Εθνική Στρατηγική

 1  2 

Μήπως οι μίζες στα εξοπλιστικά εξηγούν το "φοβικό σύνδρομο" της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής;...

    Οι αποκαλύψεις γιά τα εξοπλιστικά στην πραγματικότητα επιβεβαίωσαν την κοινή  πεποίθηση: ότι στην διαδικασία παραγγελιών στρατιωτικού υλικού εμφιλοχωρούσε εδώ και χρόνια αθρόος χρηματισμός των αρμοδίων αξιωματούχων. "Ο κόσμος το είχε τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι", κατά την λαϊκή παροιμία. Η τεραστίων διαστάσεων, όπως αποδεικνύεται τώρα, διαφθορά, ήταν διακομματική. Στην ουσία, το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης χρησιμοποίησε τις μίζες α...

18-01-2014   Εθνική Στρατηγική

2014-03-17. Η γεωστρατηγική αξία του ελληνικού θαλάσσιου χώρου ...

«H κατάκτησις της Ελλάδος υπό μιας Μεγάλης Χερσαίας Δυνάμεως θα δώσει πιθανότατα εις αυτήν την Δύναμιν την δυνατότητα ελέγχου ολοκλήρου της Παγκοσμίου Νήσου». Sir Halford J. Mackinder ΕΔΩ! ολόκληρο το άρθρο....

17-03-2014   Εθνική Στρατηγική

2014-12-05. Εξωτερική πολιτική ντροπής...

Η σημερινή μέρα είναι άλλη μια μέρα που οι Έλληνες θα την θυμόμαστε με θλίψη. Ο λόγος είναι η κατάντια της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας που την απογυμνώνει από τα τελευταία ίχνη αξιοπρέπειάς της.Μετά το απίθανο ότι «η μουσουλμανική, η οθωμανική κληρονομιά είναι μέρος της εθνικής μας κληρονομιάς», το οποίο ξεστόμισε ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος πριν από λίγες μέρες, υφιστάμεθα σήμερα την ταπεινωτική επίσημη επίσκεψη του πρωθυπουργού και...

05-12-2014   Εθνική Στρατηγική

2015-02-20. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων...

ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση ΚρίσεωνΑναδημοσίευση από το περιοδικό ‘Νέα Πολιτική’, Τεύχος 12, Νοε-Δεκ 2014Η διαχείριση κρίσεων πρέπει να θεσμοθετηθεί και να γίνει μέρος μίας ριζικής πολιτικής μεταρρύθμισης.Η διαχείριση κρίσεων αντιμετωπίζεται, σύμφωνα με την διεθνή πρακτική και εμπειρία, σε πολλαπλά επίπεδα. Στο επίπεδο της πρόληψης, της πρόγνωσης και της εκτίμησης κινδύνου το έργο αυτό είναι καθήκον ενός Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, που είναι ανύπαρκτο...

20-02-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-03-06. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων. Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ!...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στα πλαίσια της ενημέρωσης των μελών και αναγνωστών του, παρουσιάζει σε εβδομαδιαία βάση τα κείμενα του Φακέλου της Διαχείρισης Κρίσεων με την σειρά: -Η κρίση είναι ήδη εδώ, του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου, Μέλους του ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ, του Σμχου ε.α. Αναστασίου Μπασαρά, Αντιπροέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ! Θα ακολουθήσουν:-Η Διαχείριση της Κρίσης της Κούβας κ...

06-03-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-03-18. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων. Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στα πλαίσια της ενημέρωσης των μελών και αναγνωστών του, παρουσιάζει σε εβδομαδιαία βάση τα κείμενα του Φακέλου της Διαχείρισης Κρίσεων με την σειρά: -Η κρίση είναι ήδη εδώ, του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου, Μέλους του ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ, του Σμχου ε.α. Αναστασίου Μπασαρά, Αντιπροέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση της Κρίσης της Κούβας και τα Συμπεράσματά...

18-03-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-04-01. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων: ΑΠΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑ ΧΕΙΡΙΣΜΟΥ ΚΡΙΣΕΩΝ...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στα πλαίσια της ενημέρωσης των μελών και αναγνωστών του, παρουσιάζει σε εβδομαδιαία βάση τα κείμενα του Φακέλου της Διαχείρισης Κρίσεων με την σειρά: -Η κρίση είναι ήδη εδώ, του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου, Μέλους του ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ, του Σμχου ε.α. Αναστασίου Μπασαρά, Αντιπροέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση της Κρίσης της Κούβας και τα Συμπεράσματά...

01-04-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-04-17. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων: Χειρισμός διακρατικών κρίσεων ασφαλείας και άμυνας, Ελληνο...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στα πλαίσια της ενημέρωσης των μελών και αναγνωστών του, παρουσίασε σε εβδομαδιαία βάση τα κείμενα του Φακέλου της Διαχείρισης Κρίσεων με την σειρά: -Η κρίση είναι ήδη εδώ, του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου, Μέλους του ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ! -Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ, του Σμχου ε.α. Αναστασίου Μπασαρά, Αντιπροέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ! -Η Διαχείριση της Κρίσης της Κούβας και τα Συμπεράσμ...

17-04-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-12-05. «Μηδείς αγεωγράφητος και ανιστόρητος εισίτω»....

Αυτή πρέπει να είναι η επιγραφή που θα πρέπει να τοποθετηθεί στην είσοδο του κοινοβουλίου, ώστε να αποτρέπεται η είσοδος σε κάθε πολιτικό πρόσωπο που στερείται βασικών γνώσεων Ιστορίας και Γεωγραφίας! Δυστυχώς φαίνεται πως οι απουσίες (κατά κόσμον «κοπάνες») που έκανε κάποτε στα προαναφερόμενα μαθήματα ο νεαρός Αλέξης Τσίπρας, μεταγενέστερα δεν επέδρασαν μόνο αρνητικά στη δημόσια εικόνα του ως πρωθυπουργού της χώρας, αλλά προκάλεσαν σε επίπεδο γε...

05-12-2015   Εθνική Στρατηγική

11/4/2016. “Είναι η Ειδομένη περιοχή μειωμένης εθνικής κυριαρχίας”; ...

Αναδημοσίευση από το 'MILITAIRE' Στις εικόνες που είδαμε, στα  γεγονότα στην Ειδομένη, φάνηκε οι Σκοπιανοί ένοπλοι (ένοπλοι λέμε) αστυνομικοί, να έχουν προχωρήσει μπροστά από τον φράχτη, προς την Ελληνική πλευρά!! Όμως, ο Υπουργός Άμυνας, μας διαβεβαίωσε (sic) ότι «δεν μπήκαν σε Ελληνικό έδαφος …. και όλα είναι υπό έλεγχο»!!!Ας το δεχθούμε αυτό που λέει ο Υπουργός και που το επιβεβαιώνει και η Κυβέρνηση (αν και επανειλημμένα έχουν συλληφθεί ψευδ...

11-04-2016   Εθνική Στρατηγική

6/5/2016. Δήλωση του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών για το Αιγαίο...

Προειδοποίηση ότι η ανοχή και η «συνενοχή» των χωρών μελών του ΝΑΤΟ στις συνεχιζόμενες παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου από την Τουρκία μπορεί να  έχουν «κακό τέλος», απηύθηνε ο Ρώσος υπουργός εξωτερικών Sergey Lavrov σε συνέντευξή του χθες, στην οποία εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον της Τουρκίας για την «επεκτατική» πολιτική που ακολουθεί, η οποία αποκαλύπτει τις «νέο-Οθωμανικές φιλοδοξίες της». Μιλώντας στο ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων...

06-05-2016   Εθνική Στρατηγική

20/5/2016. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας ...

Η εθνική ασφάλεια παραδοσιακά εθεωρείτο η προστασία της χώρας κατά των στρατιωτικών απειλών. Σήμερα όμως αυτή η αντίληψη είναι περιοριστική για την έννοια της εθνικής ασφάλειας, η οποία πλέον έχει μία ευρύτερη διάσταση και σύνθετη σημασία και δεν διέπεται μόνον από την πρόσκτηση και χρήση στρατιωτικών δυνάμεων και μέσων. Η αλληλεξάρτηση της εθνικής άμυνας, εξωτερικής πολιτικής, εθνικής οικονομίας, εσωτερικής ασφάλειας και πολιτικής προστασίας απο...

20-05-2016   Εθνική Στρατηγική

20/5/2016. Θυμηθείτε τον Θουκυδίδη. Πολιτική αποτροπής και όχι κατευνασμού....

          Τον τελευταίο καιρό και με αφορμή τα σκληρά μέτρα που λαμβάνονται από την Ελληνική κυβέρνηση , για την εκπλήρωση των δανειακών υποχρεώσεων, ακούγεται από μερίδα πολιτικών, δυστυχώς από μεγάλο φάσμα του πολιτικού χώρου διάφορες  αντιλήψεις, περί μείωσης του αμυντικού προϋπολογισμού της πατρίδος , όπως παλαιότερα «αντί ενός Μιράζ να κάνουνε ένα νοσοκομείο), προφανώς για να μην εφαρμοστούν περισσότερα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, όπως α...

20-05-2016   Εθνική Στρατηγική

14/6/2016. Θράκη: Τα βήματα που δεν έγιναν…...

Επισκοπώντας τις εξελίξεις στη Θράκη κατά τη μεταπολεμική περίοδο, μπορούμε να πούμε ότι κατά κανόνα το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε τη Θράκη ως μια μεθοριακή ζώνη, για την οποία δεν είχε κάποιο υψηλό όραμα. Η επισήμανση αυτή βεβαίως ισχύει και για άλλες ελληνικές περιφέρειες, όπως π.χ. η Ήπειρος, η Ανατολική Μακεδονία και εν γένει για όσες περιοχές βρίσκονταν έξω από τον άξονα Αθήνας-Θεσσαλονίκης. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας σ...

14-06-2016   Εθνική Στρατηγική

21/6/2016. «ΒΟΥΤΥΡΟ ή ΚΑΝΟΝΙΑ»...

Προ ημερών στην στήλη «Άμυνα και Διπλωματία» την προσοχή μου τράβηξε η είδηση της έγκρισης από τη βουλή του Ισραήλ ενός επιπλέον και μη ευκαταφρόνητου ποσού για τις ανάγκες άμυνας και ασφάλειας της χώρας. Συγκεκριμένα, η επιτροπή οικονομικών υποθέσεων της βουλής του Ισραήλ ενέκρινε την χορήγηση επιπλέον 3,4 δισεκατομμύρια δολαρίων για αμυντικές δαπάνες και ασφάλειας μετά από μια θυελλώδη συνεδρίαση κατά την οποία μέλη της αντιπολίτευσης κατηγόρησ...

21-06-2016   Εθνική Στρατηγική

10/9/2016. Athens Understanding Economic Forum. Γιατί όχι; ...

    Και ενώ η προσοχή όλων (δικαίως ή αδίκως) είναι στραμμένη στη ΔΕΘ όπου κάθε χρόνο (αδίκως) το ενδιαφέρον δεν είναι στην έκθεση per se με τις τεράστιες επιχειρηματικές ευκαιρίες εξαγωγικού χαρακτήρα τις οποίες αυτή δυνατόν να προσφέρει αλλά στις ανακοινώσεις/απολογισμούς/υποσχέσεις του πολιτικού κόσμου, στην Αθήνα θα λάβει χώρα μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνάντηση. O Έλληνας πρωθυπουργός έχει προσκαλέσει στις 9 Σεπτεμβρίου τους πρωθυπουργο...

10-09-2016   Εθνική Στρατηγική

12/11/2016. Διλήμματα και κίνδυνοι στο θέμα της Κύπρου...

Με λύπη μου παρατηρώ ότι για άλλη μια φορά το θέμα του νέου γύρου των διακοινοτικών συνομιλιών για την επίλυση του χρονίζοντος κυπριακού προβλήματος παραμένει, δυσανάλογα με τη σπουδαιότητα, υποβαθμισμένο στην πλειονότητα των «έγκυρων» ελληνικών ΜΜΕ. Πόσοι άραγε συμπολίτες μας γνωρίζουν ότι στις 07 Νοεμβρίου ξεκίνησε στο Mont Pelerin της  Ελβετίας ένα ακόμη γύρος των διακοινοτικών συνομιλιών για την εξεύρεση λύσεως; Φοβάμαι ότι εσκεμμένα η ελληνι...

12-11-2016   Εθνική Στρατηγική

2014-12-05. H Εθνική Αξιοπρέπεια...

Υπάρχει ένα άυλο αγαθό, απαραίτητο για την επιβίωση και την ιστορική συνέχεια των λαών, ιδίως αυτών που δεν διαθέτουν άφθονους υλικούς πόρους και πλούτο. Το αγαθό αυτό είναι η Εθνική Αξιοπρέπεια, που διασώζει ατομικά και συλλογικά τους πολίτες μίας χώρας από την απαξίωση, την ταπείνωση, τον εξευτελισμό, το ψυχικό σκότιος, και μεσοπρόθεσμα από την δουλεία και μακροπρόθεσμα από τον εκμηδενισμό τους.  Διαβάστε ΕΔΩ! τη συνέχεια....

05-12-2014   Εθνική Στρατηγική

Ελληνικό Ινσττούτο Στρατηγικών Μελετών: Σκοπιανό Ζήτημα...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών στη συνεδρίαση  του Διοικητικού Συμβουλίου της 11ης Ιανουαρίου 2018 και παρουσία πολυάριθμων μελών του συζήτησε το μείζον εθνικό θέμα των διαφορών της Ελλάδος με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ). Στο διατιθέμενο χρόνο παρουσιάστηκαν ενδιαφέρουσες αναλύσεις, προσεγγίσεις και τοποθετήσεις που κάλυψαν το σύνολο των επιμέρους ανοικτών ζητημάτων που επηρεάζουν τις σχέσεις μας με τη γ...

23-01-2018   Εθνική Στρατηγική

Βασίλειος Μαρτζούκος*: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ...

Οι εθνικές διακρατικές κρίσεις άμυνας και ασφάλειας αποτελούν συνήθως περιοδικές εξάρσεις μακροχρονίων σχέσεων εντάσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών με αντικρουόμενα συμφέροντα. Κατά την σύνθετη και ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο κρίσεων δοκιμάζεται η συνολική ετοιμότητα ενός κράτους, η οργανωτική και συντονιστική του υποδομή, ο μηχανισμός λήψεως αποφάσεων και κυρίως η γνώση, η εκπαίδευση, η εμπειρία και οι χειρισμοί της πολιτικής ηγεσίας...

17-03-2018   Εθνική Στρατηγική
 1  2 

Articles tagged with: ΕΥΡΩΠΗ

25/11/2016. Παρουσιάσεις ' Του Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής& Πολιτικής Ασφάλειας ΕΕ. Της Σφαιρικής Στρατηγικής Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ & της Έκθεσης της ΚΕΠΠΑ του 2016'

on Friday, 25 November 2016. Posted in Ανακοινώσεις

Ισμήνη Πάττα, Δρ Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, Μέλος του ΕΛΙΣΜΕ, Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

25/11/2016. Παρουσιάσεις ' Του Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής& Πολιτικής Ασφάλειας ΕΕ. Της Σφαιρικής Στρατηγικής Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ & της Έκθεσης της ΚΕΠΠΑ του 2016'

Την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου  2016 έγινε στα γραφεία του ΕΛΙΣΜΕ (Νίκης 11-Αθήνα, 4ος όροφος),

από τον Αναστάσιο Μπασαρά, Αντιπρόεδρο του ΕΛΙΣΜΕ η παρουσίαση του:


Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής & Ασφάλειας της ΕΕ,
(Συντάκτες του Φακέλου είναι:
Αναστάσιος Μπασαράς, Συντονιστής/Συντάκτης
Ισμήνη Πάττα, Συντάκτρια
Δημήτριος Στεργίου, Συντάκτης
Αχιλλέας Λέλας, Συντάκτης
Νικόλαος Δενιόζος, Συντάκτης
Χρήστος Ζιώγας, Συντάκτης
Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Συντάκτης).

