote an article in the Global Times arguing that occasional disagreements do not diminish the progress that has been achieved between the two countries over the past decades – but the honeymoon is over.
After Juncker’s State of the Union address, the EU – under German leadership – is opening a new chapter in its relationship with China. It does not necessarily have the upper hand, though. Europe lacks the foreign policy power and prestige of the US. Also, it could see its demand for reciprocity and openness within China weaken as it opts for a special type of protectionism for security reasons. More significantly, the EU is targeting China and attempting to apply strict rules during a period when it needs foreign cash and investments as well as synergies with Chinese banks and financial institutions.
Time will tell if the EU will improve its bargaining position vis-à-vis China with its developing new strategy and aggressive rhetoric. The symptoms of previous foreign policy failures do not allow for much optimism. The Commission’s reaction to China’s business expansion was long delayed and, unsurprisingly, finds the EU unable to speak with a single voice.
The EU is not looking at the root of the problem and seeks only to mitigate consequences. China’s critical advantage remains its ability to persuade politicians and societies to enter into “win-win” partnerships and investments in fields where the EU, the US, and Western companies are absent.

View PDF
George N. Tzogopoulos is a Lecturer at the Democritus University of Thrace and Visiting Lecturer at the European Institute of Nice.
BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Χρήστος Ζιώγας: Ενδογενείς κρίσεις και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

on Tuesday, 31 October 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Χρήστος Ζιώγας, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων, Συνεργάτης του ΕΛΙΣΜΕ

Χρήστος Ζιώγας: Ενδογενείς κρίσεις και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

Η Συνθήκη του Μάαστριχ το 1992 εγκαθίδρυσε την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως το επόμενο θεσμικό βήμα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διαδικασία που ολοκληρώθηκε με την Συνθήκη της Λισσαβώνας το 2007. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα δρομολογήθηκε την δεκαετία του '50, σφυρηλατήθηκε, όσον φορά τον χαρακτήρα του, την επόμενη δεκαετία και επικράτησε, ως βασικός ενοποιητικός θεσμός στη Δυτική Ευρώπη τις δεκαετίες του΄70 και του '80. Η Κοινότητα, μέσω διαδοχικών διευρύνσεων σε λιγότερο από 30 χρόνια από την ίδρυσή της, διπλασίασε τα μέλη της. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η αποκοπή του υπαρκτού σοσιαλισμού από το ιστορικό γίγνεσθαι στα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, έδωσε στο συσσωματικό εγχείρημα μία ακόμη προοπτική: την επιτυχή πολιτική και οικονομική μετάβαση των εν λόγω κρατών προς τον φιλελευθερισμό.


Αναμφισβήτητα, η ΕΕ μαζί με την Ατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ) συνέβαλαν με τις πολιτικές τους στην ομαλή καθεστωτική μετάβαση των περισσοτέρων πρώην σοσιαλιστικών κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σταδιακά, και μέσω καλά σχεδιασμένων πολιτικών διεύρυνσης, οι συγκεκριμένες χώρες εντάχθηκαν στους δύο οργανισμούς. Η ΕΕ αποτελούσε το επιτυχημένο πρότυπο για την πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση των πρώην σοσιαλιστικών κρατών και το ΝΑΤΟ τον νέο εγγυητή για την ασφάλειά τους. Σήμερα, όντας πολυπληθείς οργανισμοί, η ΕΕ αποτελείται από 27 (λόγω Brexit) και το ΝΑΤΟ από 29 μέλη, συνιστούν η μεν πρώτη την σημαντικότερη προσπάθεια περιφερειακής ολοκλήρωσης, η δε Ατλαντική Συμμαχία τον ισχυρότερο στρατιωτικό οργανισμό παγκοσμίως.

Η ΕΕ κατά την πρώτη μεταψυχροπολεμική δεκαετία ενίσχυσε τις πολιτικές ολοκλήρωσης. Η δημιουργία της ΟΝΕ και η κυκλοφορία του ευρώ αποτέλεσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Παράλληλα όμως, αναδείχθηκε και η διστακτικότητα αρκετών κρατών να προχωρήσουν περαιτέρω προς την πολιτική ολοκλήρωση. Η καταψήφιση του προτεινόμενου Ευρωπαϊκού Συντάγματος, στην Ολλανδία και την Γαλλία το 2005, κατέδειξαν την απροθυμία τους για υπερεθνικές επιλογές στον πολιτικό τομέα. Ενώ μέχρι τότε η ΕΕ είχε να διαχειριστεί κατά βάση εξωγενείς κρίσεις, την τρέχουσα δεκαετία παρατηρούνται και ενδογενείς, οι οποίες λειτουργούν ανασταλτικά ως προς την εμβάθυνση της ενωσιακής διαδικασίας.

Στα πλαίσια και επ' ωφελεία του ενοποιητκού εγχειρήματος υποστηρίχθηκε, από ορισμένες πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές ελίτ, η «αναγκαιότητα» άμβλυνσης των εθνικών ταυτοτήτων, ώστε να διευκολυνθεί η ανάδειξη μίας κοινής ευρωπαϊκής. Ταυτοχρόνως, θεωρήθηκε ότι η διαρκώς αυξανόμενη οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών-μελών θα επιφέρει μονοσήμαντα θετικές επενέργειες, επιταχύνοντας την πορεία ολοκλήρωσης Οι παρούσες συνθήκες δεν επαληθεύουν τους προηγούμενους ισχυρισμούς σχετικά την εξελικτική τους δυναμική, πόσο μάλλον με την τελική τους κατάληξη. Οι προαναφερθείσες διαδικασίες όχι μόνο δεν απέτρεψαν την εμφάνιση εθνικιστικών τάσεων εντός της ΕΕ, αλλά ως έναν βαθμό τις ενεργοποίησαν.

