Εθνική Στρατηγική

 1  2  3 

Συμμαχίες - διπλωματία - δύναμη, η απάντηση στην Τουρκία!...

ΑΜΥΝΑ & ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ Παρασκευή 26 Ιουνίου 2020, 00:03 Συμμαχίες - διπλωματία - δύναμη, η απάντηση στην Τουρκία! Παναγιώτης Μπαλακτάρης         Γαλλία Στις 18 Ιουνίου η γαλλική φρεγάτα «Le Courbet» έγινε αποδέκτης μιας «εξαιρετικά επιθετικής ενέργειας» σύμφωνα με τη δήλωση της Γαλλίδας Υπουργού Αμύνης Φλωρένς Παρλύ. Η Υπουργός αποκάλυψε στην Γερουσία ότι η ανωτέρω φρεγάτα, η οποία εκτελούσε καθήκοντα στο πλαίσι...

27-06-2020   Εθνική Στρατηγική

Ο επικείμενος ελληνοτουρκικός πόλεμος και οι αθηναϊκές ελίτ...

Ο επικείμενος ελληνοτουρκικός πόλεμος και οι αθηναϊκές ελίτ (Αντιγραφή από το άρθρο της εφημερίδας "Καθημερινή": https://www.kathimerini.gr/1082699/opinion/epikairothta/politikh/ka8ara-mhnymata-me-a8oryvo-tropo του Κώστα Κουτσουρέλη* Όταν ο Αλέξης Παπαχελάς διαπιστώνει αίφνης ότι απέναντι στην Τουρκία έφτασε η «στιγμή της αλήθειας», καταλαβαίνει κανείς πλέον ότι τους ανθρώπους που μας κυβερνούν τούς λούζει κρύος ιδρώτας. Όταν ο διευθυντής...

18-06-2020   Εθνική Στρατηγική

ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΝΗ (ΑΟΖ). ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ;...

ΑΣ ΜΙΛΗΣΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΝΗ (ΑΟΖ). ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ;   Εισαγωγή:Με μια πρώτη ανάγνωση και  μελέτη βιβλίων, συγγραμμάτων και αναλύσεων, στην προσπάθεια κατανόησης της έννοιας της στρατηγικής, συναντούμε πολλές και  διαφορετικές απόψεις. Παράλληλα η συνεχιζόμενη φιλολογία γύρω από την σημασία της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης (ΑΟΖ) καθιστά την έννοια αυτή όλο και πιο επίκαιρη, δεδομένων των εξελίξεων στην περιοχή μας αλλ...

16-06-2020   Εθνική Στρατηγική

Η ερμηνεία της Επανάστασης ως διαμορφωτικός παράγων πολιτικής...

 Η ερμηνεία της Επανάστασης ως διαμορφωτικός παράγων πολιτικής   Η (αυθ)υπέρβαση της ιστορίας, ως μέσο εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων που διαλαλούν ορισμένοι, δεν συνάδει με τον καλπάζοντα τουρκικό αναθεωρητισμό. Δρ. Χρήστος Ζιώγας Διδάσκων Διεθνείς Σχέσεις στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Παν/μιου Αιγαίου και εντεταλμένος Λέκτορας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων   NASTASIC VIA GETTY IMAGESΗ ναυμαχία του Ναυαρίνο...

14-06-2020   Εθνική Στρατηγική

Η στρατηγική περικύκλωση της Ελλάδας...

  Η στρατηγική περικύκλωση της Ελλάδας     Μάνος Καραγιάννης Αναπληρωτής Καθηγητής στο King's College London και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας Μάνος Καραγιάννης Αναπληρωτής Καθηγητής στο King's College London και στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας AddThis Sharing Buttons Share to Facebook1.1KShare to TwitterShare to E-mailShare to Περισσότερα...45 -A +A Η δημόσια συζήτηση για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις σε μεγάλο βαθμό επικεντρώνεται στην...

11-06-2020   Εθνική Στρατηγική

Βασίλειος Μαρτζούκος*: ΣΚΕΨΕΙΣ ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΙΣ ΠΡΟΣΦΑΤΕΣ ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΠΡΟΚΛΗΣΕΙΣ...

Οι εθνικές διακρατικές κρίσεις άμυνας και ασφάλειας αποτελούν συνήθως περιοδικές εξάρσεις μακροχρονίων σχέσεων εντάσεως μεταξύ δύο ή περισσοτέρων κρατών με αντικρουόμενα συμφέροντα. Κατά την σύνθετη και ιδιαίτερα απαιτητική περίοδο κρίσεων δοκιμάζεται η συνολική ετοιμότητα ενός κράτους, η οργανωτική και συντονιστική του υποδομή, ο μηχανισμός λήψεως αποφάσεων και κυρίως η γνώση, η εκπαίδευση, η εμπειρία και οι χειρισμοί της πολιτικής ηγεσίας...

17-03-2018   Εθνική Στρατηγική

Ελληνικό Ινσττούτο Στρατηγικών Μελετών: Σκοπιανό Ζήτημα...

Το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών στη συνεδρίαση  του Διοικητικού Συμβουλίου της 11ης Ιανουαρίου 2018 και παρουσία πολυάριθμων μελών του συζήτησε το μείζον εθνικό θέμα των διαφορών της Ελλάδος με την Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ). Στο διατιθέμενο χρόνο παρουσιάστηκαν ενδιαφέρουσες αναλύσεις, προσεγγίσεις και τοποθετήσεις που κάλυψαν το σύνολο των επιμέρους ανοικτών ζητημάτων που επηρεάζουν τις σχέσεις μας με τη γ...

23-01-2018   Εθνική Στρατηγική

Χρήστος Μηνάγιας: Τα μηνύματα της επίσκεψης Erdoğan, που δεν έτυχαν προσοχής!...

Σε συνέντευξη που παραχώρησε στο liberal.gr ο Ταξίαρχος ε.α., ειδικός σε θέματα Τουρκίας, κ. Χρήστος Μηνάγιας, μας αποκαλύπτει άγνωστες πτυχές του παρασκηνίου που προηγήθηκε της επίσκεψης του Τούρκου Προέδρου Tayyip Erdoğan στην Ελλάδα, καθώς και των όσων είπε στην Κομοτηνή απευθυνόμενος σε Έλληνες Μουσουλμάνους της εκεί μειονότητας. Τα όσα μας είπε είναι εξόχως διαφωτιστικά για το που οδηγούνται οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις! Συνέντευξη στον Βασ...

13-12-2017   Εθνική Στρατηγική

Ευριπίδης Στ. Στυλιανίδης*: «Η τουρκική παρεμβατικότητα στην Θράκη: Από την ισλαμοδημοκρατία στον νε...

Η πολιτική εκκίνηση του Ταγίπ Ερντογάν ως ευρωπαϊστή μεταρρυθμιστή ηγέτη που επεδίωκε την εδραίωση ενός νέου τύπου «Ισλαμοδημοκρατίας» (κατά την αντιστοιχία με την «Χριστιανοδημοκρατία») στην Τουρκία, πρότυπο και για άλλα μουσουλμανικά κράτη, δημιούργησε μετρημένη αισιοδοξία, τόσο στην ΕΕ όσο και στην Ελλάδα. Η ΕΜΠΙΣΤΟΣΥΝΗ ΩΣ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗΣ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑΣΗ «εμπιστοσύνη» υπήρξε το κλειδί για την βελτίωση των διμερών σχέσεων και για την...

13-12-2017   Εθνική Στρατηγική

8/12/2016. ΕΛΛΑΔΑ-ΚΥΠΡΟΣ-ΙΣΡΑΗΛ: ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΠΟΥ ΑΚΜΑΖΟΥΝ!!!! ...

Η δεύτερη τριμερής διάσκεψη των ηγετών Ελλάδος , Κύπρου και Ισραήλ,  λαμβάνει χώρα σήμερα , Πέμπτη 8 Δεκεμβρίου  στην Ιερουσαλήμ. Είναι   η δεύτερη τριμερής συνάντηση των ηγετών των τριών χωρών, Τσίπρα, Αναστασιάδη και Νετανιάχου , που πραγματοποιείται 11 μήνες μετά τη στρατηγική συμμαχία,  που ανακοινώθηκε στη Λευκωσία και αποδεικνύει τις άριστες σχέσεις μεταξύ των τριών χωρών, η οποία κρίνεται σημαντική, λόγω αφενός των εξελίξεων στο κυπριακό,...

08-12-2016   Εθνική Στρατηγική

7/12/2016. ΟΙ ΚΑΙΡΟΙ ΟΥ ΜΕΝΕΤΟΙ...

      Είναι πλέον γεγονός ότι το σύνολο του πολιτικού συστήματος της Τουρκίας συναγωνίζεται σε εθνικισμό και στην αύξηση της έντασης με την Ελλάδα και την συντήρηση αυτής. Είναι επίσης αλήθεια ότι αυτή η έξαρση του τουρκικού εθνικισμού έναντι της Χώρας μας, δεν είναι άμοιρη των εσωτερικών προβλημάτων που η χώρα αυτή αντιμετωπίζει, ιδιαίτερα μετά τα γεγονότα της 15ης Ιουλίου, αλλά και των σε εξέλιξη ανακατατάξεων στη Συρία και το Ιράκ.   Με αυτή τ...

07-12-2016   Εθνική Στρατηγική

29/11/2016. Εθνική άμυνα – Στρατηγική χωρίς αποτίμηση...

Γράφει ο Γεώργιος Νικολάκος*Η στρατηγική είναι ένας όρος που ετυμολογικά έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Ελλάδα και η αρχική της έννοια ήταν άμεσα συνδεδεμένη με την στρατιωτική ορολογία, την τέχνη της στρατιωτικής διοίκησης και την απαραίτητη σχεδίαση έτσι ώστε να υπάρχει βέλτιστη χρησιμοποίηση των έμψυχων και άψυχων πόρων με απώτερο σκοπό την επίτευξη των τεθέντων στόχων.Αναφερόμενοι κυρίως στην εθνική άμυνα, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στρατηγικ...

29-11-2016   Εθνική Στρατηγική

16/11/2016. ΟΙ ΚΡΙΣΙΜΟΙ ΛΟΓΟΙ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΜΠΑΡΑΚ ΟΜΠΑΜΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ...

ΜΠΑΡΑΚ ΟΜΠΑΜΑ"Η κρίση δεν είναι αφηρημένη έννοια, ανέτρεψε τις ζωές των πολιτών της χώρας. Συζητήσαμε για τις μεταρρυθμίσεις που θα κάνουν τη χώρα πιο ελκυστική στις επενδύσεις και θα περιορίσουν τις ανισότητες. Η ελληνική οικονομία χρειάζεται χώρο. Η λιτότητα δεν μπορεί να είναι συνταγή ανάπτυξης, οι Έλληνες πρέπει να δουν αλλαγή στην καθημερινή τους ζωή. Το ΔΝΤ είπε πως η ελάφρυνση είναι ζωτικής σημασίας και προσωπικά θα συνεχίσω να πιέζω προς...

16-11-2016   Εθνική Στρατηγική

12/11/2016. Διλήμματα και κίνδυνοι στο θέμα της Κύπρου...

Με λύπη μου παρατηρώ ότι για άλλη μια φορά το θέμα του νέου γύρου των διακοινοτικών συνομιλιών για την επίλυση του χρονίζοντος κυπριακού προβλήματος παραμένει, δυσανάλογα με τη σπουδαιότητα, υποβαθμισμένο στην πλειονότητα των «έγκυρων» ελληνικών ΜΜΕ. Πόσοι άραγε συμπολίτες μας γνωρίζουν ότι στις 07 Νοεμβρίου ξεκίνησε στο Mont Pelerin της  Ελβετίας ένα ακόμη γύρος των διακοινοτικών συνομιλιών για την εξεύρεση λύσεως; Φοβάμαι ότι εσκεμμένα η ελληνι...

12-11-2016   Εθνική Στρατηγική

10/9/2016. Athens Understanding Economic Forum. Γιατί όχι; ...

    Και ενώ η προσοχή όλων (δικαίως ή αδίκως) είναι στραμμένη στη ΔΕΘ όπου κάθε χρόνο (αδίκως) το ενδιαφέρον δεν είναι στην έκθεση per se με τις τεράστιες επιχειρηματικές ευκαιρίες εξαγωγικού χαρακτήρα τις οποίες αυτή δυνατόν να προσφέρει αλλά στις ανακοινώσεις/απολογισμούς/υποσχέσεις του πολιτικού κόσμου, στην Αθήνα θα λάβει χώρα μία εξαιρετικά ενδιαφέρουσα συνάντηση. O Έλληνας πρωθυπουργός έχει προσκαλέσει στις 9 Σεπτεμβρίου τους πρωθυπουργο...

10-09-2016   Εθνική Στρατηγική

31/7/2016. Οι Καλόγεροι της Άνδρου...

Οι Καλόγεροι της Άνδρου Μοναχικοί βράχοι στη μέση του Αιγαίου ή νησίδες ζωτικής εθνικής σημασίας;Οι νησίδες Καλόγεροι βρίσκονται στο Κεντρικό Αιγαίο. Πρόκειται για δύο "μοναχικούς βράχους", που απέχουν 26 ναυτικά μίλια από την Άνδρο και 24 ναυτικά μίλια από τα Αντίψαρα. Διοικητικά, υπάγονται στα Ψαρά.Ο Μεγάλος Καλόγερος έχει έκταση 6 στρέμματα και ύψος 36,5 μέτρα. Σε απόσταση 1400 μέτρων βορειοανατολικά, βρίσκεται ο Μικρός Καλόγερος, με έκταση 1,...

31-07-2016   Εθνική Στρατηγική

21/6/2016. «ΒΟΥΤΥΡΟ ή ΚΑΝΟΝΙΑ»...

Προ ημερών στην στήλη «Άμυνα και Διπλωματία» την προσοχή μου τράβηξε η είδηση της έγκρισης από τη βουλή του Ισραήλ ενός επιπλέον και μη ευκαταφρόνητου ποσού για τις ανάγκες άμυνας και ασφάλειας της χώρας. Συγκεκριμένα, η επιτροπή οικονομικών υποθέσεων της βουλής του Ισραήλ ενέκρινε την χορήγηση επιπλέον 3,4 δισεκατομμύρια δολαρίων για αμυντικές δαπάνες και ασφάλειας μετά από μια θυελλώδη συνεδρίαση κατά την οποία μέλη της αντιπολίτευσης κατηγόρησ...

21-06-2016   Εθνική Στρατηγική

14/6/2016. Θράκη: Τα βήματα που δεν έγιναν…...

Επισκοπώντας τις εξελίξεις στη Θράκη κατά τη μεταπολεμική περίοδο, μπορούμε να πούμε ότι κατά κανόνα το ελληνικό κράτος αντιμετώπισε τη Θράκη ως μια μεθοριακή ζώνη, για την οποία δεν είχε κάποιο υψηλό όραμα. Η επισήμανση αυτή βεβαίως ισχύει και για άλλες ελληνικές περιφέρειες, όπως π.χ. η Ήπειρος, η Ανατολική Μακεδονία και εν γένει για όσες περιοχές βρίσκονταν έξω από τον άξονα Αθήνας-Θεσσαλονίκης. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποτέλεσμα κάποιας σ...

14-06-2016   Εθνική Στρατηγική

20/5/2016. Θυμηθείτε τον Θουκυδίδη. Πολιτική αποτροπής και όχι κατευνασμού....

          Τον τελευταίο καιρό και με αφορμή τα σκληρά μέτρα που λαμβάνονται από την Ελληνική κυβέρνηση , για την εκπλήρωση των δανειακών υποχρεώσεων, ακούγεται από μερίδα πολιτικών, δυστυχώς από μεγάλο φάσμα του πολιτικού χώρου διάφορες  αντιλήψεις, περί μείωσης του αμυντικού προϋπολογισμού της πατρίδος , όπως παλαιότερα «αντί ενός Μιράζ να κάνουνε ένα νοσοκομείο), προφανώς για να μην εφαρμοστούν περισσότερα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής, όπως α...

20-05-2016   Εθνική Στρατηγική

20/5/2016. Η Στρατηγική Εθνικής Ασφαλείας ...

Η εθνική ασφάλεια παραδοσιακά εθεωρείτο η προστασία της χώρας κατά των στρατιωτικών απειλών. Σήμερα όμως αυτή η αντίληψη είναι περιοριστική για την έννοια της εθνικής ασφάλειας, η οποία πλέον έχει μία ευρύτερη διάσταση και σύνθετη σημασία και δεν διέπεται μόνον από την πρόσκτηση και χρήση στρατιωτικών δυνάμεων και μέσων. Η αλληλεξάρτηση της εθνικής άμυνας, εξωτερικής πολιτικής, εθνικής οικονομίας, εσωτερικής ασφάλειας και πολιτικής προστασίας απο...