Η παρουσίαση ΡΡΤ ΕΔΩ!
Το κείμενο του κειμένου θα γίνει διαθέσιμο σε όλους τους αναγνώστες μετά την 15/12/2016. Τώρα είναι διαθέσιμο μέσω της Αρχειοθήκης της ιστοσελίδας (ΕΔΩ!) μόνο στα μέλη και το ΔΣ του ΕΛΙΣΜΕ για σχολιασμό.

Ακολούθησαν οι παρουσιάσεις από την κυρία Ισμήνη Πάττα, Διδάκτωρ, Μέλος ΕΛΙΣΜΕ:

'Σφαιρική Στρατηγική Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας '&
'Έκθεση της ΚΕΠΠΑ 2016'

Η παρουσίαση ΡΡΤ ΕΔΩ!
Η Εκθεση ΕΔΩ!

Η όλη εκδήλωση, μέσα σε μια κατάμεστη αίθουσα, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα με μια πληθώρα ανοικτών και ειλικρινών ερωτο-απαντήσεων από το ακροατήριο, τους παρουσιαστές και συντάκτες του φακέλου!

Οι Προβληματισμοί του Προέδρου, Δεκέμβριος 2014

on Sunday, 28 December 2014. Posted in Απόψεις - Προτάσεις Μελών

Αντιναύαρχος ε.α. Β. Μαρτζούκος Π.Ν., Επίτιμος Διοικητής Σ.Ν.Δ., Πρόεδρος ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.

Οι Προβληματισμοί  του Προέδρου, Δεκέμβριος 2014

Αγαπητά μέλη και φίλοι,
Παρά τις σημαντικές διεθνείς εξελίξεις που επιδρούν στην περιοχή και στην χώρα μας, η ερχόμενη χρονική περίοδος αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα για τις εσωτερικές πολιτικές εξελίξεις, οι οποίες αναμένεται ότι θα έχουν σημαντικές προεκτάσεις στους τομείς της οικονομίας, της εξωτερικής πολιτικής και της κοινωνίας. Η εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας και οι ενδεχόμενες βουλευτικές εκλογές απασχολούν από τώρα όχι μόνο τον ελληνικό λαό αλλά και την διεθνή κοινή γνώμη, ιδιαίτερα δε την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Η επικείμενη εκλογή νέου Προέδρου της Δημοκρατίας, επαναφέρει το θέμα του θεσμού αυτού τόσο ως προς την πρακτική διαδικασία επιλογής και εκλογής, όσο και ως προς την αποτίμηση της συνεισφοράς του, στα πλαίσια της Συνταγματικής του δικαιοδοσίας. Είναι διάχυτη η αίσθηση στην κοινή γνώμη, όπως αυτή εκφράζεται καθημερινά με απλοϊκό αλλά αυθεντικό τρόπο, ότι ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας, ως έχει,  επιτελεί περισσότερο εθιμοτυπικό και λιγότερο ουσιαστικό έργο, ενώ η κομματική ιδιοτέλεια και σκοπιμότητα διαδραματίζει στην πράξη καθοριστικό ρόλο στην επιλογή των εκάστοτε Προέδρων. Είναι κατά συνέπεια αναγκαία η Συνταγματική αναβάθμιση του θεσμού και η στοιχειώδης διαφύλαξη του κύρους του, με αναθεώρηση των δικαιοδοσιών του Προέδρου και με την διασφάλιση της αποσυνδέσεως της εκλογής του από κομματικές σκοπιμότητες. Ο ελληνικός λαός θα ήθελε τον Πρόεδρό του, ουσιαστικό σύμβολο ενότητας και ασφαλιστική δικλείδα σε περιπτώσεις δυσαρμονίας της λαϊκής βουλήσεως με αυτήν των εκπροσώπων του στην Βουλή. Σε κάθε περίπτωση η επιβαλλομένη αναβάθμιση των δικαιοδοσιών του Προέδρου δεν θα πρέπει να δημιουργήσει δεύτερο πόλο εξουσίας, βάσει και του σχετικού βεβαρημένου ιστορικού παρελθόντος της χώρας.
Το ενδεχόμενο μη εκλογής Προέδρου της Δημοκρατίας, πρόκειται να οδηγήσει την χώρα σε εκλογές εν μέσω κρισίμων διεργασιών στο εξωτερικό και το εσωτερικό της. Από τις δημοσκοπήσεις συμπεραίνεται ότι ο Έλληνας ψηφοφόρος αισθάνεται εγκλωβισμένος και διστάζει να εμπιστευθεί χωρίς συνεπαγόμενες τύψεις οιαδήποτε παράταξη. Τα διλήμματα πολλά, οι υποσχέσεις ακόμη περισσότερες και το διακύβευμα καθοριστικό για την περαιτέρω εθνική πορεία.
Πεμπτουσία του ευαίσθητου πολιτεύματος της Δημοκρατίας αποτελεί η εναρμόνιση της ελευθερίας με την έννομη τάξη προκειμένου να αποφεύγονται οι παρεκτροπές της απολυταρχίας και της οχλοκρατίας. Επιπλέον ο νόμος της Πολιτείας, θα πρέπει να εφαρμόζεται άμεσα και ανεξαιρέτως σε κάθε πολίτη. Η πραγματική αλλαγή ξεκινά από την αυτοκριτική. Στην χώρα μας κατέρρευσε το αξιακό σύστημα, η εφαρμογή του νόμου υπήρξε επιλεκτική, η διαφθορά είχε διεισδύσει σε μεγάλο μέρος του κοινωνικού ιστού, το πολιτικό σύστημα δεν έθεσε την υγιή παραγωγή και ανάπτυξη σε πρώτη προτεραιότητα, οι Κυβερνήσεις δανειζόμενες επί δεκαετίες δαπανούσαν περισσότερα από τα δημόσια έσοδα  και η εκάστοτε αντιπολίτευση χάιδευε αυτιά ζητώντας περισσότερες προσλήψεις, αντιπαραγωγικά «κεκτημένα» δικαιώματα και μη αξιολόγηση των δημοσίων λειτουργών, χωρίς ποτέ να καταγγείλει το συνδικαλιστικό (και όχι μόνο) φαγοπότι. Το θάρρος και η δυσκολία της αυτοκριτικής (συλλογικής και ατομικής) έγκειται στην οικειοθελή λογοδοσία,  την απόρριψη οικείων πράξεων του παρελθόντος και την έμπρακτη μεταμέλεια. Είναι περισσότερο βολικό για όλα τα κακώς κείμενα και πεπραγμένα να φταίνε «σκοτεινά ξένα κέντρα» που επιβουλεύονται την χώρα και απεργάζονται  την υποταγή της, ενώ είναι γνωστό από την εποχή του Θουκυδίδη έως την σύγχρονη εποχή του Παναγιώτη Κονδύλη, ότι μία χώρα αποτιμάται από το Διεθνές Σύστημα και τις Συμμαχίες της, όσο είναι το ειδικό γεωπολιτικό της βάρος (αρχή της αυτοβοήθειας).
Αν και ιδιαίτερα δυσχερής, για τον ώριμο Έλληνα ψηφοφόρο, η επιλογή πολιτικού κόμματος, σημαντικά γενικά κριτήρια θα πρέπει να είναι, τα πεπραγμένα και όχι οι υποσχέσεις των κομμάτων, τα προσόντα των υποψηφίων, η συμβατότητα των πολιτικών προθέσεων με το διεθνές περιβάλλον και την διεθνή συγκυρία, οι θέσεις στα εθνικά μας θέματα δια της εξωτερικής πολιτικής (τα οποία σχετίζονται με την εθνική μας ακεραιότητα και τα κυριαρχικά μας δικαιώματα), οι πολιτικές θέσεις και προθέσεις σε θέματα αποτροπής, ασφάλειας και άμυνας σε σχέση με τις απειλές, οι διαθέσεις και επιδιώξεις έναντι του εκρηκτικού συνδυασμού «δημογραφικό πρόβλημα, μετανάστευση και Ισλάμ», η παρουσίαση ουσιαστικού (και όχι γενικόλογου) αναπτυξιακού προγράμματος για την χώρα, η ειλικρινής και κοστολογημένη οικονομική και κοινωνική πολιτική πρόταση (με έμφαση στην περιφέρεια και τις παραμεθόριες περιοχές) και η πειστική επένδυση στην παιδεία και τον πολιτισμό. Όσο περισσότερο συγκεκριμένα είναι τα προγράμματα καθώς και το κόστος και το χρονοδιάγραμμα υλοποιήσεως αυτών, τόσο περισσότερο θα πρέπει να επιδρούν στην συνείδηση του προσανατολισμένου στο εθνικό συμφέρον ψηφοφόρου.
     Προς αποφυγή συγχύσεων και αποπροσανατολισμών, οι συμπολίτες μας θα πρέπει να βεβαιωθούν ότι οι εκλεκτοί τους πολιτικοί έχουν δεσμευθεί με τις θέσεις και τα προγράμματά τους, ότι δηλαδή θα υπηρετήσουν αποκλειστικά τα Ελληνικά Εθνικά Συμφέροντα και όχι κάποια ομιχλώδη, διεθνή, οικουμενικά και πλανητικά του τύπου «παγκόσμια διακυβέρνηση», «πολίτες του κόσμου», «πανανθρώπινα δικαιώματα», «κοινωνίες και όχι έθνη», «πολυπολιτισμικά κράτη» κ.λπ., τα οποία θα έκαναν ασφαλώς πανευτυχείς κάποιες υπερδυνάμεις στον οποίων το μύλο ρίχνουν νερό οι θιασώτες των «οραμάτων» αυτών εκουσίως ή ακουσίως.

Κατεβάστε ΕΔΩ! το κείμενο!
                                                             

Οι Προβληματισμοί του Προέδρου, Σεπτέμβριος 2014

on Sunday, 07 September 2014. Posted in Απόψεις - Προτάσεις Μελών

Αντιναύαρχος ε.α. Β. Μαρτζούκος Π.Ν., Επίτιμος Διοικητής Σ.Ν.Δ., Πρόεδρος ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ.

Οι Προβληματισμοί  του Προέδρου, Σεπτέμβριος 2014

Αγαπητά μέλη και φίλοι αναγνώστες,

Οι Έλληνες τηλεθεατές παρακολούθησαν με έκπληξη στα δελτία ειδήσεων, την επίσημη αναγγελία του Υπουργού Εξωτερικών της ΠΓΔΜ, ως Υπουργού Εξωτερικών της «Μακεδονίας», κατά την σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στο Ηνωμένο Βασίλειο, την 4η Σεπτεμβρίου 2014. Το περιστατικό απεδόθη σε σφάλμα του τελετάρχου. Ακόμη και εάν δεχθούμε την εξήγηση αυτή, γιατί άραγε ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ Κος Ράσμουνσεν αλλά κυρίως ο οικοδεσπότης Βρετανός Πρωθυπουργός Κος Κάμερον, δεν έσπευσαν να επανορθώσουν το «λάθος του τελετάρχου» αλλά απλώς υποδέχθηκαν τον Σκοπιανό Υπουργό με ασπασμούς, εναγκαλισμούς και πλατιά χαμόγελα; Θα πρέπει να επισημανθεί ότι δυστυχώς και οι υψηλοί εκπρόσωποι της Ελλάδος δεν αντέδρασαν άμεσα καθ’ οιονδήποτε τρόπο για το προφανώς εσκεμμένο θεσμικό ατόπημα.
Αναλογίζονται οι Δυτικοί αυτοί «φίλοι» μας ότι μετά την σκηνή αυτή, ο μέσος Έλληνας συμπεραίνει ότι το ΝΑΤΟ εν γένει και ειδικότερα η Βρετανία δεν είναι αλληλέγγυοι προς ένα κράτος μέλος αλλά αντιθέτως το υπονομεύουν; Μήπως η Βρετανική «ευαισθησία» για την μη ανάμιξη στα «εσωτερικά» θέματα άλλων κρατών, καθώς και για το «δικαίωμα» των Σκοπιανών να αυτοαποκαλούνται και να αυτοπροσδιορίζονται υπερισχύει της τηρήσεως των θεσμών, καθώς και της ΝΑΤΟϊκήςκαι ευρωπαϊκής αλληλεγγύης;
Οι Βρετανοί και οι υπόλοιποι ΝΑΤΟϊκοί φίλοι μας ασφαλώς γνωρίζουν ότι το κράτος των Σκοπίων που απαρτίζεται από Σλάβους και Αλβανούς, διεκδικεί το όνομα, την ιστορία και τον πολιτισμό της αρχαίας Μακεδονίας της οποίας οι Έλληνες κάτοικοι δεν ομιλούσαν και έγραφαν σλαβικά ή αλβανικά αλλά ελληνικά. Γνωρίζουν επίσης ότι κατά την διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου δόθηκε από την τότε Γιουγκοσλαβία στην Νότια Σερβία, η ονομασία «Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας» και μεθοδεύθηκε η δημιουργία «μακεδονικού έθνους» για καθαρά αναθεωρητικούς και αλυτρωτικούς σκοπούς (ψευδομακεδονία του Αιγαίου), οι οποίοι διατηρούνται και σήμερα. Η αδιαφορία ή και υποστήριξη των «συμμάχων» μας (οι περισσότεροι έχουν συνάψει διπλωματικές σχέσεις σε διμερές επίπεδο, με το όνομα «Μακεδονία»), προς ένα κατασκευασμένο ψεύδος αλυτρωτικού χαρακτήρος, στρέφεται ευθέως κατά της χώρας μας, η οποία  προσπαθεί να αμυνθεί, με σχετική άρθρωση επιχειρηματολογίας για το αυτονόητο.
Μήπως άραγε θα πρέπει να θυμίσουμε στον «ευαίσθητο» Κο Κάμερον ποιός έκαψε τον Γ. Αυξεντίου και κρέμασε τους M. Καραολή και A. Δημητρίου καθώς και τόσους άλλους αγωνιστές της ΕΟΚΑ στην Κύπρο διότι αυτοί επιθυμούσαν να αυτοπροσδιορισθούν (και μάλιστα δίχως να σφετερίζονται ξένα ονόματα) και να επιλέξουν που ανήκουν; Οι Βρετανοί δεν έσπρωχναν την Τουρκία στην Κύπρο από το παράθυρο, μετά τον ελληνικό ξεσηκωμό, εφαρμόζοντας την τακτική «διαίρει και βασίλευε»; Δεν είναι οι Βρετανοί που με παρωχημένη και προκλητική αποικιοκρατική αντίληψη διατηρούν στρατιωτικές βάσεις τους σε άλλο ευρωπαϊκό κράτος και μάλιστα επί τμήματος του Κυπριακού εδάφους το οποίο αποκαλούν «εθνικό έδαφος»; Αυτά για να μην ξεχνούμε μερικές πρόσφατες βρετανικές επεμβάσεις σε ξένα κράτη και δίχως να μπούμε στον κόπο να ανασύρουμε μακρά σειρά παρομοίων γεγονότων από την παλαιότερη ιστορία.
Καλό λοιπόν θα είναι οι Δυτικοί φίλοι μας να προσέχουν την στάση τους σε σειρά μειζόνων θεμάτων εθνικού ενδιαφέροντος στο εξωτερικό και το εσωτερικό της Ελλάδος, καθ’ όσον η στάση αυτή προβληματίζει έντονα την ακόμη φιλοδυτική ελληνική κοινή γνώμη και αποδυναμώνει την φιλοδυτική επιχειρηματολογία. Δεν θα έβλαπτε εάν η Δύση αναλογισθεί ρεαλιστικά την πληθώρα των γεωπολιτικών πλεονεκτημάτων που της παρέχει η χώρα μας, καθώς και την πιθανότητα μίας Ελλάδος όχι αιωνίως δεδομένης, αφού στην πολιτική δεν υπάρχουν μονόδρομοι και όπως εξ’ άλλου τονίζουν οι φλεγματικοί Βρετανοί «φίλοι» μας, στις διεθνείς σχέσεις δεν υπάρχουν σταθεροί φίλοι και σταθεροί εχθροί αλλά μόνο σταθερά Εθνικά Συμφέροντα.