Η δημοσιονομική κρίση επηρέασε δυσμενώς την ενοποιητική διαδικασία. Αν και η διαχείριση της κρίσης απέτρεψε την διάχυσή της σε άλλα κράτη της ΕΕ και υπό αυτό το πρίσμα δύναται να θεωρηθεί ως επιτυχημένη, σημαντικό τμήμα των κοινωνιών των πληττόμενων κρατών-μελών την προσέλαβαν ως ένα σύνολο δράσεων που δεν συνάδουν με την κοινοτική μέθοδο, όντας προϊόν επιβολής των οικονομικά ισχυρότερων χωρών. Παράλληλα, σημαντικά τμήματα των κοινωνιών των δανειοδοτών κρατών ήταν αντίθετα με τις πολιτικές διάσωσης των χωρών, οι οποίες βρέθηκαν σε δημοσιονομικό αδιέξοδο. Εν γένει, δύναται να υποστηριχθεί ότι οι διευρυνόμενες οικονομικές αποκλίσεις και η διαχείριση της οικονομικής κρίσης ανέστειλαν και υπονόμευσαν τις προοπτικές περαιτέρω εμβάθυνσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Η υπό διαπραγμάτευση αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, συνιστά όχι μόνο μια καινοφανή εξέλιξη, αλλά θα εντείνει τις στρατηγικές αποκλίσεις στον ευρωπαϊκό χώρο. Το προσφυγικό ζήτημα κατέδειξε την περιορισμένη αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών στον πολύ σημαντικό τομέα της ασφάλειας. Οι αποσχιστικές τάσεις της Καταλονίας δημιουργούν ακόμη μια νέα δύσκολη κατάσταση την οποία οφείλει να διαχειριστεί, εκτός από την ισπανική κυβέρνηση, και η ΕΕ. Η ενοποιητική διαδικασία βασίστηκε στην ανατίμηση της οικονομίας, ως κυρίαρχου διαμορφωτικού της παράγοντα, σε συνδυασμό με την προώθηση αντιλήψεων περί πολλαπλών ταυτοτήτων, γεγονός που θα μετατοπίσει σταδιακά το εστιακό σημείο αυτοπροσδιορισμού των ανθρώπων από το έθνος σ' ένα ευρύτερο πολιτικό υποκείμενο (ΕΕ). Υπό αυτό το πρίσμα, θεωρήθηκε ότι η συσσωμάτωση θα επέλθει τόσο από λειτουργικούς παράγοντες σε επίπεδο οικονομίας, οι οποίοι συν τω χρόνω θα δρομολογήσουν και την πολιτική, όσο και από τις ανανοηματοδοτικές διεργασίες σε επίπεδο κοινωνιών.

Οι οικονομικές συνθήκες και οι ιδέες αποτελούν βασικούς διαμορφωτικούς παράγοντες της ιστορικής διαδικασίας. Οι ενέργειες των υποκειμένων, συλλογικών και ατομικών, είναι συνάρτηση αυτών που βιώνουν ως πραγματικότητα σε συνδυασμό με τις βασικές κατευθυντήριες αντιλήψεις τους. Κανένα συλλογικό υποκείμενο δεν δύναται να διατηρηθεί μόνο ως διανοητική κατασκευή αν δεν μπορεί να συντηρηθεί και σπανίως έως ποτέ οι πολιτικές οντότητες δεν ενεργούν προσμετρώντας μόνο τα υλικά κίνητρα. Προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τα πεπραγμένα της Καταλονίας, διαπιστώνουμε τον διφυή χαρακτήρα των κίνητρων των συλλογικών υποκειμένων. Αμιγώς υλιστικές προσεγγίσεις, πως οι Καταλανοί επιθυμούν να αποσχιστούν για οικονομικούς λόγους, προσκρούουν στο βάσιμο ερώτημα: τί θα κάνουν αν γίνουν αποδεκτές οι απαιτήσεις τους για μικρότερη αναδιανομή στα πλαίσια του ισπανικού προϋπολογισμού; Επίσης, στις αιτιάσεις ότι μόνο με οικονομικά αντίμετρα μπορεί να αποτραπεί η απόσχιση, τί θα απαντήσουν όλοι όσοι προσμετρούν μόνο τον οικονομικό παράγοντα, αν οι Καταλανοί συμφωνήσουν να αποπληρώσουν το κόστος για την ανεξαρτησίας τους;

Η προσπάθεια οικοδόμησης μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας, που ως έναν βαθμό προϋπέθετε και την μερική αποδόμηση των εθνικών ταυτοτήτων, στην περίπτωση της Καταλονίας μετατόπισε το εστιακό σημείο του αυτοπροσδιορισμού στο τοπικό και όχι στο υπερεθνικό επίπεδο. Οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στην Ισπανία σε συνδυασμό με τις ιστορικές, πολιτικές και θεσμικές ιδιαιτερότητες της περιοχής, λειτούργησαν καταλυτικά ως προς την εκδήλωση του αιτήματος για ανεξαρτησία. Στην τωρινή συγκυρία, όπου εντός της ΕΕ τέθηκαν ζητήματα ασφάλειας -προσφυγικές ροές και τρομοκρατία- και διαχείρισης της οικονομικής κρίσης πρυτάνευσαν οι διακυβερνητικές λογικές και πρακτικές. Κατά πόσο οι ενδοευρωπαϊκές, όπως και περιφερειακές, κρίσεις δύνανται να λειτουργήσουν επ' ωφελεία του ενοποιητικού εγχειρήματος στην Γηραιά Ήπειρο, συνιστά μία πιθανή και όχι μία γραμμική εξέλιξη. Διαχρονικά, η ανάγκη κινητοποιεί ατομικά και συλλογικά υποκείμενα˙ στην περίπτωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης το δύσκολο έγκειται στο να προσδιοριστούν και να ιεραρχηθούν τοιουτοτρόπως οι ανάγκες ως κοινές.

15/6/2017. Οι Αμερικανικές Βάσεις στην Συρία

on Thursday, 15 June 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ανδρέας Ματζάκος*

15/6/2017. Οι Αμερικανικές Βάσεις στην Συρία

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τον Σεπτέμβριο του 2014, ο Πρόεδρος Ομπάμα, απευθυνόμενος στον αμερικανικό λαό, είχε ανακοινώσει πως η στρατηγική των ΗΠΑ για την αντιμετώπιση του ISIS (Ισλαμικό Κράτος – ΙΚ), θα περιελάμβανε δυο σκέλη: πρώτα αποδυνάμωση και μετά καταστροφή του ΙΚ. Για την υλοποίηση της στρατηγικής θα απαιτούνταν αεροπορικές προσβολές εκ μέρους της συμμαχίας των κρατών υπό τις ΗΠΑ που συμμετείχαν στην πάλη κατά του ΙΚ και αντιμετώπιση των ανταρτών του ΙΚ στο έδαφος, από τοπικές δυνάμεις, χωρίς την εμπλοκή Αμερικανικών στρατευμάτων.[1]
Τον Δεκέμβριο του 2015 ξεκίνησε η ανάπτυξη μικρού αριθμού ανδρών των Ειδικών Δυνάμεων των ΗΠΑ στην Συρία,[2] ενώ από το τέλος του 2016, άρχισε η επισκευή διαδρόμων προσγειώσεως σε παλαιά αεροδρόμια και η κατασκευή νέων, για την δημιουργία βάσεων σε διάφορες περιοχές της Συρίας, όχι μόνο για αεροπορικά μέσα, αλλά και για την διαμονή του προσωπικού των Ειδικών Δυνάμεων.
Πως όμως οι ΗΠΑ προχώρησαν στην επιλογή περιοχών στις οποίες δημιουργήθηκαν ή είναι υπό κατασκευή βάσεις; Γιατί σε κάποιες συγκεκριμένες περιοχές και όχι σε κάποιες άλλες; Τι συμπεράσματα προκύπτουν από αυτές τις επιλογές; Στην αρχή του άρθρου θα προσεγγισθούν τα πιθανά κριτήρια επιλογής των περιοχών των βάσεων, στη συνέχεια θα αναλυθούν τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτές τις επιλογές.

