Εθνική Στρατηγική

 1  2 

Μήπως οι μίζες στα εξοπλιστικά εξηγούν το "φοβικό σύνδρομο" της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής;...

    Οι αποκαλύψεις γιά τα εξοπλιστικά στην πραγματικότητα επιβεβαίωσαν την κοινή  πεποίθηση: ότι στην διαδικασία παραγγελιών στρατιωτικού υλικού εμφιλοχωρούσε εδώ και χρόνια αθρόος χρηματισμός των αρμοδίων αξιωματούχων. "Ο κόσμος το είχε τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι", κατά την λαϊκή παροιμία. Η τεραστίων διαστάσεων, όπως αποδεικνύεται τώρα, διαφθορά, ήταν διακομματική. Στην ουσία, το πολιτικό σύστημα της Μεταπολίτευσης χρησιμοποίησε τις μίζες α...

18-01-2014   Εθνική Στρατηγική

2014-03-17. Η γεωστρατηγική αξία του ελληνικού θαλάσσιου χώρου ...

«H κατάκτησις της Ελλάδος υπό μιας Μεγάλης Χερσαίας Δυνάμεως θα δώσει πιθανότατα εις αυτήν την Δύναμιν την δυνατότητα ελέγχου ολοκλήρου της Παγκοσμίου Νήσου». Sir Halford J. Mackinder ΕΔΩ! ολόκληρο το άρθρο....

17-03-2014   Εθνική Στρατηγική

2014-12-05. Εξωτερική πολιτική ντροπής...

Η σημερινή μέρα είναι άλλη μια μέρα που οι Έλληνες θα την θυμόμαστε με θλίψη. Ο λόγος είναι η κατάντια της εξωτερικής πολιτικής της χώρας μας που την απογυμνώνει από τα τελευταία ίχνη αξιοπρέπειάς της.Μετά το απίθανο ότι «η μουσουλμανική, η οθωμανική κληρονομιά είναι μέρος της εθνικής μας κληρονομιάς», το οποίο ξεστόμισε ο υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος πριν από λίγες μέρες, υφιστάμεθα σήμερα την ταπεινωτική επίσημη επίσκεψη του πρωθυπουργού και...

05-12-2014   Εθνική Στρατηγική

2015-02-20. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων...

ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση ΚρίσεωνΑναδημοσίευση από το περιοδικό ‘Νέα Πολιτική’, Τεύχος 12, Νοε-Δεκ 2014Η διαχείριση κρίσεων πρέπει να θεσμοθετηθεί και να γίνει μέρος μίας ριζικής πολιτικής μεταρρύθμισης.Η διαχείριση κρίσεων αντιμετωπίζεται, σύμφωνα με την διεθνή πρακτική και εμπειρία, σε πολλαπλά επίπεδα. Στο επίπεδο της πρόληψης, της πρόγνωσης και της εκτίμησης κινδύνου το έργο αυτό είναι καθήκον ενός Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας, που είναι ανύπαρκτο...

20-02-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-03-06. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων. Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ!...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στα πλαίσια της ενημέρωσης των μελών και αναγνωστών του, παρουσιάζει σε εβδομαδιαία βάση τα κείμενα του Φακέλου της Διαχείρισης Κρίσεων με την σειρά: -Η κρίση είναι ήδη εδώ, του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου, Μέλους του ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ, του Σμχου ε.α. Αναστασίου Μπασαρά, Αντιπροέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ! Θα ακολουθήσουν:-Η Διαχείριση της Κρίσης της Κούβας κ...

06-03-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-03-18. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων. Η ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΤΗΣ ΚΟΥΒΑΣ ΚΑΙ ΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στα πλαίσια της ενημέρωσης των μελών και αναγνωστών του, παρουσιάζει σε εβδομαδιαία βάση τα κείμενα του Φακέλου της Διαχείρισης Κρίσεων με την σειρά: -Η κρίση είναι ήδη εδώ, του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου, Μέλους του ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ, του Σμχου ε.α. Αναστασίου Μπασαρά, Αντιπροέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση της Κρίσης της Κούβας και τα Συμπεράσματά...

18-03-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-04-01. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων: ΑΠΕΙΛΕΣ ΚΑΙ ΣΥΣΤΗΜΑ ΧΕΙΡΙΣΜΟΥ ΚΡΙΣΕΩΝ...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στα πλαίσια της ενημέρωσης των μελών και αναγνωστών του, παρουσιάζει σε εβδομαδιαία βάση τα κείμενα του Φακέλου της Διαχείρισης Κρίσεων με την σειρά: -Η κρίση είναι ήδη εδώ, του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου, Μέλους του ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ, του Σμχου ε.α. Αναστασίου Μπασαρά, Αντιπροέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ!-Η Διαχείριση της Κρίσης της Κούβας και τα Συμπεράσματά...

01-04-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-04-17. ΦΑΚΕΛΟΣ: Διαχείριση Κρίσεων: Χειρισμός διακρατικών κρίσεων ασφαλείας και άμυνας, Ελληνο...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών, στα πλαίσια της ενημέρωσης των μελών και αναγνωστών του, παρουσίασε σε εβδομαδιαία βάση τα κείμενα του Φακέλου της Διαχείρισης Κρίσεων με την σειρά: -Η κρίση είναι ήδη εδώ, του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου, Μέλους του ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ! -Η Διαχείριση Κρίσεων στο ΝΑΤΟ, του Σμχου ε.α. Αναστασίου Μπασαρά, Αντιπροέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. ΕΔΩ! -Η Διαχείριση της Κρίσης της Κούβας και τα Συμπεράσμ...

17-04-2015   Εθνική Στρατηγική

2015-12-05. «Μηδείς αγεωγράφητος και ανιστόρητος εισίτω»....

Αυτή πρέπει να είναι η επιγραφή που θα πρέπει να τοποθετηθεί στην είσοδο του κοινοβουλίου, ώστε να αποτρέπεται η είσοδος σε κάθε πολιτικό πρόσωπο που στερείται βασικών γνώσεων Ιστορίας και Γεωγραφίας! Δυστυχώς φαίνεται πως οι απουσίες (κατά κόσμον «κοπάνες») που έκανε κάποτε στα προαναφερόμενα μαθήματα ο νεαρός Αλέξης Τσίπρας, μεταγενέστερα δεν επέδρασαν μόνο αρνητικά στη δημόσια εικόνα του ως πρωθυπουργού της χώρας, αλλά προκάλεσαν σε επίπεδο γε...

05-12-2015   Εθνική Στρατηγική

11/4/2016. “Είναι η Ειδομένη περιοχή μειωμένης εθνικής κυριαρχίας”; ...

Αναδημοσίευση από το 'MILITAIRE' Στις εικόνες που είδαμε, στα  γεγονότα στην Ειδομένη, φάνηκε οι Σκοπιανοί ένοπλοι (ένοπλοι λέμε) αστυνομικοί, να έχουν προχωρήσει μπροστά από τον φράχτη, προς την Ελληνική πλευρά!! Όμως, ο Υπουργός Άμυνας, μας διαβεβαίωσε (sic) ότι «δεν μπήκαν σε Ελληνικό έδαφος …. και όλα είναι υπό έλεγχο»!!!Ας το δεχθούμε αυτό που λέει ο Υπουργός και που το επιβεβαιώνει και η Κυβέρνηση (αν και επανειλημμένα έχουν συλληφθεί ψευδ...

11-04-2016   Εθνική Στρατηγική

6/5/2016. Δήλωση του Ρώσου υπουργού Εξωτερικών για το Αιγαίο...

Προειδοποίηση ότι η ανοχή και η «συνενοχή» των χωρών μελών του ΝΑΤΟ στις συνεχιζόμενες παραβιάσεις του ελληνικού εναερίου χώρου από την Τουρκία μπορεί να  έχουν «κακό τέλος», απηύθηνε ο Ρώσος υπουργός εξωτερικών Sergey Lavrov σε συνέντευξή του χθες, στην οποία εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση εναντίον της Τουρκίας για την «επεκτατική» πολιτική που ακολουθεί, η οποία αποκαλύπτει τις «νέο-Οθωμανικές φιλοδοξίες της». Μιλώντας στο ρωσικό πρακτορείο ειδήσεων...

06-05-2016   Εθνική Στρατηγική

20/5/2016. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας ...

Η εθνική ασφάλεια παραδοσιακά εθεωρείτο η προστασία της χώρας κατά των στρατιωτικών απειλών. Σήμερα όμως αυτή η αντίληψη είναι περιοριστική για την έννοια της εθνικής ασφάλειας, η οποία πλέον έχει μία ευρύτερη διάσταση και σύνθετη σημασία και δεν διέπεται μόνον από την πρόσκτηση και χρήση στρατιωτικών δυνάμεων και μέσων. Η αλληλεξάρτηση της εθνικής άμυνας, εξωτερικής πολιτικής, εθνικής οικονομίας, εσωτερικής ασφάλειας και πολιτικής προστασίας απο...

20-05-2016   Εθνική Στρατηγική

20/5/2016. Θυμηθείτε τον Θουκυδίδη. Πολιτική αποτροπής και όχι κατευνασμού....

          Τον τελευταίο καιρό και με αφορμή τα σκληρά μέτρα που λαμβάνονται από την Ελληνική κυβέρνηση , για την εκπλήρωση των δανειακών υποχρεώσεων, ακούγεται από μερίδα πολιτικών, δυστυχώς από μεγάλο φάσμα του πολιτικού χώρου διάφορες  αντιλήψεις, περί μείωσης του αμυντικού προϋπολογισμού της πατρίδος , όπως παλαιότερα «αντί ενός Μιράζ να κάνουνε ένα νοσοκομείο), προφανώς για να μην εφαρμοστούν περισσότερα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, όπως α...

20-05-2016   Εθνική Στρατηγική

14/6/2016. Θράκη: Τα βήματα που δεν έγιναν…...

Επισκοπώντας τις εξελίξεις στη Θράκη κατά τη μεταπολεμική περίοδο, μπορούμε να πούμε ότι κατά κανόνα το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε τη Θράκη ως μια μεθοριακή ζώνη, για την οποία δεν είχε κάποιο υψηλό όραμα. Η επισήμανση αυτή βεβαίως ισχύει και για άλλες ελληνικές περιφέρειες, όπως π.χ. η Ήπειρος, η Ανατολική Μακεδονία και εν γένει για όσες περιοχές βρίσκονταν έξω από τον άξονα Αθήνας-Θεσσαλονίκης. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας σ...

14-06-2016   Εθνική Στρατηγική

21/6/2016. «ΒΟΥΤΥΡΟ ή ΚΑΝΟΝΙΑ»...

Προ ημερών στην στήλη «Άμυνα και Διπλωματία» την προσοχή μου τράβηξε η είδηση της έγκρισης από τη βουλή του Ισραήλ ενός επιπλέον και μη ευκαταφρόνητου ποσού για τις ανάγκες άμυνας και ασφάλειας της χώρας. Συγκεκριμένα, η επιτροπή οικονομικών υποθέσεων της βουλής του Ισραήλ ενέκρινε την χορήγηση επιπλέον 3,4 δισεκατομμύρια δολαρίων για αμυντικές δαπάνες και ασφάλειας μετά από μια θυελλώδη συνεδρίαση κατά την οποία μέλη της αντιπολίτευσης κατηγόρησ...

21-06-2016   Εθνική Στρατηγική

10/9/2016. Athens Understanding Economic Forum. Γιατί όχι; ...

    Και ενώ η προσοχή όλων (δικαίως ή αδίκως) είναι στραμμένη στη ΔΕΘ όπου κάθε χρόνο (αδίκως) το ενδιαφέρον δεν είναι στην έκθεση per se με τις τεράστιες επιχειρηματικές ευκαιρίες εξαγωγικού χαρακτήρα τις οποίες αυτή δυνατόν να προσφέρει αλλά στις ανακοινώσεις/απολογισμούς/υποσχέσεις του πολιτικού κόσμου, στην Αθήνα θα λάβει χώρα μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνάντηση. O Έλληνας πρωθυπουργός έχει προσκαλέσει στις 9 Σεπτεμβρίου τους πρωθυπουργο...

10-09-2016   Εθνική Στρατηγική

12/11/2016. Διλήμματα και κίνδυνοι στο θέμα της Κύπρου...

Με λύπη μου παρατηρώ ότι για άλλη μια φορά το θέμα του νέου γύρου των διακοινοτικών συνομιλιών για την επίλυση του χρονίζοντος κυπριακού προβλήματος παραμένει, δυσανάλογα με τη σπουδαιότητα, υποβαθμισμένο στην πλειονότητα των «έγκυρων» ελληνικών ΜΜΕ. Πόσοι άραγε συμπολίτες μας γνωρίζουν ότι στις 07 Νοεμβρίου ξεκίνησε στο Mont Pelerin της  Ελβετίας ένα ακόμη γύρος των διακοινοτικών συνομιλιών για την εξεύρεση λύσεως; Φοβάμαι ότι εσκεμμένα η ελληνι...

12-11-2016   Εθνική Στρατηγική

2014-12-05. H Εθνική Αξιοπρέπεια...

Υπάρχει ένα άυλο αγαθό, απαραίτητο για την επιβίωση και την ιστορική συνέχεια των λαών, ιδίως αυτών που δεν διαθέτουν άφθονους υλικούς πόρους και πλούτο. Το αγαθό αυτό είναι η Εθνική Αξιοπρέπεια, που διασώζει ατομικά και συλλογικά τους πολίτες μίας χώρας από την απαξίωση, την ταπείνωση, τον εξευτελισμό, το ψυχικό σκότιος, και μεσοπρόθεσμα από την δουλεία και μακροπρόθεσμα από τον εκμηδενισμό τους.  Διαβάστε ΕΔΩ! τη συνέχεια....

05-12-2014   Εθνική Στρατηγική

Ελληνικό Ινσττούτο Στρατηγικών Μελετών: Σκοπιανό Ζήτημα...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών στη συνεδρίαση  του Διοικητικού Συμβουλίου της 11ης Ιανουαρίου 2018 και παρουσία πολυάριθμων μελών του συζήτησε το μείζον εθνικό θέμα των διαφορών της Ελλάδος με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ). Στο διατιθέμενο χρόνο παρουσιάστηκαν ενδιαφέρουσες αναλύσεις, προσεγγίσεις και τοποθετήσεις που κάλυψαν το σύνολο των επιμέρους ανοικτών ζητημάτων που επηρεάζουν τις σχέσεις μας με τη γ...

23-01-2018   Εθνική Στρατηγική

Βασίλειος Μαρτζούκος*: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ...

Οι εθνικές διακρατικές κρίσεις άμυνας και ασφάλειας αποτελούν συνήθως περιοδικές εξάρσεις μακροχρονίων σχέσεων εντάσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών με αντικρουόμενα συμφέροντα. Κατά την σύνθετη και ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο κρίσεων δοκιμάζεται η συνολική ετοιμότητα ενός κράτους, η οργανωτική και συντονιστική του υποδομή, ο μηχανισμός λήψεως αποφάσεων και κυρίως η γνώση, η εκπαίδευση, η εμπειρία και οι χειρισμοί της πολιτικής ηγεσίας...

17-03-2018   Εθνική Στρατηγική
 1  2 

Articles tagged with: ΠΟΛΙΤΙΚΗ

25/11/2016. Παρουσιάσεις ' Του Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής& Πολιτικής Ασφάλειας ΕΕ. Της Σφαιρικής Στρατηγικής Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ & της Έκθεσης της ΚΕΠΠΑ του 2016'

on Friday, 25 November 2016. Posted in Ανακοινώσεις

Ισμήνη Πάττα, Δρ Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, Μέλος του ΕΛΙΣΜΕ, Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

25/11/2016. Παρουσιάσεις ' Του Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής& Πολιτικής Ασφάλειας ΕΕ. Της Σφαιρικής Στρατηγικής Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ & της Έκθεσης της ΚΕΠΠΑ του 2016'

Την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου  2016 έγινε στα γραφεία του ΕΛΙΣΜΕ (Νίκης 11-Αθήνα, 4ος όροφος),

από τον Αναστάσιο Μπασαρά, Αντιπρόεδρο του ΕΛΙΣΜΕ η παρουσίαση του:


Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής & Ασφάλειας της ΕΕ,
(Συντάκτες του Φακέλου είναι:
Αναστάσιος Μπασαράς, Συντονιστής/Συντάκτης
Ισμήνη Πάττα, Συντάκτρια
Δημήτριος Στεργίου, Συντάκτης
Αχιλλέας Λέλας, Συντάκτης
Νικόλαος Δενιόζος, Συντάκτης
Χρήστος Ζιώγας, Συντάκτης
Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Συντάκτης).

Η παρουσίαση ΡΡΤ ΕΔΩ!
Το κείμενο του κειμένου θα γίνει διαθέσιμο σε όλους τους αναγνώστες μετά την 15/12/2016. Τώρα είναι διαθέσιμο μέσω της Αρχειοθήκης της ιστοσελίδας (ΕΔΩ!) μόνο στα μέλη και το ΔΣ του ΕΛΙΣΜΕ για σχολιασμό.

Ακολούθησαν οι παρουσιάσεις από την κυρία Ισμήνη Πάττα, Διδάκτωρ, Μέλος ΕΛΙΣΜΕ:

'Σφαιρική Στρατηγική Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας '&
'Έκθεση της ΚΕΠΠΑ 2016'

Η παρουσίαση ΡΡΤ ΕΔΩ!
Η Εκθεση ΕΔΩ!

Η όλη εκδήλωση, μέσα σε μια κατάμεστη αίθουσα, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα με μια πληθώρα ανοικτών και ειλικρινών ερωτο-απαντήσεων από το ακροατήριο, τους παρουσιαστές και συντάκτες του φακέλου!

BESA, By Emil Avdaliani: The China-US Confrontation: A Russian View

on Wednesday, 04 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

 

BESA Center Perspectives Paper No. 882, July 4, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: China and the US have different geopolitical imperatives, so tensions are bound to increase between the two powers. Russia’s position in the nascent confrontation will be important to watch, as it is simultaneously under pressure from the West and in the shadow of Chinese economic strength. Russia will likely see US-China competition as providing an opportunity to improve its own geopolitical position.