BESA, By Emil Avdaliani: Russia vs. the West: The Beginning of the End

on Monday, 14 May 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

BESA Center Perspectives Paper No. 832, May 13, 2018

EXECUTIVE SUMMARY:The Russia-West confrontation has, over the course of the past several years, reached its most tense point since the collapse of the Soviet Union. Differences between the two sides will only grow as neither side wants to make concessions on Syria, North Korea, Ukraine, Georgia, etc. However, there is also a strong possibility that the West is making significant headway in its competition with Russia over the former Soviet space.


Contrary to the much-touted opinion that Russia has been successful of late in projecting its influence across the former Soviet Union, Moscow’s influence has in fact significantly receded on the Eurasian continent. US pressure is important here, as are internal economic problems in Russia. But a closer look can easily reveal that it is the EU that has undermined Russian political, economic, and even cultural influence in eastern Europe and the former Soviet space. Moscow has lost influence the Baltic states, Moldova (at least in part), Ukraine, and Georgia, and is losing credibility in Armenia. Europe, meanwhile, has never been so united and unanimous in its internal as well as foreign policy actions.

Why has Europe never been so successful against Russia in the past? A partial answer lies in Europe’s unfortunate geography. The European continent represents a peninsula of Eurasia, with Russia right on Europe’s edge. Peace between them has been a fleeting phenomenon as each has tried to dominate or influence the other.

Russia’s rise to power was basically a product of constant European internal fighting. There were times when the Continent was unified and Russia was threatened, but the creation of a truly unified European empire that could economically challenge Moscow in the long term was a daunting task.

The building of a European empire had at least three phases. Military victories were essential, but these did not provide a lasting foundation. A ruler needed a centralized administration and cooption of the local elites of large invaded states, something that could have taken decades to achieve: a virtually impossible task. Europe also had the problem that the continent was full of ambitious, technologically and militarily advanced states very much unwilling to abandon their freedom.

Even when a conquest of Europe was achieved (as in the case of Napoleon and Hitler), the continent faced its two “big enemies on the periphery,” Britain and Russia. London was willing to keep the balance of power among the European states while Moscow controlled Eastern Europe. This simple geography explains why throughout the centuries, a united Europe was not a viable project and peace with Russia was an unachievable goal.

However, geopolitical developments in Eurasia since the breakup of the Soviet Union show that a united Europe is a plausible project when unified non-militarily. Modern Europe poses a serious challenge to Russia, as the battle between the two is – for the first time in history – in the economic sphere. Modern Europe is in fact a powerful economic and political machine based not on coercion, but on state and elite cooption.

Never before has Europe posed such a fundamental challenge to Moscow. Neither Napoleon nor Hitler worked towards the fundamental weakening of Russia, as a military conquest of Russia was impossible at the time. A fundamental weakening of Russia is only possible through the purposeful economic dominance of the territories around the Russian heartland (the modern western part of the Russian Federation).

That is what is now happening. Russia is losing to Europe in terms of competition and economic relevance. Ukraine, Moldova, Georgia, and the Baltic states show how far Russian influence has receded into Eurasia. What is even more interesting is the fact that this process will continue unabated, at least for the near future. Russia will remain isolated while its immediate neighborhood will deepen its cooperation with the West.

Is Eurasia in the midst of a fundamental transformation? Will Russia’s weakening allow small states on its periphery and elsewhere in the Middle East to improve their geopolitical situation? There are plenty of indications to support this scenario.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

CHATHAM HOUSE-Professor Matthew Goodwin: In 2018, Europe’s Populist Challenges Will Continue

on Wednesday, 03 January 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις, Παρουσίαση Ινστιτούτου

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Despite the ‘Macron moment’, traditional politics remains under pressure across the continent.
There is no doubt that nationalist populism will remain an important driver of Europe’s debates. As we showed in our 2017 Chatham House research paper on the future of Europe, elites across the EU identify populists as their number one challenge. Thus, as we leave 2017 it seems that many observers were too optimistic about the ‘Macron moment’ and the supposed defeat of nationalist populism that was reflected in losses for Marine Le Pen and Geert Wilders in the Netherlands.

HERE PDF

Othon Anastasakis*: Russia, South East Europe and the “geopolitics of opportunism”

on Monday, 04 December 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Γιώργος Δουδούμης, Μέλος ΔΣ, ΔΣ

Othon Anastasakis*: Russia, South East Europe and the “geopolitics of opportunism”

As Winston Churchill said in 1939 the action of Russia “is a riddle, wrapped in a mystery, inside an enigma” which is what one can say about Russia’s current involvement in South East Europe. There are many guesses but no one can claim with certainty what Russia’s intentions are and whether there is a grand strategy in the region. Opinions are divided between those who support the “geopolitics of fear” versus the “geopolitics of indifference” theses.

BESA- By Jose V. Ciprut : The Kurdish and Catalan Referenda

on Monday, 20 November 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

BESA- By Jose V. Ciprut : The Kurdish and Catalan Referenda

EXECUTIVE SUMMARY: There are lessons to be drawn from the differences and similarities between the Kurdish and Catalan referenda. Each defeat can lead to a better future for all stakeholders.

On October 1, 2017, of those eligible to vote from among the 7.5 million-strong Catalan nation, two million (42%) showed up for the referendum on independence from Spain. Of those who cast their vote, 90% favored peaceful separation.

On October 5, the Constitutional Court of Spain moved to suspend the Catalan Parliament’s scheduled session in order to prevent its issuing an official declaration of independence. During its next session, on October 10, the Catalan Parliament, invoking the right to independence conferred upon it as a result of the referendum, fell short of a definitive declaration. It refrained two more times from declaring a formal separation from Spain, preferring instead belatedly to propose a “dialogue” of last recourse – to no avail.

Invoking Article 155 for the first time in Spain’s annals, Madrid in turn sought to delegitimize Catalonia, enforce its own centrality, bring the secessionist rebels to court, and “restore democratic rule of law.”

What led Catalan leader Carles Puigdemont to be hoist with his own petard was not so much Madrid’s calling of his bluff, but the fissures within his own ranks (individuals who had their own kind of change in mind, competing with anti-capitalists pursuing their own interests) and between “separatists” and the more unobtrusive “loyalists.”

The street demonstrations by the non-secessionist Catalan “silent majority” that followed the referendum proved far more effective at disavowing Puigdemont’s leadership than Madrid’s legalistic gymnastics or financial institutions’ HQ-translocation tactics. The EU’s indifference to Spain’s “internal affairs” throughout the crisis provided the coup de grace that sealed the fate of the independence cause.

Meanwhile, in landlocked Iraqi Kurdistan, the president of the Kurdish Regional Government (KRG), Masoud Barzani, had also decided his long-awaited moment of triumph had arrived. A week before the Catalan referendum, on September 25, 2017, Barzani proceeded with a referendum on Kurdistani independence. Taking no heed of US and British reservations, he defied Turkish and Iranian threats of massive retaliation and went ahead with the vote. More than 3 million Kurds, or 72.16% of the population, exercised their right to vote, resulting in a 92.73% tally in favor of independence.

The international response varied. For understandable reasons, only a few countries and political groups (including Kosovo, Quebec, Catalonia, Israel, Ireland, Italy, and left-wing parties in various countries) were supportive. The KRG’s immediate neighbors, as well as Spain, China, and Iraq, were not in favor. Russia maintained a diplomatic ambivalence, and Canada and Belgium, not surprisingly, remained neutral.

The referendum, which was declared to be non-binding, was nevertheless deemed a threat by Iran and Turkey. It was militarily punished by Iraq, which recaptured the spaces controlled by the KRG as a result of its having defended Iraq against ISIS. The Kurds’ main ally in that endeavor, the US, left them twisting in the wind.

What effectively did Barzani in was not so much the potential for irredentism opposing Erbil to Baghdad, but the wedge subtly driven by Iran between Erbil (the core and purview of Barzani’s separatist KDP, or Kurdistan Democratic Party) and Sulaymaniah (the turf of the Talabanis’ PUK, or Patriotic Union of Kurdistan Party, now a partner of the KDP’s alienated former ally, the Gorran Party).

By resigning in the aftermath of the disaster, the Kurdish patriot Barzani, who – even for many in his own entourage –may have overstayed his welcome by extending his rule over the past 12 years, may well have opened the path to a credible confederation of Iraq. This would be via the enforcement of the long abused Article 140 of the 2005 constitutional blueprint, at last permitting the implementation of indispensable provisos long left in limbo. These would include ethno-spatial normalization via territorial delineation and repatriation in the context of a reviewed, mutually approved status of Kurdish autonomy; precepts and procedures of revenue sharing to be set by unanimous accord; and a thoroughly updated status of the security forces.

Inside the KRG, there may develop more cooperation and loyal competition among all political parties for the sake of the greater common good.

A similar reversal of fortunes may be in the making for the Catalans in Spain, if the parties concerned keep their cool.

View PDF

Jose V. Ciprut is a conflict analyst, social systems scientist, and international political economist.

BESA Center Perspectives Paper No. 643, November 16, 2017

George N. Tzogopoulos: Can Europe Restrain China’s Influence?

on Tuesday, 07 November 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

George N. Tzogopoulos: Can Europe Restrain China’s Influence?

BESA Center Perspectives Paper No. 630, October 30, 2017

Jean-Claude Juncker, President of the European Commission, Chinese President Xi Jinping, and Donald Tusk, President of the European Council at 18th EU-China Summit in Beijing, 2016


EXECUTIVE SUMMARY: In recent months, Germany and France have expressed skepticism and raised security concerns about the implications of Chinese investments in Europe. The 2017 State of the Union speech by the President of the European Commission, Jean Claude Juncker, reflected those voices, marking the beginning of a new period in Sino-European relations. The EU seems determined to be more careful about welcoming future Chinese business interests and is devising a screening model. However, it remains to be seen whether or not the new European strategy will be efficient, as the EU needs foreign cash and investment.
The more China grows, the more its presence is felt in the West. The new landscape is marked by the acquisition of companies by Chinese state-owned or private enterprises, Chinese investments, the buying of treasuries, and tough competition from cheap Chinese products. Alarm is growing over the potential political and geopolitical gains that could accrue to Beijing as a result of the Belt and Road Initiative, which is being dynamically rolled out. The US is insisting that “China should be kept out,” and the EU is embarking on a few belated steps to manage Beijing’s growing influence.
On the initiative of German Chancellor Angela Merkel, the EU has grown more cautious about approving business deals with China. In October 2016, the German government withdrew its approval for the takeover by China’s Grand Chip Investment GmbH of Aixtron SE, which supplies equipment to the semiconductor industry. Beijing saw American interference in the thwarting of the deal and openly criticized Washington.
Whether the US was involved in that instance or not, signs of a rift in Sino-European relations had already become evident. Last June, France’s newly elected president, Emmanuel Macron, encouraged his European partners not to be naïve about global trade.
President of the European Commission Jean Claude Juncker took the position of Berlin and Paris into account in his 2017 State of the Union address, in which he proposed a new EU framework for investment screening. Without directly referring to China, he talked about the need for transparency, scrutiny, and debate when “a foreign, state-owned company wants to purchase a European harbor, part of energy infrastructure, or a defense technology firm.” Despite the relative lack of understanding in transatlantic relations during the first months of the Trump presidency, the EU and the US share similar concerns vis-à-vis Chinese investments. The day of Juncker’s speech found Trump blocking the takeover of the American semiconductor maker Lattice by a Chinese consortium.
The most important tool in the EU’s effort to restrain China’s involvement is the organization of tenders to prevent the direct awarding of contracts to foreign companies. This means that if no competition is taking place, no public contract should be assigned by an EU member state.
This mechanism is yielding some results. The European Commission is currently blocking an important Chinese plan aimed at constructing a high-speed railway between Budapest and Belgrade. The probe is looking into the financial viability of the $2.89 billion project, and is making the contention that Hungary is in breach of European law by not having initiated a proper public tender.
The screening of investments can create delays, but is not sufficient to cancel the plans of Chinese public and private companies. These companies are slowly acquiring Western investment know-how and are patiently aligning their business strategies with Western norms and participating in public competitions. The natural question is what happens when a Chinese company submits a bid that is higher than that of a Western company, or when its competitors withdraw or show no interest. The Greek experience is telling: in 2016, COSCO Shipping managed to buy a majority stake in the Piraeus Port Authority as it was the only player in the privatization.
The EU is searching for an efficient patch for this flaw. To prevent overdependence on China, it is counting on strengthening the transatlantic relationship and enhancing coordination among the national governments of the EU member states. While the first will depend greatly on the idiosyncrasies of Donald Trump, the second is an entirely European affair. Member states participating in the ‘16+1’ format are stigmatized for acting outside the European framework. Others, such as Greece and Hungary, are warned not to handle China alone, which could lead to their being its Trojan Horse in the West. When Macron visited Athens in September, he made a point of telling Greek Prime Minister Tsipras to preserve Greece’s independence from non-European investors.
Germany, which sets the tone in the EU, sees China not only as a partner and competitor but also as an adversary. Foreign Minister Sigmar Gabriel went further, saying that if the EU fails to develop “a single strategy towards China, then China will succeed in dividing Europe.” The Beijing administration was “shocked” at this comment.
Sino-German and Sino-European discussions are expected to be difficult after the formation of the new German government. The German ambassador to China, Michael Clauss, wrote an article in the Global Times arguing that occasional disagreements do not diminish the progress that has been achieved between the two countries over the past decades – but the honeymoon is over.
After Juncker’s State of the Union address, the EU – under German leadership – is opening a new chapter in its relationship with China. It does not necessarily have the upper hand, though. Europe lacks the foreign policy power and prestige of the US. Also, it could see its demand for reciprocity and openness within China weaken as it opts for a special type of protectionism for security reasons. More significantly, the EU is targeting China and attempting to apply strict rules during a period when it needs foreign cash and investments as well as synergies with Chinese banks and financial institutions.
Time will tell if the EU will improve its bargaining position vis-à-vis China with its developing new strategy and aggressive rhetoric. The symptoms of previous foreign policy failures do not allow for much optimism. The Commission’s reaction to China’s business expansion was long delayed and, unsurprisingly, finds the EU unable to speak with a single voice.
The EU is not looking at the root of the problem and seeks only to mitigate consequences. China’s critical advantage remains its ability to persuade politicians and societies to enter into “win-win” partnerships and investments in fields where the EU, the US, and Western companies are absent.

View PDF
George N. Tzogopoulos is a Lecturer at the Democritus University of Thrace and Visiting Lecturer at the European Institute of Nice.
BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

Χρήστος Ζιώγας: Ενδογενείς κρίσεις και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

on Tuesday, 31 October 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Χρήστος Ζιώγας, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων, Συνεργάτης του ΕΛΙΣΜΕ

Χρήστος Ζιώγας: Ενδογενείς κρίσεις και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

Η Συνθήκη του Μάαστριχ το 1992 εγκαθίδρυσε την Ευρωπαϊκή Ένωση, ως το επόμενο θεσμικό βήμα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διαδικασία που ολοκληρώθηκε με την Συνθήκη της Λισσαβώνας το 2007. Το ευρωπαϊκό εγχείρημα δρομολογήθηκε την δεκαετία του '50, σφυρηλατήθηκε, όσον φορά τον χαρακτήρα του, την επόμενη δεκαετία και επικράτησε, ως βασικός ενοποιητικός θεσμός στη Δυτική Ευρώπη τις δεκαετίες του΄70 και του '80. Η Κοινότητα, μέσω διαδοχικών διευρύνσεων σε λιγότερο από 30 χρόνια από την ίδρυσή της, διπλασίασε τα μέλη της. Το τέλος του Ψυχρού Πολέμου και η αποκοπή του υπαρκτού σοσιαλισμού από το ιστορικό γίγνεσθαι στα κράτη της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, έδωσε στο συσσωματικό εγχείρημα μία ακόμη προοπτική: την επιτυχή πολιτική και οικονομική μετάβαση των εν λόγω κρατών προς τον φιλελευθερισμό.