20-05-2016   Εθνική Στρατηγική
 1  2  3 

Articles tagged with: ΠΟΛΙΤΙΚΗ

25/11/2016. Παρουσιάσεις ' Του Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής& Πολιτικής Ασφάλειας ΕΕ. Της Σφαιρικής Στρατηγικής Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ & της Έκθεσης της ΚΕΠΠΑ του 2016'

on Friday, 25 November 2016. Posted in Ανακοινώσεις

Ισμήνη Πάττα, Δρ Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας, Μέλος του ΕΛΙΣΜΕ, Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

25/11/2016. Παρουσιάσεις ' Του Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής& Πολιτικής Ασφάλειας ΕΕ. Της Σφαιρικής Στρατηγικής Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας της ΕΕ & της Έκθεσης της ΚΕΠΠΑ του 2016'

Την Πέμπτη 24 Νοεμβρίου  2016 έγινε στα γραφεία του ΕΛΙΣΜΕ (Νίκης 11-Αθήνα, 4ος όροφος),

από τον Αναστάσιο Μπασαρά, Αντιπρόεδρο του ΕΛΙΣΜΕ η παρουσίαση του:


Φακέλου Κοινής Εξωτερικής Πολιτικής & Ασφάλειας της ΕΕ,
(Συντάκτες του Φακέλου είναι:
Αναστάσιος Μπασαράς, Συντονιστής/Συντάκτης
Ισμήνη Πάττα, Συντάκτρια
Δημήτριος Στεργίου, Συντάκτης
Αχιλλέας Λέλας, Συντάκτης
Νικόλαος Δενιόζος, Συντάκτης
Χρήστος Ζιώγας, Συντάκτης
Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Συντάκτης).

Η παρουσίαση ΡΡΤ ΕΔΩ!
Το κείμενο του κειμένου θα γίνει διαθέσιμο σε όλους τους αναγνώστες μετά την 15/12/2016. Τώρα είναι διαθέσιμο μέσω της Αρχειοθήκης της ιστοσελίδας (ΕΔΩ!) μόνο στα μέλη και το ΔΣ του ΕΛΙΣΜΕ για σχολιασμό.

Ακολούθησαν οι παρουσιάσεις από την κυρία Ισμήνη Πάττα, Διδάκτωρ, Μέλος ΕΛΙΣΜΕ:

'Σφαιρική Στρατηγική Εξωτερικής Πολιτικής & Πολιτικής Ασφάλειας '&
'Έκθεση της ΚΕΠΠΑ 2016'

Η παρουσίαση ΡΡΤ ΕΔΩ!
Η Εκθεση ΕΔΩ!

Η όλη εκδήλωση, μέσα σε μια κατάμεστη αίθουσα, ήταν πολύ ενδιαφέρουσα με μια πληθώρα ανοικτών και ειλικρινών ερωτο-απαντήσεων από το ακροατήριο, τους παρουσιαστές και συντάκτες του φακέλου!

Βασίλειος Μαρτζούκος*: Η ΠΡΩΤΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗ

on Sunday, 21 July 2019. Posted in Απόψεις - Προτάσεις Μελών

Η νέα Κυβέρνηση άρχισε το έργο της με καλούς οιωνούς. Οι Έλληνες την εμπιστεύονται έμπρακτα αφού ενέκριναν το πρόγραμμά της και της παρεχώρησαν αυτοδυναμία, προκειμένου να το εφαρμόσει αποτελεσματικά. Το νέο κυβερνητικό σχήμα φαίνεται ότι διαθέτει εν γένει την απαιτούμενη επάρκεια, οργάνωση αλλά και την βούληση να επιταχύνει τον βηματισμό της χώρας σε σειρά ζωτικών τομέων με αιχμή την οικονομική ανάπτυξη και την εσωτερική ασφάλεια. Παρά την προαναφερθείσα ελπιδοφόρα αρχή της κυβερνητικής θητείας, εκφράζεται κατωτέρω η έντονη ανησυχία ως προς δύο εξ ίσου ζωτικούς τομείς, στους οποίους τα πρώτα δείγματα δεν είναι τα αναμενόμενα.


ΑΜΥΝΑ
Με την τουρκική πολιτική και στρατιωτική απειλή να γιγαντώνεται και να διεκδικεί ευθέως την εθνική κυριαρχία και τα κυριαρχικά δικαιώματα Ελλάδος και Κύπρου, προβαίνοντας σε διαρκώς κλιμακούμενες προκλήσεις, η άμυνα της χώρας απουσίαζε ουσιαστικά από την προεκλογική αντζέντα της ΝΔ.

Οι συμμαχίες και οι στρατηγικοί «άξονες» είναι σκόπιμοι και επιθυμητοί αλλά η στρατιωτική αυτοβοήθεια αποτελεί προϋπόθεση αξιόπιστης αποτροπής. Οι σύμμαχοι με γνώμονα τα εθνικά τους συμφέροντα, την σταθερότητα της περιοχής και την ευημερία τους (και όχι απαραίτητα το Διεθνές Δίκαιο), είτε πιέζουν την πλέον αδύναμη πλευρά είτε χωρίζουν τα δύο μέρη μετά από δημιουργία τετελεσμένων.

Με δεδομένες τις τουρκικές φιλοδοξίες, διεκδικήσεις και πρακτικές, τυχόν σκέψεις πολιτικών διαπραγματεύσεων με όρους «win – win» ή «casan – casan» αποτελούν ουτοπία. Τυχόν πολιτικές ελπίδες αμοιβαίας μειώσεως των εξοπλισμών (εμείς το πραγματοποιούμε προ πολλού μονομερώς), κινούνται στα όρια της πολιτικής αφέλειας και αποδεικνύουν δυστυχώς ότι δεν έχει κατανοηθεί η φύση και ο χαρακτήρας της τουρκικής απειλής.

Μετεκλογικά, δεν έχει γίνει μέχρι στιγμής αντιληπτό κάποιο ολοκληρωμένο στρατηγικό αποτρεπτικό σχέδιο αντιμετωπίσεως της απειλής, δεδομένου ότι η εξωτερική εξισορρόπηση δεν αρκεί. Οι παράμετροι ενός τέτοιου σχεδίου δεν είναι όλες απαραιτήτως δαπανηρές, ενώ κάποιες εξ αυτών ενέχουν και αναπτυξιακή διάσταση. Σε κάθε περίπτωση στον τομέα της άμυνας, δίδεται η εντύπωση της αντιμετωπίσεως συνήθους ρουτίνας και όχι μίας επικείμενης εθνικής διακρατικής κρίσεως με απρόβλεπτες συνέπειες για Ζωτικά μας Εθνικά Συμφέροντα.

Αντί της αναμενομένης εξαγγελίας αμέσου και συνολικής αναθεωρήσεως ορισμένων προτεραιοτήτων, λόγω εκτάκτων εθνικών αναγκών (π.χ. στον τομέα θητείας, εφεδρείας, εξοπλισμών, αμυντικής βιομηχανίας, Δομής Διοικήσεως, Δομής Δυνάμεων, στοιχειώδους κινητοποιήσεως ελληνισμού κ.λπ.), πληροφορούμεθα από το ΦΕΚ 3193/17 – Ιουλίου – 2019, ότι μία από τις πρώτες και επείγουσες «μεταρρυθμιστικές» κυβερνητικές πρωτοβουλίες ήταν η θέσπιση καθηκόντων Γενικού Γραμματέως στο Υπουργείο Άμυνας ο οποίος μεταξύ άλλων «συντονίζει τις γενικές διευθύνσεις, διευθύνσεις του Υπουργείου και τα γενικά επιτελεία των τριών κλάδων των ενόπλων δυνάμεων».

Με δεδομένη την πολιτική πρωτοκαθεδρία στο ΥΕΘΑ (Υπουργός, Υφυπουργός, θεσμικά όργανα όπως το ΣΑΜ, ΕΠΥΕΘΑ κ.λπ.), η ανωτέρω πρόβλεψη το μόνο το οποίο θα προκαλέσει είναι σύγχυση και βέβαιη υποβάθμιση του ρόλου του Α/ΓΕΕΘΑ, αφού αποτελεί «σφήνα» σε κατ’ εξοχήν αρμοδιότητές του.

Αλήθεια, εάν οι κλάδοι των ΕΔ δεν συντονίζονται επαρκώς ποιος θα φέρει την ευθύνη ο Γενικός Γραμματεύς ή ο Α/ΓΕΕΘΑ; Θα ανέμενε κάποιος μία τέτοια διάταξη από αριστερή κυβέρνηση (που αρέσκεται στους «κομισάριους» εντός των ΕΔ) αλλά ποτέ από την ΝΔ και μάλιστα σε μία περίοδο που απαιτεί ισχυρό ρόλο του Α/ΓΕΕΘΑ.

Μία πρώτη ερμηνευτική ανάγνωση της κινήσεως αυτής είναι ότι είτε δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στον συντονιστικό ρόλο των κλάδων από τον Α/ΓΕΕΘΑ, είτε ότι ακόμη ενυπάρχει στο μυαλό κάποιων το «σύνδρομο της Επταετίας» ένεκα του οποίου οι αρμοδιότητες του Α/ΓΕΕΘΑ θα πρέπει να ψαλιδίζονται ή να επιτηρούνται στενά σε βάρος ασφαλώς του κύρους του, της στρατιωτικής δεοντολογίας και τελικά της μαχητικής ικανότητος των ΕΔ.

Το Υπουργείο Άμυνας έχει διακριτές ιδιαιτερότητες (που σχετίζονται με την στρατιωτική ιδιαιτερότητα) ως προς τα υπόλοιπα Υπουργεία στα οποία ενδεχομένως είναι δόκιμος ο θεσμός του Γενικού Γραμματέως.

ΔΗΜΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Κος Πρωθυπουργός έχει επισημάνει κατ’ επανάληψη ότι το δημογραφικό ζήτημα αποτελεί «βόμβα» στα εθνικά και κοινωνικά μας θεμέλια. Πράγματι με δείκτη γονιμότητος 1.28 η Ελλάς έχει εισέλθει σε μη αναστρέψιμο δημογραφικό υπαρξιακό ζοφερό μέλλον (με ότι αυτό συνεπάγεται για την οικονομία, την εργασία, την άμυνα, την ασφάλεια, τις παραμεθόριες περιοχές, την κοινωνική συνοχή, τις συντάξεις, το ασφαλιστικό κ.λπ.), εκτός εάν κάτι μεταβληθεί άμεσα και δραστικά, ως απόρροια ενός συνολικού σχετικού κυβερνητικού προγράμματος.

Το σύνθετο πρόβλημα της δημογραφίας άπτεται του αξιακού συστήματος και προτύπων, της παιδείας, των ηθών και εθίμων, της οικονομίας, της ενημερώσεως και διαφωτίσεως της κοινής γνώμης, σειράς στοιχειωδών παροχών και υπηρεσιών στηρίξεως των πολυτέκνων Ελλήνων πολιτών κ.λπ.

Σε κάθε περίπτωση η επίδοση επιδόματος γέννας είναι ορθή αλλά εάν αποτελεί μεμονωμένο μέτρο, το όλο θέμα απαξιώνεται, υποβαθμίζεται και καταδικάζεται σε αποτυχία και η Ελλάς αντίστοιχα σε αυτοχειρία. Ανάμεσα στα τόσα Υφυπουργεία τα οποία η νέα Κυβέρνηση έχει θεσπίσει, θα ήταν απόλυτα θεμιτό και αναμενόμενο, για συμβολικούς και ουσιαστικούς λόγους, να δημιουργηθεί Υφυπουργείο Δημογραφίας, το οποίο θα εκαλείτο να επιτελέσει τιτάνιο και πολύπλευρο έργο, προ της ελεύσεως μοιραίων επιπτώσεων στο εγγύς μέλλον (και σε συνδυασμό με την παράνομη μετανάστευση).

Ελπίζω ότι οι ανωτέρω επισημάνσεις θα προκαλέσουν ανάλογο προβληματισμό και αντίστοιχες διορθωτικές αποφάσεις. Αποτελεί επιθυμία κάθε συνετού πολίτου η επιτυχία της νέας Κυβερνήσεως για το καλό της Ελλάδος. Η καλοπροαίρετη κριτική επιβάλλεται καθώς και η παροχή συμβουλευτικής συνδρομής, από θεσμικά όργανα αλλά και από δεξαμενές σκέψεως όπως το ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ., αρκεί η Κυβέρνηση να το ζητήσει αλλά και να διαθέτει ευήκοον ους.

 

*20 – Ιουλίου – 2019
Αντιναύαρχος ε.α. Β. Μαρτζούκος ΠΝ
Επίτιμος Διοικητής Σ.Ν.Δ.
Πρόεδρος ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ. 

Χρήστος Ζιώγας*: H απευκταία προοπτική μίας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης

on Monday, 20 January 2020. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις


SPUTNIK PHOTO AGENCY / REUTERS
Το τελευταίο διάστημα διαμορφώνεται μία τάση προσαρμογής της ελληνικής διπλωματίας στη διεθνοπολιτική πραγματικότητα. Οι επικρατούσες συνθήκες περιορίζουν τις μέχρι τώρα κυρίαρχες αντιλήψεις και θέσεις, σχετικά με τη φύση του διεθνούς συστήματος, τα όρια της κανονιστικής του λειτουργίας και τον συνακόλουθο τρόπο άσκησης της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής˙ ιδιαίτερα έναντι της Τουρκίας.


Ο αποκλεισμός της Αθήνας από τη Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη, μοιάζει να δρομολογεί την απαρχή μίας μεταστροφής της ελληνικής διπλωματίας, η οποία διεπίστωσε πως η άσκηση αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής, απέχει από τις κατ’ αρέσκεια αντιλήψεις, τις ιδεολογικά φορτισμένες θέσεις ή τις επιστημονικά οικείες παραδοχές.

Είναι γεγονός ότι η Ελλάδα, ενώ έδρασε σύμφωνα με τα διπλωματικά ειωθότα, τον πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου, των αποφάσεων του ΟΗΕ και της ΕΕ, τελικά απεκλείσθη από τη Διάσκεψη του Βερολίνου.

Τουναντίον, η Τουρκία, πράττοντας ακριβώς τα αντίθετα, προσεκλήθη. Η συγκεκριμένη περίπτωση ανατροφοδότησε την εξωτερική πολιτική -τόσο σε επίπεδο δημόσιας συζήτησης, όσο και στην διαδικασία λήψης αποφάσεων- με επιχειρήματα που καταδεικνύουν το χάσμα μεταξύ των κυριάρχων μέχρι τώρα αντιλήψεων διαμόρφωσής της και της διεθνοπολιτικής πρακτικής.

Ακολούθως, σε πρόσφατη συνέντευξή του ο Έλληνας πρωθυπουργός δήλωσε πως στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης αν και όταν προσφύγουμε το επίδικο θα αφορά μόνο τον καθορισμό της ΑΟΖ και της υφαλοκρηπίδας. Η συγκεκριμένη δήλωση αποτυπώνει την τάση μεταστροφής, οριοθετώντας -επί το ορθολογικότερο- τα ζητήματα που δύνανται να τεθούν υπό την κρίση του δικαιοδοτικού οργάνου.

Αλήθεια, ποιά είναι η πολιτική νομιμοποίηση στο εσωτερικό της χώρας της άλλης άποψης, σύμφωνα με την οποία και στo πλαίσιo της επίλυσης των ελληνοτούρκικων διαφορών, θα τεθούν στην δικαιοδοσία του εν λόγω οργάνου και την (προ)διάθεση όσων το απαρτίζουν, ζητήματα που άπτονται του πυρήνα της κρατικής κυριαρχίας; Βασικός άξονας της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής παραμένει η προάσπιση και διαιώνιση του συλλογικού υποκειμένου που υπηρετεί.

Ο εμφύλιος πόλεμος στη Λιβύη, εκτός από ζήτημα περιφερειακής ασφάλειας και ανθρωπιστικής κρίσης, εγγράφεται πλέον ως μια ακόμη πτυχή των διαρκώς επιδεινούμενων ελληνοτούρκικων σχέσεων.

Σε πρόσφατο άρθρο του ο Τούρκος Πρόεδρος ήταν ιδιαίτερα αποκαλυπτικός σχετικά με τον ρόλο που η Τουρκία επιθυμεί να διαδραματίσει. Το άρθρο, αυτάρεσκα, τιτλοφορείται: «Ο δρόμος για την ειρήνη στη Λιβύη περνάει από την Τουρκία», και σε κάποιο σημείο με περίσσεια έπαρση σημειώνει: «Λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η Ευρώπη ενδιαφέρεται λιγότερο για τη στρατιωτική υποστήριξη της Λιβύης, η προφανής επιλογή είναι να συνεργαστεί με την Τουρκία, η οποία έχει ήδη υποσχεθεί στρατιωτική βοήθεια.