China, which is poised to become a powerful player in international politics thanks to its economic rise and concurrent military development, has strategic imperatives that clash with those of the US. Beijing needs to secure its procurement of oil and gas resources, which are currently most available through the Malakka Strait. In an age of US naval dominance, the Chinese imperative is to redirect its economy’s dependence – as well as its supply routes – elsewhere.

That is the central motivation behind the almost trillion dollar Belt and Road Initiative, which is intended to reconnect the Asia-Pacific with Europe through Russia, the Middle East, and Central Asia. At the same time, Beijing has a growing ambition to thwart US naval dominance off Chinese shores. With these factors involved, mutual suspicion between Beijing and Washington is bound to increase over the next years and decades.

Analysts have proposed various foreign policy scenarios about the likelihood of a coming showdown between the two powers. However, most of those analyses – some of which are very good – neglect the Russian position. That country, which stretches from the Baltic to the Pacific and is ensconced between the West and China, is poised to play a pivotal role in a possible US-China confrontation due to its geography and military and economic capabilities.

Moscow believes the US-China conflict might enable it to advance the Russian geopolitical agenda, which has been much constrained by the Europeans and the Americans over the past three decades.

The current crisis between Russia and the West is the product of many fundamental geopolitical differences in both the former Soviet space and elsewhere. Relations are thus likely to remain stalled well into the future barring large concessions by one of the sides. The successful western expansion into what was always considered the “Russian backyard” halted Moscow’s projection of power and diminished its reach into the north of Eurasia – between fast-developing China, Japan, and other Asian countries and the technologically modern European landmass.

Russia claims that its western borders are now vulnerable because NATO and the EU are marching eastward. In fact, Russia has far more vulnerable territories, such as the North Caucasus and porous Central Asia.

In some respects, the Russians are simply spending too much of their national energies on problems with the West. Costly military modernization and the support for separatist regimes in Moldova, Ukraine, and Georgia weigh heavily on the Russian budget.

Russians can rightly question why their country is spending so much on the former Soviet space when Russia’s current borders are more in Asia. Why is the country investing so much in unsuccessfully disrupting Western influence in many parts of the former Soviet space? This point is doubly strong when one looks at a map of Russia, with its vast tracts of uncultivated and largely unpopulated Siberian lands.

Today, Europe is a source of technological progress, as are Japan and China. Never in Russian history has there been such opportunity to develop Siberia and transform it into a power base of the world economy.

Russia’s geographical position is unique and will remain so for another several decades, as the ice cap in the Arctic Ocean is set to diminish significantly. The Arctic Ocean will be transformed into an ocean of commercial highways, giving Russia a historic opportunity to become a sea power.

Chinese and Japanese human and technological resources in the Russian far east, and European resources in the Russian west, can transform it into a land of opportunity.

Russia’s geographical position should be kept in mind when analyzing Moscow’s position vis-à-vis the China-US competition. However, apart from the purely economic and geographical pull that the developed Asia-Pacific has on Russia’s eastern provinces, the Russian political elite sees the nascent US-China confrontation as offering a chance to enhance its weakening geopolitical position throughout the former Soviet space. Russians are right to think that both Washington and Beijing will dearly need Russian support, and this logic is driving Moscow’s noncommittal approach towards Beijing and Washington. As a matter of cold-blooded international affairs, Russia wishes to position itself such that the US and China are strongly competing with one another to win its favor.

In allying itself with China, Russia would expect to increase its influence in Central Asia, where Chinese power has grown exponentially since the break-up of the Soviet Union in 1991. Although Moscow has never voiced official concerns about this matter, that is not to deny the existence of such concerns within the Russian political elite.

However, if Moscow chooses the US side, the American concessions could be more significant than the Chinese. Ukraine and the South Caucasus would be the biggest prizes, while NATO expansion into the Russian “backyard” would be stalled. The Middle East might be another sticking point where Moscow gets fundamental concessions – for example in Syria, should that conflict continue.

Beyond grand strategic thinking, this decision will also be a civilizational choice for the Russians molded in the perennial debate about whether the country is European, Asiatic, or Eurasian (a mixture of the two). Geography inexorably pulls Russia towards the east, but culture pulls it towards the west. While decisions of this nature are usually expected to be based on geopolitical calculations, cultural affinity also plays a role.

Tied into the cultural aspect is the Russians’ fear that they (like the rest of the world) do not know how the world would look under Chinese leadership. The US might represent a threat to Russia, but it is still a “known” for the Russian political elite. A China-led Eurasia could be more challenging for the Russians considering the extent to which Russian frontiers and provinces are open to large Chinese segments of population.

The Russian approach to the nascent US-China confrontation is likely to be opportunistic. Its choice between them will be based on which side offers more to help Moscow resolve its problems across the former Soviet space.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family 

 

CHATHAM HOUSE-Professor Matthew Goodwin: In 2018, Europe’s Populist Challenges Will Continue

on Wednesday, 03 January 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις, Παρουσίαση Ινστιτούτου

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Despite the ‘Macron moment’, traditional politics remains under pressure across the continent.
There is no doubt that nationalist populism will remain an important driver of Europe’s debates. As we showed in our 2017 Chatham House research paper on the future of Europe, elites across the EU identify populists as their number one challenge. Thus, as we leave 2017 it seems that many observers were too optimistic about the ‘Macron moment’ and the supposed defeat of nationalist populism that was reflected in losses for Marine Le Pen and Geert Wilders in the Netherlands.

HERE PDF

ΚΟΥΜΑΡΕΛΛΑΣ Όθωνας : Ο Ερντογάν ως γνήσιος εκφραστής μιας ηγεμονεύουσας δύναμης

on Sunday, 10 December 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Βασίλειος Μαρτζούκος, Αντιναύαρχος ε.α. ΠΝ, Επίτιμος Διοικητής Σ.Ν.Δ., Πρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

ΚΟΥΜΑΡΕΛΛΑΣ Όθωνας : Ο Ερντογάν ως γνήσιος εκφραστής μιας ηγεμονεύουσας δύναμης

Το ότι η Τουρκία δεν είναι φιλική χώρα είναι ένα αυταπόδεικτο γεγονός που το μαρτυρούν τα ιστορικά δρώμενα τουλάχιστον από το 1974 και μετά. Φυσικά αυτή η πραγματικότητα δεν έχει να κάνει με τις σχέσεις που μπορεί να αναπτύσσονται μεταξύ προσώπων, ή τη φιλία μεταξύ τους ανεξάρτητα από εθνική καταγωγή, ή θρήσκευμα, ή οτιδήποτε άλλο. Πολλοί μιλούν για «φιλία» μεταξύ των δύο λαών και τις προσπάθειες για την καλλιέργεια και την επικράτησή της.


Όμως αυτή η φιλία μεταξύ πολυπρόσωπων ομάδων, πολύ περισσότερο μεταξύ δύο ξεχωριστών λαών δεν είναι κάτι που εξαρτάται εν πολλοίς από τους ίδιους τους λαούς, που χωρίς τις κατάλληλες ηγεσίες αποτελούν άμορφες μάζες. Έχει να κάνει περισσότερο με τις ιστορικές καταβολές, τις μνήμες, τους εθνικούς οραματισμούς, τις στοχεύσεις και εν τέλει με τα γεωπολιτικά συμφέροντα κάθε μιας χώρας και το πως αυτά διεκδικούνται από τις ηγεσίες των χωρών και τα συστήματα εξουσίας που επικρατούν.

Η Τουρκία ως συνέχεια και διάδοχος της μεγάλης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας «κουβαλάει» τις ιστορικές μνήμες μιας ολόκληρης χιλιετίας και ουδέποτε έπαψε να διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή της εγγύς ανατολής και να προσβλέπει στην ανάκτηση της παλιάς αυτοκρατορικής της αίγλης, αλλά και στην αποκατάσταση της επιρροής της, αν όχι και των χαμένων εδαφών της.

Η Συνθήκη της Λωζάννης, όσο κι αν εμείς οχυρωνόμαστε πίσω από αυτήν -και προσώρας καλά κάνουμε- ήταν μια εξ ανάγκης συμφωνία επίλυσης του «ανατολικού» ζητήματος, που υπέγραψε ο Κεμάλ ευρισκόμενος σε μειονεξία έναντι της δυτικής «συμμαχίας» τότε, και προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα για τον ίδιο και τη χώρα του. Ήδη γι’ αυτόν ήταν μια πολύ καλύτερη συμφωνία από εκείνη της Συνθήκης των Σεβρών, που είχε προηγηθεί και πολύ χειρότερη γι’ εμάς. Ήταν όμως απόρροια ενός -με σύγχρονους όρους- «έντιμου» συμβιβασμού. Ενός συμβιβασμού που αποσκοπούσε στην κατοχύρωση των δυτικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή και παρεμπιπτόντως κάποιων από τα δικά μας που είχαμε κραυγαλέα ηττηθεί στα πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας, αλλά και της ίδιας της Τουρκίας, που ήταν μέχρι τότε η μεγάλη χαμένη μιας περιόδου – ενός τουλάχιστον αιώνα παρακμής. Μιας παρακμής, διαλυτικής, η οποία ανεκόπη με την επικράτηση των νεότουρκων και του Μουσταφά Κεμάλ. Ήταν μια συνθήκη όμως εξ ανάγκης, που πάντα θα αντιμετωπίζεται από την Τουρκία ως στενός «κορσές».

Μια ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη από τις σχέσεις των δύο χωρών οπτική και ανάλυση της πραγματικότητας αυτό δείχνει. Και είναι απολύτως κατανοητή. Είναι λοιπόν κατανοητή και απολύτως προβλέψιμη η συμπεριφορά της Τουρκίας, ανεξάρτητα από το ποιος ηγείται αυτής. Στο βαθμό μάλιστα που η γειτονική χώρα αισθάνεται ισχυρή δεν μπορούμε παρά να περιμένουμε τις αντίστοιχες προσπάθειες από την πλευρά της.
Και η Τουρκία, στη φάση αυτή, αισθάνεται μεν απειλούμενη και με πολλά ανοικτά μέτωπα με κυριώτερο το κουρδικό, αλλά ταυτόχρονα αρκούντως ισχυρή για να επιβάλλει τους δικούς της όρους και να διεκδικεί με παρρησία αυτό που κατανοεί ως δίκαιό της. Αυτό δείχνει όλη η στάση και συμπεριφορά της. Και δεν τα καταφέρνει καθόλου άσχημα, είναι αλήθεια. Είτε μας αρέσει, είτε όχι!

Το 1974 δεν έχασε καθόλου χρόνο και εκμεταλλεύτηκε τη μοναδική ευκαιρία με το πραξικόπημα της χούντας κατά του Μακαρίου και εισέβαλλε στην Κύπρο χωρίς δεύτερη σκέψη. Έκτοτε κατέχει το 40% περίπου του κυπριακού εδάφους και δεν αισθάνεται καθόλου την ανάγκη να διαπραγματευτεί. Κι όταν προσέρχεται σε συνομιλίες, το κάνει με τους όρους του ισχυρού προς τον αδύναμο. Έκτοτε δεν παραλείπει να εκμεταλλεύεται κάθε δική μας δυσκολία για να επιβάλλει γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο, να διεκδικεί ανοικτά πλέον τη δυτική Θράκη, μοχλεύοντας τον αλυτρωτισμό του ντόπιου μουσουλμανικού πληθυσμού, όπως και κάθε άλλου αλυτρωτισμού στη χερσόνησο των Βαλκανίων. Δεν κρύβει τις βλέψεις της στα εδάφη της βόρειας Συρίας και του Ιράκ, επεμβαίνοντας ακόμη και στρατιωτικά επί εδαφών, ενώ πρόθυμα έπαιξε το ρόλο του αποσταθεροποιητή στο μαλακό υπογάστριο της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης ενισχύοντας σχεδόν απροκάλυπτα τους αντίστοιχους αλυτρωτισμούς των μουσουλμανικών πληθυσμών στις νότιες περιοχές (ανεξάρτητα κράτη πια) της παλιάς Ένωσης.

Σήμερα η Τουρκία δεν διεκδικεί μόνο την παλιά αυτοκρατορική αίγλη, αλλά δεν κρύβει καθόλου τη φιλοδοξία των ηγετών της, να ηγηθεί του συνόλου του μουσουλμανικού κόσμου ως η πρώτη αν όχι μοναδική μουσουλμανική ισχυρή κρατική οντότητα, ικανή να «διαπραγματευτεί» με τη Δύση τα συμφέροντα του, με όρους, αν όχι ισχύος, τουλάχιστον ισοτιμίας.

Αν και κόκκινο πανί τόσο για τη Δύση, όσο και για τη Ρωσία, «παίζει» έξυπνα και με τους δύο εκμεταλλευόμενη τις μεταξύ τους αντιθέσεις, εξασφαλίζοντας πότε έτσι και πότε αλλιώς τα νώτα της στις προσπάθειες υπονόμευσης, ή και ανατροπής της στρατηγικής της. Διότι η Τουρκία διαθέτει μακροπρόθεσμη στρατηγική και συνδυάζει έξυπνα τις τακτικές της κινήσεις, εκμεταλλευόμενη κάθε ευκαιρία για να την εξυπηρετήσει.

Η Τουρκία και η Ευρωπαϊκή Ένωση
Πολλοί μιλούν -και στη χώρα μας- για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ελληνική πολιτική ηγεσία μάλιστα υποστηρίζει αναφανδόν αυτήν την προοπτική και πολλές φορές αναφέρεται ως η καλύτερη σύμμαχος της Τουρκίας στην προσπάθειά της αυτή. Φαίνεται, ότι οι Έλληνες πολιτικοί έχουν ασπαστεί και υποστηρίζουν την ιδέα ότι μια Τουρκία ενταγμένη στην Ε.Ε. θα πάψει να αποτελεί απειλή για τα εθνικά μας συμφέροντα.

Η ιδέα αυτή είναι εξαιρετικά αφελής και στηρίζεται περισσότερο στην επιθυμία των πολιτικών μας να απαλλαγούν το γρηγορότερο από τα προβλήματα της εξωτερικής μας πολιτικής και της άμυνας της χώρας, παρά σε μια ψυχραιμότερη αποτίμηση της πραγματικότητας σε σχέση με τη γείτονα χώρα και των γενικότερων επιδιώξεών της.

Πράγματι η Τουρκία επιδιώκει μια ενδεχόμενη ένταξή της στο ευρωπαϊκό «γίγνεσθαι», αλλά με τους δικούς της όρους. Αντίθετα με την Ελλάδα και τις ηγεσίες της που αισθάνονται αδύναμοι και υπήρξαν ανέκαθεν υποτελείς, η Τουρκία και οι ηγέτες της επιδιώκουν τις οποιεσδήποτε σχέσεις με τρίτους και με την ΕΕ με όρους της δικής τους εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την Τουρκία η οποιαδήποτε παραχώρηση κρατικής κυριαρχίας και μεταφορά των κέντρων λήψης αποφάσεων εκτός της χώρας σε υπερεθνικά κέντρα, που θα της επιβάλλουν τις πολιτικές. Η Τουρκία δεν είναι Ελλάδα, δηλαδή μια ανέκαθεν προτεκτορατοποιημένη χώρα.

Η Τουρκία στην ενταξιακή της επιδίωξη προσβλέπει στην άντληση άφθονων οικονομικών και άλλων πόρων, που της είναι αναγκαίοι, αλλά συνάμα και στη σταδιακή επιβολή των δικών της βουλήσεων στο εσωτερικό της Ευρώπης, ή τουλάχιστον στη συνδιαμόρφωση κρίσιμων αποφάσεων, μιας υπό διαμόρφωση νέας υπερδύναμης με την Τουρκία σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Κατά μια έννοια προσβλέπει σε «κατάκτηση» της Ευρώπης με διαφορετικούς όρους, έχοντας σύμμαχο τον ολοένα αυξανόμενο, σε αριθμό, μουσουλμανικό πληθυσμό στο εσωτερικό των χωρών της Ένωσης. Η λογική του «παντουρκισμού» επιβιώνει και γίνεται κυρίαρχη στις μέρες μας.

Αυτό που οι Έλληνες πολιτικοί αδυνατούν να διακρίνουν, το αντιλαμβάνονται πολύ καλά οι ηγεσίες της Δύσης, γι’ αυτό -και παρά τα λεγόμενα κατά καιρούς και τις ατέλειωτες διαπραγματεύσεις-, ουδέποτε θα δεχθούν μια Τουρκία -και μάλιστα μια σχετικά ισχυρή Τουρκία- στο δικό τους κλαμπ. Χρειάζονται την Τουρκία ως ενδεχόμενο οικονομικό «εταίρο» και για τις δικές τους ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις, στον βαθμό που η ίδια θεωρεί ότι εξυπηρετούνται οι δικές της, αλλά μέχρις εκεί.

Φυσικά αυτό το γνωρίζει πολύ καλά και η Τουρκία, ότι δηλαδή ουδέποτε θα γίνονταν αποδεκτή στην καρδιά της Δύσης ως συνδιαμορφωτής των πολιτικών διά μέσου των ευρωπαϊκών θεσμών και πράττει αναλόγως, φτάνοντας να ομιλεί ακόμα και για ρατσισμό από την πλευρά των ηγεσιών των κεντροευρωπαϊκών χωρών, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε αυτούς επειδή καρκινοβατούν οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις.
Το κλίμα αυτό όμως μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας καθόλου δεν αποτελεί καθησυχαστικό παράγοντα για την Ελλάδα και τα συμφέροντά της. Οι δυτικοί έχουν αποδείξει, ότι λειτουργούν με βάση τα στεγνά τους συμφέροντα και δεν είναι καθόλου βέβαιο, ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί ανταλλάξιμο είδος γι’ αυτούς. Πολύ περισσότερο σήμερα που την ελέγχουν πλήρως οικονομικά και πολιτικά.