Αναμφισβήτητα, η ΕΕ μαζί με την Ατλαντική Συμμαχία (ΝΑΤΟ) συνέβαλαν με τις πολιτικές τους στην ομαλή καθεστωτική μετάβαση των περισσοτέρων πρώην σοσιαλιστικών κρατών της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Σταδιακά, και μέσω καλά σχεδιασμένων πολιτικών διεύρυνσης, οι συγκεκριμένες χώρες εντάχθηκαν στους δύο οργανισμούς. Η ΕΕ αποτελούσε το επιτυχημένο πρότυπο για την πολιτική και οικονομική μεταρρύθμιση των πρώην σοσιαλιστικών κρατών και το ΝΑΤΟ τον νέο εγγυητή για την ασφάλειά τους. Σήμερα, όντας πολυπληθείς οργανισμοί, η ΕΕ αποτελείται από 27 (λόγω Brexit) και το ΝΑΤΟ από 29 μέλη, συνιστούν η μεν πρώτη την σημαντικότερη προσπάθεια περιφερειακής ολοκλήρωσης, η δε Ατλαντική Συμμαχία τον ισχυρότερο στρατιωτικό οργανισμό παγκοσμίως.

Η ΕΕ κατά την πρώτη μεταψυχροπολεμική δεκαετία ενίσχυσε τις πολιτικές ολοκλήρωσης. Η δημιουργία της ΟΝΕ και η κυκλοφορία του ευρώ αποτέλεσαν χαρακτηριστικά παραδείγματα. Παράλληλα όμως, αναδείχθηκε και η διστακτικότητα αρκετών κρατών να προχωρήσουν περαιτέρω προς την πολιτική ολοκλήρωση. Η καταψήφιση του προτεινόμενου Ευρωπαϊκού Συντάγματος, στην Ολλανδία και την Γαλλία το 2005, κατέδειξαν την απροθυμία τους για υπερεθνικές επιλογές στον πολιτικό τομέα. Ενώ μέχρι τότε η ΕΕ είχε να διαχειριστεί κατά βάση εξωγενείς κρίσεις, την τρέχουσα δεκαετία παρατηρούνται και ενδογενείς, οι οποίες λειτουργούν ανασταλτικά ως προς την εμβάθυνση της ενωσιακής διαδικασίας.

Στα πλαίσια και επ' ωφελεία του ενοποιητκού εγχειρήματος υποστηρίχθηκε, από ορισμένες πολιτικές, οικονομικές και πνευματικές ελίτ, η «αναγκαιότητα» άμβλυνσης των εθνικών ταυτοτήτων, ώστε να διευκολυνθεί η ανάδειξη μίας κοινής ευρωπαϊκής. Ταυτοχρόνως, θεωρήθηκε ότι η διαρκώς αυξανόμενη οικονομική αλληλεξάρτηση μεταξύ των κρατών-μελών θα επιφέρει μονοσήμαντα θετικές επενέργειες, επιταχύνοντας την πορεία ολοκλήρωσης Οι παρούσες συνθήκες δεν επαληθεύουν τους προηγούμενους ισχυρισμούς σχετικά την εξελικτική τους δυναμική, πόσο μάλλον με την τελική τους κατάληξη. Οι προαναφερθείσες διαδικασίες όχι μόνο δεν απέτρεψαν την εμφάνιση εθνικιστικών τάσεων εντός της ΕΕ, αλλά ως έναν βαθμό τις ενεργοποίησαν.

Η δημοσιονομική κρίση επηρέασε δυσμενώς την ενοποιητική διαδικασία. Αν και η διαχείριση της κρίσης απέτρεψε την διάχυσή της σε άλλα κράτη της ΕΕ και υπό αυτό το πρίσμα δύναται να θεωρηθεί ως επιτυχημένη, σημαντικό τμήμα των κοινωνιών των πληττόμενων κρατών-μελών την προσέλαβαν ως ένα σύνολο δράσεων που δεν συνάδουν με την κοινοτική μέθοδο, όντας προϊόν επιβολής των οικονομικά ισχυρότερων χωρών. Παράλληλα, σημαντικά τμήματα των κοινωνιών των δανειοδοτών κρατών ήταν αντίθετα με τις πολιτικές διάσωσης των χωρών, οι οποίες βρέθηκαν σε δημοσιονομικό αδιέξοδο. Εν γένει, δύναται να υποστηριχθεί ότι οι διευρυνόμενες οικονομικές αποκλίσεις και η διαχείριση της οικονομικής κρίσης ανέστειλαν και υπονόμευσαν τις προοπτικές περαιτέρω εμβάθυνσης του ευρωπαϊκού εγχειρήματος.

Η υπό διαπραγμάτευση αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ, συνιστά όχι μόνο μια καινοφανή εξέλιξη, αλλά θα εντείνει τις στρατηγικές αποκλίσεις στον ευρωπαϊκό χώρο. Το προσφυγικό ζήτημα κατέδειξε την περιορισμένη αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών-μελών στον πολύ σημαντικό τομέα της ασφάλειας. Οι αποσχιστικές τάσεις της Καταλονίας δημιουργούν ακόμη μια νέα δύσκολη κατάσταση την οποία οφείλει να διαχειριστεί, εκτός από την ισπανική κυβέρνηση, και η ΕΕ. Η ενοποιητική διαδικασία βασίστηκε στην ανατίμηση της οικονομίας, ως κυρίαρχου διαμορφωτικού της παράγοντα, σε συνδυασμό με την προώθηση αντιλήψεων περί πολλαπλών ταυτοτήτων, γεγονός που θα μετατοπίσει σταδιακά το εστιακό σημείο αυτοπροσδιορισμού των ανθρώπων από το έθνος σ' ένα ευρύτερο πολιτικό υποκείμενο (ΕΕ). Υπό αυτό το πρίσμα, θεωρήθηκε ότι η συσσωμάτωση θα επέλθει τόσο από λειτουργικούς παράγοντες σε επίπεδο οικονομίας, οι οποίοι συν τω χρόνω θα δρομολογήσουν και την πολιτική, όσο και από τις ανανοηματοδοτικές διεργασίες σε επίπεδο κοινωνιών.

Οι οικονομικές συνθήκες και οι ιδέες αποτελούν βασικούς διαμορφωτικούς παράγοντες της ιστορικής διαδικασίας. Οι ενέργειες των υποκειμένων, συλλογικών και ατομικών, είναι συνάρτηση αυτών που βιώνουν ως πραγματικότητα σε συνδυασμό με τις βασικές κατευθυντήριες αντιλήψεις τους. Κανένα συλλογικό υποκείμενο δεν δύναται να διατηρηθεί μόνο ως διανοητική κατασκευή αν δεν μπορεί να συντηρηθεί και σπανίως έως ποτέ οι πολιτικές οντότητες δεν ενεργούν προσμετρώντας μόνο τα υλικά κίνητρα. Προσπαθώντας να ερμηνεύσουμε τα πεπραγμένα της Καταλονίας, διαπιστώνουμε τον διφυή χαρακτήρα των κίνητρων των συλλογικών υποκειμένων. Αμιγώς υλιστικές προσεγγίσεις, πως οι Καταλανοί επιθυμούν να αποσχιστούν για οικονομικούς λόγους, προσκρούουν στο βάσιμο ερώτημα: τί θα κάνουν αν γίνουν αποδεκτές οι απαιτήσεις τους για μικρότερη αναδιανομή στα πλαίσια του ισπανικού προϋπολογισμού; Επίσης, στις αιτιάσεις ότι μόνο με οικονομικά αντίμετρα μπορεί να αποτραπεί η απόσχιση, τί θα απαντήσουν όλοι όσοι προσμετρούν μόνο τον οικονομικό παράγοντα, αν οι Καταλανοί συμφωνήσουν να αποπληρώσουν το κόστος για την ανεξαρτησίας τους;

Η προσπάθεια οικοδόμησης μιας ευρωπαϊκής ταυτότητας, που ως έναν βαθμό προϋπέθετε και την μερική αποδόμηση των εθνικών ταυτοτήτων, στην περίπτωση της Καταλονίας μετατόπισε το εστιακό σημείο του αυτοπροσδιορισμού στο τοπικό και όχι στο υπερεθνικό επίπεδο. Οι δυσμενείς οικονομικές συνθήκες στην Ισπανία σε συνδυασμό με τις ιστορικές, πολιτικές και θεσμικές ιδιαιτερότητες της περιοχής, λειτούργησαν καταλυτικά ως προς την εκδήλωση του αιτήματος για ανεξαρτησία. Στην τωρινή συγκυρία, όπου εντός της ΕΕ τέθηκαν ζητήματα ασφάλειας -προσφυγικές ροές και τρομοκρατία- και διαχείρισης της οικονομικής κρίσης πρυτάνευσαν οι διακυβερνητικές λογικές και πρακτικές. Κατά πόσο οι ενδοευρωπαϊκές, όπως και περιφερειακές, κρίσεις δύνανται να λειτουργήσουν επ' ωφελεία του ενοποιητικού εγχειρήματος στην Γηραιά Ήπειρο, συνιστά μία πιθανή και όχι μία γραμμική εξέλιξη. Διαχρονικά, η ανάγκη κινητοποιεί ατομικά και συλλογικά υποκείμενα˙ στην περίπτωση της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης το δύσκολο έγκειται στο να προσδιοριστούν και να ιεραρχηθούν τοιουτοτρόπως οι ανάγκες ως κοινές.

15/6/2017. Οι Αμερικανικές Βάσεις στην Συρία

on Thursday, 15 June 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ανδρέας Ματζάκος*

15/6/2017. Οι Αμερικανικές Βάσεις στην Συρία

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Τον Σεπτέμβριο του 2014, ο Πρόεδρος Ομπάμα, απευθυνόμενος στον αμερικανικό λαό, είχε ανακοινώσει πως η στρατηγική των ΗΠΑ για την αντιμετώπιση του ISIS (Ισλαμικό Κράτος – ΙΚ), θα περιελάμβανε δυο σκέλη: πρώτα αποδυνάμωση και μετά καταστροφή του ΙΚ. Για την υλοποίηση της στρατηγικής θα απαιτούνταν αεροπορικές προσβολές εκ μέρους της συμμαχίας των κρατών υπό τις ΗΠΑ που συμμετείχαν στην πάλη κατά του ΙΚ και αντιμετώπιση των ανταρτών του ΙΚ στο έδαφος, από τοπικές δυνάμεις, χωρίς την εμπλοκή Αμερικανικών στρατευμάτων.[1]
Τον Δεκέμβριο του 2015 ξεκίνησε η ανάπτυξη μικρού αριθμού ανδρών των Ειδικών Δυνάμεων των ΗΠΑ στην Συρία,[2] ενώ από το τέλος του 2016, άρχισε η επισκευή διαδρόμων προσγειώσεως σε παλαιά αεροδρόμια και η κατασκευή νέων, για την δημιουργία βάσεων σε διάφορες περιοχές της Συρίας, όχι μόνο για αεροπορικά μέσα, αλλά και για την διαμονή του προσωπικού των Ειδικών Δυνάμεων.
Πως όμως οι ΗΠΑ προχώρησαν στην επιλογή περιοχών στις οποίες δημιουργήθηκαν ή είναι υπό κατασκευή βάσεις; Γιατί σε κάποιες συγκεκριμένες περιοχές και όχι σε κάποιες άλλες; Τι συμπεράσματα προκύπτουν από αυτές τις επιλογές; Στην αρχή του άρθρου θα προσεγγισθούν τα πιθανά κριτήρια επιλογής των περιοχών των βάσεων, στη συνέχεια θα αναλυθούν τα συμπεράσματα που προκύπτουν από αυτές τις επιλογές.

ΕΔΩ! η συνέχεια.

12/3/2017. Οι σχέσεις Δύσης-Ρωσίας περνάνε από την Ουκρανία

on Sunday, 12 March 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Υποστράτηγος ε.α., Διευθυντής Μελετών, Μέλος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