Η υπόμνηση της ευρωπαϊκής αδυναμίας στο στρατιωτικό επίπεδο ίσως δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα, η παράβλεψη όμως των γαλλικών δυνατοτήτων ενέχει σοβαρούς κινδύνους για την Τουρκία. Η χρονική στιγμή της δημοσίευσης σκοπό έχει να γνωστοποιήσει στους συμμετέχοντες στη Διάσκεψη τις τουρκικές ικανότητες, να προδικάσει την ευρωπαϊκή στάση και εν γένει να προϊδεάσει ότι καμία συμφωνία δεν μπορεί να υπογραφεί και να τελεσφορήσει αν δεν εμπεριέχει τις αξιώσεις της Άγκυρας.

Το τελευταίο διάστημα, η ελληνική κυβέρνηση διακηρύττει προς κάθε κατεύθυνση ότι ενώ δεν είναι παρούσα, δεν είναι και απούσα, από την Διάσκεψη για τη Λιβύη. Η περιοδεία του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών σε Λιβύη και Αίγυπτο, καθώς και η πιο πρόσφατη επίσκεψη του Χαλίφα Χαφτάρ στην Αθήνα συνιστούσαν μια ύστατη προσπάθεια της ελληνικής πλευράς να υπομνήσει την έμμεση συμμετοχή τόσο στο τελικό προδιαπραγματευτικό στάδιο, όσο και κατά την διάρκεια της διαπραγμάτευσης.

Η συμμετοχή της ΕΕ την εμπλέκει ούτως ή άλλως, παρά τις εργώδεις προσπάθειες της Γερμανίας να αμβλύνει τις εντυπώσεις από την μη–πρόσκληση της Αθήνας και κυρίως να αποτρέψει μία τυχόν ελληνική παρακώλυση της διαδικασίας μέσω της ΕΕ. Η απουσία της Ελλάδας από το Βερολίνο αποτελεί το λογικό αποτέλεσμα του «γεωπολιτικού παρασιτισμού» που εκκολάφθηκε ως νοοτροπία και πρακτική μετά την κρίση των Ιμίων. Η παρούσα κυβέρνηση κατανοεί, έστω και εξ ανάγκης, το αδιέξοδο των συγκεκριμένων αλυσιτελών πρακτικών, προσπαθώντας να αντικαταστήσει την μέχρι τώρα παρακολουθητική ελληνική στάση με μία πιο ενεργητική εξωτερική πολιτική.

Η Διάσκεψη του Βερολίνου ολοκληρώθηκε με την κατ′ αρχήν συμφωνία –όχι των άμεσα εμπλεκομένων Φάγεζ Αλ Σάρατζ και Χαλίφα Χάφταρ- για την κατάπαυση του πυρός στη Λιβύη, ως το πρώτο βήμα προς την πολιτική επίλυση της κρίσης. Οι συμμετέχοντες δεσμεύτηκαν να τερματίσουν την παροχή στρατιωτικών μέσων στους εμπόλεμους και να απέχουν από παρεμβάσεις στη Λιβύη. Όπως σε κάθε διακρατική ή ενδοκρατικη σύγκρουση, τοιουτοτρόπως και στην περίπτωση της Λιβύης, η κατάπαυση του πυρός συνιστά αναγκαία όχι όμως και ικανή προϋπόθεση για την πολιτική επίλυσης της κρίσης.

Μετά το πέρας της Διάσκεψης, ο Γερμανός υπουργός Εξωτερικών Χάικο Μάας επανέλαβε πως: «το βασικό ζητούμενο είναι η κατάπαυση του πυρός» και πρόσθεσε πώς, εφ’ όσον επιτευχθεί και διατηρηθεί, θα αποτελέσει την βάση μελλοντικών διαδικασιών στις οποίες θα συμμετάσχουν και χώρες οι οποίες δεν έλαβαν μέρος στην σημερινή σύνοδο.

Επί αυτής ακριβώς της δήλωσης πρέπει να εγκύψουμε, τόσο για να σταθμίσουμε την επιτυχία ή όχι της Διάσκεψης του Βερολίνου, όσο και να εξετάσουμε τις δυνατότητες συμμετοχής της Ελλάδας σε μεταγενέστερο στάδιο, εφ’ όσον προοδεύσει η διαδικασία πολιτικής επίλυσης. Υπό αυτές τις συνθήκες δύναται να τεθεί το ζήτημα ακύρωσης της Συμφωνίας Λιβύης – Τουρκίας για την οριοθέτηση των θαλασσίων ζωνών, κατά τη διαδικασία εύρεσης πολιτικής λύσης.

Στο μεσοδιάστημα, η ελληνική κυβέρνηση οφείλει να ενισχύσει την θέση της οριοθετώντας τις θαλάσσιες ζώνες της με τα όμορα κράτη, όπου αυτό είναι εφικτό. Ο τούρκικος ηγεμονισμός θα συνεχίσει να παρωθεί την ελληνική εξωτερική πολιτική σε επιλογές ανάταξης της αποτρεπτικής της στρατηγικής, εγκαταλείποντας τις ολισθηρές ατραπούς του κατευνασμού.
*Δρ. Χρήστος ΖιώγαςΔιδάσκων Διεθνείς Σχέσεις στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Παν/μιου Αιγαίου και εντεταλμένος Λέκτορας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων 

BESA- By Dr. James M. Dorsey: The Fragility of Middle East Alliances

on Tuesday, 13 November 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

EXECUTIVE SUMMARY: Competition among Middle Eastern rivals and ultimate power within the region’s various alliances is increasingly as much economic and commercial as it is military and geopolitical. Battles are fought as much on geopolitical fronts as they are on economic and cultural battlefields such as soccer.


Three recent developments lay bare the fragility of Middle Eastern alliances and a rebalancing of their priorities: the Russian-Turkish compromise on an assault on the rebel-held Syrian region of Idlib, the fate of troubled Abu Dhabi airline Ettihad, and battles over the reconstruction of Syria.

These developments highlight the fact that competition among Middle Eastern rivals and ultimate power within the region’s various alliances is increasingly as much economic and commercial as it is military and geopolitical. Battles are fought as much on geopolitical fronts as they are on economic and cultural battlefields such as soccer.

As a result, the fault lines of various alliances across the greater Middle East, a region that stretches from North Africa to northwestern China, are coming to the fore.

The cracks may be most apparent in the Russian-Turkish-Iranian alliance, but they also lurk in the background of Gulf cooperation with Israel in confronting Iran, as well as the unified front put forward by Saudi Arabia and the United Arab Emirates.

Russia prevented, at least for now, a rupture with Turkey by delaying an all-out attack on Idlib despite Iranian advocacy of an offensive. Turkey, already home to three million Syrians, feared that a Syrian-Russian assault would push hundreds of thousands, if not millions, more refugees across its border.

If Iran was the weakest link in the debate about Idlib, it stands stronger in its coming competition with Russia for the spoils of reconstruction of war-ravaged Syria.

Similarly, Russia appears to be ambivalent towards a continued Iranian military presence in post-war Syria, a potential flashpoint given Israel’s opposition and Israeli attacks that led recently to the downing of a Russian aircraft.

By the same token, Turkey, despite its backing of Qatar in its 15-month-old dispute with a Saudi-UAE-led alliance that is boycotting the Gulf state diplomatically and economically, poses perhaps the greatest challenge to Qatari efforts to project itself globally by operating one of the world’s best airlines and positioning itself as a sports hub.

Turkey, despite its failure to win the right to host Euro 2024 and its lack of the Gulf’s financial muscle, competes favorably on every other front with Qatar as well as the UAE, which is also seeking to project itself through soft as well as hard power. The UAE opposes Erdogan because of his Islamist leanings, ties to Iran, and support of Qatar. Turkey wins hands down against the small Gulf states when it comes to size, population, location, industrial base, military might, and sports performance.

That, coupled with a determination to undermine Qatar, was likely one reason why the UAE’s major carriers, Emirates and Etihad (which is troubled by a failed business model), have, despite official denials, been quietly discussing a potential merger that would create the world’s largest airline.

Countering competition from Turkish Airlines, which outflanks both UAE carriers with 309 passenger planes that service 302 destinations in 120 countries, may well have been another reason. Emirates, the larger of the two Emirati carriers, has a fleet of 256 aircraft flying to 150 destinations in 80 countries.

These recent developments suggest that alliances, particularly the one that groups Russia, Turkey and Iran, are brittle and transactional. They are geared towards capitalizing on immediate common interests rather than shared long-term goals, let alone values.

This is true even if Russia and Turkey increasingly find common ground in concepts of Eurasianism. It also applies to Turkey and Qatar, who both support Islamist groups, as well as to Saudi Arabia and the UAE, who closely coordinate policies but whose different goals are on display in Yemen.

The fragility of the alliances is further underscored by Turkish, Russian, and Iranian aspirations of resurrecting their respective empires in a 21st century mold and the Saudi quest for regional dominance.

Notions of empire have informed policies since long before the realignment across Eurasia as a result of the shift in the American focus from the Middle East to Asia, particularly the rise of China. Relations between the West and Russia have been increasingly strained, and Middle Eastern states like Saudi Arabia, the UAE, and Iran have been increasingly assertive.

Then-president of Turkey Suleyman Demirel told this writer as far back as the 1990s, in the wake of the demise of the Soviet Union and the emergence of independent, mostly ethnically Turkic Central Asian republics, that “Turkey’s world stretches from the Adriatic to the Great Wall of China.”

In a world in which globalization is shaped by geopolitical zones rather than individual countries, Russia’s imperative is to define itself as a Eurasian rather than a European power that would be on par with China, the EU, and a US zone of influence.

“Putin does not think along national lines. He thinks in terms of larger blocks, and ultimately in terms of the world order,” said former Portuguese minister for Europe Bruno Macaes in a recently published book, The Dawn of Eurasia.

In so doing, Russia is effectively turning its back on Europe as it reinvents itself as an Asian power on the basis of Eurasianism, a century-old ideology that defines Russia as a Eurasian rather than a European power.

The Eurasian Economic Union, which groups Russia, Kazakhstan. Kyrgyzstan, Belarus and Armenia, is a vehicle that allows Russia to establish itself as a bloc in the borderland between Europe and Asia.

Similarly, Eurasianism has gained currency in Turkey. President Recep Tayyip Erdoğan, who was enabled by the demise of the Soviet Union and the re-emergence of a Turkic world, projects his country as a crossroads between Europe, Africa, and Asia rather than as a European bridge to Asia.

In that vein, Turkish columnist Sinan Baykent projected the recent fence-mending visit to Germany by Erdoğan and his proposal for a summit on Syria involving Turkish, Russian, German, and French leaders as a Eurasian approach to problem-solving.

The meeting between Erdogan and German Chancellor Angela Merkel was meant “to pave the way for a Eurasian solution for the region… There is a new axis forming today between Berlin, Moscow, Ankara, Tehran and maybe Paris… All of these countries are fed up with American unilateralism and excessive policies displayed by the Trump administration,” Baykent said.

If Turkey’s and Russia’s vision of their place in the world is defined to a large extent by geography, Iran’s topology dictates a more inward-looking view despite accusations that it is seeking to establish itself as the Middle East’s hegemon.

Iran is a fortress. [It is] Surrounded on three sides by mountains and on the fourth by the ocean, with a wasteland at its center,” noted Stratfor, a geopolitical intelligence platform. Gulf fears are rooted not only in deep-seated distrust of Iran’s Islamic regime, but also in the fact that the foundation of past Persian empires relied on control of plains in present-day Iraq.

As a result, the maneuvering of Gulf states, in contrast to Turkey and Russia, is driven less by a conceptual framing of their place in the world and more by regional rivalry and regime survival. Countries like Qatar, Saudi Arabia, and the UAE walk a fine line focusing geopolitically on an increasingly unpredictable US and economically on China and the rest of Asia, including Russia, Korea, and Japan.

What the plight of Idlib, potential change in aviation, and competition for reconstruction contracts collectively highlight is the brittleness of Middle Eastern alliances that threatens to be reinforced by economics, rendering it an increasingly important factor alongside geopolitics.

“Stakes for all parties are starting to divert from each other in Syria and the prospects of cooperation with Russia and Iran are becoming more challenging,” said Turkish columnist Nuray Mert, commenting on the situation in Idlib. Her analysis is as valid for Idlib as it for the prospects of many of the Middle East alliances.

View PDF

A podcast version of this story is available on Soundcloud, Stitcher, TuneIn, and Tumblr.

Dr. James M. Dorsey, a non-resident Senior Associate at the BESA Center, is a senior fellow at the S. Rajaratnam School of International Studies at Singapore’s Nanyang Technological University and co-director of the University of Würzburg’s Institute for Fan Culture.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family

BESA, By Emil Avdaliani: The China-US Confrontation: A Russian View

on Wednesday, 04 July 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

 

BESA Center Perspectives Paper No. 882, July 4, 2018

EXECUTIVE SUMMARY: China and the US have different geopolitical imperatives, so tensions are bound to increase between the two powers. Russia’s position in the nascent confrontation will be important to watch, as it is simultaneously under pressure from the West and in the shadow of Chinese economic strength. Russia will likely see US-China competition as providing an opportunity to improve its own geopolitical position.

China, which is poised to become a powerful player in international politics thanks to its economic rise and concurrent military development, has strategic imperatives that clash with those of the US. Beijing needs to secure its procurement of oil and gas resources, which are currently most available through the Malakka Strait. In an age of US naval dominance, the Chinese imperative is to redirect its economy’s dependence – as well as its supply routes – elsewhere.

That is the central motivation behind the almost trillion dollar Belt and Road Initiative, which is intended to reconnect the Asia-Pacific with Europe through Russia, the Middle East, and Central Asia. At the same time, Beijing has a growing ambition to thwart US naval dominance off Chinese shores. With these factors involved, mutual suspicion between Beijing and Washington is bound to increase over the next years and decades.

Analysts have proposed various foreign policy scenarios about the likelihood of a coming showdown between the two powers. However, most of those analyses – some of which are very good – neglect the Russian position. That country, which stretches from the Baltic to the Pacific and is ensconced between the West and China, is poised to play a pivotal role in a possible US-China confrontation due to its geography and military and economic capabilities.

Moscow believes the US-China conflict might enable it to advance the Russian geopolitical agenda, which has been much constrained by the Europeans and the Americans over the past three decades.

The current crisis between Russia and the West is the product of many fundamental geopolitical differences in both the former Soviet space and elsewhere. Relations are thus likely to remain stalled well into the future barring large concessions by one of the sides. The successful western expansion into what was always considered the “Russian backyard” halted Moscow’s projection of power and diminished its reach into the north of Eurasia – between fast-developing China, Japan, and other Asian countries and the technologically modern European landmass.

Russia claims that its western borders are now vulnerable because NATO and the EU are marching eastward. In fact, Russia has far more vulnerable territories, such as the North Caucasus and porous Central Asia.

In some respects, the Russians are simply spending too much of their national energies on problems with the West. Costly military modernization and the support for separatist regimes in Moldova, Ukraine, and Georgia weigh heavily on the Russian budget.

Russians can rightly question why their country is spending so much on the former Soviet space when Russia’s current borders are more in Asia. Why is the country investing so much in unsuccessfully disrupting Western influence in many parts of the former Soviet space? This point is doubly strong when one looks at a map of Russia, with its vast tracts of uncultivated and largely unpopulated Siberian lands.

Today, Europe is a source of technological progress, as are Japan and China. Never in Russian history has there been such opportunity to develop Siberia and transform it into a power base of the world economy.

Russia’s geographical position is unique and will remain so for another several decades, as the ice cap in the Arctic Ocean is set to diminish significantly. The Arctic Ocean will be transformed into an ocean of commercial highways, giving Russia a historic opportunity to become a sea power.

Chinese and Japanese human and technological resources in the Russian far east, and European resources in the Russian west, can transform it into a land of opportunity.

Russia’s geographical position should be kept in mind when analyzing Moscow’s position vis-à-vis the China-US competition. However, apart from the purely economic and geographical pull that the developed Asia-Pacific has on Russia’s eastern provinces, the Russian political elite sees the nascent US-China confrontation as offering a chance to enhance its weakening geopolitical position throughout the former Soviet space. Russians are right to think that both Washington and Beijing will dearly need Russian support, and this logic is driving Moscow’s noncommittal approach towards Beijing and Washington. As a matter of cold-blooded international affairs, Russia wishes to position itself such that the US and China are strongly competing with one another to win its favor.