Η Τουρκία και η Ελλάδα
Η Τουρκία έχει κάθε λόγο να διεκδικεί και να απαιτεί. Αισθάνεται αρκετά στρυμωγμένη στο Αιγαίο και επιδιώκει μέσα από τη δημιουργία «γκρίζων» ζωνών τον σταδιακό έλεγχό του, τόσο στον αέρα, όσο και στη θάλασσα. Δεν είναι μόνον τα υποτιθέμενα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που δημιουργούν κίνητρο για άσκηση επιθετικής πολιτικής από την πλευρά της. Ο συνολικός έλεγχος είναι το ζητούμενο και η τελική της επιδίωξη, που θα δημιουργήσει περαιτέρω προϋποθέσεις για τις επεκτατικές της βλέψεις προς δυσμάς.

Γνωρίζει πολύ καλά, ότι η Ελλάδα μέσα από μυωπικές πολιτικές αποξένωσε από το εθνικό της σώμα τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Δυτικής Θράκης και εκμεταλλευόμενη την πολιτική «κατευνασμού» και αδιαφορίας των Αθηνών έχει ήδη δημιουργήσει όλα εκείνα τα κατάλληλα «προγεφυρώματα» που θα της επιτρέψουν την άμεση ακόμα και εδαφική διεκδίκηση της Θράκης κι ενδεχομένως της Ανατολικής Μακεδονίας. Εξ άλλου διεκδικώντας μόνον να κερδίσει έχει, και τίποτα να χάσει, παίζοντας συνολικά το παιχνίδι του αλυτρωτισμού των μουσουλμάνων σε ολόκληρα τα Βαλκάνια, παρουσιαζόμενη ως σύμμαχος και προστάτης τους.

Το γιατί εμείς την διευκολύνουμε επιτρέποντας επισκέψεις στη Δυτική Θράκη ακόμα και στο υψηλότερο επίπεδο είναι πράγματι απορίας άξιον.
Εκεί όμως που η τουρκική επιθετικότητα και η αντίστοιχη πολιτική έχει θριαμβεύσει απέναντι στην Ελλάδα είναι στο κυπριακό ζήτημα. Η ελληνική πολιτική ηγεσία διακατεχόμενη από το δόγμα ότι η Κύπρος «κείται μακράν» έδειξαν εξ αρχής την πρόθεση να τελειώνουμε όπως – όπως με το πρόβλημα. Έτσι διολισθαίνοντας από υποχώρηση σε υποχώρηση σε θέσεις, ακόμη και στη ρητορική, η Ελλάδα εμφανίζεται σήμερα να εκλιπαρεί μια λύση ουσιαστικά μιας όσο το δυνατό λιγότερο αναξιοπρεπούς παράδοσης ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία μέσα από μεθοδεύσεις τύπου σχεδίου Ανάν.

Η Τουρκία είναι μια εχθρική χώρα
Εάν για την πολιτική ηγεσία και την ιθύνουσα τάξη της χώρας μας η Τουρκία αποτελεί ένα «θηρίο» που με γαλιφιές, ξόρκια και προσφορά λιχουδιών γίνεται προσπάθεια να εξημερωθεί και να γίνει φιλικό, η πραγματικότητα είναι για όλους μας διαφορετική.
Η Τουρκία είναι μια εχθρική χώρα. Όχι γιατί το θέλουμε εμείς, αλλά διότι έχει βλέψεις και στρατηγικούς σχεδιασμούς που δεν προσιδιάζουν με τα δικά μας εθνικά συμφέροντα, αλλά αντιτίθενται εμμονικά σε αυτά. Δεν κατανοεί από κατευνασμούς και πολιτικές οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Η Τουρκία μετά από στρατιωτική εισβολή κατέχει παράνομα το 40% του κυπριακού εδάφους. Η Τουρκία έχει βλέψεις δυτικά και είναι προσηλωμένη στην επίτευξη των στόχων της που τους επιτυγχάνει σταδιακά εκμεταλλευόμενη την ασυγχώρητη ημιμάθεια, την επιπολαιότητα και τις φοβίες των πάσης φύσης ηγεσιών της Ελλάδας.

Η Τουρκία μια μόνο γλώσσα καταλαβαίνει. Τη γλώσσα της ισχύος. Και η ισχύς δεν είναι μόνον η γλώσσα των όπλων, αλλά πρώτα η αδιαπραγμάτευτη διεκδίκηση του δικαίου και η χάραξη πολιτικής στρατηγικής για την επιβολή του.
Όταν όμως επιτρέπεις στον οιονδήποτε εχθρό να επισκέπτεται τη χώρα σου και να τον υποδέχεσαι ως υποτελής απέναντι στον κυβερνήτη, τότε του αναγνωρίζεις ως αναφαίρετο το δικαίωμά του στην ιταμότητα των διεκδικήσεων σε βάρος σου. Και αυτό το δικαίωμα ακριβώς άσκησε ο Ερντογάν ερχόμενος εδώ, αφού εμείς τον προσκαλέσαμε, και υπήρξε απόλυτα ειλικρινής!.
Το άρθρο αυτό αναρτήθηκε στο blog http://hereticalideas-gr.blogspot.gr στις 8-12-17

Ιωάννης Μπαλτζώης: Ο Σουλτάνος στην Ελλάδα. Αποτίμηση μιας Ιστορικής Επίσκεψης

on Sunday, 10 December 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης, Αντγος ε.α., Μέλος του ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Ιωάννης Μπαλτζώης: Ο Σουλτάνος στην Ελλάδα. Αποτίμηση μιας  Ιστορικής Επίσκεψης

H ιστορική επίσκεψη Τούρκου προέδρου στην Ελλάδα είναι η δεύτερη στην σύγχρονη ιστορία των δύο κρατών και με χρονική καθυστέρηση 65 ετών από την πρώτη του Τζελάλ Μπαγιάρ, στις 2 Δεκ 1952. Η δεύτερη ήταν του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν που έγινε στις 7 και 8 Δεκ. 2017 και άφησε το στίγμα της ως καινοφανής και ενδεχομένως μοναδική στα παγκόσμια διπλωματικά δρώμενα. Θα έπρεπε να το περιμέναμε; Ασφαλώς, λαμβάνοντας υπόψη την στάση, την συμπεριφορά και τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του Τούρκου προέδρου. Θα μπορούσαμε να το αποφύγουμε; Ενδεχομένως σε κάποιο βαθμό, αλλά αναλύοντας τα γεγονότα, με αιρετικό τρόπο, τελικά θα καταλήξουμε ότι μας ωφέλησε, έστω και αν φαίνεται αρχικά υπερβολικό και λανθασμένο συμπέρασμα. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.


 

12/3/2017. Οι σχέσεις Δύσης-Ρωσίας περνάνε από την Ουκρανία

on Sunday, 12 March 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Υποστράτηγος ε.α., Διευθυντής Μελετών, Μέλος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

12/3/2017. Οι σχέσεις Δύσης-Ρωσίας περνάνε από την Ουκρανία

Στις αρχές Φεβρουαρίου, λιγότερο από δύο βδομάδες από την ανάληψη των καθηκόντων του νέου προέδρου των ΗΠΑ, σφοδρές συγκρούσεις ξέσπασαν μεταξύ αυτονομιστών ανταρτών και ουκρανικών στρατευμάτων σε τμήματα της διαχωριστικής γραμμής. Οι συγκρούσεις χαρακτηρίστηκαν από τους διεθνείς παρατηρητές ως οι σφοδρότερες από τον Φεβρουάριο του 2015 και κόστισαν τη ζωή σε 25 περίπου ανθρώπους και από τις δύο πλευρές, ενόπλους αλλά και αμάχους. Σημειώθηκαν δεκάδες παραβιάσεις των συμφωνιών του Μινσκ, προωθήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές βαρέα όπλα στην αποστρατικοποιημένη ζώνη ενώ η έντονη ανταλλαγή πυρών πυροβολικού και ρουκετών επέφερε απώλειες και καταστροφές στις υποδομές. Οι εχθροπραξίες με την πάροδο των ημερών αποκλιμακώθηκαν χωρίς μέχρι σήμερα να έχει επέλθει πλήρης επιστροφή στη σχετική ηρεμία των τελευταίων μηνών.
Όπως πάντα, Ρωσία, Ουκρανία και αυτονομιστές επέρριψαν την υπαιτιότητα των συγκρούσεων στις άλλες πλευρές. Μόσχα και Κίεβο προχώρησαν σε κινητοποίηση των δυνάμεων τους στις διαχωριστικές γραμμές σε Κριμαία και Ανατολική Ουκρανία. Η πλευρά των αυτονομιστών και της Μόσχας κατηγορεί την κυβέρνηση του Κιέβου ότι εντείνει τις πολεμικές προετοιμασίες αποσκοπώντας σε μια τυχοδιωκτική ενέργεια ανακατάληψης των χαμένων εδαφών. Υπάρχουν πράγματι στοιχεία που αποδεικνύουν μια ενίσχυση των ουκρανικών δυνάμεων στις ανατολικές επαρχίες. Αντίστοιχες όμως και οι κατηγορίες των Ουκρανών που αποδίδουν την κλιμάκωση σε αποσταθεροποιητικές ενέργειες της Μόσχας. Την παρούσα χρονική στιγμή, η Μόσχα, ευρισκόμενη σε αναμονή της εκδήλωσης των προθέσεων του νέου αμερικανού Προέδρου, εκτιμάται ότι δεν επιθυμεί την ανάληψη μιας προκλητικής και αποσταθεροποιητικής ενέργειας. Αντικειμενικοί στόχοι της Μόσχας είναι η κατοχύρωση των κερδών στην Κριμαία, η «φινλανδοποίηση» της Ουκρανίας και η άρση των κυρώσεων. Μέχρι σήμερα ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (OSCE) δεν έχει αποδώσει σαφή πρωταρχική ευθύνη σε καμία από τις  αντιμαχόμενες πλευρές για την πρόσφατη αναζωπύρωση των συγκρούσεων, έχει όμως καταγράψει σημαντικές παραβιάσεις της εκεχειρίας με υπαιτιότητα αμφοτέρων.
Αξιοπρόσεκτη είναι και η αντίδραση της αμερικανικής πλευράς στα πρόσφατα γεγονότα. Ο εκπρόσωπος τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών εξέφρασε την ανησυχία του  για την αναζωπύρωση των συγκρούσεων καλώντας για άμεση διακοπή των εχθροπραξιών χωρίς να επιρρίψει ευθύνες σε οποιαδήποτε πλευρά. Διαφορετική η στάση των αμερικανών διπλωματών καριέρας στον OSCE που κατηγόρησαν Ρωσία και αυτονομιστές. Να σημειώσουμε ότι η νεοοτοποθετηθείσα Πρέσβης των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, Nikki Haley, στην πρώτη τοποθέτηση υπεραμύνθηκε της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας, αναφερόμενη στην Κριμαία ως αναπόσπαστο κομμάτι της τελευταίας και δηλώνοντας ότι οι κυρώσεις θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι οι Ρώσοι να επιστρέψουν την χερσόνησο στο Κίεβο.
Γεγονός είναι ότι οι προεκλογικές δηλώσεις του Trump έχουν δημιουργήσει ένα θολό τοπίο ως προς τις προθέσεις και τα επόμενα βήματα της Προεδρίας του. Η εκλογή του προκάλεσε ανησυχία στο  Κίεβο και σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι αλλεπάλληλες (δικαιολογημένες εν μέρει), δηλώσεις του Προέδρου Trump, για ανάγκη επαναπροσέγγισης με τη Μόσχα, έχουν θορυβήσει τους Ουκρανούς (και όχι μόνο) που ανησυχούν μήπως καταστούν τα εξιλαστήρια θύματα της επανεκκίνησης  των σχέσεων των δύο μεγάλων δυνάμεων.
Η εκπομπή διφορούμενων μηνυμάτων είναι αναπόσπαστο μέρος της διπλωματίας, σίγουρα επιτείνει τις ανησυχίες, ιδίως του ασθενέστερου μέρους και ενίοτε προκαλεί αυθαίρετες εκτιμήσεις και λανθασμένες ενέργειες. Εκτιμάται ότι η  Μόσχα προσβλέπει σε μια βελτίωση των αμερικανορωσικών σχέσεων που θα ανακούφιζε την οικονομία της από τις δυτικές κυρώσεις και θα απέφερε και ανάλογα πολιτικά και διπλωματικά κέρδη. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται ως πιθανή, η εκ μέρους της Μόσχας, επιδίωξη αναζωπύρωσης των συγκρούσεων. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η Ρωσία θα εγκαταλείψει τις ενέργειες που αποβλέπουν στον πειθαναγκασμό του Κιέβου για αποδοχή των θέσεων της. Σε τελευταία ανάλυση, τα δύο Πρωτόκολλα του Μινσκ έχουν καθορίσει μια σειρά ενεργειών των δύο αντιμαχομένων πλευρών που δεν έχουν υλοποιηθεί εξ αιτίας της αμοιβαίας καχυποψίας, των διαφορετικών ερμηνειών και των εθνικιστικών μαξιμαλιστικών εξάρσεων πολιτικών κομμάτων και των λαϊκών μαζών.
  Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ουκρανία είναι μια βαθύτατη διχασμένη χώρα. Η αρχική τοποθέτηση του προέδρου Poroshenko για μια ειρηνική επίλυση των προβλημάτων, σταδιακά έχει διολισθήσει, με ευθύνη πολλών πολιτικών παραγόντων της χώρας, σε μια εθνικιστική έξαρση που απορρίπτει, με διάφορα προσχήματα, την εφαρμογή των προβλεπομένων από τα δύο πρωτόκολλα του Μινσκ (επιβληθέντα είναι η αλήθεια στο Κίεβο λόγω αδυναμίας). Σίγουρα, η κατάσταση ωθείται στα άκρα και από την προβοκατόρικη θέση των αυτονομιστικών δυνάμεων αλλά και την αποφασιστικότητα της Ρωσίας για προσάρτηση της Κριμαίας. Εκρηκτικό πάντα το μείγμα, στις ταραγμένες περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας, με τοπικούς πολέμαρχους, μισθοφόρους και εγκληματικές ομάδες να προσπαθούν να διατηρήσουν τα προνόμια τους θέτοντας σε κίνδυνο την εύθραυστη εκεχειρία.
Η Ουκρανία για τη Ρωσία από ανέκαθεν θεωρείται ως ζωτικός χώρο και δύσκολα θα αποδεχθεί την διολίσθηση της στο δυτικό στρατόπεδο. Βέβαια η επιθετική συμπεριφορά της Μόσχας οδηγεί ακόμη και τους μετριοπαθείς Ουκρανούς σε μια αντιπαράθεση διαρκείας. Κανένα έθνος δεν μπορεί να δεχθεί αδιαμαρτύρητα την απώλεια εδάφους, ανεξάρτητα της πληθυσμιακής σύνθεσης ή τυχόν «τίτλων ιδιοκτησίας» που προβάλει ο κατακτητής. Από την άλλη μεριά, η Δύση διστάζει να θυσιάσει τις διακηρυγμένες αρχές του διεθνούς δικαίου, της ειρηνικής συνύπαρξης και μη επέμβασης που αποτέλεσαν το θεμέλιο της μεταπολεμικής ισορροπίας. Το «σύνδρομο του Μονάχου» ακόμη κατατρέχει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Εύλογα βέβαια κάποιος θα παρατηρήσει ότι οι ανησυχίες της Δύσεως είναι υποκριτικές καθόσον δεν υπήρξε ποτέ συνεπής τιμητής αυτών των αξιών και αρχών. Ενδεχομένως, Ευρώπη, ΗΠΑ και Ρωσία να επιθυμούν  μια επίλυση του ουκρανικού θέματος, η κάθε μια εξ αυτών για τους δικούς της ιδιαίτερους λόγους. Ειδικά η Ευρώπη παρατηρεί αμήχανη και αδύναμη την κατάσταση ευελπιστώντας στην επαναπροσέγγιση των δύο μεγάλων δυνάμεων.
Το ερώτημα είναι εάν οι δύο ηγεσίες, ΗΠΑ και Ρωσίας, θα αρπάξουν την ευκαιρία που δίνει η πρόσφατη εκλογή Trump, για να προχωρήσουν στην αναγκαία αναδίπλωση από ακραίες θέσεις και στην έναρξη διαλόγου για μια αρχική επαναπροσέγγιση που θα δώσει το κατάλληλο χώρο στη διπλωματία να παρουσιάσει μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Σε κάθε περίπτωση η λύση αυτή θα είναι οδυνηρή για την ταλαιπωρημένη Ουκρανία και θα καταδεικνύει τα τραγικά αδιέξοδα που προκαλεί η ασύνετη και καιροσκοπική αποδοχή εξωτερικών προτροπών και παρεμβάσεων χωρίς να υπάρχουν τα απαραίτητα εχέγγυα και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιφερειακή ισορροπία ισχύος.

15/2/2017. Ο Τραμπ, το Ισραήλ και η νέα Αμερικανική Πολιτική!!

on Wednesday, 15 February 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης, Αντγος ε.α., Μέλος του ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

15/2/2017. Ο Τραμπ, το  Ισραήλ και η νέα Αμερικανική Πολιτική!!

Είναι αδιαμφισβήτητο και γνωστό σε όλη την διεθνή κοινότητα, ότι το Ισραήλ αποτελούσε τον προβολέα  της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και ότι βέβαια το Ισραήλ  είναι μια πολύ φιλο-αμερικανική χώρα, ενδεχομένως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο.Οι σχέσεις των ήταν στενές και αδιάρρηκτες επί δεκαετίες.  Αυτή η κατάσταση  είχε ανατραπεί τα τελευταία οκτώ χρόνια με την προεδρία Ομπάμα, με αποτέλεσμα οι σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ να φθάσουν σε τόσο οριακό χαμηλό σημείο, ώστε το Ισραήλ να κατηγορεί ευθέως την διακυβέρνηση Ομπάμα  ως εχθρική ως προς  το Ισραήλ και να θεωρεί τον πρώην πρόεδρο Ομπάμα, ως μη φιλικό και περίπου σαν «PersonanonGrata». Έτσι η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, πανηγυρίστηκε και καλωσορίστηκε με ανακούφιση από την πλειοψηφία των Ισραηλινών, καθόσον θεώρησαν ότι χειρότερα δεν μπορούσε να γίνει.

Η συνέχεια ΕΔΩ!