12/3/2017. Οι σχέσεις Δύσης-Ρωσίας περνάνε από την Ουκρανία

Στις αρχές Φεβρουαρίου, λιγότερο από δύο βδομάδες από την ανάληψη των καθηκόντων του νέου προέδρου των ΗΠΑ, σφοδρές συγκρούσεις ξέσπασαν μεταξύ αυτονομιστών ανταρτών και ουκρανικών στρατευμάτων σε τμήματα της διαχωριστικής γραμμής. Οι συγκρούσεις χαρακτηρίστηκαν από τους διεθνείς παρατηρητές ως οι σφοδρότερες από τον Φεβρουάριο του 2015 και κόστισαν τη ζωή σε 25 περίπου ανθρώπους και από τις δύο πλευρές, ενόπλους αλλά και αμάχους. Σημειώθηκαν δεκάδες παραβιάσεις των συμφωνιών του Μινσκ, προωθήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές βαρέα όπλα στην αποστρατικοποιημένη ζώνη ενώ η έντονη ανταλλαγή πυρών πυροβολικού και ρουκετών επέφερε απώλειες και καταστροφές στις υποδομές. Οι εχθροπραξίες με την πάροδο των ημερών αποκλιμακώθηκαν χωρίς μέχρι σήμερα να έχει επέλθει πλήρης επιστροφή στη σχετική ηρεμία των τελευταίων μηνών.
Όπως πάντα, Ρωσία, Ουκρανία και αυτονομιστές επέρριψαν την υπαιτιότητα των συγκρούσεων στις άλλες πλευρές. Μόσχα και Κίεβο προχώρησαν σε κινητοποίηση των δυνάμεων τους στις διαχωριστικές γραμμές σε Κριμαία και Ανατολική Ουκρανία. Η πλευρά των αυτονομιστών και της Μόσχας κατηγορεί την κυβέρνηση του Κιέβου ότι εντείνει τις πολεμικές προετοιμασίες αποσκοπώντας σε μια τυχοδιωκτική ενέργεια ανακατάληψης των χαμένων εδαφών. Υπάρχουν πράγματι στοιχεία που αποδεικνύουν μια ενίσχυση των ουκρανικών δυνάμεων στις ανατολικές επαρχίες. Αντίστοιχες όμως και οι κατηγορίες των Ουκρανών που αποδίδουν την κλιμάκωση σε αποσταθεροποιητικές ενέργειες της Μόσχας. Την παρούσα χρονική στιγμή, η Μόσχα, ευρισκόμενη σε αναμονή της εκδήλωσης των προθέσεων του νέου αμερικανού Προέδρου, εκτιμάται ότι δεν επιθυμεί την ανάληψη μιας προκλητικής και αποσταθεροποιητικής ενέργειας. Αντικειμενικοί στόχοι της Μόσχας είναι η κατοχύρωση των κερδών στην Κριμαία, η «φινλανδοποίηση» της Ουκρανίας και η άρση των κυρώσεων. Μέχρι σήμερα ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (OSCE) δεν έχει αποδώσει σαφή πρωταρχική ευθύνη σε καμία από τις  αντιμαχόμενες πλευρές για την πρόσφατη αναζωπύρωση των συγκρούσεων, έχει όμως καταγράψει σημαντικές παραβιάσεις της εκεχειρίας με υπαιτιότητα αμφοτέρων.
Αξιοπρόσεκτη είναι και η αντίδραση της αμερικανικής πλευράς στα πρόσφατα γεγονότα. Ο εκπρόσωπος τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών εξέφρασε την ανησυχία του  για την αναζωπύρωση των συγκρούσεων καλώντας για άμεση διακοπή των εχθροπραξιών χωρίς να επιρρίψει ευθύνες σε οποιαδήποτε πλευρά. Διαφορετική η στάση των αμερικανών διπλωματών καριέρας στον OSCE που κατηγόρησαν Ρωσία και αυτονομιστές. Να σημειώσουμε ότι η νεοοτοποθετηθείσα Πρέσβης των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, Nikki Haley, στην πρώτη τοποθέτηση υπεραμύνθηκε της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας, αναφερόμενη στην Κριμαία ως αναπόσπαστο κομμάτι της τελευταίας και δηλώνοντας ότι οι κυρώσεις θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι οι Ρώσοι να επιστρέψουν την χερσόνησο στο Κίεβο.
Γεγονός είναι ότι οι προεκλογικές δηλώσεις του Trump έχουν δημιουργήσει ένα θολό τοπίο ως προς τις προθέσεις και τα επόμενα βήματα της Προεδρίας του. Η εκλογή του προκάλεσε ανησυχία στο  Κίεβο και σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι αλλεπάλληλες (δικαιολογημένες εν μέρει), δηλώσεις του Προέδρου Trump, για ανάγκη επαναπροσέγγισης με τη Μόσχα, έχουν θορυβήσει τους Ουκρανούς (και όχι μόνο) που ανησυχούν μήπως καταστούν τα εξιλαστήρια θύματα της επανεκκίνησης  των σχέσεων των δύο μεγάλων δυνάμεων.
Η εκπομπή διφορούμενων μηνυμάτων είναι αναπόσπαστο μέρος της διπλωματίας, σίγουρα επιτείνει τις ανησυχίες, ιδίως του ασθενέστερου μέρους και ενίοτε προκαλεί αυθαίρετες εκτιμήσεις και λανθασμένες ενέργειες. Εκτιμάται ότι η  Μόσχα προσβλέπει σε μια βελτίωση των αμερικανορωσικών σχέσεων που θα ανακούφιζε την οικονομία της από τις δυτικές κυρώσεις και θα απέφερε και ανάλογα πολιτικά και διπλωματικά κέρδη. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται ως πιθανή, η εκ μέρους της Μόσχας, επιδίωξη αναζωπύρωσης των συγκρούσεων. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η Ρωσία θα εγκαταλείψει τις ενέργειες που αποβλέπουν στον πειθαναγκασμό του Κιέβου για αποδοχή των θέσεων της. Σε τελευταία ανάλυση, τα δύο Πρωτόκολλα του Μινσκ έχουν καθορίσει μια σειρά ενεργειών των δύο αντιμαχομένων πλευρών που δεν έχουν υλοποιηθεί εξ αιτίας της αμοιβαίας καχυποψίας, των διαφορετικών ερμηνειών και των εθνικιστικών μαξιμαλιστικών εξάρσεων πολιτικών κομμάτων και των λαϊκών μαζών.
  Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ουκρανία είναι μια βαθύτατη διχασμένη χώρα. Η αρχική τοποθέτηση του προέδρου Poroshenko για μια ειρηνική επίλυση των προβλημάτων, σταδιακά έχει διολισθήσει, με ευθύνη πολλών πολιτικών παραγόντων της χώρας, σε μια εθνικιστική έξαρση που απορρίπτει, με διάφορα προσχήματα, την εφαρμογή των προβλεπομένων από τα δύο πρωτόκολλα του Μινσκ (επιβληθέντα είναι η αλήθεια στο Κίεβο λόγω αδυναμίας). Σίγουρα, η κατάσταση ωθείται στα άκρα και από την προβοκατόρικη θέση των αυτονομιστικών δυνάμεων αλλά και την αποφασιστικότητα της Ρωσίας για προσάρτηση της Κριμαίας. Εκρηκτικό πάντα το μείγμα, στις ταραγμένες περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας, με τοπικούς πολέμαρχους, μισθοφόρους και εγκληματικές ομάδες να προσπαθούν να διατηρήσουν τα προνόμια τους θέτοντας σε κίνδυνο την εύθραυστη εκεχειρία.
Η Ουκρανία για τη Ρωσία από ανέκαθεν θεωρείται ως ζωτικός χώρο και δύσκολα θα αποδεχθεί την διολίσθηση της στο δυτικό στρατόπεδο. Βέβαια η επιθετική συμπεριφορά της Μόσχας οδηγεί ακόμη και τους μετριοπαθείς Ουκρανούς σε μια αντιπαράθεση διαρκείας. Κανένα έθνος δεν μπορεί να δεχθεί αδιαμαρτύρητα την απώλεια εδάφους, ανεξάρτητα της πληθυσμιακής σύνθεσης ή τυχόν «τίτλων ιδιοκτησίας» που προβάλει ο κατακτητής. Από την άλλη μεριά, η Δύση διστάζει να θυσιάσει τις διακηρυγμένες αρχές του διεθνούς δικαίου, της ειρηνικής συνύπαρξης και μη επέμβασης που αποτέλεσαν το θεμέλιο της μεταπολεμικής ισορροπίας. Το «σύνδρομο του Μονάχου» ακόμη κατατρέχει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Εύλογα βέβαια κάποιος θα παρατηρήσει ότι οι ανησυχίες της Δύσεως είναι υποκριτικές καθόσον δεν υπήρξε ποτέ συνεπής τιμητής αυτών των αξιών και αρχών. Ενδεχομένως, Ευρώπη, ΗΠΑ και Ρωσία να επιθυμούν  μια επίλυση του ουκρανικού θέματος, η κάθε μια εξ αυτών για τους δικούς της ιδιαίτερους λόγους. Ειδικά η Ευρώπη παρατηρεί αμήχανη και αδύναμη την κατάσταση ευελπιστώντας στην επαναπροσέγγιση των δύο μεγάλων δυνάμεων.
Το ερώτημα είναι εάν οι δύο ηγεσίες, ΗΠΑ και Ρωσίας, θα αρπάξουν την ευκαιρία που δίνει η πρόσφατη εκλογή Trump, για να προχωρήσουν στην αναγκαία αναδίπλωση από ακραίες θέσεις και στην έναρξη διαλόγου για μια αρχική επαναπροσέγγιση που θα δώσει το κατάλληλο χώρο στη διπλωματία να παρουσιάσει μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Σε κάθε περίπτωση η λύση αυτή θα είναι οδυνηρή για την ταλαιπωρημένη Ουκρανία και θα καταδεικνύει τα τραγικά αδιέξοδα που προκαλεί η ασύνετη και καιροσκοπική αποδοχή εξωτερικών προτροπών και παρεμβάσεων χωρίς να υπάρχουν τα απαραίτητα εχέγγυα και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιφερειακή ισορροπία ισχύος.

30/1/2017. Περί «αδράνειας» της διεθνούς κοινωνίας

on Monday, 30 January 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Μάριος-Ανέστης Καϊτάζης, Μέλος ΕΛΙΣΜΕ

30/1/2017. Περί «αδράνειας» της διεθνούς κοινωνίας

     Το Κυπριακό ζήτημα βρίσκεται σε εκκρεμότητα για σαράντα και πλέον χρόνια, παρά το γεγονός ότι η τουρκική κατοχή είναι αντίθετη προς το διεθνές δίκαιο, οι εγγυήτριες δυνάμεις είναι μέρη του Συμφώνου της βόρειο-ατλαντικής συμμαχίας κι η Κύπρος κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Χωρίς να αξιολογούνται οι ηγεσίες εκατέρωθεν των συνόρων, οι αντικειμενικοί πολιτικοί σκοποί τους ή οι μέθοδοι τους για την επίτευξη αυτών των στόχων, επιχειρείται μια σύντομη αναφορά στους λόγους για τους οποίους η διεθνής κοινωνία επέτρεψε τη διαιώνιση του ζητήματος.

STATUS QUO
     Το 1960 η Μεγάλη Βρετανία αποδέχεται με τη Συμφωνία του Λονδίνου τα όσα είχαν ήδη συμφωνηθεί με τη Συμφωνία της Ζυρίχης το 1959 μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας[1].
     Η συμφωνία προβλέπει την ίδρυση της Δημοκρατίας της Κύπρου[2] και την ανάληψη της υποχρέωσης για τις τρεις συμβαλλόμενες χώρες να εγγυηθούν την ανεξαρτησία, την εδαφική ακεραιότητα, της νεοσύστατης Δημοκρατίας, τη μη ένωση της με άλλη χώρα και τη διατήρηση του status quo, όπως αυτό διαμορφώνεται με το Σύνταγμα του 1960.

Η συνέχεια ΕΔΩ!

23/1/2017. Ο ΡΩΣΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ «ΚΑΜΕΝΗΣ ΓΗΣ» ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑ

on Monday, 23 January 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

23/1/2017. Ο ΡΩΣΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ «ΚΑΜΕΝΗΣ ΓΗΣ» ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑ

Αν ρίξουμε μια ματιά σε μια υδρόγειο σφαίρα θα δούμε ότι ο πλανήτης μας είναι ένας θαλάσσιος κόσμος όπου κυριαρχούν δύο μεγάλα νησιά. Για την ακρίβεια, ένα μεγάλο  και ένα μικρότερο. Το μεγάλο νησί είναι το σύμπλεγμα της Ευρασίας με την Αφρική, αυτό που ο Βρετανός γεωπολιτικός θεωρητικός Sir Halford Mackinder ονόμασε «Παγκόσμια Νήσο» (World Island) και το μικρότερο είναι η αμερικανική ήπειρος. Με βάση τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, η κυρίαρχη στεριά του κόσμου είναι η Παγκόσμια Νήσος ενώ η αμερικανική ήπειρος είναι δευτερεύουσας σημασίας έκταση, εξαρτώμενη από την Παγκόσμια Νήσο. Και πάλι με βάση τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, η κομβική ήπειρος στο σύμπλεγμα αυτό είναι η Ευρασία, ενώ υπαρξιακός πυρήνας της Ευρασίας είναι ο χώρος που ο Mackinder αναφέρει ως Heartland και ο οποίος ουσιαστικά ταυτίζεται με τη Ρωσία και το εγγύς εξωτερικό της Ρωσίας.

Ωστόσο, αν και η Ευρασία είναι το κέντρο του κόσμου, μέχρι σήμερα η ύπαρξη του στρώματος των αρκτικών πάγων ουσιαστικά την έκοβε σε δύο κομμάτια και καθιστούσε τους μεγάλους ωκεανούς του πλανήτη βασικούς διαύλους επικοινωνίας μεταξύ τoυ δυτικού και του ανατολικού κομματιού της.
Και οι ωκεανοί ελέγχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Έτσι, η κυρίαρχη χώρα του δεύτερου νησιού του πλανήτη, δηλαδή της αμερικανικής ηπείρου, ελέγχοντας τις ανοιχτές ωκεάνιες εκτάσεις, καθίστατο η σημαντικότερη χώρα του κόσμου, παρόλο που βρίσκεται σε μια περιφερειακή θέση.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν. Ένας συνδυασμός γεωγραφικών, τεχνολογικών και πολιτικών παραγόντων απειλεί να δημιουργήσει μια εν δυνάμει γεωπολιτική πραγματικότητα πρωτοφανή στην ανθρώπινη ιστορία.

Η ΤΗΞΗ ΤΩΝ ΑΡΚΤΙΚΩΝ ΠΑΓΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΑΣΙΑ
Ο πρώτος από αυτούς τους παράγοντες είναι η διαφαινόμενη τήξη του στρώματος των πάγων του Αρκτικού. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε πως όταν αναφερόμαστε σε τήξη των αρκτικών πάγων δεν εννοούμε τη πλήρη εξαφάνισή τους αλλά τη μείωση του στρώματός τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι διαχειρίσιμο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους από τα ρωσικά παγοθραυστικά.

Οι πιθανές συνέπειες από αυτήν την εξέλιξη αναμένεται να είναι κοσμογονικές.

Εδώ θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι μία από τις συνέπειες αυτής της πιθανής εξέλιξης είναι ότι δημιουργείται ένας νέος θαλάσσιος δρόμος, που επιτρέπει την επικοινωνία του ανατολικού κομματιού της Ευρασίας με το δυτικό, χωρίς να χρειάζονται κατ’ ανάγκην οι ανοικτές ωκεάνιες εκτάσεις.

Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι δημιουργείται ένα είδος διαδρόμου ταχείας κυκλοφορίας γύρω από την Ευρασία αλλά και γενικότερα γύρω από το σύμπλεγμα Ευρασίας – Αφρικής, που αποτελείται από τα εγγύς ύδατα στην περιφέρεια των δύο ηπείρων. Ο διάδρομος αυτός συμπληρώνεται από το πλέγμα των κλειστών θαλασσών στο εσωτερικό της Παγκόσμιας Νήσου και συγκεκριμένα, τη Βαλτική, τη Μαύρη Θάλασσα και κυρίως τη Μεσόγειο Θάλασσα, η οποία αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, το εσωτερικό αίθριο της Παγκόσμιας Νήσου. Δηλαδή το κέντρο της. Και κέντρο του κέντρου είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον της πιθανότητας δημιουργίας ενός νέου γεωπολιτικού χώρου, αποτελούμενου από τα περιφερειακά ύδατα γύρω από την Ευρασία και την Αφρική και από τις κλειστές θάλασσες στο εσωτερικό αυτού του πλέγματος. Άρα, βασικό στρατηγικό διακύβευμα των ερχόμενων δεκαετιών είναι ποιος θα ελέγξει αυτόν τον χώρο και ιδιαίτερα το κέντρο του, που είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Μέχρι πριν λίγο καιρό, η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ήταν εύκολη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δηλαδή, η κατεξοχήν ναυτική δύναμη του πλανήτη. Όμως, εδώ και μερικά χρόνια δραματικές αλλαγές στην τέχνη και την τεχνολογία του πολέμου, προερχόμενες κυρίως από την Κίνα, έχουν αλλάξει αυτό το δεδομένο.

Συγκεκριμένα, για δικούς της λόγους, η Κίνα έχει αναπτύξει οπλικά συστήματα και πολεμικές μεθοδολογίες που σκοπό έχουν να αμφισβητήσουν τη ναυτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών ακριβώς στα εγγύς ύδατα γύρω από την Ευρασία. Αυτές οι ικανότητες χαρακτηρίζονται από Αμερικανούς ειδικούς με το αρκτικόλεξο HEAT (High End Asymmetrical Threats) και βασίζονται στη δημιουργία πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (anti – acess area – denial {A2/AD}) που επιδιώκουν να μετατρέψουν τα πλεονεκτήματα του Αμερικανικού Ναυτικού σε μειονεκτήματα στα παράκτια ύδατα και να διώξουν τα αμερικανικά πολεμικά πλοία βαθιά στην ασφάλεια των ωκεανών.

Η περαιτέρω εξέταση αυτών των ικανοτήτων ξεφεύγει από τα όρια αυτής της παρουσίασης. Εδώ θα περιοριστούμε να πούμε ότι αιχμή του δόρατος αυτών των προσπαθειών είναι η ανάπτυξη ASBM (anti – ship ballistic missiles), δηλαδή εξειδικευμένων βαλλιστικών πυραύλων, ικανών να προσβάλουν πλοία επιφανείας εν κινήσει. Ο πιο γνωστός εκπρόσωπος των πυραύλων αυτών είναι ο περιβόητος Dong Feng 21D που χαρακτηρίζεται ως «φονέας αεροπλανοφόρων» (‘air carrier killer’).

Το πιο σημαντικό όμως είναι να γνωρίζουμε ότι οι ικανότητες αυτές δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της Κίνας, ούτε απαιτούν κάποιες ιδιαίτερα εξελιγμένες τεχνολογίες για να αναπτυχθούν. Ήδη κράτη σαν το Ιράν έχουν αρχίσει να επενδύουν σε αυτές ενώ είναι δεδομένο ότι την υψηλότερη τεχνολογία στους σχετικούς τομείς κατέχει η Ρωσία, άρα είναι σε θέση να αναπτύξει πλέγματα προβολής ισχύος από τη στεριά στη θάλασσα ανώτερα από αυτά της Κίνας ή οποιουδήποτε άλλου.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΤΩΝ ΩΚΕΑΝΩΝ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ;
Άρα, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, από γεωστρατηγικής άποψης, οι θάλασσες του πλανήτη τείνουν να χωριστούν σε δύο κομμάτια. Στις ανοιχτές ωκεάνιες εκτάσεις, όπου τον έλεγχο συνεχίζουν να έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και στα εγγύς ύδατα στην περιφέρεια και το εσωτερικό της Παγκόσμιας Νήσου, όπου η κυριαρχία διεκδικείται με αξιώσεις από τις χερσαίες ευρασιατικές δυνάμεις, δηλαδή τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες μετατρέπονται σε ένα είδος υβριδικών δυνάμεων με μεικτά χερσαία και θαλάσσια στοιχεία.