ΕΔΩ! η συνέχεια.

12/3/2017. Οι σχέσεις Δύσης-Ρωσίας περνάνε από την Ουκρανία

on Sunday, 12 March 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Υποστράτηγος ε.α., Διευθυντής Μελετών, Μέλος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

12/3/2017. Οι σχέσεις Δύσης-Ρωσίας περνάνε από την Ουκρανία

Στις αρχές Φεβρουαρίου, λιγότερο από δύο βδομάδες από την ανάληψη των καθηκόντων του νέου προέδρου των ΗΠΑ, σφοδρές συγκρούσεις ξέσπασαν μεταξύ αυτονομιστών ανταρτών και ουκρανικών στρατευμάτων σε τμήματα της διαχωριστικής γραμμής. Οι συγκρούσεις χαρακτηρίστηκαν από τους διεθνείς παρατηρητές ως οι σφοδρότερες από τον Φεβρουάριο του 2015 και κόστισαν τη ζωή σε 25 περίπου ανθρώπους και από τις δύο πλευρές, ενόπλους αλλά και αμάχους. Σημειώθηκαν δεκάδες παραβιάσεις των συμφωνιών του Μινσκ, προωθήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές βαρέα όπλα στην αποστρατικοποιημένη ζώνη ενώ η έντονη ανταλλαγή πυρών πυροβολικού και ρουκετών επέφερε απώλειες και καταστροφές στις υποδομές. Οι εχθροπραξίες με την πάροδο των ημερών αποκλιμακώθηκαν χωρίς μέχρι σήμερα να έχει επέλθει πλήρης επιστροφή στη σχετική ηρεμία των τελευταίων μηνών.
Όπως πάντα, Ρωσία, Ουκρανία και αυτονομιστές επέρριψαν την υπαιτιότητα των συγκρούσεων στις άλλες πλευρές. Μόσχα και Κίεβο προχώρησαν σε κινητοποίηση των δυνάμεων τους στις διαχωριστικές γραμμές σε Κριμαία και Ανατολική Ουκρανία. Η πλευρά των αυτονομιστών και της Μόσχας κατηγορεί την κυβέρνηση του Κιέβου ότι εντείνει τις πολεμικές προετοιμασίες αποσκοπώντας σε μια τυχοδιωκτική ενέργεια ανακατάληψης των χαμένων εδαφών. Υπάρχουν πράγματι στοιχεία που αποδεικνύουν μια ενίσχυση των ουκρανικών δυνάμεων στις ανατολικές επαρχίες. Αντίστοιχες όμως και οι κατηγορίες των Ουκρανών που αποδίδουν την κλιμάκωση σε αποσταθεροποιητικές ενέργειες της Μόσχας. Την παρούσα χρονική στιγμή, η Μόσχα, ευρισκόμενη σε αναμονή της εκδήλωσης των προθέσεων του νέου αμερικανού Προέδρου, εκτιμάται ότι δεν επιθυμεί την ανάληψη μιας προκλητικής και αποσταθεροποιητικής ενέργειας. Αντικειμενικοί στόχοι της Μόσχας είναι η κατοχύρωση των κερδών στην Κριμαία, η «φινλανδοποίηση» της Ουκρανίας και η άρση των κυρώσεων. Μέχρι σήμερα ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (OSCE) δεν έχει αποδώσει σαφή πρωταρχική ευθύνη σε καμία από τις  αντιμαχόμενες πλευρές για την πρόσφατη αναζωπύρωση των συγκρούσεων, έχει όμως καταγράψει σημαντικές παραβιάσεις της εκεχειρίας με υπαιτιότητα αμφοτέρων.
Αξιοπρόσεκτη είναι και η αντίδραση της αμερικανικής πλευράς στα πρόσφατα γεγονότα. Ο εκπρόσωπος τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών εξέφρασε την ανησυχία του  για την αναζωπύρωση των συγκρούσεων καλώντας για άμεση διακοπή των εχθροπραξιών χωρίς να επιρρίψει ευθύνες σε οποιαδήποτε πλευρά. Διαφορετική η στάση των αμερικανών διπλωματών καριέρας στον OSCE που κατηγόρησαν Ρωσία και αυτονομιστές. Να σημειώσουμε ότι η νεοοτοποθετηθείσα Πρέσβης των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, Nikki Haley, στην πρώτη τοποθέτηση υπεραμύνθηκε της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας, αναφερόμενη στην Κριμαία ως αναπόσπαστο κομμάτι της τελευταίας και δηλώνοντας ότι οι κυρώσεις θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι οι Ρώσοι να επιστρέψουν την χερσόνησο στο Κίεβο.
Γεγονός είναι ότι οι προεκλογικές δηλώσεις του Trump έχουν δημιουργήσει ένα θολό τοπίο ως προς τις προθέσεις και τα επόμενα βήματα της Προεδρίας του. Η εκλογή του προκάλεσε ανησυχία στο  Κίεβο και σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι αλλεπάλληλες (δικαιολογημένες εν μέρει), δηλώσεις του Προέδρου Trump, για ανάγκη επαναπροσέγγισης με τη Μόσχα, έχουν θορυβήσει τους Ουκρανούς (και όχι μόνο) που ανησυχούν μήπως καταστούν τα εξιλαστήρια θύματα της επανεκκίνησης  των σχέσεων των δύο μεγάλων δυνάμεων.
Η εκπομπή διφορούμενων μηνυμάτων είναι αναπόσπαστο μέρος της διπλωματίας, σίγουρα επιτείνει τις ανησυχίες, ιδίως του ασθενέστερου μέρους και ενίοτε προκαλεί αυθαίρετες εκτιμήσεις και λανθασμένες ενέργειες. Εκτιμάται ότι η  Μόσχα προσβλέπει σε μια βελτίωση των αμερικανορωσικών σχέσεων που θα ανακούφιζε την οικονομία της από τις δυτικές κυρώσεις και θα απέφερε και ανάλογα πολιτικά και διπλωματικά κέρδη. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται ως πιθανή, η εκ μέρους της Μόσχας, επιδίωξη αναζωπύρωσης των συγκρούσεων. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η Ρωσία θα εγκαταλείψει τις ενέργειες που αποβλέπουν στον πειθαναγκασμό του Κιέβου για αποδοχή των θέσεων της. Σε τελευταία ανάλυση, τα δύο Πρωτόκολλα του Μινσκ έχουν καθορίσει μια σειρά ενεργειών των δύο αντιμαχομένων πλευρών που δεν έχουν υλοποιηθεί εξ αιτίας της αμοιβαίας καχυποψίας, των διαφορετικών ερμηνειών και των εθνικιστικών μαξιμαλιστικών εξάρσεων πολιτικών κομμάτων και των λαϊκών μαζών.
  Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ουκρανία είναι μια βαθύτατη διχασμένη χώρα. Η αρχική τοποθέτηση του προέδρου Poroshenko για μια ειρηνική επίλυση των προβλημάτων, σταδιακά έχει διολισθήσει, με ευθύνη πολλών πολιτικών παραγόντων της χώρας, σε μια εθνικιστική έξαρση που απορρίπτει, με διάφορα προσχήματα, την εφαρμογή των προβλεπομένων από τα δύο πρωτόκολλα του Μινσκ (επιβληθέντα είναι η αλήθεια στο Κίεβο λόγω αδυναμίας). Σίγουρα, η κατάσταση ωθείται στα άκρα και από την προβοκατόρικη θέση των αυτονομιστικών δυνάμεων αλλά και την αποφασιστικότητα της Ρωσίας για προσάρτηση της Κριμαίας. Εκρηκτικό πάντα το μείγμα, στις ταραγμένες περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας, με τοπικούς πολέμαρχους, μισθοφόρους και εγκληματικές ομάδες να προσπαθούν να διατηρήσουν τα προνόμια τους θέτοντας σε κίνδυνο την εύθραυστη εκεχειρία.
Η Ουκρανία για τη Ρωσία από ανέκαθεν θεωρείται ως ζωτικός χώρο και δύσκολα θα αποδεχθεί την διολίσθηση της στο δυτικό στρατόπεδο. Βέβαια η επιθετική συμπεριφορά της Μόσχας οδηγεί ακόμη και τους μετριοπαθείς Ουκρανούς σε μια αντιπαράθεση διαρκείας. Κανένα έθνος δεν μπορεί να δεχθεί αδιαμαρτύρητα την απώλεια εδάφους, ανεξάρτητα της πληθυσμιακής σύνθεσης ή τυχόν «τίτλων ιδιοκτησίας» που προβάλει ο κατακτητής. Από την άλλη μεριά, η Δύση διστάζει να θυσιάσει τις διακηρυγμένες αρχές του διεθνούς δικαίου, της ειρηνικής συνύπαρξης και μη επέμβασης που αποτέλεσαν το θεμέλιο της μεταπολεμικής ισορροπίας. Το «σύνδρομο του Μονάχου» ακόμη κατατρέχει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Εύλογα βέβαια κάποιος θα παρατηρήσει ότι οι ανησυχίες της Δύσεως είναι υποκριτικές καθόσον δεν υπήρξε ποτέ συνεπής τιμητής αυτών των αξιών και αρχών. Ενδεχομένως, Ευρώπη, ΗΠΑ και Ρωσία να επιθυμούν  μια επίλυση του ουκρανικού θέματος, η κάθε μια εξ αυτών για τους δικούς της ιδιαίτερους λόγους. Ειδικά η Ευρώπη παρατηρεί αμήχανη και αδύναμη την κατάσταση ευελπιστώντας στην επαναπροσέγγιση των δύο μεγάλων δυνάμεων.
Το ερώτημα είναι εάν οι δύο ηγεσίες, ΗΠΑ και Ρωσίας, θα αρπάξουν την ευκαιρία που δίνει η πρόσφατη εκλογή Trump, για να προχωρήσουν στην αναγκαία αναδίπλωση από ακραίες θέσεις και στην έναρξη διαλόγου για μια αρχική επαναπροσέγγιση που θα δώσει το κατάλληλο χώρο στη διπλωματία να παρουσιάσει μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Σε κάθε περίπτωση η λύση αυτή θα είναι οδυνηρή για την ταλαιπωρημένη Ουκρανία και θα καταδεικνύει τα τραγικά αδιέξοδα που προκαλεί η ασύνετη και καιροσκοπική αποδοχή εξωτερικών προτροπών και παρεμβάσεων χωρίς να υπάρχουν τα απαραίτητα εχέγγυα και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιφερειακή ισορροπία ισχύος.