25/1/2017. ΤΡΑΜΠ ΚΑΙ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ!!

on Wednesday, 25 January 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης, Αντγος ε.α., Μέλος του ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

25/1/2017. ΤΡΑΜΠ ΚΑΙ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ!!

Σε άρθρο του γράφοντος, Οκτώβριος  2016, σχετικά με τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ (τίτλος:Εκλογές ΗΠΑ, ο αγώνας για τις ψήφους των Εβραίων και την στήριξη του AIPAC)  αναφερθήκαμε στην  προσπάθεια  των υποψηφίων για την στήριξη τους από το πανίσχυρο Αμερικανικο-Εβραικό λόμπι, καθόσον αποτελεί κρίσιμο και ουσιαστικό παράγοντα νίκης.
Η «προσφορά»  του υποψήφιου Ντόναλντ Τραμπ ήταν κατά την άποψή μας  η καλυτέρα, καθότι  όπως έλεγε η ανακοίνωση του επιτελείου Τραμπ μετά την συνάντηση του μεγιστάνα με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό: «Ο Τραμπ αναγνώρισε ότι η Ιερουσαλήμ είναι η αιώνια πρωτεύουσα του εβραϊκού λαού εδώ και περισσότερα από 3.000 έτη κι ότι οι ΗΠΑ, υπό τη διακυβέρνηση Τραμπ, θα αποδεχθούν τελικά την εξουσιοδότηση που έδωσε προ πολλού το Κογκρέσο περί αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως της αδιαίρετης πρωτεύουσας του Κράτους του Ισραήλ», που στόχευσε και πέτυχε στην καρδιά της  Εβραϊκής εθνικής αντίληψης.

Η συνέχεια ΕΔΩ!

23/1/2017. Ο ΡΩΣΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ «ΚΑΜΕΝΗΣ ΓΗΣ» ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑ

on Monday, 23 January 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

23/1/2017. Ο ΡΩΣΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ «ΚΑΜΕΝΗΣ ΓΗΣ» ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑ

Αν ρίξουμε μια ματιά σε μια υδρόγειο σφαίρα θα δούμε ότι ο πλανήτης μας είναι ένας θαλάσσιος κόσμος όπου κυριαρχούν δύο μεγάλα νησιά. Για την ακρίβεια, ένα μεγάλο  και ένα μικρότερο. Το μεγάλο νησί είναι το σύμπλεγμα της Ευρασίας με την Αφρική, αυτό που ο Βρετανός γεωπολιτικός θεωρητικός Sir Halford Mackinder ονόμασε «Παγκόσμια Νήσο» (World Island) και το μικρότερο είναι η αμερικανική ήπειρος. Με βάση τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, η κυρίαρχη στεριά του κόσμου είναι η Παγκόσμια Νήσος ενώ η αμερικανική ήπειρος είναι δευτερεύουσας σημασίας έκταση, εξαρτώμενη από την Παγκόσμια Νήσο. Και πάλι με βάση τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, η κομβική ήπειρος στο σύμπλεγμα αυτό είναι η Ευρασία, ενώ υπαρξιακός πυρήνας της Ευρασίας είναι ο χώρος που ο Mackinder αναφέρει ως Heartland και ο οποίος ουσιαστικά ταυτίζεται με τη Ρωσία και το εγγύς εξωτερικό της Ρωσίας.

Ωστόσο, αν και η Ευρασία είναι το κέντρο του κόσμου, μέχρι σήμερα η ύπαρξη του στρώματος των αρκτικών πάγων ουσιαστικά την έκοβε σε δύο κομμάτια και καθιστούσε τους μεγάλους ωκεανούς του πλανήτη βασικούς διαύλους επικοινωνίας μεταξύ τoυ δυτικού και του ανατολικού κομματιού της.
Και οι ωκεανοί ελέγχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Έτσι, η κυρίαρχη χώρα του δεύτερου νησιού του πλανήτη, δηλαδή της αμερικανικής ηπείρου, ελέγχοντας τις ανοιχτές ωκεάνιες εκτάσεις, καθίστατο η σημαντικότερη χώρα του κόσμου, παρόλο που βρίσκεται σε μια περιφερειακή θέση.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν. Ένας συνδυασμός γεωγραφικών, τεχνολογικών και πολιτικών παραγόντων απειλεί να δημιουργήσει μια εν δυνάμει γεωπολιτική πραγματικότητα πρωτοφανή στην ανθρώπινη ιστορία.

Η ΤΗΞΗ ΤΩΝ ΑΡΚΤΙΚΩΝ ΠΑΓΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΑΣΙΑ
Ο πρώτος από αυτούς τους παράγοντες είναι η διαφαινόμενη τήξη του στρώματος των πάγων του Αρκτικού. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε πως όταν αναφερόμαστε σε τήξη των αρκτικών πάγων δεν εννοούμε τη πλήρη εξαφάνισή τους αλλά τη μείωση του στρώματός τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι διαχειρίσιμο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους από τα ρωσικά παγοθραυστικά.

Οι πιθανές συνέπειες από αυτήν την εξέλιξη αναμένεται να είναι κοσμογονικές.

Εδώ θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι μία από τις συνέπειες αυτής της πιθανής εξέλιξης είναι ότι δημιουργείται ένας νέος θαλάσσιος δρόμος, που επιτρέπει την επικοινωνία του ανατολικού κομματιού της Ευρασίας με το δυτικό, χωρίς να χρειάζονται κατ’ ανάγκην οι ανοικτές ωκεάνιες εκτάσεις.

Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι δημιουργείται ένα είδος διαδρόμου ταχείας κυκλοφορίας γύρω από την Ευρασία αλλά και γενικότερα γύρω από το σύμπλεγμα Ευρασίας – Αφρικής, που αποτελείται από τα εγγύς ύδατα στην περιφέρεια των δύο ηπείρων. Ο διάδρομος αυτός συμπληρώνεται από το πλέγμα των κλειστών θαλασσών στο εσωτερικό της Παγκόσμιας Νήσου και συγκεκριμένα, τη Βαλτική, τη Μαύρη Θάλασσα και κυρίως τη Μεσόγειο Θάλασσα, η οποία αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, το εσωτερικό αίθριο της Παγκόσμιας Νήσου. Δηλαδή το κέντρο της. Και κέντρο του κέντρου είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον της πιθανότητας δημιουργίας ενός νέου γεωπολιτικού χώρου, αποτελούμενου από τα περιφερειακά ύδατα γύρω από την Ευρασία και την Αφρική και από τις κλειστές θάλασσες στο εσωτερικό αυτού του πλέγματος. Άρα, βασικό στρατηγικό διακύβευμα των ερχόμενων δεκαετιών είναι ποιος θα ελέγξει αυτόν τον χώρο και ιδιαίτερα το κέντρο του, που είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Μέχρι πριν λίγο καιρό, η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ήταν εύκολη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δηλαδή, η κατεξοχήν ναυτική δύναμη του πλανήτη. Όμως, εδώ και μερικά χρόνια δραματικές αλλαγές στην τέχνη και την τεχνολογία του πολέμου, προερχόμενες κυρίως από την Κίνα, έχουν αλλάξει αυτό το δεδομένο.

Συγκεκριμένα, για δικούς της λόγους, η Κίνα έχει αναπτύξει οπλικά συστήματα και πολεμικές μεθοδολογίες που σκοπό έχουν να αμφισβητήσουν τη ναυτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών ακριβώς στα εγγύς ύδατα γύρω από την Ευρασία. Αυτές οι ικανότητες χαρακτηρίζονται από Αμερικανούς ειδικούς με το αρκτικόλεξο HEAT (High End Asymmetrical Threats) και βασίζονται στη δημιουργία πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (anti – acess area – denial {A2/AD}) που επιδιώκουν να μετατρέψουν τα πλεονεκτήματα του Αμερικανικού Ναυτικού σε μειονεκτήματα στα παράκτια ύδατα και να διώξουν τα αμερικανικά πολεμικά πλοία βαθιά στην ασφάλεια των ωκεανών.

Η περαιτέρω εξέταση αυτών των ικανοτήτων ξεφεύγει από τα όρια αυτής της παρουσίασης. Εδώ θα περιοριστούμε να πούμε ότι αιχμή του δόρατος αυτών των προσπαθειών είναι η ανάπτυξη ASBM (anti – ship ballistic missiles), δηλαδή εξειδικευμένων βαλλιστικών πυραύλων, ικανών να προσβάλουν πλοία επιφανείας εν κινήσει. Ο πιο γνωστός εκπρόσωπος των πυραύλων αυτών είναι ο περιβόητος Dong Feng 21D που χαρακτηρίζεται ως «φονέας αεροπλανοφόρων» (‘air carrier killer’).

Το πιο σημαντικό όμως είναι να γνωρίζουμε ότι οι ικανότητες αυτές δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της Κίνας, ούτε απαιτούν κάποιες ιδιαίτερα εξελιγμένες τεχνολογίες για να αναπτυχθούν. Ήδη κράτη σαν το Ιράν έχουν αρχίσει να επενδύουν σε αυτές ενώ είναι δεδομένο ότι την υψηλότερη τεχνολογία στους σχετικούς τομείς κατέχει η Ρωσία, άρα είναι σε θέση να αναπτύξει πλέγματα προβολής ισχύος από τη στεριά στη θάλασσα ανώτερα από αυτά της Κίνας ή οποιουδήποτε άλλου.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΤΩΝ ΩΚΕΑΝΩΝ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ;
Άρα, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, από γεωστρατηγικής άποψης, οι θάλασσες του πλανήτη τείνουν να χωριστούν σε δύο κομμάτια. Στις ανοιχτές ωκεάνιες εκτάσεις, όπου τον έλεγχο συνεχίζουν να έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και στα εγγύς ύδατα στην περιφέρεια και το εσωτερικό της Παγκόσμιας Νήσου, όπου η κυριαρχία διεκδικείται με αξιώσεις από τις χερσαίες ευρασιατικές δυνάμεις, δηλαδή τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες μετατρέπονται σε ένα είδος υβριδικών δυνάμεων με μεικτά χερσαία και θαλάσσια στοιχεία.

Ουσιαστικά δηλαδή, η Παγκόσμια Νήσος, συνδυασμένη με αυτό το νέο θαλάσσιο σύστημα των εγγύς περιφερειακών υδάτων και των κλειστών θαλασσών, κατά κάποιον τρόπο αποκόπτεται από τους ανοιχτούς ωκεανούς και δημιουργεί ένα είδος αυτόνομου κόσμου μέσα στον πλανήτη. 

Αυτή όμως είναι μια πιθανή εξέλιξη πολύ αρνητική για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως είπαμε και πριν, με βάση τις ίδιες τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, ολόκληρη η αμερικανική ήπειρος είναι δευτερεύουσας σημασίας στεριά, εξαρτώμενη από την Ευρασία. Κατά συνέπεια, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι σε θέση να ασκούν αποφασιστικής σημασίας δράσεις στην Ευρασία, τότε είναι καταδικασμένες να τεθούν στο περιθώριο.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μπορούσαν να καταφύγουν στην στρατηγική των Βρετανών προπατόρων τους. Δηλαδή στο διαίρει και βασίλευε που εφάρμοζε η Μεγάλη Βρετανία καθ’ όλη τη διάρκεια του λεγόμενου βεστφαλιανού συστήματος από το 1648 μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εδώ όμως εισέρχεται ένα τρίτος παράγοντας. Η οικονομική, πολιτική αλλά και στρατιωτική αποδυνάμωση των Ηνωμένων Πολιτειών που έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια. Μετά τον δεκαπενταετή ατέρμονα και χιμαιρικό «Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία», ο οποίος ρούφηξε την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, στέγνωσε το αμερικανικό θησαυροφυλάκιο και οδήγησε στο φιάσκο του Ιράκ και του Αφγανιστάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δείχνουν να έχουν ούτε τη δύναμη να επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε κομβικά σημεία της Ευρασίας δια της βίας αλλά ούτε και τα χρήματα ώστε να εξαγοράσουν συμμαχίες και συνεργασίες, όπως έκαναν στο παρελθόν.

Ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων απειλεί να οδηγήσει στην υλοποίηση ενός γεωπολιτικού εφιάλτη για τους Αμερικανούς. Στη δημιουργία μιας αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου, που θα έχει αποκοπεί από το ωκεάνιο σύστημα προβολής ισχύος και την οποία δεν θα μπορούν πλέον να ελέγχουν ούτε δια της σκληρής ούτε δια της ήπιας ισχύος, ενώ θα δυσκολεύονται να εφαρμόσουν την παραδοσιακή βρετανική πολιτική των επιλεκτικών και μη μόνιμων αντιπαλοτήτων και συμμαχιών, ώστε να αποτρέψουν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης ευρασιατικής δύναμης.

Μπαίνουμε λοιπόν στον πειρασμό να σκεφτούμε ότι για να ξεφύγουν από αυτό το αδιέξοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να εφαρμόζουν μια πολιτική καμένης γης σε κομβικά σημεία της Παγκόσμια Νήσου. Δηλαδή, να επιδιώκουν την καταστροφή κρατικών οντοτήτων που βρίσκονται σε κρίσιμες περιοχές του διεθνούς συστήματος, έτσι ώστε να δημιουργήσουν «μαύρες τρύπες» χάους, ρευστότητας και ασάφειας και κατά συνέπεια να αποτρέψουν το ενδεχόμενο σύναψης συμμαχιών και συνεργασιών των χωρών των περιοχών αυτών με τις μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, προεξαρχούσης της Ρωσίας. Με άλλα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες από τη στιγμή που δεν μπορούν να ελέγξουν συγκεκριμένες κομβικές περιοχές, ενδέχεται να προτιμούν να τις καταστρέψουν έτσι ώστε να μην τις ελέγξει κάποιος άλλος.

Και όπως είπαμε και πιο πάνω, το κομβικότερο σημείο αυτής της νέας αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου είναι το κέντρο της, δηλαδή η Ανατολική Μεσόγειος. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής γίνεται πιθανώς κατανοητή και η φαινομενικά παρανοϊκή πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή έναντι του ISIS, όπου από τη μία το καταπολεμούν και από την άλλη το υποστηρίζουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στρεφόμενες ενάντια στους σημαντικότερους αντιπάλους του και ιδιαίτερα ενάντια στη Ρωσία.

Από πλευράς της τώρα η Ρωσία, τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και γενικότερα στην ευρασιατική περιφέρεια, μάλλον θα επιθυμούσε να υπάρχουν σταθεροποιημένες κρατικές οντότητες, με ανταγωνιστικές μεν σχέσεις μεταξύ τους, αλλά συμπαγείς και αυτόφωτες, έτσι ώστε να μπορεί να εκμεταλλεύεται την κεντρική της γεωγραφική θέση στην Ευρασία και να τις θέτει ενώπιον του διλήμματος ότι αν δεν προχωρήσουν σε μια συνεργατική σχέση με τη Μόσχα, θα προχωρήσουν οι αντίπαλοί τους και θα αποκτήσουν πλεονέκτημα στον μεταξύ τους ανταγωνισμό.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που η Ινδία στραφεί γεωπολιτικά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Μόσχα θα μπορούσε να ενισχύσει με προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό το Πακιστάν, αλλάζοντας τα δεδομένα στις ισορροπίες ισχύος στην ινδική υποήπειρο. Αντιστοίχως, σε περίπτωση που η Κίνα επιχειρήσει να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στο σινορωσικό σύστημα, η Μόσχα θα μπορούσε να ενισχύσει δραστικά τις σχέσεις της με την Ινδία, διαμορφώνοντας ένα αντίρροπο μέγεθος έναντι του Πεκίνου.

Άρα, για τη Ρωσία χαοτικοί πόλεμοι, σαν αυτόν που διεξάγεται στη Συρία, οι οποίοι αποδομούν κρατικές οντότητες, πολύτιμες για τη μελλοντική γεωπολιτική της στρατηγική, είναι καταρχήν βλαβερές καταστάσεις που θα πρέπει να παύσουν να υφίστανται και να επικρατήσει η ειρήνη.

Αντιθέτως, για τις Ηνωμένες Πολιτείες παρόμοιες συγκρούσεις, που καταστρέφουν την ενότητα της αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου, διαλύουν τα βασικά συστατικά της στοιχεία, δηλαδή τα συμπαγή κράτη και αποτρέπουν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης ευρασιατικής δύναμης, είναι μια θετική κατάσταση που πρέπει να ενισχυθεί. 

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι, όντως, αυτό που συμβαίνει στη Συρία είναι ο ανταγωνισμός ηγεμονικών δυνάμεων, το γεγονός παραμένει ότι η μία εξ αυτών των δυνάμεων προωθεί μια γεωπολιτική στρατηγική που προϋποθέτει την ύπαρξη  συμπαγών και σταθερών κρατών, ενώ η άλλη επιδιώκει την ύπαρξη κατεστραμμένων κρατών, που δεν θα επιτρέψουν στη Ρωσία να δημιουργήσει την αρχιτεκτονική που αυτή θέλει στην περιφέρειά της.  

Βέβαια, αυτή η θεωρία μπορεί να φαίνεται σε πολλούς προϊόν συνωμοσιολογικής σκέψης. Καταρχάς, όμως, δεν αναφέρομαι σε  βεβαιότητες αλλά σε πιθανότητες. Επίσης, δεν αναφέρομαι, κατ’ ανάγκην, σε ένα συνειδητό και οργανωμένο σχέδιο, το οποίο χαράχθηκε από κυνικές και σοφές δεξαμενές σκέψης σε κάποιες σκοτεινές αίθουσες της Ουάσιγκτον. Αντιθέτως, μιλάω για μια απρόσωπη αντίδραση, που προκύπτει περίπου αυτοματοποιημένα από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών, λόγω των δραστικών αλλαγών στο διεθνές σύστημα που περιγράψαμε πιο πάνω, με τον ίδιο τρόπο που οι τριβές των τεκτονικών πλακών παράγουν σεισμικές δονήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι εντελώς λανθασμένα. Όμως, θεωρώ ότι μας προσφέρουν μια εναλλακτική θέαση των τεκταινομένων στη γειτονιά μας και ένα νέο πεδίο προβληματισμού. Γιατί, αν πράγματι υφίσταται έστω και η ελάχιστη πιθανότητα ότι  ισχυρά δυτικά κέντρα εξουσίας μπορεί να έχουν επενδύσει στην καταστροφή των κρατικών οντοτήτων σε κομβικά κομμάτια της Ευρασίας, για να μην δημιουργηθεί ένα ενιαίο γεωπολιτικό οικοδόμημα σε αυτήν, τότε δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα σταματήσουν στη Συρία. Όσο περισσότερες αποτυχημένες χώρες υπάρχουν στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου τόσο το καλύτερο για αυτούς. Και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά.