In allying itself with China, Russia would expect to increase its influence in Central Asia, where Chinese power has grown exponentially since the break-up of the Soviet Union in 1991. Although Moscow has never voiced official concerns about this matter, that is not to deny the existence of such concerns within the Russian political elite.

However, if Moscow chooses the US side, the American concessions could be more significant than the Chinese. Ukraine and the South Caucasus would be the biggest prizes, while NATO expansion into the Russian “backyard” would be stalled. The Middle East might be another sticking point where Moscow gets fundamental concessions – for example in Syria, should that conflict continue.

Beyond grand strategic thinking, this decision will also be a civilizational choice for the Russians molded in the perennial debate about whether the country is European, Asiatic, or Eurasian (a mixture of the two). Geography inexorably pulls Russia towards the east, but culture pulls it towards the west. While decisions of this nature are usually expected to be based on geopolitical calculations, cultural affinity also plays a role.

Tied into the cultural aspect is the Russians’ fear that they (like the rest of the world) do not know how the world would look under Chinese leadership. The US might represent a threat to Russia, but it is still a “known” for the Russian political elite. A China-led Eurasia could be more challenging for the Russians considering the extent to which Russian frontiers and provinces are open to large Chinese segments of population.

The Russian approach to the nascent US-China confrontation is likely to be opportunistic. Its choice between them will be based on which side offers more to help Moscow resolve its problems across the former Soviet space.

View PDF

Emil Avdaliani teaches history and international relations at Tbilisi State University and Ilia State University. He has worked for various international consulting companies and currently publishes articles focused on military and political developments across the former Soviet space.

BESA Center Perspectives Papers are published through the generosity of the Greg Rosshandler Family 

 

CHATHAM HOUSE-Professor Matthew Goodwin: In 2018, Europe’s Populist Challenges Will Continue

on Wednesday, 03 January 2018. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις, Παρουσίαση Ινστιτούτου

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Despite the ‘Macron moment’, traditional politics remains under pressure across the continent.
There is no doubt that nationalist populism will remain an important driver of Europe’s debates. As we showed in our 2017 Chatham House research paper on the future of Europe, elites across the EU identify populists as their number one challenge. Thus, as we leave 2017 it seems that many observers were too optimistic about the ‘Macron moment’ and the supposed defeat of nationalist populism that was reflected in losses for Marine Le Pen and Geert Wilders in the Netherlands.

HERE PDF

ΚΟΥΜΑΡΕΛΛΑΣ Όθωνας : Ο Ερντογάν ως γνήσιος εκφραστής μιας ηγεμονεύουσας δύναμης

on Sunday, 10 December 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Βασίλειος Μαρτζούκος, Αντιναύαρχος ε.α. ΠΝ, Επίτιμος Διοικητής Σ.Ν.Δ., Πρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

ΚΟΥΜΑΡΕΛΛΑΣ Όθωνας : Ο Ερντογάν ως γνήσιος εκφραστής μιας ηγεμονεύουσας δύναμης

Το ότι η Τουρκία δεν είναι φιλική χώρα είναι ένα αυταπόδεικτο γεγονός που το μαρτυρούν τα ιστορικά δρώμενα τουλάχιστον από το 1974 και μετά. Φυσικά αυτή η πραγματικότητα δεν έχει να κάνει με τις σχέσεις που μπορεί να αναπτύσσονται μεταξύ προσώπων, ή τη φιλία μεταξύ τους ανεξάρτητα από εθνική καταγωγή, ή θρήσκευμα, ή οτιδήποτε άλλο. Πολλοί μιλούν για «φιλία» μεταξύ των δύο λαών και τις προσπάθειες για την καλλιέργεια και την επικράτησή της.


Όμως αυτή η φιλία μεταξύ πολυπρόσωπων ομάδων, πολύ περισσότερο μεταξύ δύο ξεχωριστών λαών δεν είναι κάτι που εξαρτάται εν πολλοίς από τους ίδιους τους λαούς, που χωρίς τις κατάλληλες ηγεσίες αποτελούν άμορφες μάζες. Έχει να κάνει περισσότερο με τις ιστορικές καταβολές, τις μνήμες, τους εθνικούς οραματισμούς, τις στοχεύσεις και εν τέλει με τα γεωπολιτικά συμφέροντα κάθε μιας χώρας και το πως αυτά διεκδικούνται από τις ηγεσίες των χωρών και τα συστήματα εξουσίας που επικρατούν.

Η Τουρκία ως συνέχεια και διάδοχος της μεγάλης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας «κουβαλάει» τις ιστορικές μνήμες μιας ολόκληρης χιλιετίας και ουδέποτε έπαψε να διεκδικεί ηγεμονικό ρόλο στην ευρύτερη περιοχή της εγγύς ανατολής και να προσβλέπει στην ανάκτηση της παλιάς αυτοκρατορικής της αίγλης, αλλά και στην αποκατάσταση της επιρροής της, αν όχι και των χαμένων εδαφών της.

Η Συνθήκη της Λωζάννης, όσο κι αν εμείς οχυρωνόμαστε πίσω από αυτήν -και προσώρας καλά κάνουμε- ήταν μια εξ ανάγκης συμφωνία επίλυσης του «ανατολικού» ζητήματος, που υπέγραψε ο Κεμάλ ευρισκόμενος σε μειονεξία έναντι της δυτικής «συμμαχίας» τότε, και προκειμένου να αποφύγει τα χειρότερα για τον ίδιο και τη χώρα του. Ήδη γι’ αυτόν ήταν μια πολύ καλύτερη συμφωνία από εκείνη της Συνθήκης των Σεβρών, που είχε προηγηθεί και πολύ χειρότερη γι’ εμάς. Ήταν όμως απόρροια ενός -με σύγχρονους όρους- «έντιμου» συμβιβασμού. Ενός συμβιβασμού που αποσκοπούσε στην κατοχύρωση των δυτικών συμφερόντων στην ευρύτερη περιοχή και παρεμπιπτόντως κάποιων από τα δικά μας που είχαμε κραυγαλέα ηττηθεί στα πεδία των μαχών της Μικράς Ασίας, αλλά και της ίδιας της Τουρκίας, που ήταν μέχρι τότε η μεγάλη χαμένη μιας περιόδου – ενός τουλάχιστον αιώνα παρακμής. Μιας παρακμής, διαλυτικής, η οποία ανεκόπη με την επικράτηση των νεότουρκων και του Μουσταφά Κεμάλ. Ήταν μια συνθήκη όμως εξ ανάγκης, που πάντα θα αντιμετωπίζεται από την Τουρκία ως στενός «κορσές».

Μια ψύχραιμη και αποστασιοποιημένη από τις σχέσεις των δύο χωρών οπτική και ανάλυση της πραγματικότητας αυτό δείχνει. Και είναι απολύτως κατανοητή. Είναι λοιπόν κατανοητή και απολύτως προβλέψιμη η συμπεριφορά της Τουρκίας, ανεξάρτητα από το ποιος ηγείται αυτής. Στο βαθμό μάλιστα που η γειτονική χώρα αισθάνεται ισχυρή δεν μπορούμε παρά να περιμένουμε τις αντίστοιχες προσπάθειες από την πλευρά της.
Και η Τουρκία, στη φάση αυτή, αισθάνεται μεν απειλούμενη και με πολλά ανοικτά μέτωπα με κυριώτερο το κουρδικό, αλλά ταυτόχρονα αρκούντως ισχυρή για να επιβάλλει τους δικούς της όρους και να διεκδικεί με παρρησία αυτό που κατανοεί ως δίκαιό της. Αυτό δείχνει όλη η στάση και συμπεριφορά της. Και δεν τα καταφέρνει καθόλου άσχημα, είναι αλήθεια. Είτε μας αρέσει, είτε όχι!

Το 1974 δεν έχασε καθόλου χρόνο και εκμεταλλεύτηκε τη μοναδική ευκαιρία με το πραξικόπημα της χούντας κατά του Μακαρίου και εισέβαλλε στην Κύπρο χωρίς δεύτερη σκέψη. Έκτοτε κατέχει το 40% περίπου του κυπριακού εδάφους και δεν αισθάνεται καθόλου την ανάγκη να διαπραγματευτεί. Κι όταν προσέρχεται σε συνομιλίες, το κάνει με τους όρους του ισχυρού προς τον αδύναμο. Έκτοτε δεν παραλείπει να εκμεταλλεύεται κάθε δική μας δυσκολία για να επιβάλλει γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο, να διεκδικεί ανοικτά πλέον τη δυτική Θράκη, μοχλεύοντας τον αλυτρωτισμό του ντόπιου μουσουλμανικού πληθυσμού, όπως και κάθε άλλου αλυτρωτισμού στη χερσόνησο των Βαλκανίων. Δεν κρύβει τις βλέψεις της στα εδάφη της βόρειας Συρίας και του Ιράκ, επεμβαίνοντας ακόμη και στρατιωτικά επί εδαφών, ενώ πρόθυμα έπαιξε το ρόλο του αποσταθεροποιητή στο μαλακό υπογάστριο της πάλαι ποτέ Σοβιετικής Ένωσης ενισχύοντας σχεδόν απροκάλυπτα τους αντίστοιχους αλυτρωτισμούς των μουσουλμανικών πληθυσμών στις νότιες περιοχές (ανεξάρτητα κράτη πια) της παλιάς Ένωσης.

Σήμερα η Τουρκία δεν διεκδικεί μόνο την παλιά αυτοκρατορική αίγλη, αλλά δεν κρύβει καθόλου τη φιλοδοξία των ηγετών της, να ηγηθεί του συνόλου του μουσουλμανικού κόσμου ως η πρώτη αν όχι μοναδική μουσουλμανική ισχυρή κρατική οντότητα, ικανή να «διαπραγματευτεί» με τη Δύση τα συμφέροντα του, με όρους, αν όχι ισχύος, τουλάχιστον ισοτιμίας.

Αν και κόκκινο πανί τόσο για τη Δύση, όσο και για τη Ρωσία, «παίζει» έξυπνα και με τους δύο εκμεταλλευόμενη τις μεταξύ τους αντιθέσεις, εξασφαλίζοντας πότε έτσι και πότε αλλιώς τα νώτα της στις προσπάθειες υπονόμευσης, ή και ανατροπής της στρατηγικής της. Διότι η Τουρκία διαθέτει μακροπρόθεσμη στρατηγική και συνδυάζει έξυπνα τις τακτικές της κινήσεις, εκμεταλλευόμενη κάθε ευκαιρία για να την εξυπηρετήσει.

Η Τουρκία και η Ευρωπαϊκή Ένωση
Πολλοί μιλούν -και στη χώρα μας- για την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Η ελληνική πολιτική ηγεσία μάλιστα υποστηρίζει αναφανδόν αυτήν την προοπτική και πολλές φορές αναφέρεται ως η καλύτερη σύμμαχος της Τουρκίας στην προσπάθειά της αυτή. Φαίνεται, ότι οι Έλληνες πολιτικοί έχουν ασπαστεί και υποστηρίζουν την ιδέα ότι μια Τουρκία ενταγμένη στην Ε.Ε. θα πάψει να αποτελεί απειλή για τα εθνικά μας συμφέροντα.

Η ιδέα αυτή είναι εξαιρετικά αφελής και στηρίζεται περισσότερο στην επιθυμία των πολιτικών μας να απαλλαγούν το γρηγορότερο από τα προβλήματα της εξωτερικής μας πολιτικής και της άμυνας της χώρας, παρά σε μια ψυχραιμότερη αποτίμηση της πραγματικότητας σε σχέση με τη γείτονα χώρα και των γενικότερων επιδιώξεών της.

Πράγματι η Τουρκία επιδιώκει μια ενδεχόμενη ένταξή της στο ευρωπαϊκό «γίγνεσθαι», αλλά με τους δικούς της όρους. Αντίθετα με την Ελλάδα και τις ηγεσίες της που αισθάνονται αδύναμοι και υπήρξαν ανέκαθεν υποτελείς, η Τουρκία και οι ηγέτες της επιδιώκουν τις οποιεσδήποτε σχέσεις με τρίτους και με την ΕΕ με όρους της δικής τους εθνικής κυριαρχίας και ανεξαρτησίας. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από την Τουρκία η οποιαδήποτε παραχώρηση κρατικής κυριαρχίας και μεταφορά των κέντρων λήψης αποφάσεων εκτός της χώρας σε υπερεθνικά κέντρα, που θα της επιβάλλουν τις πολιτικές. Η Τουρκία δεν είναι Ελλάδα, δηλαδή μια ανέκαθεν προτεκτορατοποιημένη χώρα.

Η Τουρκία στην ενταξιακή της επιδίωξη προσβλέπει στην άντληση άφθονων οικονομικών και άλλων πόρων, που της είναι αναγκαίοι, αλλά συνάμα και στη σταδιακή επιβολή των δικών της βουλήσεων στο εσωτερικό της Ευρώπης, ή τουλάχιστον στη συνδιαμόρφωση κρίσιμων αποφάσεων, μιας υπό διαμόρφωση νέας υπερδύναμης με την Τουρκία σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Κατά μια έννοια προσβλέπει σε «κατάκτηση» της Ευρώπης με διαφορετικούς όρους, έχοντας σύμμαχο τον ολοένα αυξανόμενο, σε αριθμό, μουσουλμανικό πληθυσμό στο εσωτερικό των χωρών της Ένωσης. Η λογική του «παντουρκισμού» επιβιώνει και γίνεται κυρίαρχη στις μέρες μας.

Αυτό που οι Έλληνες πολιτικοί αδυνατούν να διακρίνουν, το αντιλαμβάνονται πολύ καλά οι ηγεσίες της Δύσης, γι’ αυτό -και παρά τα λεγόμενα κατά καιρούς και τις ατέλειωτες διαπραγματεύσεις-, ουδέποτε θα δεχθούν μια Τουρκία -και μάλιστα μια σχετικά ισχυρή Τουρκία- στο δικό τους κλαμπ. Χρειάζονται την Τουρκία ως ενδεχόμενο οικονομικό «εταίρο» και για τις δικές τους ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις, στον βαθμό που η ίδια θεωρεί ότι εξυπηρετούνται οι δικές της, αλλά μέχρις εκεί.

Φυσικά αυτό το γνωρίζει πολύ καλά και η Τουρκία, ότι δηλαδή ουδέποτε θα γίνονταν αποδεκτή στην καρδιά της Δύσης ως συνδιαμορφωτής των πολιτικών διά μέσου των ευρωπαϊκών θεσμών και πράττει αναλόγως, φτάνοντας να ομιλεί ακόμα και για ρατσισμό από την πλευρά των ηγεσιών των κεντροευρωπαϊκών χωρών, επιρρίπτοντας την ευθύνη σε αυτούς επειδή καρκινοβατούν οι μεταξύ τους διαπραγματεύσεις.
Το κλίμα αυτό όμως μεταξύ ΕΕ και Τουρκίας καθόλου δεν αποτελεί καθησυχαστικό παράγοντα για την Ελλάδα και τα συμφέροντά της. Οι δυτικοί έχουν αποδείξει, ότι λειτουργούν με βάση τα στεγνά τους συμφέροντα και δεν είναι καθόλου βέβαιο, ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί ανταλλάξιμο είδος γι’ αυτούς. Πολύ περισσότερο σήμερα που την ελέγχουν πλήρως οικονομικά και πολιτικά.

Η Τουρκία και η Ελλάδα
Η Τουρκία έχει κάθε λόγο να διεκδικεί και να απαιτεί. Αισθάνεται αρκετά στρυμωγμένη στο Αιγαίο και επιδιώκει μέσα από τη δημιουργία «γκρίζων» ζωνών τον σταδιακό έλεγχό του, τόσο στον αέρα, όσο και στη θάλασσα. Δεν είναι μόνον τα υποτιθέμενα κοιτάσματα υδρογονανθράκων που δημιουργούν κίνητρο για άσκηση επιθετικής πολιτικής από την πλευρά της. Ο συνολικός έλεγχος είναι το ζητούμενο και η τελική της επιδίωξη, που θα δημιουργήσει περαιτέρω προϋποθέσεις για τις επεκτατικές της βλέψεις προς δυσμάς.

Γνωρίζει πολύ καλά, ότι η Ελλάδα μέσα από μυωπικές πολιτικές αποξένωσε από το εθνικό της σώμα τους μουσουλμανικούς πληθυσμούς της Δυτικής Θράκης και εκμεταλλευόμενη την πολιτική «κατευνασμού» και αδιαφορίας των Αθηνών έχει ήδη δημιουργήσει όλα εκείνα τα κατάλληλα «προγεφυρώματα» που θα της επιτρέψουν την άμεση ακόμα και εδαφική διεκδίκηση της Θράκης κι ενδεχομένως της Ανατολικής Μακεδονίας. Εξ άλλου διεκδικώντας μόνον να κερδίσει έχει, και τίποτα να χάσει, παίζοντας συνολικά το παιχνίδι του αλυτρωτισμού των μουσουλμάνων σε ολόκληρα τα Βαλκάνια, παρουσιαζόμενη ως σύμμαχος και προστάτης τους.