30/1/2017. Περί «αδράνειας» της διεθνούς κοινωνίας

on Monday, 30 January 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Μάριος-Ανέστης Καϊτάζης, Μέλος ΕΛΙΣΜΕ

30/1/2017. Περί «αδράνειας» της διεθνούς κοινωνίας

     Το Κυπριακό ζήτημα βρίσκεται σε εκκρεμότητα για σαράντα και πλέον χρόνια, παρά το γεγονός ότι η τουρκική κατοχή είναι αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο, οι εγγυήτριες δυνάμεις είναι μέρη του Συμφώνου της βόρειο-ατλαντικής συμμαχίας κι η Κύπρος κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χωρίς να αξιολογούνται οι ηγεσίες εκατέρωθεν των συνόρων, οι αντικειμενικοί πολιτικοί σκοποί τους ή οι μέθοδοι τους για την επίτευξη αυτών των στόχων, επιχειρείται μια σύντομη αναφορά στους λόγους για τους οποίους η διεθνής κοινωνία επέτρεψε τη διαιώνιση του ζητήματος.

STATUS QUO
     Το 1960 η Μεγάλη Βρετανία αποδέχεται με τη Συμφωνία του Λονδίνου τα όσα είχαν ήδη συμφωνηθεί με τη Συμφωνία της Ζυρίχης το 1959 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας[1].
     Η συμφωνία προβλέπει την ίδρυση της Δημοκρατίας της Κύπρου[2] και την ανάληψη της υποχρέωσης για τις τρεις συμβαλλόμενες χώρες να εγγυηθούν την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα, της νεοσύστατης Δημοκρατίας, τη μη ένωση της με άλλη χώρα και τη διατήρηση του status quo, όπως αυτό διαμορφώνεται με το Σύνταγμα του 1960.

Η συνέχεια ΕΔΩ!