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγηση του υπογράφοντος στη διεθνή  επιστημονική ημερίδα με θέμα “Ο ρόλος της Ρωσίας στην εδραίωση της ειρήνης και ασφάλειας στη Μεσόγειο”, που διεξήγαν το Τμήμα Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών και το Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 19 Δεκεμβρίου 2016 στο αμφιθέατρο «Άλκης Αργυριάδης» στο κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

20/1/2017. Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

on Friday, 20 January 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

20/1/2017. Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


Ένα αξιοπρόσεκτο άρθρο του Ερόλ Μανίσαλι για το Κυπριακό*

   
(Φωτ.: sputniknews.com)

Άρθρο του Ερόλ Μανίσαλι1 στην εφ. Cumhuriyet, 17/1/2017.

Είναι μεγάλο λάθος να γίνονται τώρα οι διαπραγματεύσεις για την Κύπρο, σε μια περίοδο που η Τουρκία παλεύει με την τρομοκρατία και τον πόλεμο στη Συρία και που η εξουσία στην Άγκυρα δεν σκέφτεται τίποτε άλλο πέρα από το να θεσμοθετήσει την «ενός ανδρός αρχή» με τη μετατροπή του πολιτεύματος σε Προεδρευομένη Δημοκρατία. Η διαδικασία αυτή εγκυμονεί μεγάλα λάθη, όπως έγινε και στο άνοιγμα προς τους Κούρδους και τον Άσαντ(!).

Γιατί το ζήτημα της Κύπρου εκτός του ότι είναι ένα πρόβλημα των Τουρκοκυπρίων, σχετίζεται και με την ασφάλεια της Τουρκίας (και της Συνθήκης της Λοζάνης).

Η Τουρκία είναι αναγκασμένη να έχει σημαντική παρουσία στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Όχι μόνο από την άποψη των πηγών και των δρόμων μεταφοράς των ενεργειακών πρώτων υλών, αλλά είναι αναπόφευκτο να έχει εκεί ισχυρή παρουσία, για να εμποδίσει το σχέδιο για το Κουρδιστάν. Μια Τουρκία αποκομμένη από την Κύπρο, θα ανοίξει το δρόμο όχι μόνο για την εξαφάνιση των Τουρκοκυπρίων, αλλά και για την απώλεια των στρατηγικών συμφερόντων της στην περιοχή.

Οι κόκκινες γραμμές της Τουρκίας στις συζητήσεις
1.    Η Τουρκία πρέπει να παραμείνει έμπρακτη και αποτελεσματική εγγυήτρια δύναμη στην Κύπρο. Δεν πρέπει να δεχτεί σε καμία περίπτωση λύσεις όπου θα πάψει να είναι εγγυήτρια δύναμη μετά από κάποιον καιρό, ή να μεταβιβάσει αυτή την εξουσία της στην ΕΕ ή το ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα και η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι μέλη της ΕΕ και θα κάνουν ό,τι θέλουν στο πλαίσιο αυτό. Είναι φανερά αυτά που θέλει να κάνει το ΝΑΤΟ (και οι ΗΠΑ) στη Συρία. Μπορούν να επεκτείνουν την επιρροή του Κόμματος Δημοκρατικής Ενότητας PYD μέχρι το ακρωτήριο του Αγίου Ανδρέα και την Καρπασία. Η Τουρκία, η Ελλάδα και η Αγγλία πρέπει να παραμείνουν έμπρακτες και αποτελεσματικές εγγυήτριες δυνάμεις στην Κύπρο.
2.    Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ) πρέπει να έχουν συνεχή παρουσία την ΤΔΒΚ τουλάχιστον σε επίπεδο σώματος στρατού. Το κράτος των Ελληνοκυπρίων διαθέτει ισχυρό στρατό. Το κράτος των Ελληνοκυπρίων και η Ελλάδα, σε στρατιωτικό επίπεδο, λειτουργούν ως ένα σώμα. Οι στρατιωτικές βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας της Αγγλίας που χρησιμοποιούνται και από τις ΗΠΑ, βρίσκονται στο νησί ως «ιδιοκτησία των Άγγλων». Σε άρθρο που δημοσίευσα στις 16 Μαΐου 2008 στη στήλη μου «Στην Κόψη του Μαχαιριού» (Bıçak Sırtı),2 είχα αναφέρει ότι κάποιες «ξένες» χώρες έκαναν πρακτικές προετοιμασίες για κατασκευή στρατιωτικών βάσεων σε συγκεκριμένες περιοχές της ΤΔΒΚ. Η αεροπορική βάση που τότε χρησιμοποιούσαν οι ΤΕΔ είχε μεταβιβαστεί αθόρυβα στην εταιρία CAS. Μετά το δημοσίευμα δεν ήρθε καμία διάψευση ούτε από την Άγκυρα ούτε και από τις πρεσβείες των σχετικών χωρών. Μόνο ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, με μια ανακοίνωσή του, είχε πει τότε ότι «ο δημόσιος διαγωνισμός είχε γίνει κανονικά». Αν δεν απατώμαι, η απάντηση σε εκείνο το άρθρο μου δόθηκε από την οργάνωση του Γκιουλέν, με τη συνωμοσία της Εργκένεκον και τον εγκλεισμό της στρατιωτικής ηγεσίας των ΤΕΔ, που αντιδρούσαν στο σχέδιο εκείνο, στις φυλακές της Σηλυβρίας!
3.    Το να δοθεί το δικαίωμα στους Ελληνοκυπρίους να εγκαθίστανται ελεύθερα στην ΤΔΒΚ, θα έχει ως αποτέλεσμα στο μέλλον να μετατραπούν οι Τουρκοκύπριοι, όπως έγινε και στη Δυτική Θράκη, σε μειονότητα. Όπως η Τουρκία στις μέρες μας «βρίσκεται σε μειονεκτική θέση απέναντι στην Ελλάδα, λόγω των Τούρκων της Δυτικής Θράκης, έτσι θα βρεθεί σε περιθωριακή θέση και στην Κύπρο, όταν θα γίνουν μειονότητα οι Τουρκοκύπριοι στην περιοχή τους». Γι’ αυτό πριν από το 1974 οι Τουρκοκύπριοι είχαν αναγκαστεί να φύγουν, να μεταναστεύσουν στην Αγγλία, για να γλιτώσουν από την καταπίεση των Ελληνοκυπρίων. Η πρώτη κουβέντα εκείνων που ήρθαν στην εξουσία, στο τέλος του 2002, ήταν «Αυτή η υπόθεση, το Κυπριακό, δεν θα προχωρήσει με τον Ντενκτάς. Θα αλλάξουμε την 40ετή πολιτική μας στην Κύπρο». Και το Κυπριακό έφτασε σ’ αυτό το σημείο μετά το σχέδιο Ανάν. Προσπαθούν να αποκόψουν τελείως την Τουρκία από το νησί και από την ΤΔΒΚ, ως αποτέλεσμα του Μεγάλου Σχεδίου της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Πρώτα το Αιγαίο και τώρα η Κύπρος
Τα τελευταία χρόνια άρχισε η ενεργός κατάληψη των νησιών του Αιγαίου από την Ελλάδα. Μαζί με τον ελληνικό στρατό (που έχει εγκατασταθεί στα νησιά), εκεί κυματίζει και η ελληνική σημαία.

Τώρα ήρθε η σειρά για τη μεγάλη χαψιά, την Κύπρο.
Από τα νιάτα μου, από το 1963, τότε που ήμουν 23 χρονών, πέρασα τη ζωή μου μέσα στο «Ζήτημα της Κύπρου». Όταν ήμουν πρόεδρος Εξωτερικών Σχέσεων στην Εθνική Οργάνωση Νέων Τουρκίας (TMGT), υπερασπίστηκα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (CENYC) τα δικαιώματα που εξασφάλισαν στην Τουρκία και τους Τουρκοκυπρίους οι συνθήκες Γενεύης και Λονδίνου του 1960. Μετά το 1974 είχα στενές σχέσεις με τους αρμόδιους πολιτικούς στην Άγκυρα και με τον Ντενκτάς. Έγραψα περίπου δέκα βιβλία που εξηγούν το Κυπριακό Πρόβλημα. Αλλά ποτέ δεν υπήρξα τόσο απαισιόδοξος όσο σήμερα.

Από τη μία συνεχίζουν οι κρίσιμες συναντήσεις σε σχέση με την εξεύρεση λύσης στην Κύπρο, και από την άλλη βλέπω τα χάλια των πολιτικών και της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης. Και οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να αναρωτιούνται «Πώς κατάντησε έτσι η Τουρκία;»!

Φοβάμαι ότι, κατά πάσα πιθανότητα, όλα αυτά που είναι σε εξέλιξη, στις συνομιλίες για την εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό, είναι αντίθετα με τα εθνικά στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας, όπως αντίθετα ήταν το άνοιγμα που επιχείρησε η Άγκυρα προς τους Κούρδους και η προσέγγιση που έκανε η Τουρκία με τη «Μουσουλμανική Αδελφότητα» – και βλέπουμε τα αποτελέσματα.

Αν αύριο η ΤΔΒΚ βρεθεί στη θέση των Τούρκων της Δυτικής Θράκης, θα βγουν πάλι κάποιοι να δηλώσουν «κάναμε λάθος, εξαπατηθήκαμε»;

Αν συμβούν αυτά που φοβάμαι στο Κυπριακό, τότε ένα από αυτά που θα κληθούμε να πληρώσουμε για τις αλλαγές που επιχειρούνται το διάστημα αυτό στο σύνταγμα, θα είναι η Κύπρος.

* 1. [Σ.τ.ε.] Ο Ερόλ Μανίσαλι είναι ένας έμπειρος αρθρογράφος που ασχολήθηκε για περισσότερο από πενήντα χρόνια με το Κυπριακό, έχοντας γράψει περίπου δέκα βιβλία για το θέμα. Εδώ παρουσιάζει τις ενστάσεις του για την πορεία του Κυπριακού από την πλευρά των τουρκικών στρατηγικών συμφερόντων, και όπως αυτός τα αντιλαμβάνεται. Γι' αυτό και είναι άξιο προσοχής και μελέτης.
2. Στην εφ. Cumhuriyet. Μετάφραση: Σοφία Αγγελίδου
Επιμέλεια: Σάββας Καλεντερίδης

28/12/2016. Η δημόσια συζήτηση για τον επανακαθορισμό των αμερικανο-ϊσραηλινών σχέσεων

on Wednesday, 28 December 2016. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Χρήστος Ζιώγας, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων, Συνεργάτης του ΕΛΙΣΜΕ

28/12/2016. Η δημόσια συζήτηση για τον επανακαθορισμό των αμερικανο-ϊσραηλινών σχέσεων

Όταν ο John Mearsheimer και o Stephen Walt συνέγραψαν το άρθρο The Israel Lobby (London Review of Books, Vol. 28 No. 6 • 23 March 2006, p. 3-12) και κατόπιν εξέδωσαν το γνωστό βιβλίο The Israel Lobby and U.S. Foreign Policy, προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων στο πολιτικό και ακαδημαϊκό κατεστημένο των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς και στις αμερικανο-εβραϊκές οργανώσεις. Η βασική προβληματική και των δύο κειμένων εστιαζόταν στον ρόλο και την επιρροή που ασκεί το εβραϊκό λόμπυ στην χάραξη και στην εφαρμογή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Χρησιμοποιώντας στην ανάλυσή τους τα θεωρητικά εργαλεία του πολιτικού ρεαλισμού, της κυρίαρχης θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η ανεπιφύλακτη υποστήριξη των ΗΠΑ προς το κράτος του Ισραήλ, ιδίως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, υπονομεύει τα αμερικανικά συμφέροντα στην Μέση Ανατολή, και όχι μόνο. Η προσέγγισή τους βασίστηκε στην ορθολογική συμπεριφορά που ακολουθούν ή οφείλουν να ακολουθούν τα κράτη εντός του άναρχου διεθνούς συστήματος. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, πριν από κάθε δράση τα κράτη υπολογίζουν πάντα το εν δυνάμει κόστος ή όφελος έτσι ώστε να επιτύχουν τον αντικειμενικό τους σκοπό που είναι η εξυπηρέτηση των εθνικών τους συμφερόντων.

Είναι γεγονός πως κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πόλεμου το Ισραήλ παρείχε πραγματικά πολύτιμες γεωπολιτικές υπηρεσίες στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον, πολλών επιπέδων, ανταγωνισμό τους με τη Σοβιετική Ένωση, στο βαθμό που συνέβαλε στην επιδίωξη της Ουάσιγκτον για στρατηγική εποπτεία της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η αντιπαράθεση του Ισραήλ με τα αραβικά κράτη και οι νικηφόροι πόλεμοι ενίσχυσαν τη θέση των ΗΠΑ στην περιοχή, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης, οδηγώντας σε  αναθεώρηση των συμμαχικών επιλογών σημαντικών αραβικών κρατών της περιοχής, όπως συνέβη με την Ιορδανία μετά το 1967 και με την Αίγυπτο μετά το 1973.

Οι δύο κορυφαίοι θεωρητικοί των Διεθνών Σχέσεων ισχυρίστηκαν πως μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου δεν δικαιολογείται η αμερικανική πολιτική της αναφανδόν διπλωματικής, οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης του Ισραήλ, διότι δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Θεωρούν τη συνέχιση της εν λόγω πολιτικής ανορθολογική και ανέφικτη σε βάθος χρόνου. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οι Ηνωμένες Πολιτείες κυριάρχησαν πολιτικά, οικονομικά, ιδεολογικά και στρατιωτικά στο διεθνές σύστημα αποτελώντας τη μοναδική χώρα, που ακόμη και σήμερα, δύναται να ασκήσει πολιτική πλανητικών διαστάσεων.

Το Ισραήλ λόγω της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης δεν ήταν τόσο απαραίτητο στους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Η επιρροή των εβραϊκών οργανώσεων στην Ουάσιγκτον σκοπό είχε να καλύψει το έλλειμμα στρατηγικής αναγκαιότητας στη διαδικασία διαμόρφωσης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ένας επίσης ταγός της διεθνολογικής σκέψης, ο Kenneth Waltz -που με το έργο του συνέβαλε στην επιστημονική πληρότητα του γνωστικού αντικειμένου, καταδεικνύοντας τον τρόπο που αλληλεπιδρούν η δομή του διεθνούς συστήματος με τους κρατικούς δρώντες- υποστήριξε πως ένα κράτος για ορισμένους λογούς δύναται να ακολουθεί ανορθολογική εξωτερική πολιτική, όχι όμως σε βάθος χρόνου και όχι δίχως κόστος.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες στην παρούσα συγκυρία βρίσκονται σε μια μεταβατική κατάσταση. ‘Έχοντας σπαταλήσει μεγάλο μέρος του διπλωματικού, οικονομικού, στρατιωτικού και ηθικού πλεονεκτήματος, ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, δεν έχουν την πολυτέλεια να υιοθετούν ανορθολογικές επιλογές ακόμη και σε δευτερεύοντα, για εκείνες, στρατηγικά ζητήματα. Η συνέχιση δράσεων και πολιτικών που τα πιθανά αποτελέσματά τους δεν υποβάλλονται στη βάσανο του υπολογισμού του κόστους/οφέλους δεν αποτελούν ρεαλιστικές επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών στην προσπάθειά τους να παραμείνουν ο κυρίαρχος δρων του άναρχου και ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος. Εντός αυτού του πλαισίου η εξακολουθητική αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ θα έχει ενδεχομένως ένα συνεχώς διευρυμένο κόστος για τις ΗΠΑ.

Η κρίση στις αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις, επ’ αφορμή του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, είναι συνέπεια των προκλήσεων που αντιμετωπίζει πλέον η αμερικανική διπλωματία από τις υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις. Ο ανταγωνισμός με την Κίνα και τη Ρωσσία και η εξ’ αντικειμένου σημαίνουσα θέση του Ιράν στους περιφερειακούς συσχετισμούς πιθανώς θα διαφοροποιήσει σε κάποιο βαθμό για το State Department  εκ των πραγμάτων και την ιεράρχηση της ειδικής σχέσης με το Ισραήλ.

Σταδιακά, στους μηχανισμούς σχεδίασης και άσκησης της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης, οι εβραϊκές οργανώσεις θα δαπανούν περισσότερο χρόνο, χρήμα και διασυνδέσεις για να συνεχιστεί η υποστήριξη του Τελ Αβίβ από την Ουάσιγκτον που μεσοπρόθεσμα θα γίνεται μια διαδικασία ολοένα και πιο δύσκολη και μη ανεκτή για το αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Η πρόσφατη άκομψη επίσκεψη του Πρωθυπουργού Νετανιάχου στην Αμερική, παρακάμπτοντας τον Πρόεδρο Ομπάμα, αποτυπώνει μια νέα πραγματικότητα.
Δημοσιεύθηκε και στη Νέα Πολιτική.