Το γιατί εμείς την διευκολύνουμε επιτρέποντας επισκέψεις στη Δυτική Θράκη ακόμα και στο υψηλότερο επίπεδο είναι πράγματι απορίας άξιον.
Εκεί όμως που η τουρκική επιθετικότητα και η αντίστοιχη πολιτική έχει θριαμβεύσει απέναντι στην Ελλάδα είναι στο κυπριακό ζήτημα. Η ελληνική πολιτική ηγεσία διακατεχόμενη από το δόγμα ότι η Κύπρος «κείται μακράν» έδειξαν εξ αρχής την πρόθεση να τελειώνουμε όπως – όπως με το πρόβλημα. Έτσι διολισθαίνοντας από υποχώρηση σε υποχώρηση σε θέσεις, ακόμη και στη ρητορική, η Ελλάδα εμφανίζεται σήμερα να εκλιπαρεί μια λύση ουσιαστικά μιας όσο το δυνατό λιγότερο αναξιοπρεπούς παράδοσης ολόκληρης της Κύπρου στην Τουρκία μέσα από μεθοδεύσεις τύπου σχεδίου Ανάν.

Η Τουρκία είναι μια εχθρική χώρα
Εάν για την πολιτική ηγεσία και την ιθύνουσα τάξη της χώρας μας η Τουρκία αποτελεί ένα «θηρίο» που με γαλιφιές, ξόρκια και προσφορά λιχουδιών γίνεται προσπάθεια να εξημερωθεί και να γίνει φιλικό, η πραγματικότητα είναι για όλους μας διαφορετική.
Η Τουρκία είναι μια εχθρική χώρα. Όχι γιατί το θέλουμε εμείς, αλλά διότι έχει βλέψεις και στρατηγικούς σχεδιασμούς που δεν προσιδιάζουν με τα δικά μας εθνικά συμφέροντα, αλλά αντιτίθενται εμμονικά σε αυτά. Δεν κατανοεί από κατευνασμούς και πολιτικές οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Η Τουρκία μετά από στρατιωτική εισβολή κατέχει παράνομα το 40% του κυπριακού εδάφους. Η Τουρκία έχει βλέψεις δυτικά και είναι προσηλωμένη στην επίτευξη των στόχων της που τους επιτυγχάνει σταδιακά εκμεταλλευόμενη την ασυγχώρητη ημιμάθεια, την επιπολαιότητα και τις φοβίες των πάσης φύσης ηγεσιών της Ελλάδας.

Η Τουρκία μια μόνο γλώσσα καταλαβαίνει. Τη γλώσσα της ισχύος. Και η ισχύς δεν είναι μόνον η γλώσσα των όπλων, αλλά πρώτα η αδιαπραγμάτευτη διεκδίκηση του δικαίου και η χάραξη πολιτικής στρατηγικής για την επιβολή του.
Όταν όμως επιτρέπεις στον οιονδήποτε εχθρό να επισκέπτεται τη χώρα σου και να τον υποδέχεσαι ως υποτελής απέναντι στον κυβερνήτη, τότε του αναγνωρίζεις ως αναφαίρετο το δικαίωμά του στην ιταμότητα των διεκδικήσεων σε βάρος σου. Και αυτό το δικαίωμα ακριβώς άσκησε ο Ερντογάν ερχόμενος εδώ, αφού εμείς τον προσκαλέσαμε, και υπήρξε απόλυτα ειλικρινής!.
Το άρθρο αυτό αναρτήθηκε στο blog http://hereticalideas-gr.blogspot.gr στις 8-12-17

Ιωάννης Μπαλτζώης: Ο Σουλτάνος στην Ελλάδα. Αποτίμηση μιας Ιστορικής Επίσκεψης

on Sunday, 10 December 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης, Αντγος ε.α., Μέλος του ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Ιωάννης Μπαλτζώης: Ο Σουλτάνος στην Ελλάδα. Αποτίμηση μιας  Ιστορικής Επίσκεψης

H ιστορική επίσκεψη Τούρκου προέδρου στην Ελλάδα είναι η δεύτερη στην σύγχρονη ιστορία των δύο κρατών και με χρονική καθυστέρηση 65 ετών από την πρώτη του Τζελάλ Μπαγιάρ, στις 2 Δεκ 1952. Η δεύτερη ήταν του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν που έγινε στις 7 και 8 Δεκ. 2017 και άφησε το στίγμα της ως καινοφανής και ενδεχομένως μοναδική στα παγκόσμια διπλωματικά δρώμενα. Θα έπρεπε να το περιμέναμε; Ασφαλώς, λαμβάνοντας υπόψη την στάση, την συμπεριφορά και τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του Τούρκου προέδρου. Θα μπορούσαμε να το αποφύγουμε; Ενδεχομένως σε κάποιο βαθμό, αλλά αναλύοντας τα γεγονότα, με αιρετικό τρόπο, τελικά θα καταλήξουμε ότι μας ωφέλησε, έστω και αν φαίνεται αρχικά υπερβολικό και λανθασμένο συμπέρασμα. Ας τα πάρουμε όμως από την αρχή.


 

12/3/2017. Οι σχέσεις Δύσης-Ρωσίας περνάνε από την Ουκρανία

on Sunday, 12 March 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Υποστράτηγος ε.α., Διευθυντής Μελετών, Μέλος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

12/3/2017. Οι σχέσεις Δύσης-Ρωσίας περνάνε από την Ουκρανία

Στις αρχές Φεβρουαρίου, λιγότερο από δύο βδομάδες από την ανάληψη των καθηκόντων του νέου προέδρου των ΗΠΑ, σφοδρές συγκρούσεις ξέσπασαν μεταξύ αυτονομιστών ανταρτών και ουκρανικών στρατευμάτων σε τμήματα της διαχωριστικής γραμμής. Οι συγκρούσεις χαρακτηρίστηκαν από τους διεθνείς παρατηρητές ως οι σφοδρότερες από τον Φεβρουάριο του 2015 και κόστισαν τη ζωή σε 25 περίπου ανθρώπους και από τις δύο πλευρές, ενόπλους αλλά και αμάχους. Σημειώθηκαν δεκάδες παραβιάσεις των συμφωνιών του Μινσκ, προωθήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές βαρέα όπλα στην αποστρατικοποιημένη ζώνη ενώ η έντονη ανταλλαγή πυρών πυροβολικού και ρουκετών επέφερε απώλειες και καταστροφές στις υποδομές. Οι εχθροπραξίες με την πάροδο των ημερών αποκλιμακώθηκαν χωρίς μέχρι σήμερα να έχει επέλθει πλήρης επιστροφή στη σχετική ηρεμία των τελευταίων μηνών.
Όπως πάντα, Ρωσία, Ουκρανία και αυτονομιστές επέρριψαν την υπαιτιότητα των συγκρούσεων στις άλλες πλευρές. Μόσχα και Κίεβο προχώρησαν σε κινητοποίηση των δυνάμεων τους στις διαχωριστικές γραμμές σε Κριμαία και Ανατολική Ουκρανία. Η πλευρά των αυτονομιστών και της Μόσχας κατηγορεί την κυβέρνηση του Κιέβου ότι εντείνει τις πολεμικές προετοιμασίες αποσκοπώντας σε μια τυχοδιωκτική ενέργεια ανακατάληψης των χαμένων εδαφών. Υπάρχουν πράγματι στοιχεία που αποδεικνύουν μια ενίσχυση των ουκρανικών δυνάμεων στις ανατολικές επαρχίες. Αντίστοιχες όμως και οι κατηγορίες των Ουκρανών που αποδίδουν την κλιμάκωση σε αποσταθεροποιητικές ενέργειες της Μόσχας. Την παρούσα χρονική στιγμή, η Μόσχα, ευρισκόμενη σε αναμονή της εκδήλωσης των προθέσεων του νέου αμερικανού Προέδρου, εκτιμάται ότι δεν επιθυμεί την ανάληψη μιας προκλητικής και αποσταθεροποιητικής ενέργειας. Αντικειμενικοί στόχοι της Μόσχας είναι η κατοχύρωση των κερδών στην Κριμαία, η «φινλανδοποίηση» της Ουκρανίας και η άρση των κυρώσεων. Μέχρι σήμερα ο Οργανισμός για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη (OSCE) δεν έχει αποδώσει σαφή πρωταρχική ευθύνη σε καμία από τις  αντιμαχόμενες πλευρές για την πρόσφατη αναζωπύρωση των συγκρούσεων, έχει όμως καταγράψει σημαντικές παραβιάσεις της εκεχειρίας με υπαιτιότητα αμφοτέρων.
Αξιοπρόσεκτη είναι και η αντίδραση της αμερικανικής πλευράς στα πρόσφατα γεγονότα. Ο εκπρόσωπος τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών εξέφρασε την ανησυχία του  για την αναζωπύρωση των συγκρούσεων καλώντας για άμεση διακοπή των εχθροπραξιών χωρίς να επιρρίψει ευθύνες σε οποιαδήποτε πλευρά. Διαφορετική η στάση των αμερικανών διπλωματών καριέρας στον OSCE που κατηγόρησαν Ρωσία και αυτονομιστές. Να σημειώσουμε ότι η νεοοτοποθετηθείσα Πρέσβης των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη, Nikki Haley, στην πρώτη τοποθέτηση υπεραμύνθηκε της εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας, αναφερόμενη στην Κριμαία ως αναπόσπαστο κομμάτι της τελευταίας και δηλώνοντας ότι οι κυρώσεις θα παραμείνουν σε ισχύ μέχρι οι Ρώσοι να επιστρέψουν την χερσόνησο στο Κίεβο.
Γεγονός είναι ότι οι προεκλογικές δηλώσεις του Trump έχουν δημιουργήσει ένα θολό τοπίο ως προς τις προθέσεις και τα επόμενα βήματα της Προεδρίας του. Η εκλογή του προκάλεσε ανησυχία στο  Κίεβο και σε αρκετές άλλες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Οι αλλεπάλληλες (δικαιολογημένες εν μέρει), δηλώσεις του Προέδρου Trump, για ανάγκη επαναπροσέγγισης με τη Μόσχα, έχουν θορυβήσει τους Ουκρανούς (και όχι μόνο) που ανησυχούν μήπως καταστούν τα εξιλαστήρια θύματα της επανεκκίνησης  των σχέσεων των δύο μεγάλων δυνάμεων.
Η εκπομπή διφορούμενων μηνυμάτων είναι αναπόσπαστο μέρος της διπλωματίας, σίγουρα επιτείνει τις ανησυχίες, ιδίως του ασθενέστερου μέρους και ενίοτε προκαλεί αυθαίρετες εκτιμήσεις και λανθασμένες ενέργειες. Εκτιμάται ότι η  Μόσχα προσβλέπει σε μια βελτίωση των αμερικανορωσικών σχέσεων που θα ανακούφιζε την οικονομία της από τις δυτικές κυρώσεις και θα απέφερε και ανάλογα πολιτικά και διπλωματικά κέρδη. Ως εκ τούτου, δεν φαίνεται ως πιθανή, η εκ μέρους της Μόσχας, επιδίωξη αναζωπύρωσης των συγκρούσεων. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι η Ρωσία θα εγκαταλείψει τις ενέργειες που αποβλέπουν στον πειθαναγκασμό του Κιέβου για αποδοχή των θέσεων της. Σε τελευταία ανάλυση, τα δύο Πρωτόκολλα του Μινσκ έχουν καθορίσει μια σειρά ενεργειών των δύο αντιμαχομένων πλευρών που δεν έχουν υλοποιηθεί εξ αιτίας της αμοιβαίας καχυποψίας, των διαφορετικών ερμηνειών και των εθνικιστικών μαξιμαλιστικών εξάρσεων πολιτικών κομμάτων και των λαϊκών μαζών.
  Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ουκρανία είναι μια βαθύτατη διχασμένη χώρα. Η αρχική τοποθέτηση του προέδρου Poroshenko για μια ειρηνική επίλυση των προβλημάτων, σταδιακά έχει διολισθήσει, με ευθύνη πολλών πολιτικών παραγόντων της χώρας, σε μια εθνικιστική έξαρση που απορρίπτει, με διάφορα προσχήματα, την εφαρμογή των προβλεπομένων από τα δύο πρωτόκολλα του Μινσκ (επιβληθέντα είναι η αλήθεια στο Κίεβο λόγω αδυναμίας). Σίγουρα, η κατάσταση ωθείται στα άκρα και από την προβοκατόρικη θέση των αυτονομιστικών δυνάμεων αλλά και την αποφασιστικότητα της Ρωσίας για προσάρτηση της Κριμαίας. Εκρηκτικό πάντα το μείγμα, στις ταραγμένες περιοχές της Ανατολικής Ουκρανίας, με τοπικούς πολέμαρχους, μισθοφόρους και εγκληματικές ομάδες να προσπαθούν να διατηρήσουν τα προνόμια τους θέτοντας σε κίνδυνο την εύθραυστη εκεχειρία.
Η Ουκρανία για τη Ρωσία από ανέκαθεν θεωρείται ως ζωτικός χώρο και δύσκολα θα αποδεχθεί την διολίσθηση της στο δυτικό στρατόπεδο. Βέβαια η επιθετική συμπεριφορά της Μόσχας οδηγεί ακόμη και τους μετριοπαθείς Ουκρανούς σε μια αντιπαράθεση διαρκείας. Κανένα έθνος δεν μπορεί να δεχθεί αδιαμαρτύρητα την απώλεια εδάφους, ανεξάρτητα της πληθυσμιακής σύνθεσης ή τυχόν «τίτλων ιδιοκτησίας» που προβάλει ο κατακτητής. Από την άλλη μεριά, η Δύση διστάζει να θυσιάσει τις διακηρυγμένες αρχές του διεθνούς δικαίου, της ειρηνικής συνύπαρξης και μη επέμβασης που αποτέλεσαν το θεμέλιο της μεταπολεμικής ισορροπίας. Το «σύνδρομο του Μονάχου» ακόμη κατατρέχει τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Εύλογα βέβαια κάποιος θα παρατηρήσει ότι οι ανησυχίες της Δύσεως είναι υποκριτικές καθόσον δεν υπήρξε ποτέ συνεπής τιμητής αυτών των αξιών και αρχών. Ενδεχομένως, Ευρώπη, ΗΠΑ και Ρωσία να επιθυμούν  μια επίλυση του ουκρανικού θέματος, η κάθε μια εξ αυτών για τους δικούς της ιδιαίτερους λόγους. Ειδικά η Ευρώπη παρατηρεί αμήχανη και αδύναμη την κατάσταση ευελπιστώντας στην επαναπροσέγγιση των δύο μεγάλων δυνάμεων.
Το ερώτημα είναι εάν οι δύο ηγεσίες, ΗΠΑ και Ρωσίας, θα αρπάξουν την ευκαιρία που δίνει η πρόσφατη εκλογή Trump, για να προχωρήσουν στην αναγκαία αναδίπλωση από ακραίες θέσεις και στην έναρξη διαλόγου για μια αρχική επαναπροσέγγιση που θα δώσει το κατάλληλο χώρο στη διπλωματία να παρουσιάσει μια αμοιβαία αποδεκτή λύση. Σε κάθε περίπτωση η λύση αυτή θα είναι οδυνηρή για την ταλαιπωρημένη Ουκρανία και θα καταδεικνύει τα τραγικά αδιέξοδα που προκαλεί η ασύνετη και καιροσκοπική αποδοχή εξωτερικών προτροπών και παρεμβάσεων χωρίς να υπάρχουν τα απαραίτητα εχέγγυα και χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η περιφερειακή ισορροπία ισχύος.

15/2/2017. Ο Τραμπ, το Ισραήλ και η νέα Αμερικανική Πολιτική!!

on Wednesday, 15 February 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης, Αντγος ε.α., Μέλος του ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

15/2/2017. Ο Τραμπ, το  Ισραήλ και η νέα Αμερικανική Πολιτική!!