23/1/2017. Ο ΡΩΣΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ «ΚΑΜΕΝΗΣ ΓΗΣ» ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑ

on Monday, 23 January 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

23/1/2017. Ο ΡΩΣΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ «ΚΑΜΕΝΗΣ ΓΗΣ» ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑ

Αν ρίξουμε μια ματιά σε μια υδρόγειο σφαίρα θα δούμε ότι ο πλανήτης μας είναι ένας θαλάσσιος κόσμος όπου κυριαρχούν δύο μεγάλα νησιά. Για την ακρίβεια, ένα μεγάλο  και ένα μικρότερο. Το μεγάλο νησί είναι το σύμπλεγμα της Ευρασίας με την Αφρική, αυτό που ο Βρετανός γεωπολιτικός θεωρητικός Sir Halford Mackinder ονόμασε «Παγκόσμια Νήσο» (World Island) και το μικρότερο είναι η αμερικανική ήπειρος. Με βάση τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, η κυρίαρχη στεριά του κόσμου είναι η Παγκόσμια Νήσος ενώ η αμερικανική ήπειρος είναι δευτερεύουσας σημασίας έκταση, εξαρτώμενη από την Παγκόσμια Νήσο. Και πάλι με βάση τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, η κομβική ήπειρος στο σύμπλεγμα αυτό είναι η Ευρασία, ενώ υπαρξιακός πυρήνας της Ευρασίας είναι ο χώρος που ο Mackinder αναφέρει ως Heartland και ο οποίος ουσιαστικά ταυτίζεται με τη Ρωσία και το εγγύς εξωτερικό της Ρωσίας.

Ωστόσο, αν και η Ευρασία είναι το κέντρο του κόσμου, μέχρι σήμερα η ύπαρξη του στρώματος των αρκτικών πάγων ουσιαστικά την έκοβε σε δύο κομμάτια και καθιστούσε τους μεγάλους ωκεανούς του πλανήτη βασικούς διαύλους επικοινωνίας μεταξύ τoυ δυτικού και του ανατολικού κομματιού της.
Και οι ωκεανοί ελέγχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Έτσι, η κυρίαρχη χώρα του δεύτερου νησιού του πλανήτη, δηλαδή της αμερικανικής ηπείρου, ελέγχοντας τις ανοιχτές ωκεάνιες εκτάσεις, καθίστατο η σημαντικότερη χώρα του κόσμου, παρόλο που βρίσκεται σε μια περιφερειακή θέση.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν. Ένας συνδυασμός γεωγραφικών, τεχνολογικών και πολιτικών παραγόντων απειλεί να δημιουργήσει μια εν δυνάμει γεωπολιτική πραγματικότητα πρωτοφανή στην ανθρώπινη ιστορία.

Η ΤΗΞΗ ΤΩΝ ΑΡΚΤΙΚΩΝ ΠΑΓΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΑΣΙΑ
Ο πρώτος από αυτούς τους παράγοντες είναι η διαφαινόμενη τήξη του στρώματος των πάγων του Αρκτικού. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε πως όταν αναφερόμαστε σε τήξη των αρκτικών πάγων δεν εννοούμε τη πλήρη εξαφάνισή τους αλλά τη μείωση του στρώματός τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι διαχειρίσιμο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους από τα ρωσικά παγοθραυστικά.

Οι πιθανές συνέπειες από αυτήν την εξέλιξη αναμένεται να είναι κοσμογονικές.

Εδώ θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι μία από τις συνέπειες αυτής της πιθανής εξέλιξης είναι ότι δημιουργείται ένας νέος θαλάσσιος δρόμος, που επιτρέπει την επικοινωνία του ανατολικού κομματιού της Ευρασίας με το δυτικό, χωρίς να χρειάζονται κατ’ ανάγκην οι ανοικτές ωκεάνιες εκτάσεις.

Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι δημιουργείται ένα είδος διαδρόμου ταχείας κυκλοφορίας γύρω από την Ευρασία αλλά και γενικότερα γύρω από το σύμπλεγμα Ευρασίας – Αφρικής, που αποτελείται από τα εγγύς ύδατα στην περιφέρεια των δύο ηπείρων. Ο διάδρομος αυτός συμπληρώνεται από το πλέγμα των κλειστών θαλασσών στο εσωτερικό της Παγκόσμιας Νήσου και συγκεκριμένα, τη Βαλτική, τη Μαύρη Θάλασσα και κυρίως τη Μεσόγειο Θάλασσα, η οποία αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, το εσωτερικό αίθριο της Παγκόσμιας Νήσου. Δηλαδή το κέντρο της. Και κέντρο του κέντρου είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον της πιθανότητας δημιουργίας ενός νέου γεωπολιτικού χώρου, αποτελούμενου από τα περιφερειακά ύδατα γύρω από την Ευρασία και την Αφρική και από τις κλειστές θάλασσες στο εσωτερικό αυτού του πλέγματος. Άρα, βασικό στρατηγικό διακύβευμα των ερχόμενων δεκαετιών είναι ποιος θα ελέγξει αυτόν τον χώρο και ιδιαίτερα το κέντρο του, που είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Μέχρι πριν λίγο καιρό, η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ήταν εύκολη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δηλαδή, η κατεξοχήν ναυτική δύναμη του πλανήτη. Όμως, εδώ και μερικά χρόνια δραματικές αλλαγές στην τέχνη και την τεχνολογία του πολέμου, προερχόμενες κυρίως από την Κίνα, έχουν αλλάξει αυτό το δεδομένο.

Συγκεκριμένα, για δικούς της λόγους, η Κίνα έχει αναπτύξει οπλικά συστήματα και πολεμικές μεθοδολογίες που σκοπό έχουν να αμφισβητήσουν τη ναυτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών ακριβώς στα εγγύς ύδατα γύρω από την Ευρασία. Αυτές οι ικανότητες χαρακτηρίζονται από Αμερικανούς ειδικούς με το αρκτικόλεξο HEAT (High End Asymmetrical Threats) και βασίζονται στη δημιουργία πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (anti – acess area – denial {A2/AD}) που επιδιώκουν να μετατρέψουν τα πλεονεκτήματα του Αμερικανικού Ναυτικού σε μειονεκτήματα στα παράκτια ύδατα και να διώξουν τα αμερικανικά πολεμικά πλοία βαθιά στην ασφάλεια των ωκεανών.

Η περαιτέρω εξέταση αυτών των ικανοτήτων ξεφεύγει από τα όρια αυτής της παρουσίασης. Εδώ θα περιοριστούμε να πούμε ότι αιχμή του δόρατος αυτών των προσπαθειών είναι η ανάπτυξη ASBM (anti – ship ballistic missiles), δηλαδή εξειδικευμένων βαλλιστικών πυραύλων, ικανών να προσβάλουν πλοία επιφανείας εν κινήσει. Ο πιο γνωστός εκπρόσωπος των πυραύλων αυτών είναι ο περιβόητος Dong Feng 21D που χαρακτηρίζεται ως «φονέας αεροπλανοφόρων» (‘air carrier killer’).