 

18/11/2016. Η Προεδρική Εκλογή Trump και οι Δυνητικές Επιπτώσεις της στoν Κόσμο και στην Ελλάδα

on Friday, 18 November 2016. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφουν οι: Αλεξάνδρα Τόμπρα, Δημήτρης Στεργίου, Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Χρήστος Ζιώγας

18/11/2016. Η Προεδρική Εκλογή  Trump και οι Δυνητικές Επιπτώσεις της στoν Κόσμο και στην Ελλάδα

Οι προεδρικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες προκάλεσαν πολλές συζητήσεις και αναλύσεις για τα αίτια της απρόσμενης νίκης του Donald Trump, αλλά ακόμη περισσότερα ερωτηματικά για την υλοποίηση των συχνά αντιφατικών και ενίοτε «εμπρηστικών» προεκλογικών του δηλώσεων. Αναμφισβήτητο είναι το γεγονός ότι κατόρθωσε να κινητοποιήσει ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος που αισθάνεται απογοητευμένο με την αυξανόμενη οικονομική ανισότητα και την «υφαρπαγή» του πολιτικού συστήματος από τις θεσμοθετημένες και καλά οργανωμένες ομάδες συμφερόντων, όπως αναλύει και ο Francis Fukuyama σε πρόσφατο άρθρο του στο Foreign Policy. Οι αντιλήψεις και θέσεις του Trump, καίτοι έρχονται σε αντιπαράθεση με αυτές των ελίτ των ευρωπαϊκών χωρών και των \συμμάχων τους, εντούτοις συναντούν μια αυξανόμενη αποδοχή από τις πλατιές μάζες των αποκαλούμενων «απλών ανθρώπων», οι οποίοι ως επί το πλείστον κατατάσσουν (σωστά ή λάθος) τον εαυτό τους στην πλευρά των χαμένων του αμερικανογενούς φαινομένου της  παγκοσμιοποίησης. Είναι αλήθεια ότι η οικονομικές ανισότητες έχουν διευρυνθεί διότι η οικονομική παγκοσμιοποίηση έχει πλήξει τα μικρομεσαία οικονομικά στρώματα, την περίφημη «μεσαία τάξη» την οποία τόσο πολύ «μόχθησε» να δημιουργήσει και να καταξιώσει η μεταπολεμική οικονομική πραγματικότητα.

Έχοντας ορθά εντοπίσει αυτές τις τάσεις ο Trump προχώρησε στην υιοθέτηση μιας λαϊκιστικής ηγετικής φυσιογνωμίας και πραξεολογίας, υποσχόμενος με ένα μαγικό τρόπο να ανατρέψει όλες αυτές τις (αποτυχημένες συνταγές) αλυσιτελείς, για τον μέσο αμερικάνο πολίτη, καταστάσεις και τα οργανωμένα συμφέροντα. Μέχρι σήμερα ο Trump δεν έχει επιδείξει ένα ξεκάθαρο ανάλογο σχέδιο αλλά εξελισσόμενης της προεκλογικής του εκστρατείας κατέγραψε σημαντικές αναδιπλώσεις από σκληροπυρηνικές και αντισυμβατικές θέσεις του, χωρίς αυτή η κίνηση από μόνη της να αποτελεί οπωσδήποτε μειονέκτημα.

Παρά την σχετική άμβλυνση αρκετών θέσεων του και την ύπαρξη πολλαπλών εξισορροπητικών δομών του αμερικανικού πολιτικού συστήματος (τα γνωστά «checks and balances» παρότι το καθιστούν ιδιαίτερα πολύπλοκο και δυσνόητο εξασφαλίζουν τη σταθερότητα), η εκλογή του Trump εξακολουθεί να προκαλεί ανησυχία σε σημαντική μερίδα πολιτών στο εσωτερικό και εξωτερικό και κυρίως στις ηγεσίες συμμαχικών και μη κρατών. Αναλύσεις που βλέπουν το φως της δημοσιότητας θέλουν ορισμένες χώρες μέλη του ΝΑΤΟ να ανησυχούν από μια ενδεχόμενη αμερικανική στροφή στον απομονωτισμό ή ακόμη και από την επιλογή μιας πιο περιοριστικής ερμηνείας του αμερικανικού συμφέροντος. Συγχρόνως λεκτικές αναφορές για αναβίωση πρακτικών προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο δημιουργούν κλίμα αβεβαιότητος και κλονίζουν το βασικό συντελεστή της οικονομίας, την εμπιστοσύνη. Ρωσία και Κίνα φαίνεται να αποδέχονται, για διαφορετικούς λόγους εκάστη, με ικανοποίηση την εκλογή Trump, λόγω της εκλογικής αποτυχίας της καθεστηκυίας ελίτ και ευελπιστώντας να υλοποιήσει την μερική, έστω, αναδίπλωση των Ηνωμένων Πολιτειών από διάφορα σημεία του πλανήτη. Εν τούτοις, η επικράτηση ενός «αγνώστου» και ενδεχομένως απρόβλεπτου παράγοντα στο τιμόνι της υπερδύναμης, δημιουργεί προβληματισμούς στις ηγεσίες των χωρών που ενίοτε προτιμούν τη σταθερότητα του δοκιμασμένου, ίσως και ισχυρού, αντιπάλου. Όμως η επιλογή Trump έχει εν μέρει τις ρίζες της και στις παραδοσιακές σχολές σκέψης που εναλλασσόμενα κυριαρχούν ή επηρεάζουν έντονα το πολιτικό σκηνικό των Ηνωμένων Πολιτειών.

Στο επίπεδο της θεωρίας εξωτερικής πολιτικής και ειδικά σε σχέση με την αμερικανική πολιτική πραγματικότητα, προφανώς ο Trump εκπροσωπεί κυρίως την «τζακσονική» και ως ένα βαθμό την «τζεφερσονιανή» παράδοση των Ηνωμένων Πολιτειών. Η πρώτη αντιπροσωπεύει μια εσωστρεφή και συντηρητική πολιτική κουλτούρα με αναφορές στην τιμή, την ανεξαρτησία, το θάρρος και την στρατιωτική υπερηφάνεια. Χαρακτηριστικά παραδείγματα της «τζακσονιανής» επιρροής στο αμερικανικό  πολιτικό γίγνεσθαι αποτελούν οι περιπτώσεις στις οποίες επιτυχημένοι στρατηγοί αναδείχθηκαν ως σημαίνουσες πολιτικές προσωπικότητες. Οι αξίες του «τζακσονισμού» επενεργούν σημαντικό στη διαμόρφωση  της αμερικανικής  πολιτικής και συνέβαλαν στην εκλογή προέδρων όπως οι Robert Nixon και Ronald Reagan. Ο «τζακσονισμός» επανέκαμψε μεταψυχροπολεμικά ως μια περιορισμένη τάση προς το νεοαπομονωτισμό και την απεμπλοκή των Ηνωμένων Πολιτειών από τις πολυμερείς δεσμεύσεις, υποστηρίζοντας την υπεράσπιση των αμερικανικών εθνικών συμφερόντων μέσω μονομερών ενεργειών. Η «τζεφερσονιανή» σχολή ιεραρχεί ως το πλέον ζωτικό συμφέρον για τις Ηνωμένες Πολιτείες την διατήρηση της αμερικανικής δημοκρατίας στα πλαίσια ενός επισφαλούς κόσμου. Εντός αυτού του πλαισίου αναζητά πάντοτε μεθόδους για την υπεράσπιση της αμερικανικής ανεξαρτησίας με το μικρότερο δυνατό κόστος.

Συνηθίζεται όταν αναφερόμαστε στην κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών να μιλάμε για την  «administration» του συγκεκριμένο προέδρου και όχι για τον πρόεδρο μόνο. Αυτό διότι όπως είναι φυσικό ο πρόεδρος, ο οποίος στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων είναι προϊόν του πολιτικού και του κομματικού συστήματος,  περιστοιχίζεται από στρατιές συμβούλων οπότε στην ουσία οι αποφάσεις ίσως να λαμβάνονται από αυτόν όμως στην ουσία η πολιτική ασκείται από μία ομάδα. Ο κ. Trump θα είναι ένας πρόεδρος ο οποίος λόγω ιδιοσυγκρασίας, αλλά βασικά λόγω προέλευσης από τον σκληρό πυρήνα των επιχειρηματιών όπου πρυτανεύει η ρήση: «The bussines of bussines is bussines», πιθανόν να ασκεί περισσότερο ηγεσία και «decision making» από προηγούμενους προέδρους.

Η αλήθεια είναι ότι η εκλογή Trump, τουλάχιστον στο επίπεδο των μέχρι τώρα διακηρύξεων επαναθέτει μια σειρά ζητημάτων εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής καθώς και της θεωρίας των διεθνών σχέσεων. Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ έχουν δημιουργήσει ένα πολιτικό σύστημα με σημαντικά θεσμικά αντίβαρα και ασφαλιστικές δικλείδες, οι οποίες δεν επιτρέπουν προσωποπαγείς πρακτικές και πόσο μάλλον θεσμικές εκτροπές.  Επομένως δεν θα «κινδυνεύσει» η δημοκρατία στην χώρα επειδή εξελέγη ο Trump, ούτε επίσης αναμένονται δραματικές αλλαγές στην αμερικανική εξωτερική πολιτική. Εύλογες αμφιβολίες προκαλεί η διακηρυκτική πρόθεση της αμερικανικής αποστασιοποίησης από το διεθνές σύστημα, όταν διακηρυγμένος στόχος τους είναι η διατήρηση της αμερικάνικης ηγεμονίας. Στο σημερινό αλληλοεξαρτώμενο διεθνές σύστημα η παραπάνω πρόταση ηχεί τουλάχιστον αντιφατική. Το πιθανότερο ενδεχόμενο είναι οι διάφορες αντισυμβατικές διακηρύξεις να χρησιμοποιηθούν ως εργαλείο συνδιαλλαγής με συμμάχους και εχθρούς. Αναμφισβήτητα τροποποιήσεις σε διάφορα θέματα, τακτικής, κυρίως φύσεως, θα λάβουν χώρα προκαλώντας όμως ασύμμετρα αποτελέσματα στις επιδιώξεις και σχέσεις των μικροτέρων χωρών.

Οι αμερικανορωσικές σχέσεις θα εξακολουθήσουν, τουλάχιστον για την επόμενη τετραετία, να αποτελούν την σημαντικότερη πρόκληση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Η άναρχη φύση του διεθνούς συστήματος και ανατροφοδοτούμενες αξιώσεις ισχύος (αναλύεται σαφώς στο έργο «Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων» του John Mearsheimer, στα ίχνη του πάντα επικαίρου Θουκυδίδη), θα εξακολουθήσουν να προσδιορίζουν τις σχέσεις Ουάσιγκτόν-Μόσχας οι οποίες, παρά τις επιμέρους συγκλίσεις, θα είναι ανταγωνιστικές και αποκλίνουσες στα περισσότερα και σημαντικότερα ζητήματα. Η ενδεχόμενη μερική συναντίληψη των δυο ηγετών δεν αρκεί για να  υπερκεραστούν στρατηγικές αναγκαιότητες, χρόνιες διαφοροποιήσεις και αμοιβαία καχυποψία. Ούτε φυσικά και η πρώτη, μετά τις εκλογές, τηλεφωνική επικοινωνία Trump και Putin και η εκφρασθείσα αμοιβαία ανησυχία για τη μη ικανοποιητική κατάσταση των διμερών σχέσεων σηματοδοτεί την άμεση βελτίωσή τους. Με αυτήν την έννοια ίσως είναι υπερβολικοί οι φόβοι ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών για μια απομονωτική πολιτική που θα εγκαταλείψει την Ευρώπη (να αποτρέψει  αφ’ εαυτού της τον ρωσικό αναθεωρητισμό) στα «νύχια της ρωσικής αρκούδας».

Τοιουτοτρόπως και η πολυσυζητημένη, εδώ και χρόνια, ανάσχεση της Κίνας στον Ειρηνικό, διέρχεται μέσα από μια σειρά συνεργασιών με φιλικές προς την Ουάσινγκτον χώρες (Ιαπωνία, Νότιος Κορέα, Σιγκαπούρη κλπ). Ορισμένες όμως από τις ασιατικές χώρες, σήμερα αισθάνονται άβολα και αναζητούν διαύλους επικοινωνίας και προς το Πεκίνο. Η φυσιολογική αυτή, για τις διεθνείς σχέσεις, αντίδραση δε συνεπάγεται την κατάρρευση της αμερικανικής παρουσίας και ενδιαφέροντος για την περιοχή αλλά καταδεικνύει την ανασφάλεια, την κινητικότητα και την προσαρμοστικότητα που επιδεικνύουν όλοι οι διεθνείς «παίκτες». Η μεταψυχροπολεμική κινέζική εξωτερική πολιτική χρησιμοποίησε επιτυχώς τις πολιτικές και οικονομικές διευθέτησης της αμερικανοβαρούς διεθνούς τάξης, την εν λόγω περίοδο, βελτιώνοντας καίρια τους συντελεστές ισχύος της.  Μέχρι την τρέχουσα συγκυρία η Κίνα προδίδει μεγαλύτερη έμφαση στην οικονομική της ανάπτυξη και ιεραρχώντας ως σημαντικότερα τα εσωτερικά θέματα, που άπτονται της συνοχής και νομιμοποίησης προς την κρατική εξουσία, θα αποφύγει, βραχυπρόθεσμα, την άμεση αντιπαράθεση με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Από την άλλη πλευρά, ριζοσπαστικές προεκλογικές δηλώσεις του νέου Προέδρου, παραδείγματος χάριν  για αύξηση των δασμών των προϊόντων από την Κίνα, αφενός απαιτούν έγκριση των νομοθετικών σωμάτων και αφετέρου, οδηγούν σε μια σειρά δικαστικών προσφυγών (στην καλύτερη περίπτωση) και σε αλυσιδωτή ανεξέλεγκτη σειρά αντιποίνων.

Μια πρώτη ένδειξη των ευρωπαϊκών ανησυχιών αλλά και θέσεων αποτυπώθηκε στη συγχαρητήρια επιστολή της καγκελαρίου Merkel που επαναλαμβάνει τη σταθερή γερμανική δέσμευση στις αρχές και αξίες του ΝΑΤΟ και της κοινής πορείας των τελευταίων 70 ετών. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θεωρούν τη δημιουργία των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ως μια από τα πιο επιτυχημένες μεταπολεμικές στρατηγικές τους. Τα κράτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης διαδραμάτισαν πολύ σημαντικό ρόλο στη αίσια έκβαση του ψυχρού πολέμου, την ειρηνική μετάβαση στην μεταψυχροπολεμική εποχή και την εμπέδωση της τάξης στην ευρωπαϊκή Ήπειρο, μέσω της ενσωμάτωσης στους κόλπους της κρατών που άνηκαν στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Συγχρόνως εμφανίζονται και οι πρώτες φωνές που αναζητούν «περισσότερη Ευρώπη» καλώντας διστακτικά το Βερολίνο να αναλάβει τις υποχρεώσεις που το μέγεθος και η οικονομία της χώρας επιβάλλουν. Δεν είναι λίγοι οι Ευρωπαίοι οι οποίοι θεωρούν την περαιτέρω ενοποίηση ως τη μοναδική λύση στα προβλήματα της εποχής: τη ρωσική απειλή, την τουρκική αδιαλλαξία, το BREXIT και την οικονομική στασιμότητα της γηραιάς ηπείρου. Θέσεις πλήρους σύγκρουσης ή πλήρους χειραγώγησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης από τις ΗΠΑ δεν αποτελούν αξιόλογες ερμηνευτικές προσέγγισης ούτε του ευρωπαϊκού εγχειρήματος εν γένει ούτε των διατλαντικών σχέσεων. Η αδυναμία πολιτικής ολοκλήρωσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξυπηρετεί τα αμερικανικά συμφέροντα. Επίσης τυχόν ηγεμονικές αξιώσεις εντός της Ένωσης με σκοπό την αποτελεσματικότερη λειτουργία της, θα προκαλέσει εντάσεις εντός της Κοινότητας, αναβαθμίζοντας ακόμη περισσότερο τον ρόλο των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφαλείας. Ας μη παρασυρόμαστε όμως, η αμερικανική αναδίπλωση, παρά τις δηλώσεις, φαντάζει ως ένα αρκετά μακρινό ενδεχόμενο. Όμως οι προεκλογικές δηλώσεις του Trump έχουν ήδη, μετά από αρκετό διάστημα, παρακινήσει ξανά τους Ευρωπαίους να συζητούν για κοινή άμυνα, πολιτική ασφάλειας και δυνάμεις ταχείας αντίδρασης!

Έχοντας ακροθιγώς αναλύσει το διεθνές περιβάλλον, ας προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε και τις συνέπειες της εκλογής Trump στη χώρα μας και φυσικά στη γεωπολιτική μας σημασία και στις τριβές με μια αναθεωρητική και απρόβλεπτη Τουρκία καθώς και τις εξελίξεις στα φλέγοντα οικονομικά μας προβλήματα. Στην παρούσα συγκυρία υπάρχουν σημαντικές συγκλίσεις συμφερόντων μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ελλάδος ενώ η σταθεροποίηση και ανάκαμψη της Ελλάδας φαίνεται να αποτελεί βασικό ενδιαφέρον της Ουάσινγκτον. Η αξίωση της Άγκυρας για μια πιο ανεξάρτητη, σε σχέση με τα δυτικά στρατηγικά προστάγματα, και αξίες εσωτερική και εξωτερική πολιτική είχε ως αποτέλεσμα την επιδείνωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων.

Είναι γεγονός πως η αντιδυτική ρητορική του κυβερνόντος Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) προσδίδει στην Ελλάδα τη δυνατότητα περαιτέρω και εντονότερης προσέγγισης με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η προσπάθεια της Άγκυρας να καταστεί περιφερειακός ηγεμόνας στην Aνατολική Μεσόγειο και μάλιστα σχετικά αυτονομημένος από τις στρατηγικές επιλογές της Δύσης και κυρίως των Ηνωμένων Πολιτειών διαφοροποιεί σταδιακά τον τρόπο που προσεγγίζει το State Department τις διμερείς τους, και κατά συνέπεια και τις ελληνοαμερικανικές, σχέσεις.

Μέχρι την ανάληψη της διακυβέρνησης της Τουρκίας από το ΑΚΡ, ο τουρκικός αναθεωρητισμός, στα πλαίσια διακυβέρνησης των κεμαλικών κομμάτων, ήταν ενταγμένος στις  στρατηγικές προτεραιότητες της Δύσης. Συνέπεια αυτού του γεγονότος ήταν οι τουρκικές διεκδικήσεις να έχουν μεγαλύτερα περιθώρια αποδοχής από τις δυτικές πρωτεύουσες. Μια αναβαθμισμένη γεωπολιτικά και ισχυρότερη Τουρκία θα καταστεί ακόμη πιο αυτονομημένη από τις αμερικανικές στρατηγικές επιλογές.  Στην παρούσα συγκυρία ο περιορισμός του τουρκικού ηγεμονισμού φαίνεται να συνάδει όλο και περισσότερο με τον αμερικανικό παράγοντα, στο βαθμό υπονομεύει τα συμφέροντά του.