Ουσιαστικά δηλαδή, η Παγκόσμια Νήσος, συνδυασμένη με αυτό το νέο θαλάσσιο σύστημα των εγγύς περιφερειακών υδάτων και των κλειστών θαλασσών, κατά κάποιον τρόπο αποκόπτεται από τους ανοιχτούς ωκεανούς και δημιουργεί ένα είδος αυτόνομου κόσμου μέσα στον πλανήτη. 

Αυτή όμως είναι μια πιθανή εξέλιξη πολύ αρνητική για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως είπαμε και πριν, με βάση τις ίδιες τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, ολόκληρη η αμερικανική ήπειρος είναι δευτερεύουσας σημασίας στεριά, εξαρτώμενη από την Ευρασία. Κατά συνέπεια, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι σε θέση να ασκούν αποφασιστικής σημασίας δράσεις στην Ευρασία, τότε είναι καταδικασμένες να τεθούν στο περιθώριο.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μπορούσαν να καταφύγουν στην στρατηγική των Βρετανών προπατόρων τους. Δηλαδή στο διαίρει και βασίλευε που εφάρμοζε η Μεγάλη Βρετανία καθ’ όλη τη διάρκεια του λεγόμενου βεστφαλιανού συστήματος από το 1648 μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εδώ όμως εισέρχεται ένα τρίτος παράγοντας. Η οικονομική, πολιτική αλλά και στρατιωτική αποδυνάμωση των Ηνωμένων Πολιτειών που έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια. Μετά τον δεκαπενταετή ατέρμονα και χιμαιρικό «Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία», ο οποίος ρούφηξε την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, στέγνωσε το αμερικανικό θησαυροφυλάκιο και οδήγησε στο φιάσκο του Ιράκ και του Αφγανιστάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δείχνουν να έχουν ούτε τη δύναμη να επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε κομβικά σημεία της Ευρασίας δια της βίας αλλά ούτε και τα χρήματα ώστε να εξαγοράσουν συμμαχίες και συνεργασίες, όπως έκαναν στο παρελθόν.

Ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων απειλεί να οδηγήσει στην υλοποίηση ενός γεωπολιτικού εφιάλτη για τους Αμερικανούς. Στη δημιουργία μιας αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου, που θα έχει αποκοπεί από το ωκεάνιο σύστημα προβολής ισχύος και την οποία δεν θα μπορούν πλέον να ελέγχουν ούτε δια της σκληρής ούτε δια της ήπιας ισχύος, ενώ θα δυσκολεύονται να εφαρμόσουν την παραδοσιακή βρετανική πολιτική των επιλεκτικών και μη μόνιμων αντιπαλοτήτων και συμμαχιών, ώστε να αποτρέψουν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης ευρασιατικής δύναμης.

Μπαίνουμε λοιπόν στον πειρασμό να σκεφτούμε ότι για να ξεφύγουν από αυτό το αδιέξοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να εφαρμόζουν μια πολιτική καμένης γης σε κομβικά σημεία της Παγκόσμια Νήσου. Δηλαδή, να επιδιώκουν την καταστροφή κρατικών οντοτήτων που βρίσκονται σε κρίσιμες περιοχές του διεθνούς συστήματος, έτσι ώστε να δημιουργήσουν «μαύρες τρύπες» χάους, ρευστότητας και ασάφειας και κατά συνέπεια να αποτρέψουν το ενδεχόμενο σύναψης συμμαχιών και συνεργασιών των χωρών των περιοχών αυτών με τις μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, προεξαρχούσης της Ρωσίας. Με άλλα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες από τη στιγμή που δεν μπορούν να ελέγξουν συγκεκριμένες κομβικές περιοχές, ενδέχεται να προτιμούν να τις καταστρέψουν έτσι ώστε να μην τις ελέγξει κάποιος άλλος.

Και όπως είπαμε και πιο πάνω, το κομβικότερο σημείο αυτής της νέας αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου είναι το κέντρο της, δηλαδή η Ανατολική Μεσόγειος. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής γίνεται πιθανώς κατανοητή και η φαινομενικά παρανοϊκή πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή έναντι του ISIS, όπου από τη μία το καταπολεμούν και από την άλλη το υποστηρίζουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στρεφόμενες ενάντια στους σημαντικότερους αντιπάλους του και ιδιαίτερα ενάντια στη Ρωσία.

Από πλευράς της τώρα η Ρωσία, τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και γενικότερα στην ευρασιατική περιφέρεια, μάλλον θα επιθυμούσε να υπάρχουν σταθεροποιημένες κρατικές οντότητες, με ανταγωνιστικές μεν σχέσεις μεταξύ τους, αλλά συμπαγείς και αυτόφωτες, έτσι ώστε να μπορεί να εκμεταλλεύεται την κεντρική της γεωγραφική θέση στην Ευρασία και να τις θέτει ενώπιον του διλήμματος ότι αν δεν προχωρήσουν σε μια συνεργατική σχέση με τη Μόσχα, θα προχωρήσουν οι αντίπαλοί τους και θα αποκτήσουν πλεονέκτημα στον μεταξύ τους ανταγωνισμό.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που η Ινδία στραφεί γεωπολιτικά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Μόσχα θα μπορούσε να ενισχύσει με προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό το Πακιστάν, αλλάζοντας τα δεδομένα στις ισορροπίες ισχύος στην ινδική υποήπειρο. Αντιστοίχως, σε περίπτωση που η Κίνα επιχειρήσει να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στο σινορωσικό σύστημα, η Μόσχα θα μπορούσε να ενισχύσει δραστικά τις σχέσεις της με την Ινδία, διαμορφώνοντας ένα αντίρροπο μέγεθος έναντι του Πεκίνου.

Άρα, για τη Ρωσία χαοτικοί πόλεμοι, σαν αυτόν που διεξάγεται στη Συρία, οι οποίοι αποδομούν κρατικές οντότητες, πολύτιμες για τη μελλοντική γεωπολιτική της στρατηγική, είναι καταρχήν βλαβερές καταστάσεις που θα πρέπει να παύσουν να υφίστανται και να επικρατήσει η ειρήνη.

Αντιθέτως, για τις Ηνωμένες Πολιτείες παρόμοιες συγκρούσεις, που καταστρέφουν την ενότητα της αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου, διαλύουν τα βασικά συστατικά της στοιχεία, δηλαδή τα συμπαγή κράτη και αποτρέπουν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης ευρασιατικής δύναμης, είναι μια θετική κατάσταση που πρέπει να ενισχυθεί. 

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι, όντως, αυτό που συμβαίνει στη Συρία είναι ο ανταγωνισμός ηγεμονικών δυνάμεων, το γεγονός παραμένει ότι η μία εξ αυτών των δυνάμεων προωθεί μια γεωπολιτική στρατηγική που προϋποθέτει την ύπαρξη  συμπαγών και σταθερών κρατών, ενώ η άλλη επιδιώκει την ύπαρξη κατεστραμμένων κρατών, που δεν θα επιτρέψουν στη Ρωσία να δημιουργήσει την αρχιτεκτονική που αυτή θέλει στην περιφέρειά της.  

Βέβαια, αυτή η θεωρία μπορεί να φαίνεται σε πολλούς προϊόν συνωμοσιολογικής σκέψης. Καταρχάς, όμως, δεν αναφέρομαι σε  βεβαιότητες αλλά σε πιθανότητες. Επίσης, δεν αναφέρομαι, κατ’ ανάγκην, σε ένα συνειδητό και οργανωμένο σχέδιο, το οποίο χαράχθηκε από κυνικές και σοφές δεξαμενές σκέψης σε κάποιες σκοτεινές αίθουσες της Ουάσιγκτον. Αντιθέτως, μιλάω για μια απρόσωπη αντίδραση, που προκύπτει περίπου αυτοματοποιημένα από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών, λόγω των δραστικών αλλαγών στο διεθνές σύστημα που περιγράψαμε πιο πάνω, με τον ίδιο τρόπο που οι τριβές των τεκτονικών πλακών παράγουν σεισμικές δονήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι εντελώς λανθασμένα. Όμως, θεωρώ ότι μας προσφέρουν μια εναλλακτική θέαση των τεκταινομένων στη γειτονιά μας και ένα νέο πεδίο προβληματισμού. Γιατί, αν πράγματι υφίσταται έστω και η ελάχιστη πιθανότητα ότι  ισχυρά δυτικά κέντρα εξουσίας μπορεί να έχουν επενδύσει στην καταστροφή των κρατικών οντοτήτων σε κομβικά κομμάτια της Ευρασίας, για να μην δημιουργηθεί ένα ενιαίο γεωπολιτικό οικοδόμημα σε αυτήν, τότε δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα σταματήσουν στη Συρία. Όσο περισσότερες αποτυχημένες χώρες υπάρχουν στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου τόσο το καλύτερο για αυτούς. Και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά.

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγηση του υπογράφοντος στη διεθνή  επιστημονική ημερίδα με θέμα “Ο ρόλος της Ρωσίας στην εδραίωση της ειρήνης και ασφάλειας στη Μεσόγειο”, που διεξήγαν το Τμήμα Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών και το Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 19 Δεκεμβρίου 2016 στο αμφιθέατρο «Άλκης Αργυριάδης» στο κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

7/12/2016. Η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ μεταξύ ευκταίου και εφικτού

on Wednesday, 07 December 2016. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Χρήστος Ζιώγας, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων, Συνεργάτης του ΕΛΙΣΜΕ

7/12/2016. Η Κοινή Εξωτερική Πολιτική και Πολιτική Ασφάλειας (ΚΕΠΠΑ) της ΕΕ μεταξύ ευκταίου και εφικτού

Η Ελλάδα, ως κράτος-μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διαχρονικά τάσσεται υπέρ της ολοκλήρωσης στα πεδία της εξωτερικής πολιτικής, της ασφάλειας και της άμυνας. Η μέχρι τώρα πορεία του φιλόδοξου ευρωπαϊκού εγχειρήματος στους συγκεκριμένους τομείς εξακολουθεί να υλοποιείται σε αμιγώς διακυβερνητικό επίπεδο, τουτέστιν οι αποφάσεις λαμβάνονται στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο κατόπιν ομοφωνίας των αρχηγών των εθνικών κυβερνήσεων.

Η εν εξελίξει επιδείνωση των ελληνοτουρκικών σχέσεων συνίσταται στην αξίωση της Άγκυρας να διευρύνει την αναθεωρητική της ατζέντα. Οι θέσεις του Ερτογάν και των λοιπών τούρκων θεσμικών παραγόντων, προφανώς, δεν συνάδουν με το διεθνές δίκαιο, την κρατοκεντρική διεθνή και φυσικά την, θεσμικά και κανονιστικά πιο αναπτυγμένη, ευρωπαϊκή τάξη. Η εν λόγω κατάσταση αναδεικνύει την αδυναμία της ΕΕ να συγκροτήσει και να ασκήσει μια πραγματικά κοινή εξωτερική και αμυντική πολιτική. Η συγκεκριμένη ευρωπαϊκή δυσπραγία γίνεται εμφανέστερη όταν αφορά ζητήματα, τα οποία άπτονται των ζωτικών συμφερόντων ενός κράτους –μέλους.

Η ύπατη εκπρόσωπος για την ΚΕΠΠΑ Φεντερίκα Μογκερίνι, δήλωσε μεταξύ άλλων: «Οι σχέσεις μας με την Τουρκία έχουν φθάσει σε ένα κρίσιμο σημείο». Είναι γεγονός ότι σε αρκετά κράτη και σε κοινοτικό επίπεδο γίνεται λόγος για «προσωρινό πάγωμα» των ενταξιακών διαπραγματεύσεων, ενώ οι υπουργοί εξωτερικών των κρατών – μελών της ΕΕ επανέλαβαν τον προβληματισμό τους για τις πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκία. Επίσης, τόνισαν τις ανησυχίες τους για την υποβολή νομοθετικής πρότασης στο τουρκικό κοινοβούλιο για την επαναφορά της θανατικής ποινής. Παράλληλα υπογράμμισαν ότι η Τουρκία αποτελεί σημαντικό εταίρο της Ένωσης στους τομείς της οικονομίας, της ασφάλειας, της μετανάστευσης και της εξωτερικής πολιτικής, ιδίως όσον αφορά την Συρία και το Ιράκ. Οι υπουργοί υπενθύμισαν ότι η Τουρκία, ως υποψήφια χώρα, αναμένεται να τηρήσει τα αυστηρότερα δυνατά πρότυπα δημοκρατίας, συμπεριλαμβανομένου του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του κράτους δικαίου, των θεμελιωδών ελευθεριών και του δικαιώματος όλων σε δίκαιη δίκη. Τέλος συμφώνησαν ότι είναι σημαντικό να συνεχισθεί ο πολιτικός διάλογος με την Τουρκία σε όλα τα επίπεδα.

Σε απάντηση των συνεχόμενων τουρκικών δηλώσεων, οι οποίες  αμφισβητούν την ελληνική κυριαρχία και τα, εκπορευόμενα από το διεθνές δίκαιο, κυριαρχικά δικαιώματα, η εκπρόσωπος της Επιτροπής για θέματα εξωτερικής πολιτικής της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Μάγια Κοτσιγιάντσιτς δήλωσε: «Η ΕΕ υπογραμμίζει ότι η Τουρκία πρέπει να δεσμευθεί απερίφραστα για σχέσεις καλής γειτονίας και την καλεί να αποφύγει κάθε είδους πηγή προστριβών, απειλής ή ενέργειας που στρέφεται κατά κράτους-μέλους, πλήττει τις σχέσεις καλής γειτονίας και την ειρηνική διευθέτηση των διαφορών» καθώς και: « η ΕΕ τονίζει την ανάγκη να γίνει σεβαστή η κυριαρχία των κρατών-μελών επί των χωρικών υδάτων τους και του εναέριου χώρου τους». Οι προαναφερθείσες δηλώσεις καλύπτουν διπλωματικά την χώρα μας, σίγουρα όμως δεν της παρέχουν ρητώς τις διασφαλίσεις που αρμόζουν σε μία ένωση κρατών που επιθυμεί, συν τω χρόνω, να συγκροτήσει μια ενιαία πολιτική οντότητα˙ κοινώς δεν προσδιορίζεται παρευθύς το ζήτημα ως ευρωτουρκικό.

Ακολούθως, η προβληματική λειτουργία της ΚΕΠΠΑ δυσχεραίνει την άσκηση της Κοινής Πολιτικής Ασφαλείας και Άμυνας (ΚΠΑΑ) ως ανεξάρτητης από τις ατλαντικές δεσμεύσεις. Η εν λόγω κατάσταση δεν συνιστά θεσμική αλλά μια δομική αδυναμία του ευρωπαϊκού χώρου, λόγω στρατηγικών αποκλίσεων και ιεραρχήσεων των ευρωπαϊκών κρατών. Η Ελλάδα δεν έχει την δυνατότητα να παρακάμψει αυτή την διττή πραγματικότητα, αφ’ ενός τον κλιμακούμενο  τουρκικό ηγεμονισμό και αφ’ ετέρου τον διακυβερνητικό χαρακτήρα της ΚΕΠΠΑ. Οι προοπτικές για υπερεθνική ολοκλήρωση στον τομέα της άμυνας, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, δεν είναι τόσο ευοίωνες όσο ορισμένοι επιθυμούν ή προσβλέπουν, ακόμη και μετά την αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την ΕΕ. Ειδικότερα για την Ελλάδα, οι προσδοκίες ότι θα διασφαλιστούμε από τον τουρκικό αναθεωρητισμό, μέσω μίας μελλοντικής θεσμικής συγκρότησης στον τομέα της άμυνας, εκτός ότι αυτή είναι εν τη γενέσει της δεν μας διασφαλίζει για την τελική μορφή που θα λάβει, ούτε αν και πώς θα προσεγγίζει την Τουρκία. Για την Ελλάδα και την Κύπρο θα είναι επωφελέστερο να επιδιώκουν την υλοποίηση πιο εφικτών στόχων όπως, χρηματοδότηση, μέσω πόρων που φαίνεται πως θα διοχετευθούν για την άμυνα, την βιομηχανική συνεργασία και πιθανόν την παροχή στρατιωτικού υλικού, ως αντιστάθμισμα της αδυναμίας της Ένωσης να παράσχει συλλογικά και ομοιόμορφα το αγαθό της ασφάλειας προς όλα τα μέλη της, πόσο μάλλον αυτών που το έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.