Το πιο σημαντικό όμως είναι να γνωρίζουμε ότι οι ικανότητες αυτές δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της Κίνας, ούτε απαιτούν κάποιες ιδιαίτερα εξελιγμένες τεχνολογίες για να αναπτυχθούν. Ήδη κράτη σαν το Ιράν έχουν αρχίσει να επενδύουν σε αυτές ενώ είναι δεδομένο ότι την υψηλότερη τεχνολογία στους σχετικούς τομείς κατέχει η Ρωσία, άρα είναι σε θέση να αναπτύξει πλέγματα προβολής ισχύος από τη στεριά στη θάλασσα ανώτερα από αυτά της Κίνας ή οποιουδήποτε άλλου.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΤΩΝ ΩΚΕΑΝΩΝ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ;
Άρα, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, από γεωστρατηγικής άποψης, οι θάλασσες του πλανήτη τείνουν να χωριστούν σε δύο κομμάτια. Στις ανοιχτές ωκεάνιες εκτάσεις, όπου τον έλεγχο συνεχίζουν να έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και στα εγγύς ύδατα στην περιφέρεια και το εσωτερικό της Παγκόσμιας Νήσου, όπου η κυριαρχία διεκδικείται με αξιώσεις από τις χερσαίες ευρασιατικές δυνάμεις, δηλαδή τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες μετατρέπονται σε ένα είδος υβριδικών δυνάμεων με μεικτά χερσαία και θαλάσσια στοιχεία.

Ουσιαστικά δηλαδή, η Παγκόσμια Νήσος, συνδυασμένη με αυτό το νέο θαλάσσιο σύστημα των εγγύς περιφερειακών υδάτων και των κλειστών θαλασσών, κατά κάποιον τρόπο αποκόπτεται από τους ανοιχτούς ωκεανούς και δημιουργεί ένα είδος αυτόνομου κόσμου μέσα στον πλανήτη. 

Αυτή όμως είναι μια πιθανή εξέλιξη πολύ αρνητική για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως είπαμε και πριν, με βάση τις ίδιες τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, ολόκληρη η αμερικανική ήπειρος είναι δευτερεύουσας σημασίας στεριά, εξαρτώμενη από την Ευρασία. Κατά συνέπεια, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι σε θέση να ασκούν αποφασιστικής σημασίας δράσεις στην Ευρασία, τότε είναι καταδικασμένες να τεθούν στο περιθώριο.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μπορούσαν να καταφύγουν στην στρατηγική των Βρετανών προπατόρων τους. Δηλαδή στο διαίρει και βασίλευε που εφάρμοζε η Μεγάλη Βρετανία καθ’ όλη τη διάρκεια του λεγόμενου βεστφαλιανού συστήματος από το 1648 μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εδώ όμως εισέρχεται ένα τρίτος παράγοντας. Η οικονομική, πολιτική αλλά και στρατιωτική αποδυνάμωση των Ηνωμένων Πολιτειών που έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια. Μετά τον δεκαπενταετή ατέρμονα και χιμαιρικό «Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία», ο οποίος ρούφηξε την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, στέγνωσε το αμερικανικό θησαυροφυλάκιο και οδήγησε στο φιάσκο του Ιράκ και του Αφγανιστάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δείχνουν να έχουν ούτε τη δύναμη να επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε κομβικά σημεία της Ευρασίας δια της βίας αλλά ούτε και τα χρήματα ώστε να εξαγοράσουν συμμαχίες και συνεργασίες, όπως έκαναν στο παρελθόν.

Ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων απειλεί να οδηγήσει στην υλοποίηση ενός γεωπολιτικού εφιάλτη για τους Αμερικανούς. Στη δημιουργία μιας αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου, που θα έχει αποκοπεί από το ωκεάνιο σύστημα προβολής ισχύος και την οποία δεν θα μπορούν πλέον να ελέγχουν ούτε δια της σκληρής ούτε δια της ήπιας ισχύος, ενώ θα δυσκολεύονται να εφαρμόσουν την παραδοσιακή βρετανική πολιτική των επιλεκτικών και μη μόνιμων αντιπαλοτήτων και συμμαχιών, ώστε να αποτρέψουν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης ευρασιατικής δύναμης.

Μπαίνουμε λοιπόν στον πειρασμό να σκεφτούμε ότι για να ξεφύγουν από αυτό το αδιέξοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να εφαρμόζουν μια πολιτική καμένης γης σε κομβικά σημεία της Παγκόσμια Νήσου. Δηλαδή, να επιδιώκουν την καταστροφή κρατικών οντοτήτων που βρίσκονται σε κρίσιμες περιοχές του διεθνούς συστήματος, έτσι ώστε να δημιουργήσουν «μαύρες τρύπες» χάους, ρευστότητας και ασάφειας και κατά συνέπεια να αποτρέψουν το ενδεχόμενο σύναψης συμμαχιών και συνεργασιών των χωρών των περιοχών αυτών με τις μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, προεξαρχούσης της Ρωσίας. Με άλλα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες από τη στιγμή που δεν μπορούν να ελέγξουν συγκεκριμένες κομβικές περιοχές, ενδέχεται να προτιμούν να τις καταστρέψουν έτσι ώστε να μην τις ελέγξει κάποιος άλλος.

Και όπως είπαμε και πιο πάνω, το κομβικότερο σημείο αυτής της νέας αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου είναι το κέντρο της, δηλαδή η Ανατολική Μεσόγειος. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής γίνεται πιθανώς κατανοητή και η φαινομενικά παρανοϊκή πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή έναντι του ISIS, όπου από τη μία το καταπολεμούν και από την άλλη το υποστηρίζουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στρεφόμενες ενάντια στους σημαντικότερους αντιπάλους του και ιδιαίτερα ενάντια στη Ρωσία.

Από πλευράς της τώρα η Ρωσία, τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και γενικότερα στην ευρασιατική περιφέρεια, μάλλον θα επιθυμούσε να υπάρχουν σταθεροποιημένες κρατικές οντότητες, με ανταγωνιστικές μεν σχέσεις μεταξύ τους, αλλά συμπαγείς και αυτόφωτες, έτσι ώστε να μπορεί να εκμεταλλεύεται την κεντρική της γεωγραφική θέση στην Ευρασία και να τις θέτει ενώπιον του διλήμματος ότι αν δεν προχωρήσουν σε μια συνεργατική σχέση με τη Μόσχα, θα προχωρήσουν οι αντίπαλοί τους και θα αποκτήσουν πλεονέκτημα στον μεταξύ τους ανταγωνισμό.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που η Ινδία στραφεί γεωπολιτικά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Μόσχα θα μπορούσε να ενισχύσει με προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό το Πακιστάν, αλλάζοντας τα δεδομένα στις ισορροπίες ισχύος στην ινδική υποήπειρο. Αντιστοίχως, σε περίπτωση που η Κίνα επιχειρήσει να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στο σινορωσικό σύστημα, η Μόσχα θα μπορούσε να ενισχύσει δραστικά τις σχέσεις της με την Ινδία, διαμορφώνοντας ένα αντίρροπο μέγεθος έναντι του Πεκίνου.