Υπό αυτό το πρίσμα οι αμερικανοτουρκικές σχέσεις θα εξακολουθούν να είναι προβληματικές.  Η ξεχωριστή ιδιοσυγκρασία  του Trump  εκτιμάται ότι θα τον δυσκολέψει να κατανοήσει τις ιδιομορφίες και αντιπαλότητες στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου και Αιγαίου. Ενδεχόμενη αρχική καλή διάθεση επαναπροσέγγισης με την Τουρκία μάλλον θα προσκρούσει στον «ιδιαίτερο» χαρακτήρα του τούρκου προέδρου και την μαξιμαλιστική πολιτικής της Αγκύρας. Ο παρορμητισμός του νέου Προέδρου θα προβληματιστεί από το κοσμοθεωρητικό χάσμα που θα διαγνώσει στον Τούρκο ομόλογό του. Θα είναι δύσκολο ενώ ο Τrump θα βάλλεται στο εσωτερικό ως απειλή για τον δημοκρατικό χαρακτήρα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος να υποστηρίζει τον Erdogan στο «μεταρρυθμιστικό» του έργο. Φυσικά η ελληνική εξωτερική πολιτική θα πρέπει να διαχειριστεί την αρχική περίοδο μέλιτος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών-Τουρκίας. (Θυμηθείτε τις «επαινετικές» προς την Τουρκική Δημοκρατία δηλώσεις του νεοεκλεγμένου Obama το 2008).

Περνώντας και στις οικονομικές συνέπειες υπενθυμίζουμε ότι ο Trump είχε στο παρελθόν δηλώσει ότι δεν θα ήθελε να αναμειχθεί στο ελληνικό ζήτημα. Μάλιστα στο παρελθόν είχε ισχυριστεί ότι το ευρώ δημιουργήθηκε για να ανταγωνιστεί τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ πρόσφατα υπέδειξε στη Γερμανία να αναλάβει την επίλυση του προβλήματος του ελληνικού χρέους. Με αυτόν τον τρόπο ο Trump έχει ξεκαθαρίσει ότι δεν σκοπεύει να επέμβει άμεσα στο ελληνικό ζήτημα, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι η χώρα μας δεν θα επηρεαστεί άμεσα και έμμεσα από τις πολιτικές και τις κινήσεις του.

Ένα από τα σενάρια που πρόσφατα εμφανίστηκε, αφορά μια ευνοϊκότερη  -χαμηλού profile- ρύθμιση του ελληνικού χρέους ώστε να ενισχυθεί η προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης.  Άλλωστε, το μήνυμα που έχουν λάβει οι Ευρωπαίοι από τις αμερικανικές εξελίξεις και σε συνδυασμό με το αποτέλεσμα του βρετανικού δημοψηφίσματος, είναι ότι ο κίνδυνος της ισχυροποίησης του λαϊκισμού είναι σοβαρός ενώ η απειλή της ύφεσης από την ευρωζώνη δεν έχει εξοστρακιστεί. Τα μηνύματα και οι ανησυχίες έρχονται σε μια χρονική στιγμή που η Ελλάδα φαίνεται «κουρασμένη» από τη χρόνια λιτότητα ενώ τέσσερις χώρες (Ιταλία, Αυστρία, Γαλλία, Γερμανία) προσέρχονται στις κάλπες μέσα στο επόμενο 12μηνο.

Ενδεχομένως, η αποτελεσματικότητα της «αυστηρής» και σε αρκετές περιπτώσεις οπορτουνιστικής, στάσης των ευρωπαίων πιστωτών έναντι της Ελλάδας, να τεθεί υπό συζήτηση κάτω από το πρίσμα της αβεβαιότητας που δημιουργούν τα προαναφερθέντα γεγονότα και εξελίξεις. Στο «καλό» αυτό σενάριο, η δρομολόγηση κοινά αποδεκτής βραχυπρόθεσμης-μεσοπρόθεσμης λύσης θα απαλλάξει τους Ευρωπαίους από ένα χρονίζον πρόβλημα καθώς νέα «μέτωπα» εμφανίζονται απειλητικά. Βεβαίως υπάρχει και ο αντίλογος, ο οποίος θέλει τους Ευρωπαίους να μην υποχωρούν, σε μια προσπάθεια να δώσουν το μήνυμα της υπεράσπισης των «political correct» (μονεταριστικών) επιλογών της αυστηρής δημοσιοοικονομικής πολιτικής και της διασφάλισης των χρημάτων των φορολογουμένων τους, καθόσον η υποστηριζόμενη χώρα (Ελλάδα) δεν έχει κατορθώσει να εκπληρώσει τις δεσμεύσεις της.

Την τελική επικράτηση του κάθε σεναρίου πιθανόν να κρίνει η στάση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο αν και ασκεί τις μεγαλύτερες πιέσεις για τη λιτότητα και τις μεταρρυθμίσεις στην Ελλάδα, δεν έχει παραλείψει ούτε σε μία έκθεσή του από το 2014 να τονίζει την ανάγκη ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους. Μάλιστα, δεδομένης της ανάγκης της Γερμανίας να συμμετάσχει το ΔΝΤ στο ελληνικό πρόγραμμα, οι Ευρωπαίοι δεν αποκλείεται να υποκύψουν στον όρο της συμμετοχής του, ο οποίος δεν είναι άλλος από την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του ελληνικού χρέους.

Ωστόσο, στο περίπλοκο αυτό μείγμα, θα πρέπει να τεθεί υπόψη ένας ακόμη παράγων που μπορεί –μεσοπρόθεσμα- να επιδράσει καταλυτικά στη στάση των Ευρωπαίων έναντι των ευάλωτων  εταίρων, όπως η Ελλάδα. Ο εμπορικός προστατευτισμός και η έμφαση στις εγχώριες επενδύσεις υποδομών στα οποία στοχεύει ο Trump μπορεί να προκαλέσουν επιστροφή των παραγωγικών δραστηριοτήτων των αμερικανικών επιχειρήσεων σε εθνικά εδάφη, στήριξη της τοπικής αγοράς εργασίας και συνεπακόλουθα ενίσχυση των φορολογικών εσόδων της χώρας. Τα κίνητρα που προφανώς θα δοθούν για την επιχειρηματική αναδίπλωση (εάν το εγχείρημα επιτύχει), θα καταφέρουν ένα σημαντικό πλήγμα στις ευρωπαϊκές εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στις θέσεις εργασίας αυτών των χωρών. Η εξέλιξη αυτή θα αποδυναμώσει σημαντικά τις ευρωπαϊκές χώρες, ειδικά εκείνες που έχουν καθαρό εξαγωγικό προσανατολισμό, όπως είναι η Γερμανία, οι οποίες ταυτόχρονα αποτελούν και τους βασικούς πιστωτές της Ελλάδας, δυσχεραίνοντας έτι περαιτέρω τη μεσοπρόθεσμη στήριξη της ελληνικής οικονομίας. Επίσης, θα αποδυναμώσει ασιατικές χώρες, όπως η Κίνα, η οποία θεωρείται ένας εκ των μεγαλύτερων επενδυτών στις ελληνικές υποδομές.

Τέλος, στις εξαγγελίες του Trump περιλαμβάνεται ένα λεπτομερές σχέδιο σταδιακής ενεργειακής απεξάρτησης της αμερικανικής οικονομίας από τρίτες χώρες, εξέλιξη που αναμένεται από τους περισσότερους αναλυτές να ασκήσει πιέσεις στην τιμή του πετρελαίου και άλλων ενεργειακών εμπορευμάτων. Σε περίπτωση επιβεβαίωσης του σεναρίου αυτού, εκτιμάται ότι θα δοθεί αφενός ώθηση στην παγκόσμια οικονομία και αφετέρου θα καθυστερήσει τις πληθωριστικές πιέσεις, συντηρώντας τις «διευκολυντικές» νομισματικές πολιτικές για μεγάλο χρονικό διάστημα. Σε αυτήν την περίπτωση, η Ελλάδα μπορεί να επωφεληθεί από την ανάκαμψη των μεγάλων οικονομιών στις οποίες στηρίζεται πολλαπλά, τόσο προσελκύοντας κεφάλαια, όσο και απολαμβάνοντας ευνοϊκότερη μεταχείριση από τους εταίρους, που θα γευθούν υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης.

Συνοψίζοντας, οι παράγοντες που θα επηρεάσουν τα φλέγοντα προβλήματα της χώρας μας είναι πολύπλοκοι, αντιφατικοί, απρόβλεπτοι και κάθε εκτίμηση εμπεριέχει κινδύνους. Παράλληλα, αυξάνεται στην διεθνή πολιτική σκηνή ο αριθμός των «μαθητευόμενων μάγων» που σαγηνεύουν και προσελκύουν τις ψήφους των συνεχώς αυξανομένων απογοητευμένων ανθρώπων. Η εκλογή Trump δημιουργεί περαιτέρω αβεβαιότητες αναφορικά με τις πολιτικές και οικονομικές επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών που αναμφισβήτητα επηρεάζουν όλο τον κόσμο. Η Ευρωπαϊκή Ένωση παρακολουθεί τις εξελίξεις προβληματισμένη και αμήχανη. Εμείς εδώ στην Ελλάδα ανησυχούμε για τις συνέπειες του κενού που θα δημιουργήσει μια ενδεχόμενη αμερικανική αναδίπλωση. Ταυτόχρονα ευελπιστούμε σε μια «επιστροφή» στην εποχή των «πατέρων της Ευρώπης» και της κοινοτικής αλληλεγγύης. Συγχρόνως όμως η ιδέα  της γερμανικής πρωτοκαθεδρίας στη γηραιά ήπειρο μας τρομάζει. Το διεθνές γίγνεσθαι είναι αρκετά ρευστό και υπό διαμόρφωση. Όμως ακόμη και η προ εικοσιπενταετίας κατάρρευση του σοβιετικού συνασπισμού απέδειξε την ύπαρξη αρκετών «σταθερών σημείων» στις διεθνείς σχέσεις και τη γεωστρατηγική. Στα χέρια λοιπόν της ελληνικής κυβέρνησης είναι να αναδείξει αυτά τα «σταθερά σημεία» προβάλλοντας τα κοινά συμφέροντα και έχοντας αφουγκραστεί τις νέες τάσεις να προσπαθήσει να εκμεταλλευθεί τη δυναμική τους. Σε τελευταία ανάλυση, μια κατάλληλη στρατηγική μπορεί να μην είναι πάντα ικανή να δημιουργήσει από μόνη της ευνοϊκές προϋποθέσεις τουλάχιστον όμως οφείλει να αποφύγει τα ολέθρια σφάλματα και να είναι έτοιμη να εκμεταλλευτεί τα σφάλματα των άλλων και τις συγκυρίες. Και η αρχή γίνεται τακτοποιώντας τα του οίκου της.

Το παρόν κείμενο ολοκληρώθηκε στις 18 Νοεμβρίου 2016 και αποτελεί μια συλλογική προσπάθεια των:
Αλεξάνδρα Τόμπρα, Δημοσιογράφου, Πολιτικού Επιστήμονα, ΜΒΑ
Δημήτρη Στεργίου, Γεωοικονομικού Αναλυτή, Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου
Ιπποκράτη Δασκαλάκη, Υποστρατήγου εα, Διευθυντού Μελετών ΕΛΙΣΜΕ
Χρήστου Ζιώγα, Μεταδιδακτορικού Ερευνητού και Διδάσκοντα Διεθνών  Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο

8/11/2016. Ισραήλ και Τουρκία σε ψυχρή και αργή ομαλοποίηση - Ποτέ δεν θα γίνουν όπως πριν!!

on Tuesday, 08 November 2016. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης, Αντγος ε.α., Μέλος του ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

8/11/2016. Ισραήλ και Τουρκία σε ψυχρή και αργή ομαλοποίηση - Ποτέ δεν θα γίνουν όπως πριν!!

Όταν πριν μερικούς μήνες υπεγράφη η συμφωνία Ισραήλ και Τουρκίας για την αποκατάσταση της μεταξύ των σχέσης και της επίλυσης του θέματος με τα γεγονότα του πλοίου Μάβι Μαρμαρά, πολλοί θεώρησαν ότι οι σχέσεις των θα εξελισσόταν αρκετά γρήγορα και ιδιαίτερα στον οικονομικό και  ενεργειακό τομέα. Όμως ο αστάθμητος, απρόβλεπτος   και ασταθής παράγοντας που λέγεται Ερντογάν δεν επιτρέπει σίγουρες προβλέψεις και αναλύσεις. Έτσι οι σχέσεις Τουρκίας – Ισραήλ, που τόσο επικρίθηκαν από ορισμένους Έλληνες υπερ-πατριώτες δεν εξελίχθηκαν όπως είχαν εκτιμηθεί.

Έτσι  στον ειδησεογραφικό ιστότοπο Al Monitor, ο οποίος με έδρα την Ουάσιγκτον, δημοσιεύει [στην αγγλική, αραβική, εβραϊκή, περσική και τουρκική γλώσσα] ρεπορτάζ και αναλύσεις από διακεκριμένους δημοσιογράφους και εμπειρογνώμονες της Μέσης Ανατολής, δημοσιεύτηκε   άρθρο γνώμης του έγκριτου ισραηλινού δημοσιογράφου Arad Nir με τίτλο «Γιατί ο Νετανιάχου και ο Ερντογάν προτιμούν την ‘ψυχρή ομαλοποίηση’», στο οποίο αναφέρεται ότι κανένας από τους δύο ηγέτες δεν είναι ιδιαίτερα ενθουσιώδης για την εφαρμογή της συμφωνίας ομαλοποίησης των σχέσεων των δύο χωρών.
Όπως αναφέρει ο αρθρογράφος, η ανακοίνωση (της 25ης Οκτωβρίου) από το Ισραηλινό Υπουργείο Εξωτερικών σχετικά με την ακύρωση της συνεδρίασης της επιτροπής για τον διορισμό ισραηλινού Πρέσβη στην Άγκυρα, απογοήτευσε πολλούς ισραηλινούς διπλωμάτες, τόσο εντός όσο και εκτός Ισραήλ, καθώς αρκετά από τα ανώτερα στελέχη του διπλωματικού σώματος έχουν υποβάλει υποψηφιότητα για αυτή τη σημαντική και ελκυστική θέση, παρά την τρέχουσα επικινδυνότητα της Τουρκίας για την ισραηλινή διπλωματική αποστολή. Σύμφωνα με την εκτίμηση του Arad Nir, μεταξύ των υποψηφίων ήταν και   η Irit Ben Abba, η Πρέσβειρα  του Ισραήλ στην Αθήνα.
Η αργή και «ψυχρή ομαλοποίηση» των σχέσεων μεταξύ των δύο χωρών, σύμφωνα και με το άρθρο του Al Monitor  τεκμηριώνεται με τα παρακάτω:
Α. Πρόσφατα, στις 19 Οκτωβρίου 2016, δικαστήριο της Κωνσταντινούπολης απέφυγε να απορρίψει την καταγγελία για εγκληματική ενέργεια που υπέβαλαν οικογένειες θυμάτων του Mavi Marmara και όρισε δεύτερη ακροαματική διαδικασία για τον Δεκέμβριο. Εδώ θα πρέπει να τονίσουμε ότι ο τερματισμός των ποινικών διαδικασιών εναντίον των ισραηλινών αξιωματικών που ενεπλάκησαν στο περιστατικό του Mavi Marmara αποτελεί το βασικότερο και ουσιαστικότερο  συστατικό στοιχείο της συμφωνίας συμφιλίωσης, βάσει της οποίας το Ισραήλ κατέβαλε ήδη 20 εκατομμύρια δολάρια ως αποζημίωση για όσους έχασαν τη ζωή τους κατά την ισραηλινή στρατιωτικήεπιχείρηση κατάληψης του στολίσκου.
Β. Στις 13 Οκτωβρίου, ο Ισραηλινός Υπουργός Ενέργειας, Yuval Steinitz, πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στην Τουρκία και δήλωσε ότι η συνάντηση με τον τούρκο ομόλογό του, Berat Albayrak, ήταν «εξαιρετική και πολύ φιλική». Ωστόσο, ο Albayrak, στη δημόσια ομιλία που έδωσε στο ενεργειακό συνέδριο, αμέσως μετά τη συνάντησή του με τον Steinitz, δεν ανέφερε τίποτα για το Ισραήλ ή τον επίτιμο προσκεκλημένο με τον οποίο μόλις πριν λίγο είχε πραγματοποιήσει μια ιστορική συνάντηση.
Γ. Το Τουρκικό Υπουργείο Εξωτερικών δεν έστειλε επίσημη συλλυπητήρια επιστολή για τον θάνατο του Shimon Peres, στις 28 Σεπτεμβρίου. Ακόμη στο άρθρο σχολιάζεται ότι σε σύγκριση με τους αρχηγούς κρατών και τους υπουργούς που παρευρέθηκαν στην κηδεία του Peres, η εκπροσώπηση από την Τουρκία ήταν σε χαμηλό επίπεδο (παρέστη ο Feridun Sinirlioglu, Πρέσβης της Τουρκίας στον ΟΗΕ, ο οποίος έχει διατελέσει και Πρέσβης στο Ισραήλ).
Δ. Σύμφωνα με ισραηλινούς και τούρκους διπλωμάτες, η αντίδραση του Ισραήλ στην αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος της 15 Ιουλίου στην Τουρκία, περίπου δύο εβδομάδες μετά την υπογραφή της συμφωνίας συμφιλίωσης, εξόργισε τον Ερντογάν εξίσου με τις αντιδράσεις των ΗΠΑ και των κρατών της ΕΕ. Θεωρείται ότι η ισραηλινή κυβέρνηση καθυστέρησε πολύ (στην ουσία 2 ημέρες) να καταδικάσει την απόπειρα πραξικοπήματος, καθώς και ότι απέφυγε εκφράσει ρητά την υποστήριξη της  στον Ερντογάν. Συγκεκριμένα, ο Π/Θ Νετανιάχου εξέφρασε την πεποίθηση ότι «τα γεγονότα του Σαββατοκύριακουδεν θα βλάψουν τη διαδικασία συμφιλίωσης», κάτι που για τον Ερντογάν ήταν τυπικό και πολύ ψυχρό.
Ε.  Μετά από την απόπειρα πραξικοπήματος, ο Ερντογάν περίμενε αρκετές ημέρες μέχρι ναυπογράψει τη συμφωνία συμφιλίωσης – γεγονός που την καθιστά νόμο – και, σύμφωνα με αξιωματούχους του ισραηλινού ΥΠΕΞ, η Τουρκία καθυστέρησε να δώσει στο Ισραήλ τα στοιχεία του τραπεζικού  λογαριασμού,  στον οποίο μεταφέρθηκε τελικά το ποσό των 20 εκατομμυρίων δολαρίων ως αποζημίωση για τα θύματα του Mάβι Μαρμαρά  και τις οικογένειές τους.
Από όλα τα παραπάνω διαπιστώνεται  ότι και οι δύο ηγέτες χρησιμοποιούν με περισσή άνεση (ο καθένας στην χώρα του) την εφαρμογή της συμφωνίας συμφιλίωσης ανάλογα με τις τρέχουσες εγχώριες πολιτικές ανάγκες στην Τουρκία και το Ισραήλ. Η συμφωνία συμφιλίωσης ήταν μια αναγκαία κατάσταση και για τις δύο χώρες, για διαφορετικούς όμως λόγους. Ο Ερντογάν στρυμωγμένος από τις εξελίξεις στην Συρία και την παντελή έλλειψη  φιλικών κρατών πέριξ της Τουρκίας αναγκάσθηκε να “γλύψει εκεί που έφτυνε”, δηλαδή Ρωσία και Ισραήλ  και να «συμφιλιωθεί», με ένα πολιτικό «σύμφωνο συμβίωσης» και με τους δύο. Ο δε Νετανιάχου να τελειώσει οριστικά το θέμα της ποινικής δίωξης από τα Τουρκικά δικαστήρια των εμπλεκομένων στην υπόθεση Μάβι Μαρμαρά.
Η κωλυσιεργία, βασικά από την Τουρκική πλευρά , για την οριστική επίλυση  των θεμάτων αποδεικνύει την ψυχρή  και αργή  ομαλοποίηση  των σχέσεων των δύο κρατών, κάτι που για τα εθνικά μας θέματα είναι καλό και ζητούμενο και ενισχύει την ειλικρινή μας συνεργασία με ένα στρατηγικό εταίρο και μια κυρίαρχη δύναμη στην πυρακτωμένη και πάντα επικίνδυνη περιοχή της Μέσης Ανατολής, όπως είναι το Ισραήλ. Και φυσικά γίνεται αντιληπτό ότι οι σχέσεις των ποτέ δεν θα γίνουν όπως πριν, κάτι που εμείς θα πρέπει να εκμεταλλευθούμε!!