Είναι αδιαμφισβήτητο και γνωστό σε όλη την διεθνή κοινότητα, ότι το Ισραήλ αποτελούσε τον προβολέα  της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ στην Μέση Ανατολή και ότι βέβαια το Ισραήλ  είναι μια πολύ φιλο-αμερικανική χώρα, ενδεχομένως περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη χώρα στον κόσμο.Οι σχέσεις των ήταν στενές και αδιάρρηκτες επί δεκαετίες.  Αυτή η κατάσταση  είχε ανατραπεί τα τελευταία οκτώ χρόνια με την προεδρία Ομπάμα, με αποτέλεσμα οι σχέσεις ΗΠΑ και Ισραήλ να φθάσουν σε τόσο οριακό χαμηλό σημείο, ώστε το Ισραήλ να κατηγορεί ευθέως την διακυβέρνηση Ομπάμα  ως εχθρική ως προς  το Ισραήλ και να θεωρεί τον πρώην πρόεδρο Ομπάμα, ως μη φιλικό και περίπου σαν «PersonanonGrata». Έτσι η εκλογή του Ντόναλντ Τραμπ, πανηγυρίστηκε και καλωσορίστηκε με ανακούφιση από την πλειοψηφία των Ισραηλινών, καθόσον θεώρησαν ότι χειρότερα δεν μπορούσε να γίνει.

Η συνέχεια ΕΔΩ!

25/1/2017. ΤΡΑΜΠ ΚΑΙ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ!!

on Wednesday, 25 January 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης, Αντγος ε.α., Μέλος του ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

25/1/2017. ΤΡΑΜΠ ΚΑΙ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ!!

Σε άρθρο του γράφοντος, Οκτώβριος  2016, σχετικά με τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ (τίτλος:Εκλογές ΗΠΑ, ο αγώνας για τις ψήφους των Εβραίων και την στήριξη του AIPAC)  αναφερθήκαμε στην  προσπάθεια  των υποψηφίων για την στήριξη τους από το πανίσχυρο Αμερικανικο-Εβραικό λόμπι, καθόσον αποτελεί κρίσιμο και ουσιαστικό παράγοντα νίκης.
Η «προσφορά»  του υποψήφιου Ντόναλντ Τραμπ ήταν κατά την άποψή μας  η καλυτέρα, καθότι  όπως έλεγε η ανακοίνωση του επιτελείου Τραμπ μετά την συνάντηση του μεγιστάνα με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό: «Ο Τραμπ αναγνώρισε ότι η Ιερουσαλήμ είναι η αιώνια πρωτεύουσα του εβραϊκού λαού εδώ και περισσότερα από 3.000 έτη κι ότι οι ΗΠΑ, υπό τη διακυβέρνηση Τραμπ, θα αποδεχθούν τελικά την εξουσιοδότηση που έδωσε προ πολλού το Κογκρέσο περί αναγνώρισης της Ιερουσαλήμ ως της αδιαίρετης πρωτεύουσας του Κράτους του Ισραήλ», που στόχευσε και πέτυχε στην καρδιά της  Εβραϊκής εθνικής αντίληψης.

Η συνέχεια ΕΔΩ!

23/1/2017. Ο ΡΩΣΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ «ΚΑΜΕΝΗΣ ΓΗΣ» ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑ

on Monday, 23 January 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

23/1/2017. Ο ΡΩΣΟΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟΣ ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΝΕΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΚΑΙ Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ «ΚΑΜΕΝΗΣ ΓΗΣ» ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΟΙ ΗΝΩΜΕΝΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑ

Αν ρίξουμε μια ματιά σε μια υδρόγειο σφαίρα θα δούμε ότι ο πλανήτης μας είναι ένας θαλάσσιος κόσμος όπου κυριαρχούν δύο μεγάλα νησιά. Για την ακρίβεια, ένα μεγάλο  και ένα μικρότερο. Το μεγάλο νησί είναι το σύμπλεγμα της Ευρασίας με την Αφρική, αυτό που ο Βρετανός γεωπολιτικός θεωρητικός Sir Halford Mackinder ονόμασε «Παγκόσμια Νήσο» (World Island) και το μικρότερο είναι η αμερικανική ήπειρος. Με βάση τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, η κυρίαρχη στεριά του κόσμου είναι η Παγκόσμια Νήσος ενώ η αμερικανική ήπειρος είναι δευτερεύουσας σημασίας έκταση, εξαρτώμενη από την Παγκόσμια Νήσο. Και πάλι με βάση τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, η κομβική ήπειρος στο σύμπλεγμα αυτό είναι η Ευρασία, ενώ υπαρξιακός πυρήνας της Ευρασίας είναι ο χώρος που ο Mackinder αναφέρει ως Heartland και ο οποίος ουσιαστικά ταυτίζεται με τη Ρωσία και το εγγύς εξωτερικό της Ρωσίας.

Ωστόσο, αν και η Ευρασία είναι το κέντρο του κόσμου, μέχρι σήμερα η ύπαρξη του στρώματος των αρκτικών πάγων ουσιαστικά την έκοβε σε δύο κομμάτια και καθιστούσε τους μεγάλους ωκεανούς του πλανήτη βασικούς διαύλους επικοινωνίας μεταξύ τoυ δυτικού και του ανατολικού κομματιού της.
Και οι ωκεανοί ελέγχονται από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Έτσι, η κυρίαρχη χώρα του δεύτερου νησιού του πλανήτη, δηλαδή της αμερικανικής ηπείρου, ελέγχοντας τις ανοιχτές ωκεάνιες εκτάσεις, καθίστατο η σημαντικότερη χώρα του κόσμου, παρόλο που βρίσκεται σε μια περιφερειακή θέση.

Σήμερα, όμως, τα πράγματα δείχνουν να αλλάζουν. Ένας συνδυασμός γεωγραφικών, τεχνολογικών και πολιτικών παραγόντων απειλεί να δημιουργήσει μια εν δυνάμει γεωπολιτική πραγματικότητα πρωτοφανή στην ανθρώπινη ιστορία.

Η ΤΗΞΗ ΤΩΝ ΑΡΚΤΙΚΩΝ ΠΑΓΩΝ ΚΑΙ Η ΕΝΙΑΙΑ ΕΥΡΑΣΙΑ
Ο πρώτος από αυτούς τους παράγοντες είναι η διαφαινόμενη τήξη του στρώματος των πάγων του Αρκτικού. Εδώ θα πρέπει να επισημάνουμε πως όταν αναφερόμαστε σε τήξη των αρκτικών πάγων δεν εννοούμε τη πλήρη εξαφάνισή τους αλλά τη μείωση του στρώματός τους σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι διαχειρίσιμο καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους από τα ρωσικά παγοθραυστικά.

Οι πιθανές συνέπειες από αυτήν την εξέλιξη αναμένεται να είναι κοσμογονικές.

Εδώ θα περιοριστούμε να αναφέρουμε ότι μία από τις συνέπειες αυτής της πιθανής εξέλιξης είναι ότι δημιουργείται ένας νέος θαλάσσιος δρόμος, που επιτρέπει την επικοινωνία του ανατολικού κομματιού της Ευρασίας με το δυτικό, χωρίς να χρειάζονται κατ’ ανάγκην οι ανοικτές ωκεάνιες εκτάσεις.

Θα μπορούσαμε δηλαδή να πούμε ότι δημιουργείται ένα είδος διαδρόμου ταχείας κυκλοφορίας γύρω από την Ευρασία αλλά και γενικότερα γύρω από το σύμπλεγμα Ευρασίας – Αφρικής, που αποτελείται από τα εγγύς ύδατα στην περιφέρεια των δύο ηπείρων. Ο διάδρομος αυτός συμπληρώνεται από το πλέγμα των κλειστών θαλασσών στο εσωτερικό της Παγκόσμιας Νήσου και συγκεκριμένα, τη Βαλτική, τη Μαύρη Θάλασσα και κυρίως τη Μεσόγειο Θάλασσα, η οποία αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, το εσωτερικό αίθριο της Παγκόσμιας Νήσου. Δηλαδή το κέντρο της. Και κέντρο του κέντρου είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Βρισκόμαστε λοιπόν ενώπιον της πιθανότητας δημιουργίας ενός νέου γεωπολιτικού χώρου, αποτελούμενου από τα περιφερειακά ύδατα γύρω από την Ευρασία και την Αφρική και από τις κλειστές θάλασσες στο εσωτερικό αυτού του πλέγματος. Άρα, βασικό στρατηγικό διακύβευμα των ερχόμενων δεκαετιών είναι ποιος θα ελέγξει αυτόν τον χώρο και ιδιαίτερα το κέντρο του, που είναι η Ανατολική Μεσόγειος.

Μέχρι πριν λίγο καιρό, η απάντηση στο ερώτημα αυτό θα ήταν εύκολη. Οι Ηνωμένες Πολιτείες. Δηλαδή, η κατεξοχήν ναυτική δύναμη του πλανήτη. Όμως, εδώ και μερικά χρόνια δραματικές αλλαγές στην τέχνη και την τεχνολογία του πολέμου, προερχόμενες κυρίως από την Κίνα, έχουν αλλάξει αυτό το δεδομένο.

Συγκεκριμένα, για δικούς της λόγους, η Κίνα έχει αναπτύξει οπλικά συστήματα και πολεμικές μεθοδολογίες που σκοπό έχουν να αμφισβητήσουν τη ναυτική ισχύ των Ηνωμένων Πολιτειών ακριβώς στα εγγύς ύδατα γύρω από την Ευρασία. Αυτές οι ικανότητες χαρακτηρίζονται από Αμερικανούς ειδικούς με το αρκτικόλεξο HEAT (High End Asymmetrical Threats) και βασίζονται στη δημιουργία πλεγμάτων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (anti – acess area – denial {A2/AD}) που επιδιώκουν να μετατρέψουν τα πλεονεκτήματα του Αμερικανικού Ναυτικού σε μειονεκτήματα στα παράκτια ύδατα και να διώξουν τα αμερικανικά πολεμικά πλοία βαθιά στην ασφάλεια των ωκεανών.

Η περαιτέρω εξέταση αυτών των ικανοτήτων ξεφεύγει από τα όρια αυτής της παρουσίασης. Εδώ θα περιοριστούμε να πούμε ότι αιχμή του δόρατος αυτών των προσπαθειών είναι η ανάπτυξη ASBM (anti – ship ballistic missiles), δηλαδή εξειδικευμένων βαλλιστικών πυραύλων, ικανών να προσβάλουν πλοία επιφανείας εν κινήσει. Ο πιο γνωστός εκπρόσωπος των πυραύλων αυτών είναι ο περιβόητος Dong Feng 21D που χαρακτηρίζεται ως «φονέας αεροπλανοφόρων» (‘air carrier killer’).

Το πιο σημαντικό όμως είναι να γνωρίζουμε ότι οι ικανότητες αυτές δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο της Κίνας, ούτε απαιτούν κάποιες ιδιαίτερα εξελιγμένες τεχνολογίες για να αναπτυχθούν. Ήδη κράτη σαν το Ιράν έχουν αρχίσει να επενδύουν σε αυτές ενώ είναι δεδομένο ότι την υψηλότερη τεχνολογία στους σχετικούς τομείς κατέχει η Ρωσία, άρα είναι σε θέση να αναπτύξει πλέγματα προβολής ισχύος από τη στεριά στη θάλασσα ανώτερα από αυτά της Κίνας ή οποιουδήποτε άλλου.

ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΤΩΝ ΩΚΕΑΝΩΝ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΗΝΩΜΕΝΩΝ ΠΟΛΙΤΕΙΩΝ;
Άρα, λοιπόν, θα μπορούσαμε να πούμε ότι, από γεωστρατηγικής άποψης, οι θάλασσες του πλανήτη τείνουν να χωριστούν σε δύο κομμάτια. Στις ανοιχτές ωκεάνιες εκτάσεις, όπου τον έλεγχο συνεχίζουν να έχουν οι Ηνωμένες Πολιτείες και στα εγγύς ύδατα στην περιφέρεια και το εσωτερικό της Παγκόσμιας Νήσου, όπου η κυριαρχία διεκδικείται με αξιώσεις από τις χερσαίες ευρασιατικές δυνάμεις, δηλαδή τη Ρωσία και την Κίνα, οι οποίες μετατρέπονται σε ένα είδος υβριδικών δυνάμεων με μεικτά χερσαία και θαλάσσια στοιχεία.

Ουσιαστικά δηλαδή, η Παγκόσμια Νήσος, συνδυασμένη με αυτό το νέο θαλάσσιο σύστημα των εγγύς περιφερειακών υδάτων και των κλειστών θαλασσών, κατά κάποιον τρόπο αποκόπτεται από τους ανοιχτούς ωκεανούς και δημιουργεί ένα είδος αυτόνομου κόσμου μέσα στον πλανήτη. 

Αυτή όμως είναι μια πιθανή εξέλιξη πολύ αρνητική για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Όπως είπαμε και πριν, με βάση τις ίδιες τις αγγλοσαξονικές γεωπολιτικές αντιλήψεις, ολόκληρη η αμερικανική ήπειρος είναι δευτερεύουσας σημασίας στεριά, εξαρτώμενη από την Ευρασία. Κατά συνέπεια, αν οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν είναι σε θέση να ασκούν αποφασιστικής σημασίας δράσεις στην Ευρασία, τότε είναι καταδικασμένες να τεθούν στο περιθώριο.

Υπό φυσιολογικές συνθήκες θα μπορούσαν να καταφύγουν στην στρατηγική των Βρετανών προπατόρων τους. Δηλαδή στο διαίρει και βασίλευε που εφάρμοζε η Μεγάλη Βρετανία καθ’ όλη τη διάρκεια του λεγόμενου βεστφαλιανού συστήματος από το 1648 μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Εδώ όμως εισέρχεται ένα τρίτος παράγοντας. Η οικονομική, πολιτική αλλά και στρατιωτική αποδυνάμωση των Ηνωμένων Πολιτειών που έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια. Μετά τον δεκαπενταετή ατέρμονα και χιμαιρικό «Πόλεμο Ενάντια στην Τρομοκρατία», ο οποίος ρούφηξε την αμερικανική στρατιωτική ισχύ, στέγνωσε το αμερικανικό θησαυροφυλάκιο και οδήγησε στο φιάσκο του Ιράκ και του Αφγανιστάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δείχνουν να έχουν ούτε τη δύναμη να επιβάλλουν την κυριαρχία τους σε κομβικά σημεία της Ευρασίας δια της βίας αλλά ούτε και τα χρήματα ώστε να εξαγοράσουν συμμαχίες και συνεργασίες, όπως έκαναν στο παρελθόν.

Ο συνδυασμός αυτών των τριών παραγόντων απειλεί να οδηγήσει στην υλοποίηση ενός γεωπολιτικού εφιάλτη για τους Αμερικανούς. Στη δημιουργία μιας αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου, που θα έχει αποκοπεί από το ωκεάνιο σύστημα προβολής ισχύος και την οποία δεν θα μπορούν πλέον να ελέγχουν ούτε δια της σκληρής ούτε δια της ήπιας ισχύος, ενώ θα δυσκολεύονται να εφαρμόσουν την παραδοσιακή βρετανική πολιτική των επιλεκτικών και μη μόνιμων αντιπαλοτήτων και συμμαχιών, ώστε να αποτρέψουν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης ευρασιατικής δύναμης.

Μπαίνουμε λοιπόν στον πειρασμό να σκεφτούμε ότι για να ξεφύγουν από αυτό το αδιέξοδο, οι Ηνωμένες Πολιτείες ενδέχεται να εφαρμόζουν μια πολιτική καμένης γης σε κομβικά σημεία της Παγκόσμια Νήσου. Δηλαδή, να επιδιώκουν την καταστροφή κρατικών οντοτήτων που βρίσκονται σε κρίσιμες περιοχές του διεθνούς συστήματος, έτσι ώστε να δημιουργήσουν «μαύρες τρύπες» χάους, ρευστότητας και ασάφειας και κατά συνέπεια να αποτρέψουν το ενδεχόμενο σύναψης συμμαχιών και συνεργασιών των χωρών των περιοχών αυτών με τις μεγάλες ευρασιατικές δυνάμεις, προεξαρχούσης της Ρωσίας. Με άλλα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες από τη στιγμή που δεν μπορούν να ελέγξουν συγκεκριμένες κομβικές περιοχές, ενδέχεται να προτιμούν να τις καταστρέψουν έτσι ώστε να μην τις ελέγξει κάποιος άλλος.

Και όπως είπαμε και πιο πάνω, το κομβικότερο σημείο αυτής της νέας αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου είναι το κέντρο της, δηλαδή η Ανατολική Μεσόγειος. Στο πλαίσιο αυτής της λογικής γίνεται πιθανώς κατανοητή και η φαινομενικά παρανοϊκή πολιτική των Ηνωμένων Πολιτειών στη Μέση Ανατολή έναντι του ISIS, όπου από τη μία το καταπολεμούν και από την άλλη το υποστηρίζουν, είτε άμεσα είτε έμμεσα, στρεφόμενες ενάντια στους σημαντικότερους αντιπάλους του και ιδιαίτερα ενάντια στη Ρωσία.