Αντί λοιπόν να διερωτώμεθα ασκόπως, ιδιαίτερα σε περιόδους όξυνσης των ελληνοτούρκικων σχέσεων, γιατί δεν έχει καταλήξει στο επιθυμητό επίπεδο η ΚΕΠΠΑ και ακολούθως η ΕΠΑΑ, θα ήταν αποτελεσματικότερο για εμάς και αποδεκτότερο από τους εταίρους μας, αν προσαρμοζόμασταν στην τωρινή κατάσταση προσποριζόμενοι αυτά τα οποία είναι πρόθυμοι να μας προσφέρουν, παρά να αξιώνουμε διασφαλίσεις τις οποίες δεν επιθυμούν να μας παράσχουν. Εφ’ όσον προχωρήσει η συγκρότηση μιας κοινής στρατιωτικής δομής, η χώρα μας οφείλει να πρωτοστατήσει στο όλο εγχείρημα και να μην αναμένει ότι θα ενεργήσουν τα ευρωπαϊκά στρατιωτικά τμήματα άμεσα ή θα δύναται να τα χρησιμοποιήσει αυτοβούλως, έναντι μιας πιθανής τουρκικής ενέργειας. 

Βέβαια η μέχρι τώρα στάση συνάδει με την κυρίαρχη αντίληψη μιας κοινωνίας, με χαμηλό αίσθημα ατομικής ευθύνης, της οποίας το βιοτικό επίπεδο ήταν για μεγάλο χρονικό διάστημα υψηλότερο των παραγωγικών της επιδόσεων, θεωρώντας το εν λόγω γεγονός οριακά συσχετιζόμενο με την εμφάνιση της κρίσης του 2010. Κατόπιν επιθυμούσε να διατηρήσει την καταναλωτική της ευμάρεια με έξωθεν βοήθεια και ακολούθως απαιτεί να διαγραφούν τα χρέη της. Συνιστά επομένως λογική συνέπεια να επιζητά, εκτός από να την συντηρούν, και να την προστατεύουν.

Κλείνοντας ας πραγματοποιήσουμε ένα άλμα στο μέλλον, όπου η ΚΕΠΠΑ θα έχει υπερεθνικά χαρακτηριστικά, τίθεται λοιπόν, ως υπόθεση εργασίας, το εξής ερώτημα: αλήθεια τί μας διασφαλίζει πως μια απόφαση του υπερεθνικού οργάνου δεν θα «συμμερίζεται» μέρος των τουρκικών «ανησυχιών»; Η περίπτωση της υπερεθνικής ΟΝΕ είναι αρκούντως διδακτική!   





18/11/2016. Η Προεδρική Εκλογή Trump και οι Δυνητικές Επιπτώσεις της στoν Κόσμο και στην Ελλάδα

on Friday, 18 November 2016. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφουν οι: Αλεξάνδρα Τόμπρα, Δημήτρης Στεργίου, Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Χρήστος Ζιώγας

18/11/2016. Η Προεδρική Εκλογή  Trump και οι Δυνητικές Επιπτώσεις της στoν Κόσμο και στην Ελλάδα

Οι προεδρικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες προκάλεσαν πολλές συζητήσεις και αναλύσεις για τα αίτια της απρόσμενης νίκης του Donald Trump, αλλά ακόμη περισσότερα ερωτηματικά για την υλοποίηση των συχνά αντιφατικών και ενίοτε «εμπρηστικών» προεκλογικών του δηλώσεων. Αναμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι κατόρθωσε να κινητοποιήσει ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος που αισθάνεται απογοητευμένο με την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα και την «υφαρπαγή» του πολιτικού συστήματος από τις θεσμοθετημένες και καλά οργανωμένες ομάδες συμφερόντων, όπως αναλύει και ο Francis Fukuyama σε πρόσφατο άρθρο του στο Foreign Policy. Οι αντιλήψεις και θέσεις του Trump, καίτοι έρχονται σε αντιπαράθεση με αυτές των ελίτ των ευρωπαϊκών χωρών και των \συμμάχων τους, εντούτοις συναντούν μια αυξανόμενη αποδοχή από τις πλατιές μάζες των αποκαλούμενων «απλών ανθρώπων», οι οποίοι ως επί το πλείστον κατατάσσουν (σωστά ή λάθος) τον εαυτό τους στην πλευρά των χαμένων του αμερικανογενούς φαινομένου της  παγκοσμιοποίησης. Είναι αλήθεια ότι η οικονομικές ανισότητες έχουν διευρυνθεί διότι η οικονομική παγκοσμιοποίηση έχει πλήξει τα μικρομεσαία οικονομικά στρώματα, την περίφημη «μεσαία τάξη» την οποία τόσο πολύ «μόχθησε» να δημιουργήσει και να καταξιώσει η μεταπολεμική οικονομική πραγματικότητα.

Έχοντας ορθά εντοπίσει αυτές τις τάσεις ο Trump προχώρησε στην υιοθέτηση μιας λαϊκιστικής ηγετικής φυσιογνωμίας και πραξεολογίας, υποσχόμενος με ένα μαγικό τρόπο να ανατρέψει όλες αυτές τις (αποτυχημένες συνταγές) αλυσιτελείς, για τον μέσο αμερικάνο πολίτη, καταστάσεις και τα οργανωμένα συμφέροντα. Μέχρι σήμερα ο Trump δεν έχει επιδείξει ένα ξεκάθαρο ανάλογο σχέδιο αλλά εξελισσόμενης της προεκλογικής του εκστρατείας κατέγραψε σημαντικές αναδιπλώσεις από σκληροπυρηνικές και αντισυμβατικές θέσεις του, χωρίς αυτή η κίνηση από μόνη της να αποτελεί οπωσδήποτε μειονέκτημα.

Παρά την σχετική άμβλυνση αρκετών θέσεων του και την ύπαρξη πολλαπλών εξισορροπητικών δομών του αμερικανικού πολιτικού συστήματος (τα γνωστά «checks and balances» παρότι το καθιστούν ιδιαίτερα πολύπλοκο και δυσνόητο εξασφαλίζουν τη σταθερότητα), η εκλογή του Trump εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία σε σημαντική μερίδα πολιτών στο εσωτερικό και εξωτερικό και κυρίως στις ηγεσίες συμμαχικών και μη κρατών. Αναλύσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας θέλουν ορισμένες χώρες μέλη του ΝΑΤΟ να ανησυχούν από μια ενδεχόμενη αμερικανική στροφή στον απομονωτισμό ή ακόμη και από την επιλογή μιας πιο περιοριστικής ερμηνείας του αμερικανικού συμφέροντος. Συγχρόνως λεκτικές αναφορές για αναβίωση πρακτικών προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο δημιουργούν κλίμα αβεβαιότητος και κλονίζουν το βασικό συντελεστή της οικονομίας, την εμπιστοσύνη. Ρωσία και Κίνα φαίνεται να αποδέχονται, για διαφορετικούς λόγους εκάστη, με ικανοποίηση την εκλογή Trump, λόγω της εκλογικής αποτυχίας της καθεστηκυίας ελίτ και ευελπιστώντας να υλοποιήσει την μερική, έστω, αναδίπλωση των Ηνωμένων Πολιτειών από διάφορα σημεία του πλανήτη. Εν τούτοις, η επικράτηση ενός «αγνώστου» και ενδεχομένως απρόβλεπτου παράγοντα στο τιμόνι της υπερδύναμης, δημιουργεί προβληματισμούς στις ηγεσίες των χωρών που ενίοτε προτιμούν τη σταθερότητα του δοκιμασμένου, ίσως και ισχυρού, αντιπάλου. Όμως η επιλογή Trump έχει εν μέρει τις ρίζες της και στις παραδοσιακές σχολές σκέψης που εναλλασσόμενα κυριαρχούν ή επηρεάζουν έντονα το πολιτικό σκηνικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στο επίπεδο της θεωρίας εξωτερικής πολιτικής και ειδικά σε σχέση με την αμερικανική πολιτική πραγματικότητα, προφανώς ο Trump εκπροσωπεί κυρίως την «τζακσονική» και ως ένα βαθμό την «τζεφερσονιανή» παράδοση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η πρώτη αντιπροσωπεύει μια εσωστρεφή και συντηρητική πολιτική κουλτούρα με αναφορές στην τιμή, την ανεξαρτησία, το θάρρος και την στρατιωτική υπερηφάνεια. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της «τζακσονιανής» επιρροής στο αμερικανικό  πολιτικό γίγνεσθαι αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες επιτυχημένοι στρατηγοί αναδείχθηκαν ως σημαίνουσες πολιτικές προσωπικότητες. Οι αξίες του «τζακσονισμού» επενεργούν σημαντικό στη διαμόρφωση  της αμερικανικής  πολιτικής και συνέβαλαν στην εκλογή προέδρων όπως οι Robert Nixon και Ronald Reagan. Ο «τζακσονισμός» επανέκαμψε μεταψυχροπολεμικά ως μια περιορισμένη τάση προς το νεοαπομονωτισμό και την απεμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών από τις πολυμερείς δεσμεύσεις, υποστηρίζοντας την υπεράσπιση των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων μέσω μονομερών ενεργειών. Η «τζεφερσονιανή» σχολή ιεραρχεί ως το πλέον ζωτικό συμφέρον για τις Ηνωμένες Πολιτείες την διατήρηση της αμερικανικής δημοκρατίας στα πλαίσια ενός επισφαλούς κόσμου. Εντός αυτού του πλαισίου αναζητά πάντοτε μεθόδους για την υπεράσπιση της αμερικανικής ανεξαρτησίας με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Συνηθίζεται όταν αναφερόμαστε στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να μιλάμε για την  «administration» του συγκεκριμένο προέδρου και όχι για τον πρόεδρο μόνο. Αυτό διότι όπως είναι φυσικό ο πρόεδρος, ο οποίος στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων είναι προϊόν του πολιτικού και του κομματικού συστήματος,  περιστοιχίζεται από στρατιές συμβούλων οπότε στην ουσία οι αποφάσεις ίσως να λαμβάνονται από αυτόν όμως στην ουσία η πολιτική ασκείται από μία ομάδα. Ο κ. Trump θα είναι ένας πρόεδρος ο οποίος λόγω ιδιοσυγκρασίας, αλλά βασικά λόγω προέλευσης από τον σκληρό πυρήνα των επιχειρηματιών όπου πρυτανεύει η ρήση: «The bussines of bussines is bussines», πιθανόν να ασκεί περισσότερο ηγεσία και «decision making» από προηγούμενους προέδρους.

Η αλήθεια είναι ότι η εκλογή Trump, τουλάχιστον στο επίπεδο των μέχρι τώρα διακηρύξεων επαναθέτει μια σειρά ζητημάτων εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής καθώς και της θεωρίας των διεθνών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει ένα πολιτικό σύστημα με σημαντικά θεσμικά αντίβαρα και ασφαλιστικές δικλείδες, οι οποίες δεν επιτρέπουν προσωποπαγείς πρακτικές και πόσο μάλλον θεσμικές εκτροπές.  Επομένως δεν θα «κινδυνεύσει» η δημοκρατία στην χώρα επειδή εξελέγη ο Trump, ούτε επίσης αναμένονται δραματικές αλλαγές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Εύλογες αμφιβολίες προκαλεί η διακηρυκτική πρόθεση της αμερικανικής αποστασιοποίησης από το διεθνές σύστημα, όταν διακηρυγμένος στόχος τους είναι η διατήρηση της αμερικάνικης ηγεμονίας. Στο σημερινό αλληλοεξαρτώμενο διεθνές σύστημα η παραπάνω πρόταση ηχεί τουλάχιστον αντιφατική. Το πιθανότερο ενδεχόμενο είναι οι διάφορες αντισυμβατικές διακηρύξεις να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο συνδιαλλαγής με συμμάχους και εχθρούς. Αναμφισβήτητα τροποποιήσεις σε διάφορα θέματα, τακτικής, κυρίως φύσεως, θα λάβουν χώρα προκαλώντας όμως ασύμμετρα αποτελέσματα στις επιδιώξεις και σχέσεις των μικροτέρων χωρών.

Οι αμερικανορωσικές σχέσεις θα εξακολουθήσουν, τουλάχιστον για την επόμενη τετραετία, να αποτελούν την σημαντικότερη πρόκληση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η άναρχη φύση του διεθνούς συστήματος και ανατροφοδοτούμενες αξιώσεις ισχύος (αναλύεται σαφώς στο έργο «Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων» του John Mearsheimer, στα ίχνη του πάντα επικαίρου Θουκυδίδη), θα εξακολουθήσουν να προσδιορίζουν τις σχέσεις Ουάσιγκτόν-Μόσχας οι οποίες, παρά τις επιμέρους συγκλίσεις, θα είναι ανταγωνιστικές και αποκλίνουσες στα περισσότερα και σημαντικότερα ζητήματα. Η ενδεχόμενη μερική συναντίληψη των δυο ηγετών δεν αρκεί για να  υπερκεραστούν στρατηγικές αναγκαιότητες, χρόνιες διαφοροποιήσεις και αμοιβαία καχυποψία. Ούτε φυσικά και η πρώτη, μετά τις εκλογές, τηλεφωνική επικοινωνία Trump και Putin και η εκφρασθείσα αμοιβαία ανησυχία για τη μη ικανοποιητική κατάσταση των διμερών σχέσεων σηματοδοτεί την άμεση βελτίωσή τους. Με αυτήν την έννοια ίσως είναι υπερβολικοί οι φόβοι ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών για μια απομονωτική πολιτική που θα εγκαταλείψει την Ευρώπη (να αποτρέψει  αφ’ εαυτού της τον ρωσικό αναθεωρητισμό) στα «νύχια της ρωσικής αρκούδας».

Τοιουτοτρόπως και η πολυσυζητημένη, εδώ και χρόνια, ανάσχεση της Κίνας στον Ειρηνικό, διέρχεται μέσα από μια σειρά συνεργασιών με φιλικές προς την Ουάσινγκτον χώρες (Ιαπωνία, Νότιος Κορέα, Σιγκαπούρη κλπ). Ορισμένες όμως από τις ασιατικές χώρες, σήμερα αισθάνονται άβολα και αναζητούν διαύλους επικοινωνίας και προς το Πεκίνο. Η φυσιολογική αυτή, για τις διεθνείς σχέσεις, αντίδραση δε συνεπάγεται την κατάρρευση της αμερικανικής παρουσίας και ενδιαφέροντος για την περιοχή αλλά καταδεικνύει την ανασφάλεια, την κινητικότητα και την προσαρμοστικότητα που επιδεικνύουν όλοι οι διεθνείς «παίκτες». Η μεταψυχροπολεμική κινέζική εξωτερική πολιτική χρησιμοποίησε επιτυχώς τις πολιτικές και οικονομικές διευθέτησης της αμερικανοβαρούς διεθνούς τάξης, την εν λόγω περίοδο, βελτιώνοντας καίρια τους συντελεστές ισχύος της.  Μέχρι την τρέχουσα συγκυρία η Κίνα προδίδει μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική της ανάπτυξη και ιεραρχώντας ως σημαντικότερα τα εσωτερικά θέματα, που άπτονται της συνοχής και νομιμοποίησης προς την κρατική εξουσία, θα αποφύγει, βραχυπρόθεσμα, την άμεση αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την άλλη πλευρά, ριζοσπαστικές προεκλογικές δηλώσεις του νέου Προέδρου, παραδείγματος χάριν  για αύξηση των δασμών των προϊόντων από την Κίνα, αφενός απαιτούν έγκριση των νομοθετικών σωμάτων και αφετέρου, οδηγούν σε μια σειρά δικαστικών προσφυγών (στην καλύτερη περίπτωση) και σε αλυσιδωτή ανεξέλεγκτη σειρά αντιποίνων.