Πηγές:
http://www.al-monitor.com/pulse/israel-pulse
http://www.timesofisrael.com/

28/10/2016. Η Δύση χάνει την κυριαρχία της στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων

on Friday, 28 October 2016. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

28/10/2016.  Η Δύση χάνει την κυριαρχία της στην παγκόσμια τάξη πραγμάτων

Του Philip Stephens

Η παγκόσμια τάξη που δημιουργήθηκε μετά τον ψυχρό πόλεμο απειλείται. Η άνοδος της Κίνας και τα προβλήματα σε ΗΠΑ και Ευρώπη ανακατεύουν την παγκόσμια τράπουλα. Νέοι κίνδυνοι αναδύονται στην ανατολική πλευρά του πλανήτη.
Ήταν μόλις προχθές που οι πλούσιες δημοκρατίες φαντάζονταν μια παγκόσμια τάξη μετά τον ψυχρό πόλεμο, βασισμένη στις δικές τους ιδέες. Τώρα τρέχουν μακριά από τον κόσμο.
Υπήρχαν τρεις πυλώνες για τη νέα τάξη πραγμάτων. Ως ένας καλοκάγαθος ηγεμών, οι ΗΠΑ θα εγγυούνταν την παγκόσμια ειρήνη και θα προωθούσαν τη διάδοση της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η Ευρώπη θα εξήγαγε το μοντέλο της μεταμοντέρνης ολοκλήρωσης στους γείτονές της και πέρα από αυτούς -θυμάστε εκείνες τις προβλέψεις ότι η Ένωση Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας θα μοιάζει σύντομα σαν την Ευρωπαϊκή Ένωση; Μια υποχωρούσα Ρωσία θα ακολουθούσε την Κίνα και τις ανερχόμενες δυνάμεις της Ανατολής και του Νότου στην αναγνώριση του εθνικού πλεονεκτήματος να γίνουν μέτοχοι του συστήματος που σχεδίασε η Δύση.
Αυτά ήταν τότε. Οι ΗΠΑ είναι ακόμα, με μικρή απόκλιση, η διαπρεπής δύναμη, αλλά ανεξάρτητα από το εάν η Χίλαρι Κλίντον ή ο Ντ. Τραμπ κερδίσουν τις εκλογές τον Νοέμβρη, η εγχώρια πολιτική ώθηση είναι να τραβηχτεί από τον κόσμο.
Η Ευρώπη είναι πολύ απασχολημένη με το να γεμίζει τα κενά του δικού της σχεδίου, ώστε να προσέχει τι συμβαίνει αλλού. Βυθισμένη στις κρίσεις –την ευρωζώνη, το προσφυγικό και πρόσφατα το Brexit-, είναι μια ήπειρος που έχασε τη δυνατότητα να σκέφτεται στρατηγικά. Εν τω μεταξύ, Κίνα και Ρωσία δεν έχουν έφεση στο να δεχτούν τους κανόνες που έγραψαν οι ΗΠΑ.
Τι συνέβη; Ο πόλεμος στο Ιράκ σκόπευε να επιδείξει την ισχύ της αμερικανικής δύναμης, αντ’ αυτού έθεσε τα όριά της. Η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2007-2008 εξέθεσε με σκληρό τρόπο τις αδυναμίες του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού.
Τα όνειρα ενοποίησης της Ευρώπης γκρεμίστηκαν από το σοκ στην ευρωζώνη. Η Κίνα αναπτύχθηκε πολύ γρηγορότερα απ’ ό,τι κανείς περίμενε, επιταχύνοντας την ανακατανομή δυνάμεων στο παγκόσμιο σύστημα.
Ο κοινός εχθρός τώρα είναι ο εθνικισμός. Στις ΗΠΑ παίρνει τη μορφή του «η Αμερική πρώτα», ορισμένοι λένε «απομονωτισμός». Για τον Βλ. Πούτιν, ο ένοπλος ρεβανσισμός είναι ό,τι του έχει απομείνει: Η Ρωσία είναι αδύναμη σε όλες τις διαστάσεις δύναμης εκτός της στρατιωτικής. Η Ευρώπη με τον λαϊκισμό και εξουσιαστές σε μέγεθος τσέπης -όπως ο Viktor Orban της Ουγγαρίας- ξεχνά τα μαθήματα της ιστορίας. Η Κίνα θέλει να εξαλείψει 100 χρόνια ταπείνωσης. Μπορείς να πεις ότι όλοι είναι αντιδυτικοί τώρα.
Θυμήθηκα το μέγεθος της παρεξήγησης και της έλλειψης εμπιστοσύνης σε μια συνάντηση στο Πεκίνο αυτή την εβδομάδα. Το ετήσιο forum ασφάλειας Xiangshan είναι το μέρος όπου η στρατιωτική και πολιτική ελίτ της Κίνας μιλά στον κόσμο. Είναι ένα συναρπαστικό γεγονός για έναν δυτικό, ένα μέρος όπου οι φωνές των Ευρωπαίων και των Αμερικανών πρέπει να ανταγωνιστούν για τον χρόνο στο podium με αυτές από έθνη όπως η Καμπότζη, η Μογγολία και φυσικά, τον βολικό σύμμαχο της Κίνας, τη Ρωσία.
Το θέμα που επιλέχθηκε για το 2016 είναι η αναζήτηση ενός «νέου μοντέλου διεθνών σχέσεων». Το υποσυνείδητο μήνυμα ήταν ότι η Δύση πρέπει να αναγνωρίσει ότι η «παλαιά τάξη» έχει παρέλθει και είναι καιρός να συνεργαστεί με την Κίνα για τη συνδιαμόρφωση του αντικαταστάτη της.
Οι συζητήσεις στη Δύση για προσαρμογή του υπάρχοντος μοντέλου ώστε να περιλαμβάνει το Πεκίνο απέτυχαν να αναγνωρίσουν ότι αυτό που χρειάζεται είναι κάτι εντελώς ξεχωριστό. Πάνω απ’ όλα οι ΗΠΑ, ως ξένος στην ανατολική Ασία, πρέπει να προσαρμοστεί σε νέες πραγματικότητες. Το σύστημα συμμαχιών του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα δεν χωρά στις γεωπολιτικές πραγματικότητες από την άνοδο της Κίνας.
Εκτός από κάποιες αιχμηρές λέξεις για την αποφασιστικότητα του Πεκίνου να προστατεύσει τα συμφέροντά του στη θάλασσα της Νότιας Κίνας, η γλώσσα των οικοδεσποτών ήταν κατευναστική. Η Κίνα αναζητά θετική συνεργασία και είναι αποφασισμένη να αποφύγει την «παγίδα του Θουκυδίδη», μια σύγκρουση μεταξύ μιας καθιερωμένης και μιας ανερχόμενης δύναμης. Αλλά η νέα τάξη πραγμάτων δεν μπορεί να μοιάζει με την παλαιά.
Σαν τι θα μοιάζει τότε; Ακούς συζητήσεις στο παρασκήνιο για ένα νέο κονσέρτο των μεγάλων δυνάμεων που θα μοιάζει με τη δουλειά του Μέτερνιχ στο Συνέδριο της Βιέννης τον 19ο αιώνα. Ή ίσως μια σειρά περιφερειακών ισορροπιών δυνάμεων με τις ΗΠΑ και την Κίνα στην κορυφή; Μια λιγότερο αισιόδοξη άποψη είναι ότι η τάση απλά θα αντικατασταθεί από «μισοοργανωμένη» ακαταστασία.
Υπάρχει όμως μια διαφορετική σχολή σκέψης, πείτε την ρεαλισμό, πραγματισμό ή περισσότερο ρεαλιστικά, μοιρολατρία, η οποία λέει ότι δεν μπορεί να γίνει τίποτα. Αργότερα ή νωρίτερα, αυτός ο πολύπλοκος κόσμος θα βρει μια νέα ισορροπία. Άσε τα κράτη να λύσουν τα προβλήματα και τις συγκρούσεις τους, προτείνουν οι υποστηρικτές της. Μια νέα ισορροπία θα εμφανιστεί εντέλει.
Το πρόβλημα είναι ότι το «εντέλει» μπορεί να είναι πολύ αργά. Η Μέση Ανατολή φλέγεται και η Ρωσία θέλει να ανατρέψει τη μετά τον ψυχρό πόλεμο κατάσταση στην Ευρώπη, αλλά το πραγματικά επικίνδυνο πεδίο ανάφλεξης για τις μεγάλες δυνάμεις είναι στην ανατολική Ασία. Προσθέστε το πυρηνικό πρόγραμμα της Βόρειας Κορέας στις περιφερειακές αντιπαλότητες στην Ανατολική και Νότια θάλασσα της Κίνας και δεν είναι δύσκολο να δεις τον ανταγωνισμό ΗΠΑ-Κίνας να μετατρέπεται σε αντιπαράθεση και χειρότερα.
Ο κόσμος είναι σε κρίσιμο σημείο. Η μετά τον ψυχρό πόλεμο διευθέτηση, οργανωμένη γύρω από την αδιαμφισβήτητη δύναμη των ΗΠΑ, δυτικά σχεδιασμένων παγκόσμιων θεσμών, πολυμερείς κανόνες και νόρμες, έχει διαβρωθεί. Ο κανόνας της δύναμης έρχεται σε προστριβή με τον κανόνα του δικαίου, ο εθνικισμός με τον διεθνισμό.
Κάποιοι πιστεύουν ότι η απλή πραγματικότητα της οικονομικής αλληλεξάρτησης θα σώσει την κατάσταση, οι συγκρούσεις θα έχουν μόνο ηττημένους. Αλλά η δυναμική μπορεί να λειτουργήσει προς άλλη κατεύθυνση. Δεν είναι τυχαίο που το ΔΝΤ στην τελευταία έκθεσή του αναφέρει τα «πολιτικά ρίσκα» ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την παγκόσμια οικονομία.
Το φιλελεύθερο οικονομικό μοντέλο εξαρτάται πάνω απ’ όλα από την παγκόσμια ασφάλεια.

Αναδημοσίευση από:  http://bit.ly/2eJKpFu

19/10/2016. Μεταξύ οθωμανικού αταβισμού και διεθνιστικής μοιρολατρίας

on Wednesday, 19 October 2016. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Χρήστος Ζιώγας, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων, Συνεργάτης του ΕΛΙΣΜΕ

19/10/2016. Μεταξύ οθωμανικού αταβισμού και διεθνιστικής μοιρολατρίας

Η συχνότητα των δηλώσεων του Τούρκου Προέδρου που υπομιμνήσκουν την αναθεωρητική πολιτική της γείτονος λαμβάνουν χαρακτήρα εβδομαδιαίας θεσμικής του υποχρέωσης. Οι θέσεις του Ερντογάν προφανώς δεν συνάδουν με το διεθνές δίκαιο και τον κρατοκεντρικό χαρακτήρα του διεθνούς συστήματος, βασικά χαρακτηριστικά της διεθνούς τάξης, τα οποία όμως, σύμφωνα με τις ατομικές του πεποιθήσεις, έχουν μερική και κατά το δοκούν εφαρμογή.   
Η ανακοίνωση του ελληνικού υπουργείου των εξωτερικών ότι: «Ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Συνθηκών επιβάλλει την διατύπωση υπεύθυνων θέσεων μακριά από παρωχημένους αναθεωρητισμούς (…) Η Θράκη είναι ελληνική, δημοκρατική και ευρωπαϊκή. Οποιαδήποτε άλλη σκέψη είναι αδιανόητη και επικίνδυνη», κατά πάσα πιθανότητα προκάλεσε θυμηδία στην τουρκική ελίτ. Αν η ελληνική ηγεσία πιστεύει πως με ανακοινώσεις τέτοιου είδους θα συνετίσει τους κυβερνόντες στην γειτονική χώρα, πλανώνται πλάνην οικτράν. Με τα λεγόμενα του ο Ερντογάν επιδιώκει να αμφισβητήσει αυτά ακριβώς που αντιπαρατάσσει το ελληνικό υπουργείο ως «αντίδραση», προσπαθώντας να καταστήσει σαφείς τους αναθεωρητικούς του στόχους. Πιο συγκεκριμένα μας διασαφηνίζει ότι ένα ψήφισμα του τουρκικού κοινοβουλίου υπερισχύει των διεθνών συνθηκών, ακόμη και αυτών που καθορίζουν εδαφικά όρια μεταξύ κρατών, και πως προσαρμοσμένη στις παρούσες συνθήκες είναι επιθυμητή η δημιουργία μιας περιφερειακής πολιτικής δομής διαφορετικής χροιάς του κρατοκεντρικού διεθνούς συστήματος˙ γίνεται αναφορά περί δικαιωμάτων της Τουρκίας σε τρίτες χώρες!
Το τελευταίο διάστημα όλο και συχνότερα η χώρα μας γίνεται λεκτικός στόχος βορείων και εξ ανατολών αναθεωρητισμών. Εμείς αυτάρεσκα εξακολουθούμε να τους θεωρούμε παρωχημένους και μη συνάδοντες με τα ευρωπαϊκά ειωθότα. Το αντικειμενικό στοιχείο συνίσταται ότι δεν είναι άμεσα υλοποιήσιμοι, το ότι είναι  παρωχημένοι συνιστά υποκειμενική κρίση. Όντως τέτοιες συμπεριφορές δεν προσήκουν σε κράτη που είναι ή επιθυμούν να ενταχθούν στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Η πραγματικότητα δημιουργεί ένα εύλογο ερώτημα: πώς πρώην σύντροφοι και νυν ή εν δυνάμει εταίροι, σε ΕΕ και ΝΑΤΟ, αρέσκονται σε εθνικιστικούς αταβισμούς; Για την αριστερά, ανέκαθεν, βασικό στόχο αποτελούσαν οι εγχώριοι εθνικιστικοί κύκλοι, υπαρκτοί και ανύπαρκτοι σίγουρα τα τελευταία 40 έτη στο περιθώριο της πολιτικής ζωής, σε βαθμό όπου πολλές περιπτώσεις δικαιολογούσε και συμμερίζονταν τις αιτιάσεις των γειτνιαζόντων. Πιθανόν αυτός να είναι και ο λόγος που η παρούσα συγκυβέρνηση δυσκολεύεται να αντιδράσει, επί της ουσίας, στον αλβανικό και σκοπιανό αλυτρωτισμό.
Το πιο αποθαρρυντικό και επικίνδυνο, πέραν του υπαρκτού τουρκικού ηγεμονισμού, δεν είναι οι φαντασιακές λεκτικές εκδιπλώσεις του τούρκου πολιτικού, αλλά η ημετέρα εμμονική και φαντασιακή στάση πως θα αλλάξουν οι υπόλοιποι και εν τέλει θα αναλογιστούν την κοινή ανθρώπινη μοίρα, εγκιβωτισμένη σε διαφορετικό, ανά συγκυρία και περίπτωση, ιδεολογικό περιτύλιγμα. Η συγκεκριμένη περίσταση επιβάλλει την υπέρβαση των ναρκισσιστικών αυταπατών πριν οι επενέργειες τους έχουν ολέθρια αποτελέσματα.

Δημοσίευση: Νέα Πολιτική

[12 3 4 5  >>