Από πλευράς της τώρα η Ρωσία, τόσο στην Ανατολική Μεσόγειο όσο και γενικότερα στην ευρασιατική περιφέρεια, μάλλον θα επιθυμούσε να υπάρχουν σταθεροποιημένες κρατικές οντότητες, με ανταγωνιστικές μεν σχέσεις μεταξύ τους, αλλά συμπαγείς και αυτόφωτες, έτσι ώστε να μπορεί να εκμεταλλεύεται την κεντρική της γεωγραφική θέση στην Ευρασία και να τις θέτει ενώπιον του διλήμματος ότι αν δεν προχωρήσουν σε μια συνεργατική σχέση με τη Μόσχα, θα προχωρήσουν οι αντίπαλοί τους και θα αποκτήσουν πλεονέκτημα στον μεταξύ τους ανταγωνισμό.

Για παράδειγμα, σε περίπτωση που η Ινδία στραφεί γεωπολιτικά προς τις Ηνωμένες Πολιτείες, η Μόσχα θα μπορούσε να ενισχύσει με προηγμένο στρατιωτικό εξοπλισμό το Πακιστάν, αλλάζοντας τα δεδομένα στις ισορροπίες ισχύος στην ινδική υποήπειρο. Αντιστοίχως, σε περίπτωση που η Κίνα επιχειρήσει να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στο σινορωσικό σύστημα, η Μόσχα θα μπορούσε να ενισχύσει δραστικά τις σχέσεις της με την Ινδία, διαμορφώνοντας ένα αντίρροπο μέγεθος έναντι του Πεκίνου.

Άρα, για τη Ρωσία χαοτικοί πόλεμοι, σαν αυτόν που διεξάγεται στη Συρία, οι οποίοι αποδομούν κρατικές οντότητες, πολύτιμες για τη μελλοντική γεωπολιτική της στρατηγική, είναι καταρχήν βλαβερές καταστάσεις που θα πρέπει να παύσουν να υφίστανται και να επικρατήσει η ειρήνη.

Αντιθέτως, για τις Ηνωμένες Πολιτείες παρόμοιες συγκρούσεις, που καταστρέφουν την ενότητα της αυτονομημένης Παγκόσμιας Νήσου, διαλύουν τα βασικά συστατικά της στοιχεία, δηλαδή τα συμπαγή κράτη και αποτρέπουν τη δημιουργία μιας κυρίαρχης ευρασιατικής δύναμης, είναι μια θετική κατάσταση που πρέπει να ενισχυθεί. 

Με άλλα λόγια, ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι, όντως, αυτό που συμβαίνει στη Συρία είναι ο ανταγωνισμός ηγεμονικών δυνάμεων, το γεγονός παραμένει ότι η μία εξ αυτών των δυνάμεων προωθεί μια γεωπολιτική στρατηγική που προϋποθέτει την ύπαρξη  συμπαγών και σταθερών κρατών, ενώ η άλλη επιδιώκει την ύπαρξη κατεστραμμένων κρατών, που δεν θα επιτρέψουν στη Ρωσία να δημιουργήσει την αρχιτεκτονική που αυτή θέλει στην περιφέρειά της.  

Βέβαια, αυτή η θεωρία μπορεί να φαίνεται σε πολλούς προϊόν συνωμοσιολογικής σκέψης. Καταρχάς, όμως, δεν αναφέρομαι σε  βεβαιότητες αλλά σε πιθανότητες. Επίσης, δεν αναφέρομαι, κατ’ ανάγκην, σε ένα συνειδητό και οργανωμένο σχέδιο, το οποίο χαράχθηκε από κυνικές και σοφές δεξαμενές σκέψης σε κάποιες σκοτεινές αίθουσες της Ουάσιγκτον. Αντιθέτως, μιλάω για μια απρόσωπη αντίδραση, που προκύπτει περίπου αυτοματοποιημένα από πλευράς των Ηνωμένων Πολιτειών, λόγω των δραστικών αλλαγών στο διεθνές σύστημα που περιγράψαμε πιο πάνω, με τον ίδιο τρόπο που οι τριβές των τεκτονικών πλακών παράγουν σεισμικές δονήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, όλα τα παραπάνω μπορεί να είναι εντελώς λανθασμένα. Όμως, θεωρώ ότι μας προσφέρουν μια εναλλακτική θέαση των τεκταινομένων στη γειτονιά μας και ένα νέο πεδίο προβληματισμού. Γιατί, αν πράγματι υφίσταται έστω και η ελάχιστη πιθανότητα ότι  ισχυρά δυτικά κέντρα εξουσίας μπορεί να έχουν επενδύσει στην καταστροφή των κρατικών οντοτήτων σε κομβικά κομμάτια της Ευρασίας, για να μην δημιουργηθεί ένα ενιαίο γεωπολιτικό οικοδόμημα σε αυτήν, τότε δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι θα σταματήσουν στη Συρία. Όσο περισσότερες αποτυχημένες χώρες υπάρχουν στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου τόσο το καλύτερο για αυτούς. Και αυτό είναι κάτι που θα πρέπει να μας προβληματίσει σοβαρά.

(*) Ο Κωνσταντίνος Γρίβας είναι Αναπληρωτής Καθηγητής Γεωπολιτικής στην Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων. Διδάσκει επίσης Γεωγραφία της Ασφάλειας της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής στο Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Το παραπάνω κείμενο αποτελεί την εισήγηση του υπογράφοντος στη διεθνή  επιστημονική ημερίδα με θέμα “Ο ρόλος της Ρωσίας στην εδραίωση της ειρήνης και ασφάλειας στη Μεσόγειο”, που διεξήγαν το Τμήμα Ρωσικής Γλώσσας και Φιλολογίας και Σλαβικών Σπουδών και το Τμήμα Τουρκικών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, στις 19 Δεκεμβρίου 2016 στο αμφιθέατρο «Άλκης Αργυριάδης» στο κεντρικό κτήριο του Πανεπιστημίου Αθηνών.

20/1/2017. Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

on Friday, 20 January 2017. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Επιμέλεια Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

20/1/2017. Η ΘΕΣΗ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΟ


Ένα αξιοπρόσεκτο άρθρο του Ερόλ Μανίσαλι για το Κυπριακό*

   
(Φωτ.: sputniknews.com)

Άρθρο του Ερόλ Μανίσαλι1 στην εφ. Cumhuriyet, 17/1/2017.

Είναι μεγάλο λάθος να γίνονται τώρα οι διαπραγματεύσεις για την Κύπρο, σε μια περίοδο που η Τουρκία παλεύει με την τρομοκρατία και τον πόλεμο στη Συρία και που η εξουσία στην Άγκυρα δεν σκέφτεται τίποτε άλλο πέρα από το να θεσμοθετήσει την «ενός ανδρός αρχή» με τη μετατροπή του πολιτεύματος σε Προεδρευομένη Δημοκρατία. Η διαδικασία αυτή εγκυμονεί μεγάλα λάθη, όπως έγινε και στο άνοιγμα προς τους Κούρδους και τον Άσαντ(!).

Γιατί το ζήτημα της Κύπρου εκτός του ότι είναι ένα πρόβλημα των Τουρκοκυπρίων, σχετίζεται και με την ασφάλεια της Τουρκίας (και της Συνθήκης της Λοζάνης).

Η Τουρκία είναι αναγκασμένη να έχει σημαντική παρουσία στην Κύπρο και την Ανατολική Μεσόγειο. Όχι μόνο από την άποψη των πηγών και των δρόμων μεταφοράς των ενεργειακών πρώτων υλών, αλλά είναι αναπόφευκτο να έχει εκεί ισχυρή παρουσία, για να εμποδίσει το σχέδιο για το Κουρδιστάν. Μια Τουρκία αποκομμένη από την Κύπρο, θα ανοίξει το δρόμο όχι μόνο για την εξαφάνιση των Τουρκοκυπρίων, αλλά και για την απώλεια των στρατηγικών συμφερόντων της στην περιοχή.

Οι κόκκινες γραμμές της Τουρκίας στις συζητήσεις
1.    Η Τουρκία πρέπει να παραμείνει έμπρακτη και αποτελεσματική εγγυήτρια δύναμη στην Κύπρο. Δεν πρέπει να δεχτεί σε καμία περίπτωση λύσεις όπου θα πάψει να είναι εγγυήτρια δύναμη μετά από κάποιον καιρό, ή να μεταβιβάσει αυτή την εξουσία της στην ΕΕ ή το ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα και η ελληνοκυπριακή πλευρά είναι μέλη της ΕΕ και θα κάνουν ό,τι θέλουν στο πλαίσιο αυτό. Είναι φανερά αυτά που θέλει να κάνει το ΝΑΤΟ (και οι ΗΠΑ) στη Συρία. Μπορούν να επεκτείνουν την επιρροή του Κόμματος Δημοκρατικής Ενότητας PYD μέχρι το ακρωτήριο του Αγίου Ανδρέα και την Καρπασία. Η Τουρκία, η Ελλάδα και η Αγγλία πρέπει να παραμείνουν έμπρακτες και αποτελεσματικές εγγυήτριες δυνάμεις στην Κύπρο.
2.    Οι Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις (ΤΕΔ) πρέπει να έχουν συνεχή παρουσία την ΤΔΒΚ τουλάχιστον σε επίπεδο σώματος στρατού. Το κράτος των Ελληνοκυπρίων διαθέτει ισχυρό στρατό. Το κράτος των Ελληνοκυπρίων και η Ελλάδα, σε στρατιωτικό επίπεδο, λειτουργούν ως ένα σώμα. Οι στρατιωτικές βάσεις Ακρωτηρίου και Δεκέλειας της Αγγλίας που χρησιμοποιούνται και από τις ΗΠΑ, βρίσκονται στο νησί ως «ιδιοκτησία των Άγγλων». Σε άρθρο που δημοσίευσα στις 16 Μαΐου 2008 στη στήλη μου «Στην Κόψη του Μαχαιριού» (Bıçak Sırtı),2 είχα αναφέρει ότι κάποιες «ξένες» χώρες έκαναν πρακτικές προετοιμασίες για κατασκευή στρατιωτικών βάσεων σε συγκεκριμένες περιοχές της ΤΔΒΚ. Η αεροπορική βάση που τότε χρησιμοποιούσαν οι ΤΕΔ είχε μεταβιβαστεί αθόρυβα στην εταιρία CAS. Μετά το δημοσίευμα δεν ήρθε καμία διάψευση ούτε από την Άγκυρα ούτε και από τις πρεσβείες των σχετικών χωρών. Μόνο ο Μεχμέτ Αλί Ταλάτ, με μια ανακοίνωσή του, είχε πει τότε ότι «ο δημόσιος διαγωνισμός είχε γίνει κανονικά». Αν δεν απατώμαι, η απάντηση σε εκείνο το άρθρο μου δόθηκε από την οργάνωση του Γκιουλέν, με τη συνωμοσία της Εργκένεκον και τον εγκλεισμό της στρατιωτικής ηγεσίας των ΤΕΔ, που αντιδρούσαν στο σχέδιο εκείνο, στις φυλακές της Σηλυβρίας!
3.    Το να δοθεί το δικαίωμα στους Ελληνοκυπρίους να εγκαθίστανται ελεύθερα στην ΤΔΒΚ, θα έχει ως αποτέλεσμα στο μέλλον να μετατραπούν οι Τουρκοκύπριοι, όπως έγινε και στη Δυτική Θράκη, σε μειονότητα. Όπως η Τουρκία στις μέρες μας «βρίσκεται σε μειονεκτική θέση απέναντι στην Ελλάδα, λόγω των Τούρκων της Δυτικής Θράκης, έτσι θα βρεθεί σε περιθωριακή θέση και στην Κύπρο, όταν θα γίνουν μειονότητα οι Τουρκοκύπριοι στην περιοχή τους». Γι’ αυτό πριν από το 1974 οι Τουρκοκύπριοι είχαν αναγκαστεί να φύγουν, να μεταναστεύσουν στην Αγγλία, για να γλιτώσουν από την καταπίεση των Ελληνοκυπρίων. Η πρώτη κουβέντα εκείνων που ήρθαν στην εξουσία, στο τέλος του 2002, ήταν «Αυτή η υπόθεση, το Κυπριακό, δεν θα προχωρήσει με τον Ντενκτάς. Θα αλλάξουμε την 40ετή πολιτική μας στην Κύπρο». Και το Κυπριακό έφτασε σ’ αυτό το σημείο μετά το σχέδιο Ανάν. Προσπαθούν να αποκόψουν τελείως την Τουρκία από το νησί και από την ΤΔΒΚ, ως αποτέλεσμα του Μεγάλου Σχεδίου της Ευρύτερης Μέσης Ανατολής.

Πρώτα το Αιγαίο και τώρα η Κύπρος
Τα τελευταία χρόνια άρχισε η ενεργός κατάληψη των νησιών του Αιγαίου από την Ελλάδα. Μαζί με τον ελληνικό στρατό (που έχει εγκατασταθεί στα νησιά), εκεί κυματίζει και η ελληνική σημαία.

Τώρα ήρθε η σειρά για τη μεγάλη χαψιά, την Κύπρο.
Από τα νιάτα μου, από το 1963, τότε που ήμουν 23 χρονών, πέρασα τη ζωή μου μέσα στο «Ζήτημα της Κύπρου». Όταν ήμουν πρόεδρος Εξωτερικών Σχέσεων στην Εθνική Οργάνωση Νέων Τουρκίας (TMGT), υπερασπίστηκα στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο (CENYC) τα δικαιώματα που εξασφάλισαν στην Τουρκία και τους Τουρκοκυπρίους οι συνθήκες Γενεύης και Λονδίνου του 1960. Μετά το 1974 είχα στενές σχέσεις με τους αρμόδιους πολιτικούς στην Άγκυρα και με τον Ντενκτάς. Έγραψα περίπου δέκα βιβλία που εξηγούν το Κυπριακό Πρόβλημα. Αλλά ποτέ δεν υπήρξα τόσο απαισιόδοξος όσο σήμερα.

Από τη μία συνεχίζουν οι κρίσιμες συναντήσεις σε σχέση με την εξεύρεση λύσης στην Κύπρο, και από την άλλη βλέπω τα χάλια των πολιτικών και της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης. Και οι Τουρκοκύπριοι θα πρέπει να αναρωτιούνται «Πώς κατάντησε έτσι η Τουρκία;»!

Φοβάμαι ότι, κατά πάσα πιθανότητα, όλα αυτά που είναι σε εξέλιξη, στις συνομιλίες για την εξεύρεση λύσης στο Κυπριακό, είναι αντίθετα με τα εθνικά στρατηγικά συμφέροντα της Τουρκίας, όπως αντίθετα ήταν το άνοιγμα που επιχείρησε η Άγκυρα προς τους Κούρδους και η προσέγγιση που έκανε η Τουρκία με τη «Μουσουλμανική Αδελφότητα» – και βλέπουμε τα αποτελέσματα.

Αν αύριο η ΤΔΒΚ βρεθεί στη θέση των Τούρκων της Δυτικής Θράκης, θα βγουν πάλι κάποιοι να δηλώσουν «κάναμε λάθος, εξαπατηθήκαμε»;

Αν συμβούν αυτά που φοβάμαι στο Κυπριακό, τότε ένα από αυτά που θα κληθούμε να πληρώσουμε για τις αλλαγές που επιχειρούνται το διάστημα αυτό στο σύνταγμα, θα είναι η Κύπρος.

* 1. [Σ.τ.ε.] Ο Ερόλ Μανίσαλι είναι ένας έμπειρος αρθρογράφος που ασχολήθηκε για περισσότερο από πενήντα χρόνια με το Κυπριακό, έχοντας γράψει περίπου δέκα βιβλία για το θέμα. Εδώ παρουσιάζει τις ενστάσεις του για την πορεία του Κυπριακού από την πλευρά των τουρκικών στρατηγικών συμφερόντων, και όπως αυτός τα αντιλαμβάνεται. Γι' αυτό και είναι άξιο προσοχής και μελέτης.
2. Στην εφ. Cumhuriyet. Μετάφραση: Σοφία Αγγελίδου
Επιμέλεια: Σάββας Καλεντερίδης

28/12/2016. Η δημόσια συζήτηση για τον επανακαθορισμό των αμερικανο-ϊσραηλινών σχέσεων

on Wednesday, 28 December 2016. Posted in Διεθνείς Εξελίξεις και Στρατηγικές Εκτιμήσεις

Γράφει ο Χρήστος Ζιώγας, Διδάκτωρ Διεθνών Σχέσεων, Συνεργάτης του ΕΛΙΣΜΕ

28/12/2016. Η δημόσια συζήτηση για τον επανακαθορισμό των αμερικανο-ϊσραηλινών σχέσεων

Όταν ο John Mearsheimer και o Stephen Walt συνέγραψαν το άρθρο The Israel Lobby (London Review of Books, Vol. 28 No. 6 • 23 March 2006, p. 3-12) και κατόπιν εξέδωσαν το γνωστό βιβλίο The Israel Lobby and U.S. Foreign Policy, προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων στο πολιτικό και ακαδημαϊκό κατεστημένο των Ηνωμένων Πολιτειών καθώς και στις αμερικανο-εβραϊκές οργανώσεις. Η βασική προβληματική και των δύο κειμένων εστιαζόταν στον ρόλο και την επιρροή που ασκεί το εβραϊκό λόμπυ στην χάραξη και στην εφαρμογή της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής.