Άρα, για τη Ρωσία χαοτικοί πόλεμοι, σαν αυτόν που διεξάγεται στη Συρία, οι οποίοι αποδομούν κρατικές οντότητες, πολύτιμες για τη μελλοντική γεωπολιτική της στρατηγική, είναι καταρχήν βλαβερές καταστάσεις που θα πρέπει να παύσουν να υφίστανται και να επικρατήσει η ειρήνη.

Αντιθέτως, για τις Ηνωμένες Πολιτείες παρόμοιες συγκρούσεις, που καταστρέφουν την ενότητα της αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου, διαλύουν τα βασικά συστατικά της στοιχεία, δηλαδή τα συμπαγή κράτη και αποτρέπουν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης ευρασιατικής δύναμης, είναι μια θετική κατάσταση που πρέπει να ενισχυθεί. 

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι, όντως, αυτό που συμβαίνει στη Συρία είναι ο ανταγωνισμός ηγεμονικών δυνάμεων, το γεγονός παραμένει ότι η μία εξ αυτών των δυνάμεων προωθεί μια γεωπολιτική στρατηγική που προϋποθέτει την ύπαρξη  συμπαγών και σταθερών κρατών, ενώ η άλλη επιδιώκει την ύπαρξη κατεστραμμένων κρατών, που δεν θα επιτρέψουν στη Ρωσία να δημιουργήσει την αρχιτεκτονική που αυτή θέλει στην περιφέρειά της.  

Βέβαια, αυτή η θεωρία μπορεί να φαίνεται σε πολλούς προϊόν συνωμοσιολογικής σκέψης. Καταρχάς, όμως, δεν αναφέρομαι σε  βεβαιότητες αλλά σε πιθανότητες. Επίσης, δεν αναφέρομαι, κατ’ ανάγκην, σε ένα συνειδητό και οργανωμένο σχέδιο, το οποίο χαράχθηκε από κυνικές και σοφές δεξαμενές σκέψης σε κάποιες σκοτεινές αίθουσες της Ουάσιγκτον. Αντιθέτως, μιλάω για μια απρόσωπη αντίδραση, που προκύπτει περίπου αυτοματοποιημένα από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών, λόγω των δραστικών αλλαγών στο διεθνές σύστημα που περιγράψαμε πιο πάνω, με τον ίδιο τρόπο που οι τριβές των τεκτονικών πλακών παράγουν σεισμικές δονήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι εντελώς λανθασμένα. Όμως, θεωρώ ότι μας προσφέρουν μια εναλλακτική θέαση των τεκταινομένων στη γειτονιά μας και ένα νέο πεδίο προβληματισμού. Γιατί, αν πράγματι υφίσταται έστω και η ελάχιστη πιθανότητα ότι  ισχυρά δυτικά κέντρα εξουσίας μπορεί να έχουν επενδύσει στην καταστροφή των κρατικών οντοτήτων σε κομβικά κομμάτια της Ευρασίας, για να μην δημιουργηθεί ένα ενιαίο γεωπολιτικό οικοδόμημα σε αυτήν, τότε δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα σταματήσουν στη Συρία. Όσο περισσότερες αποτυχημένες χώρες υπάρχουν στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου τόσο το καλύτερο για αυτούς. Και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά.

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγηση του υπογράφοντος στη διεθνή  επιστημονική ημερίδα με θέμα “Ο ρόλος της Ρωσίας στην εδραίωση της ειρήνης και ασφάλειας στη Μεσόγειο”, που διεξήγαν το Τμήμα Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών και το Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 19 Δεκεμβρίου 2016 στο αμφιθέατρο «Άλκης Αργυριάδης» στο κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

7/12/2016. Η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ μεταξύ ευκταίου και εφικτού

on Wednesday, 07 December 2016. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Χρήστος Ζιώγας, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων, Συνεργάτης του ΕΛΙΣΜΕ

7/12/2016. Η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ μεταξύ ευκταίου και εφικτού

Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαχρονικά τάσσεται υπέρ της ολοκλήρωσης στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής, της ασφάλειας και της άμυνας. Η μέχρι τώρα πορεία του φιλόδοξου ευρωπαϊκού εγχειρήματος στους συγκεκριμένους τομείς εξακολουθεί να υλοποιείται σε αμιγώς διακυβερνητικό επίπεδο, τουτέστιν οι αποφάσεις λαμβάνονται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατόπιν ομοφωνίας των αρχηγών των εθνικών κυβερνήσεων.

Η εν εξελίξει επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων συνίσταται στην αξίωση της Άγκυρας να διευρύνει την αναθεωρητική της ατζέντα. Οι θέσεις του Ερτογάν και των λοιπών τούρκων θεσμικών παραγόντων, προφανώς, δεν συνάδουν με το διεθνές δίκαιο, την κρατοκεντρική διεθνή και φυσικά την, θεσμικά και κανονιστικά πιο αναπτυγμένη, ευρωπαϊκή τάξη. Η εν λόγω κατάσταση αναδεικνύει την αδυναμία της ΕΕ να συγκροτήσει και να ασκήσει μια πραγματικά κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική. Η συγκεκριμένη ευρωπαϊκή δυσπραγία γίνεται εμφανέστερη όταν αφορά ζητήματα, τα οποία άπτονται των ζωτικών συμφερόντων ενός κράτους –μέλους.

Η ύπατη εκπρόσωπος για την ΚΕΠΠΑ Φεντερίκα Μογκερίνι, δήλωσε μεταξύ άλλων: «Οι σχέσεις μας με την Τουρκία έχουν φθάσει σε ένα κρίσιμο σημείο». Είναι γεγονός ότι σε αρκετά κράτη και σε κοινοτικό επίπεδο γίνεται λόγος για «προσωρινό πάγωμα» των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, ενώ οι υπουργοί εξωτερικών των κρατών – μελών της ΕΕ επανέλαβαν τον προβληματισμό τους για τις πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκία. Επίσης, τόνισαν τις ανησυχίες τους για την υποβολή νομοθετικής πρότασης στο τουρκικό κοινοβούλιο για την επαναφορά της θανατικής ποινής. Παράλληλα υπογράμμισαν ότι η Τουρκία αποτελεί σημαντικό εταίρο της Ένωσης στους τομείς της οικονομίας, της ασφάλειας, της μετανάστευσης και της εξωτερικής πολιτικής, ιδίως όσον αφορά την Συρία και το Ιράκ. Οι υπουργοί υπενθύμισαν ότι η Τουρκία, ως υποψήφια χώρα, αναμένεται να τηρήσει τα αυστηρότερα δυνατά πρότυπα δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου, των θεμελιωδών ελευθεριών και του δικαιώματος όλων σε δίκαιη δίκη. Τέλος συμφώνησαν ότι είναι σημαντικό να συνεχισθεί ο πολιτικός διάλογος με την Τουρκία σε όλα τα επίπεδα.