Μια πρώτη ένδειξη των ευρωπαϊκών ανησυχιών αλλά και θέσεων αποτυπώθηκε στη συγχαρητήρια επιστολή της καγκελαρίου Merkel που επαναλαμβάνει τη σταθερή γερμανική δέσμευση στις αρχές και αξίες του ΝΑΤΟ και της κοινής πορείας των τελευταίων 70 ετών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν τη δημιουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως μια από τα πιο επιτυχημένες μεταπολεμικές στρατηγικές τους. Τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδραμάτισαν πολύ σημαντικό ρόλο στη αίσια έκβαση του ψυχρού πολέμου, την ειρηνική μετάβαση στην μεταψυχροπολεμική εποχή και την εμπέδωση της τάξης στην ευρωπαϊκή Ήπειρο, μέσω της ενσωμάτωσης στους κόλπους της κρατών που άνηκαν στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Συγχρόνως εμφανίζονται και οι πρώτες φωνές που αναζητούν «περισσότερη Ευρώπη» καλώντας διστακτικά το Βερολίνο να αναλάβει τις υποχρεώσεις που το μέγεθος και η οικονομία της χώρας επιβάλλουν. Δεν είναι λίγοι οι Ευρωπαίοι οι οποίοι θεωρούν την περαιτέρω ενοποίηση ως τη μοναδική λύση στα προβλήματα της εποχής: τη ρωσική απειλή, την τουρκική αδιαλλαξία, το BREXIT και την οικονομική στασιμότητα της γηραιάς ηπείρου. Θέσεις πλήρους σύγκρουσης ή πλήρους χειραγώγησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις ΗΠΑ δεν αποτελούν αξιόλογες ερμηνευτικές προσέγγισης ούτε του ευρωπαϊκού εγχειρήματος εν γένει ούτε των διατλαντικών σχέσεων. Η αδυναμία πολιτικής ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα. Επίσης τυχόν ηγεμονικές αξιώσεις εντός της Ένωσης με σκοπό την αποτελεσματικότερη λειτουργία της, θα προκαλέσει εντάσεις εντός της Κοινότητας, αναβαθμίζοντας ακόμη περισσότερο τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Ας μη παρασυρόμαστε όμως, η αμερικανική αναδίπλωση, παρά τις δηλώσεις, φαντάζει ως ένα αρκετά μακρινό ενδεχόμενο. Όμως οι προεκλογικές δηλώσεις του Trump έχουν ήδη, μετά από αρκετό διάστημα, παρακινήσει ξανά τους Ευρωπαίους να συζητούν για κοινή άμυνα, πολιτική ασφάλειας και δυνάμεις ταχείας αντίδρασης!

Έχοντας ακροθιγώς αναλύσει το διεθνές περιβάλλον, ας προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε και τις συνέπειες της εκλογής Trump στη χώρα μας και φυσικά στη γεωπολιτική μας σημασία και στις τριβές με μια αναθεωρητική και απρόβλεπτη Τουρκία καθώς και τις εξελίξεις στα φλέγοντα οικονομικά μας προβλήματα. Στην παρούσα συγκυρία υπάρχουν σημαντικές συγκλίσεις συμφερόντων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ελλάδος ενώ η σταθεροποίηση και ανάκαμψη της Ελλάδας φαίνεται να αποτελεί βασικό ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον. Η αξίωση της Άγκυρας για μια πιο ανεξάρτητη, σε σχέση με τα δυτικά στρατηγικά προστάγματα, και αξίες εσωτερική και εξωτερική πολιτική είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.

Είναι γεγονός πως η αντιδυτική ρητορική του κυβερνόντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) προσδίδει στην Ελλάδα τη δυνατότητα περαιτέρω και εντονότερης προσέγγισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η προσπάθεια της Άγκυρας να καταστεί περιφερειακός ηγεμόνας στην Aνατολική Μεσόγειο και μάλιστα σχετικά αυτονομημένος από τις στρατηγικές επιλογές της Δύσης και κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών διαφοροποιεί σταδιακά τον τρόπο που προσεγγίζει το State Department τις διμερείς τους, και κατά συνέπεια και τις ελληνοαμερικανικές, σχέσεις.

Μέχρι την ανάληψη της διακυβέρνησης της Τουρκίας από το ΑΚΡ, ο τουρκικός αναθεωρητισμός, στα πλαίσια διακυβέρνησης των κεμαλικών κομμάτων, ήταν ενταγμένος στις  στρατηγικές προτεραιότητες της Δύσης. Συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν οι τουρκικές διεκδικήσεις να έχουν μεγαλύτερα περιθώρια αποδοχής από τις δυτικές πρωτεύουσες. Μια αναβαθμισμένη γεωπολιτικά και ισχυρότερη Τουρκία θα καταστεί ακόμη πιο αυτονομημένη από τις αμερικανικές στρατηγικές επιλογές.  Στην παρούσα συγκυρία ο περιορισμός του τουρκικού ηγεμονισμού φαίνεται να συνάδει όλο και περισσότερο με τον αμερικανικό παράγοντα, στο βαθμό υπονομεύει τα συμφέροντά του.

Υπό αυτό το πρίσμα οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις θα εξακολουθούν να είναι προβληματικές.  Η ξεχωριστή ιδιοσυγκρασία  του Trump  εκτιμάται ότι θα τον δυσκολέψει να κατανοήσει τις ιδιομορφίες και αντιπαλότητες στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και Αιγαίου. Ενδεχόμενη αρχική καλή διάθεση επαναπροσέγγισης με την Τουρκία μάλλον θα προσκρούσει στον «ιδιαίτερο» χαρακτήρα του τούρκου προέδρου και την μαξιμαλιστική πολιτικής της Αγκύρας. Ο παρορμητισμός του νέου Προέδρου θα προβληματιστεί από το κοσμοθεωρητικό χάσμα που θα διαγνώσει στον Τούρκο ομόλογό του. Θα είναι δύσκολο ενώ ο Τrump θα βάλλεται στο εσωτερικό ως απειλή για τον δημοκρατικό χαρακτήρα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος να υποστηρίζει τον Erdogan στο «μεταρρυθμιστικό» του έργο. Φυσικά η ελληνική εξωτερική πολιτική θα πρέπει να διαχειριστεί την αρχική περίοδο μέλιτος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών-Τουρκίας. (Θυμηθείτε τις «επαινετικές» προς την Τουρκική Δημοκρατία δηλώσεις του νεοεκλεγμένου Obama το 2008).

Περνώντας και στις οικονομικές συνέπειες υπενθυμίζουμε ότι ο Trump είχε στο παρελθόν δηλώσει ότι δεν θα ήθελε να αναμειχθεί στο ελληνικό ζήτημα. Μάλιστα στο παρελθόν είχε ισχυριστεί ότι το ευρώ δημιουργήθηκε για να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ πρόσφατα υπέδειξε στη Γερμανία να αναλάβει την επίλυση του προβλήματος του ελληνικού χρέους. Με αυτόν τον τρόπο ο Trump έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν σκοπεύει να επέμβει άμεσα στο ελληνικό ζήτημα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η χώρα μας δεν θα επηρεαστεί άμεσα και έμμεσα από τις πολιτικές και τις κινήσεις του.

Ένα από τα σενάρια που πρόσφατα εμφανίστηκε, αφορά μια ευνοϊκότερη  -χαμηλού profile- ρύθμιση του ελληνικού χρέους ώστε να ενισχυθεί η προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης.  Άλλωστε, το μήνυμα που έχουν λάβει οι Ευρωπαίοι από τις αμερικανικές εξελίξεις και σε συνδυασμό με το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, είναι ότι ο κίνδυνος της ισχυροποίησης του λαϊκισμού είναι σοβαρός ενώ η απειλή της ύφεσης από την ευρωζώνη δεν έχει εξοστρακιστεί. Τα μηνύματα και οι ανησυχίες έρχονται σε μια χρονική στιγμή που η Ελλάδα φαίνεται «κουρασμένη» από τη χρόνια λιτότητα ενώ τέσσερις χώρες (Ιταλία, Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία) προσέρχονται στις κάλπες μέσα στο επόμενο 12μηνο.

Ενδεχομένως, η αποτελεσματικότητα της «αυστηρής» και σε αρκετές περιπτώσεις οπορτουνιστικής, στάσης των ευρωπαίων πιστωτών έναντι της Ελλάδας, να τεθεί υπό συζήτηση κάτω από το πρίσμα της αβεβαιότητας που δημιουργούν τα προαναφερθέντα γεγονότα και εξελίξεις. Στο «καλό» αυτό σενάριο, η δρομολόγηση κοινά αποδεκτής βραχυπρόθεσμης-μεσοπρόθεσμης λύσης θα απαλλάξει τους Ευρωπαίους από ένα χρονίζον πρόβλημα καθώς νέα «μέτωπα» εμφανίζονται απειλητικά. Βεβαίως υπάρχει και ο αντίλογος, ο οποίος θέλει τους Ευρωπαίους να μην υποχωρούν, σε μια προσπάθεια να δώσουν το μήνυμα της υπεράσπισης των «political correct» (μονεταριστικών) επιλογών της αυστηρής δημοσιοοικονομικής πολιτικής και της διασφάλισης των χρημάτων των φορολογουμένων τους, καθόσον η υποστηριζόμενη χώρα (Ελλάδα) δεν έχει κατορθώσει να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της.

Την τελική επικράτηση του κάθε σεναρίου πιθανόν να κρίνει η στάση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο αν και ασκεί τις μεγαλύτερες πιέσεις για τη λιτότητα και τις μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, δεν έχει παραλείψει ούτε σε μία έκθεσή του από το 2014 να τονίζει την ανάγκη ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Μάλιστα, δεδομένης της ανάγκης της Γερμανίας να συμμετάσχει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, οι Ευρωπαίοι δεν αποκλείεται να υποκύψουν στον όρο της συμμετοχής του, ο οποίος δεν είναι άλλος από την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.

Ωστόσο, στο περίπλοκο αυτό μείγμα, θα πρέπει να τεθεί υπόψη ένας ακόμη παράγων που μπορεί –μεσοπρόθεσμα- να επιδράσει καταλυτικά στη στάση των Ευρωπαίων έναντι των ευάλωτων  εταίρων, όπως η Ελλάδα. Ο εμπορικός προστατευτισμός και η έμφαση στις εγχώριες επενδύσεις υποδομών στα οποία στοχεύει ο Trump μπορεί να προκαλέσουν επιστροφή των παραγωγικών δραστηριοτήτων των αμερικανικών επιχειρήσεων σε εθνικά εδάφη, στήριξη της τοπικής αγοράς εργασίας και συνεπακόλουθα ενίσχυση των φορολογικών εσόδων της χώρας. Τα κίνητρα που προφανώς θα δοθούν για την επιχειρηματική αναδίπλωση (εάν το εγχείρημα επιτύχει), θα καταφέρουν ένα σημαντικό πλήγμα στις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στις θέσεις εργασίας αυτών των χωρών. Η εξέλιξη αυτή θα αποδυναμώσει σημαντικά τις ευρωπαϊκές χώρες, ειδικά εκείνες που έχουν καθαρό εξαγωγικό προσανατολισμό, όπως είναι η Γερμανία, οι οποίες ταυτόχρονα αποτελούν και τους βασικούς πιστωτές της Ελλάδας, δυσχεραίνοντας έτι περαιτέρω τη μεσοπρόθεσμη στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Επίσης, θα αποδυναμώσει ασιατικές χώρες, όπως η Κίνα, η οποία θεωρείται ένας εκ των μεγαλύτερων επενδυτών στις ελληνικές υποδομές.

Τέλος, στις εξαγγελίες του Trump περιλαμβάνεται ένα λεπτομερές σχέδιο σταδιακής ενεργειακής απεξάρτησης της αμερικανικής οικονομίας από τρίτες χώρες, εξέλιξη που αναμένεται από τους περισσότερους αναλυτές να ασκήσει πιέσεις στην τιμή του πετρελαίου και άλλων ενεργειακών εμπορευμάτων. Σε περίπτωση επιβεβαίωσης του σεναρίου αυτού, εκτιμάται ότι θα δοθεί αφενός ώθηση στην παγκόσμια οικονομία και αφετέρου θα καθυστερήσει τις πληθωριστικές πιέσεις, συντηρώντας τις «διευκολυντικές» νομισματικές πολιτικές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί από την ανάκαμψη των μεγάλων οικονομιών στις οποίες στηρίζεται πολλαπλά, τόσο προσελκύοντας κεφάλαια, όσο και απολαμβάνοντας ευνοϊκότερη μεταχείριση από τους εταίρους, που θα γευθούν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Συνοψίζοντας, οι παράγοντες που θα επηρεάσουν τα φλέγοντα προβλήματα της χώρας μας είναι πολύπλοκοι, αντιφατικοί, απρόβλεπτοι και κάθε εκτίμηση εμπεριέχει κινδύνους. Παράλληλα, αυξάνεται στην διεθνή πολιτική σκηνή ο αριθμός των «μαθητευόμενων μάγων» που σαγηνεύουν και προσελκύουν τις ψήφους των συνεχώς αυξανομένων απογοητευμένων ανθρώπων. Η εκλογή Trump δημιουργεί περαιτέρω αβεβαιότητες αναφορικά με τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών που αναμφισβήτητα επηρεάζουν όλο τον κόσμο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί τις εξελίξεις προβληματισμένη και αμήχανη. Εμείς εδώ στην Ελλάδα ανησυχούμε για τις συνέπειες του κενού που θα δημιουργήσει μια ενδεχόμενη αμερικανική αναδίπλωση. Ταυτόχρονα ευελπιστούμε σε μια «επιστροφή» στην εποχή των «πατέρων της Ευρώπης» και της κοινοτικής αλληλεγγύης. Συγχρόνως όμως η ιδέα  της γερμανικής πρωτοκαθεδρίας στη γηραιά ήπειρο μας τρομάζει. Το διεθνές γίγνεσθαι είναι αρκετά ρευστό και υπό διαμόρφωση. Όμως ακόμη και η προ εικοσιπενταετίας κατάρρευση του σοβιετικού συνασπισμού απέδειξε την ύπαρξη αρκετών «σταθερών σημείων» στις διεθνείς σχέσεις και τη γεωστρατηγική. Στα χέρια λοιπόν της ελληνικής κυβέρνησης είναι να αναδείξει αυτά τα «σταθερά σημεία» προβάλλοντας τα κοινά συμφέροντα και έχοντας αφουγκραστεί τις νέες τάσεις να προσπαθήσει να εκμεταλλευθεί τη δυναμική τους. Σε τελευταία ανάλυση, μια κατάλληλη στρατηγική μπορεί να μην είναι πάντα ικανή να δημιουργήσει από μόνη της ευνοϊκές προϋποθέσεις τουλάχιστον όμως οφείλει να αποφύγει τα ολέθρια σφάλματα και να είναι έτοιμη να εκμεταλλευτεί τα σφάλματα των άλλων και τις συγκυρίες. Και η αρχή γίνεται τακτοποιώντας τα του οίκου της.

Το παρόν κείμενο ολοκληρώθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2016 και αποτελεί μια συλλογική προσπάθεια των:
Αλεξάνδρα Τόμπρα, Δημοσιογράφου, Πολιτικού Επιστήμονα, ΜΒΑ
Δημήτρη Στεργίου, Γεωοικονομικού Αναλυτή, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Ιπποκράτη Δασκαλάκη, Υποστρατήγου εα, Διευθυντού Μελετών ΕΛΙΣΜΕ
Χρήστου Ζιώγα, Μεταδιδακτορικού Ερευνητού και Διδάσκοντα Διεθνών  Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

[12 3 4 5  >>