Σε απάντηση των συνεχόμενων τουρκικών δηλώσεων, οι οποίες  αμφισβητούν την ελληνική κυριαρχία και τα, εκπορευόμενα από το διεθνές δίκαιο, κυριαρχικά δικαιώματα, η εκπρόσωπος της Επιτροπής για θέματα εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Μάγια Κοτσιγιάντσιτς δήλωσε: «Η ΕΕ υπογραμμίζει ότι η Τουρκία πρέπει να δεσμευθεί απερίφραστα για σχέσεις καλής γειτονίας και την καλεί να αποφύγει κάθε είδους πηγή προστριβών, απειλής ή ενέργειας που στρέφεται κατά κράτους-μέλους, πλήττει τις σχέσεις καλής γειτονίας και την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών» καθώς και: « η ΕΕ τονίζει την ανάγκη να γίνει σεβαστή η κυριαρχία των κρατών-μελών επί των χωρικών υδάτων τους και του εναέριου χώρου τους». Οι προαναφερθείσες δηλώσεις καλύπτουν διπλωματικά την χώρα μας, σίγουρα όμως δεν της παρέχουν ρητώς τις διασφαλίσεις που αρμόζουν σε μία ένωση κρατών που επιθυμεί, συν τω χρόνω, να συγκροτήσει μια ενιαία πολιτική οντότητα˙ κοινώς δεν προσδιορίζεται παρευθύς το ζήτημα ως ευρωτουρκικό.

Ακολούθως, η προβληματική λειτουργία της ΚΕΠΠΑ δυσχεραίνει την άσκηση της Κοινής Πολιτικής Ασφαλείας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) ως ανεξάρτητης από τις ατλαντικές δεσμεύσεις. Η εν λόγω κατάσταση δεν συνιστά θεσμική αλλά μια δομική αδυναμία του ευρωπαϊκού χώρου, λόγω στρατηγικών αποκλίσεων και ιεραρχήσεων των ευρωπαϊκών κρατών. Η Ελλάδα δεν έχει την δυνατότητα να παρακάμψει αυτή την διττή πραγματικότητα, αφ’ ενός τον κλιμακούμενο  τουρκικό ηγεμονισμό και αφ’ ετέρου τον διακυβερνητικό χαρακτήρα της ΚΕΠΠΑ. Οι προοπτικές για υπερεθνική ολοκλήρωση στον τομέα της άμυνας, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν είναι τόσο ευοίωνες όσο ορισμένοι επιθυμούν ή προσβλέπουν, ακόμη και μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ. Ειδικότερα για την Ελλάδα, οι προσδοκίες ότι θα διασφαλιστούμε από τον τουρκικό αναθεωρητισμό, μέσω μίας μελλοντικής θεσμικής συγκρότησης στον τομέα της άμυνας, εκτός ότι αυτή είναι εν τη γενέσει της δεν μας διασφαλίζει για την τελική μορφή που θα λάβει, ούτε αν και πώς θα προσεγγίζει την Τουρκία. Για την Ελλάδα και την Κύπρο θα είναι επωφελέστερο να επιδιώκουν την υλοποίηση πιο εφικτών στόχων όπως, χρηματοδότηση, μέσω πόρων που φαίνεται πως θα διοχετευθούν για την άμυνα, την βιομηχανική συνεργασία και πιθανόν την παροχή στρατιωτικού υλικού, ως αντιστάθμισμα της αδυναμίας της Ένωσης να παράσχει συλλογικά και ομοιόμορφα το αγαθό της ασφάλειας προς όλα τα μέλη της, πόσο μάλλον αυτών που το έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

Αντί λοιπόν να διερωτώμεθα ασκόπως, ιδιαίτερα σε περιόδους όξυνσης των ελληνοτούρκικων σχέσεων, γιατί δεν έχει καταλήξει στο επιθυμητό επίπεδο η ΚΕΠΠΑ και ακολούθως η ΕΠΑΑ, θα ήταν αποτελεσματικότερο για εμάς και αποδεκτότερο από τους εταίρους μας, αν προσαρμοζόμασταν στην τωρινή κατάσταση προσποριζόμενοι αυτά τα οποία είναι πρόθυμοι να μας προσφέρουν, παρά να αξιώνουμε διασφαλίσεις τις οποίες δεν επιθυμούν να μας παράσχουν. Εφ’ όσον προχωρήσει η συγκρότηση μιας κοινής στρατιωτικής δομής, η χώρα μας οφείλει να πρωτοστατήσει στο όλο εγχείρημα και να μην αναμένει ότι θα ενεργήσουν τα ευρωπαϊκά στρατιωτικά τμήματα άμεσα ή θα δύναται να τα χρησιμοποιήσει αυτοβούλως, έναντι μιας πιθανής τουρκικής ενέργειας. 

Βέβαια η μέχρι τώρα στάση συνάδει με την κυρίαρχη αντίληψη μιας κοινωνίας, με χαμηλό αίσθημα ατομικής ευθύνης, της οποίας το βιοτικό επίπεδο ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα υψηλότερο των παραγωγικών της επιδόσεων, θεωρώντας το εν λόγω γεγονός οριακά συσχετιζόμενο με την εμφάνιση της κρίσης του 2010. Κατόπιν επιθυμούσε να διατηρήσει την καταναλωτική της ευμάρεια με έξωθεν βοήθεια και ακολούθως απαιτεί να διαγραφούν τα χρέη της. Συνιστά επομένως λογική συνέπεια να επιζητά, εκτός από να την συντηρούν, και να την προστατεύουν.

Κλείνοντας ας πραγματοποιήσουμε ένα άλμα στο μέλλον, όπου η ΚΕΠΠΑ θα έχει υπερεθνικά χαρακτηριστικά, τίθεται λοιπόν, ως υπόθεση εργασίας, το εξής ερώτημα: αλήθεια τί μας διασφαλίζει πως μια απόφαση του υπερεθνικού οργάνου δεν θα «συμμερίζεται» μέρος των τουρκικών «ανησυχιών»; Η περίπτωση της υπερεθνικής ΟΝΕ είναι αρκούντως διδακτική!   





[12 3 4 5  >>