Χρησιμοποιώντας στην ανάλυσή τους τα θεωρητικά εργαλεία του πολιτικού ρεαλισμού, της κυρίαρχης θεωρίας των Διεθνών Σχέσεων, κατέληξαν στο συμπέρασμα πως η ανεπιφύλακτη υποστήριξη των ΗΠΑ προς το κράτος του Ισραήλ, ιδίως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, υπονομεύει τα αμερικανικά συμφέροντα στην Μέση Ανατολή, και όχι μόνο. Η προσέγγισή τους βασίστηκε στην ορθολογική συμπεριφορά που ακολουθούν ή οφείλουν να ακολουθούν τα κράτη εντός του άναρχου διεθνούς συστήματος. Σύμφωνα με αυτή τη λογική, πριν από κάθε δράση τα κράτη υπολογίζουν πάντα το εν δυνάμει κόστος ή όφελος έτσι ώστε να επιτύχουν τον αντικειμενικό τους σκοπό που είναι η εξυπηρέτηση των εθνικών τους συμφερόντων.

Είναι γεγονός πως κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πόλεμου το Ισραήλ παρείχε πραγματικά πολύτιμες γεωπολιτικές υπηρεσίες στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον, πολλών επιπέδων, ανταγωνισμό τους με τη Σοβιετική Ένωση, στο βαθμό που συνέβαλε στην επιδίωξη της Ουάσιγκτον για στρατηγική εποπτεία της Ανατολικής Μεσογείου και της Μέσης Ανατολής. Η αντιπαράθεση του Ισραήλ με τα αραβικά κράτη και οι νικηφόροι πόλεμοι ενίσχυσαν τη θέση των ΗΠΑ στην περιοχή, περιορίζοντας ταυτόχρονα τον ρόλο της Σοβιετικής Ένωσης, οδηγώντας σε  αναθεώρηση των συμμαχικών επιλογών σημαντικών αραβικών κρατών της περιοχής, όπως συνέβη με την Ιορδανία μετά το 1967 και με την Αίγυπτο μετά το 1973.

Οι δύο κορυφαίοι θεωρητικοί των Διεθνών Σχέσεων ισχυρίστηκαν πως μετά την λήξη του Ψυχρού Πολέμου δεν δικαιολογείται η αμερικανική πολιτική της αναφανδόν διπλωματικής, οικονομικής και στρατιωτικής στήριξης του Ισραήλ, διότι δεν εξυπηρετεί τα συμφέροντα των ΗΠΑ. Θεωρούν τη συνέχιση της εν λόγω πολιτικής ανορθολογική και ανέφικτη σε βάθος χρόνου. Μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου οι Ηνωμένες Πολιτείες κυριάρχησαν πολιτικά, οικονομικά, ιδεολογικά και στρατιωτικά στο διεθνές σύστημα αποτελώντας τη μοναδική χώρα, που ακόμη και σήμερα, δύναται να ασκήσει πολιτική πλανητικών διαστάσεων.

Το Ισραήλ λόγω της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ένωσης δεν ήταν τόσο απαραίτητο στους αμερικανικούς σχεδιασμούς. Η επιρροή των εβραϊκών οργανώσεων στην Ουάσιγκτον σκοπό είχε να καλύψει το έλλειμμα στρατηγικής αναγκαιότητας στη διαδικασία διαμόρφωσης της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής. Ένας επίσης ταγός της διεθνολογικής σκέψης, ο Kenneth Waltz -που με το έργο του συνέβαλε στην επιστημονική πληρότητα του γνωστικού αντικειμένου, καταδεικνύοντας τον τρόπο που αλληλεπιδρούν η δομή του διεθνούς συστήματος με τους κρατικούς δρώντες- υποστήριξε πως ένα κράτος για ορισμένους λογούς δύναται να ακολουθεί ανορθολογική εξωτερική πολιτική, όχι όμως σε βάθος χρόνου και όχι δίχως κόστος.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες στην παρούσα συγκυρία βρίσκονται σε μια μεταβατική κατάσταση. ‘Έχοντας σπαταλήσει μεγάλο μέρος του διπλωματικού, οικονομικού, στρατιωτικού και ηθικού πλεονεκτήματος, ιδιαίτερα μετά την 11η Σεπτεμβρίου του 2001, δεν έχουν την πολυτέλεια να υιοθετούν ανορθολογικές επιλογές ακόμη και σε δευτερεύοντα, για εκείνες, στρατηγικά ζητήματα. Η συνέχιση δράσεων και πολιτικών που τα πιθανά αποτελέσματά τους δεν υποβάλλονται στη βάσανο του υπολογισμού του κόστους/οφέλους δεν αποτελούν ρεαλιστικές επιλογές των Ηνωμένων Πολιτειών στην προσπάθειά τους να παραμείνουν ο κυρίαρχος δρων του άναρχου και ανταγωνιστικού διεθνούς συστήματος. Εντός αυτού του πλαισίου η εξακολουθητική αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ θα έχει ενδεχομένως ένα συνεχώς διευρυμένο κόστος για τις ΗΠΑ.

Η κρίση στις αμερικανοϊσραηλινές σχέσεις, επ’ αφορμή του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος, είναι συνέπεια των προκλήσεων που αντιμετωπίζει πλέον η αμερικανική διπλωματία από τις υπόλοιπες Μεγάλες Δυνάμεις. Ο ανταγωνισμός με την Κίνα και τη Ρωσσία και η εξ’ αντικειμένου σημαίνουσα θέση του Ιράν στους περιφερειακούς συσχετισμούς πιθανώς θα διαφοροποιήσει σε κάποιο βαθμό για το State Department  εκ των πραγμάτων και την ιεράρχηση της ειδικής σχέσης με το Ισραήλ.

Σταδιακά, στους μηχανισμούς σχεδίασης και άσκησης της αμερικανικής στρατηγικής σκέψης, οι εβραϊκές οργανώσεις θα δαπανούν περισσότερο χρόνο, χρήμα και διασυνδέσεις για να συνεχιστεί η υποστήριξη του Τελ Αβίβ από την Ουάσιγκτον που μεσοπρόθεσμα θα γίνεται μια διαδικασία ολοένα και πιο δύσκολη και μη ανεκτή για το αμερικανικό πολιτικό σύστημα. Η πρόσφατη άκομψη επίσκεψη του Πρωθυπουργού Νετανιάχου στην Αμερική, παρακάμπτοντας τον Πρόεδρο Ομπάμα, αποτυπώνει μια νέα πραγματικότητα.
Δημοσιεύθηκε και στη Νέα Πολιτική.

 

Γεωργία - Χριστίνα Τσαούση: Η Οικονομική Διπλωματία στο επίκεντρο της Εξωτερικής Πολιτικής

on Thursday, 03 January 2019. Posted in Παιδεία - Ιστορία - Πολιτισμός - Αθλητισμός - Περιβάλλον

Ιστορικά εντοπίζεται άρρηκτη σύνδεση της διπλωματίας ως φορέα διακρατικής επικοινωνίας και διεξαγωγής διεθνών οικονομικών σχέσεων. Η οικονομική διπλωματία αποτελεί μια μορφή διπλωματικών σχέσεων, η οποία χρησιμοποιείται ολοένα περισσότερο από τα κράτη, με σκοπό την προώθηση οικονομικών συμφερόντων στη διεθνή αγορά. Επιστρατεύοντας τις διακυβερνητικές σχέσεις και το κρατικό κύρος επιδιώκεται η προώθηση διεθνών εμπορικών και επενδυτικών σχέσεων στο δημόσιο και ιδιωτικό τομέα. Κάνοντας χρήση οικονομικών μέσων επιτυγχάνονται οι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής.


Παραδοσιακά η εξωτερική πολιτική, είτε με τη μορφή διπλωματίας είτε με εκείνη της στρατηγικής, θεωρείται υψηλή πολιτική, η οποία επικεντρώνεται σε θέματα ασφαλείας και εθνικής ανεξαρτησίας. Εντούτοις στην εποχή μας παρατηρείται διεύρυνση του πεδίου της πολιτικής. Εξαιτίας της ενίσχυσης του ρόλου των κρατών στις σύγχρονες κοινωνίες περιήλθαν στη σφαίρα επιρροής της εξωτερικής πολιτικής πολυποίκιλοι τομείς. Το κράτος, συνεπώς, ανέλαβε σταδιακά την ικανοποίηση των αναγκών που προέκυψαν στους τομείς αυτούς. Ουσιαστικά, η διπλωματία αναγκάστηκε να λάβει υπόψη της τομείς δραστηριότητας που της ήταν μη οικείοι, διευρύνοντας με αυτό το τρόπο το πεδίο εξωτερικής πολιτικής του κράτους. Η ενισχυμένη επιρροή τόσο της εσωτερικής όσο κα της εξωτερικής πολιτικής, αλλά και ο διευρυμένος χώρος που έχουν καταλάβει τα οικονομικά, τεχνολογικά και πολιτιστικά θέματα στο πεδίο των εξωτερικών σχέσεων, φέρει ως αποτέλεσμα την ποιοτική αλλαγή και την αναθεώρηση των μεθόδων που εφαρμόζει το Υπουργείο Εξωτερικών. Με αυτό το τρόπο αναλαμβάνει περισσότερο το ρόλο του συντονιστή των κυβερνητικών δραστηριοτήτων παρά κάποιον άμεσο πρωταγωνιστικό.
Η συμπεριφορά των κρατών υπό όρους εξωτερικής πολιτικής καθορίζεται από συγκεκριμένους παράγοντες και διαδικασίες. Με την αύξηση της οικονομικής αλληλεξάρτησης των κρατών, λόγω της παγκοσμιοποίησης, έλαβε τέλος η καθορισμένη διακριτικότητα μεταξύ της εθνικής και της διεθνούς πολιτικής. Η οικονομική διπλωματία έγινε συνθετότερη περικλείοντας μέσα της περισσότερα ζητήματα και δρώντες. Επίσης, μεγάλο μέρος της εντάσσεται στο πεδίο της Γεωπολιτικής, με την πιο ευρεία έννοιά της, καθώς μελετά την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο γεωγραφικό χώρο και τον ανταγωνισμό για την εξουσία που λαμβάνει χώρα εντός του. Η επιρροή του χώρου συνίσταται στους περιορισμούς ή τις ευκαιρίες που τίθενται στον ανταγωνισμό για εξουσία. Αυτοί οι περιορισμοί ή ευκαιρίες, αν και δεν είναι μόνιμοι, εξαρτώνται σημαντικά από την τεχνολογική ικανότητα της στιγμής και από τα ανθρώπινα και οικονομικά μέσα που διαθέτει μια συγκεκριμένη εξουσία. Σημαντικότερη εξέλιξη στην πρόσφατη ιστορία του κόσμου από γεωπολιτικής απόψεως αποτελεί η διάλυση της ΕΣΣΔ. Με το τέλος του διπολικού συστήματος ανετράπει μόνιμα το παιχνίδι των διεθνών σχέσεων.
Παρατηρήθηκε μια γρήγορη ανάπτυξη οικονομικών και πολιτιστικών εργαλείων που ξεφεύγουν de facto από τον έλεγχο των κρατών-εθνών και από το παραδοσιακό πλαίσιο των σχέσεών τους. Παράλληλα η ενίσχυση και ο πολλαπλασιασμός των παγκόσμιων δομών αλλάζει άρδην το παιχνίδι των διεθνών πολιτικών σχέσεων. Θα ήταν εύλογο να πούμε πως η οικονομική και πολιτιστική παγκοσμιοποίηση μάλλον περιπλέκει παρά καταργεί τη γεωπολιτική, εισάγοντας δίπλα στα κράτη-έθνη νέους παίκτες στο παιχνίδι του ανταγωνισμού της εξουσίας επί του χώρου.
Η Εμπορική διπλωματία έχει καταστεί θέμα αυξανόμενου ενδιαφέροντος για τις κυβερνήσεις αλλά και τις επιχειρήσεις, καθώς θεωρείται ουσιαστικό τμήμα της εξωτερικής πολιτικής των κυβερνήσεων. Οι Berridge και James στο βιβλίο “A Dictionary of Diplomacy” ορίζουν την εμπορική διπλωματία ως «το έργο των διπλωματικών αποστολών στην υποστήριξη των επιχειρήσεων της χώρας καταγωγής αλλά και σε διάφορους τομείς της οικονομίας» και ως το μέσο για «την προώθηση των εισερχόμενων και εξερχόμενων επενδύσεων καθώς και του εμπορίου». Λόγω της παγκοσμιοποίησης, του ανταγωνισμού και των διασυνδεδεμένων αγορών οι επιχειρήσεις έχουν αυξήσει τη δύναμή τους. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει μείωση της ισχύος των κυβερνήσεων ώστε να ρυθμίζουν τις εθνικές τους οικονομίες, αλλά αντιθέτως προετοιμάζει για μια καρποφόρα συνεργασία, όπου οι κυβερνήσεις θέτουν τις απαραίτητες προϋποθέσεις για την λειτουργία των επιχειρήσεων και οι τελευταίες επωφελούνται από υλικά και άυλα κίνητρα που προσφέρονται από τις κυβερνήσεις.
Πλέον η οικονομική διπλωματία περιλαμβάνει ένα ευρύ φάσμα δραστηριοτήτων τις οποίες διαχειρίζονται επίσημες διπλωματικές αντιπροσωπείες, εθνικοί φορείς, υπηρεσίες με σκοπό την προώθηση επενδύσεων και εξαγωγών αλλά και θεσμοί του ιδιωτικού τομέα, όπως επιμελητήρια και άλλοι επιχειρηματικοί σύνδεσμοι. Λόγω των αναγκών που διαρκώς ανακύπτουν για την διπλωματική και διαπραγματευτική διαχείριση των ζητημάτων αυτών πολλά κράτη προχώρησαν στην αναδιοργάνωση των διπλωματικών τους υπηρεσιών, ώστε να επιτύχουν αρτιότερο συντονισμό ανάμεσα στις πολιτικές και οικονομικές τους δραστηριότητες. Ο Καναδάς, η Αυστραλία, το Βέλγιο, η Ν. Κορέα και η Αλβανία συγχώνευσαν τις αρμοδιότητες των υπουργείων Εξωτερικών και Εμπορίου σε ένα και μόνο Υπουργείο.
Καθίσταται εύληπτο πως η οικονομική διπλωματία, αν και πηγάζει από το ίδιο το κράτος και έγκειται στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής και διπλωματικής στρατηγικής, επηρεάζει σημαντικά τις πρωτοβουλίες του ιδιωτικού τομέα, χωρίς όμως να είναι και ο μοναδικός παράγοντας που τις καθορίζει. Η επιχειρηματική διπλωματία προκύπτει από τις δράσεις του ιδιωτικού τομέα, έχοντας ως κύριο γνώμονα το επενδυτικό και οικονομικό κέρδος. Αναντίρρητα το κράτος συμβάλλει στη διευκόλυνση ή μη των πρακτικών που θα εφαρμοσθούν, καθώς διαμορφώνει το πλαίσιο, τη μορφή, το μέγεθος και το είδος των οικονομικών σχέσεων που δύναται να αναπτύξει ο ιδιωτικός τομέας με τρίτες χώρες. Σε κάθε περίπτωση όμως το επικοινωνιακό πλαίσιο και οι διαπραγματεύσεις ακολουθούν τις ήδη υπάρχουσες διπλωματικές νόρμες.
Οι στόχοι της οικονομικής διπλωματίας της Ελλάδας είναι αρκετά σαφείς. Μέσα από την εξωστρέφεια των δράσεών της επιδιώκεται αύξηση στον εξαγωγικό τομέα και προσέλκυση ξένων επενδύσεων με παράλληλη στήριξη της διεθνούς επιχειρηματικότητας των Ελλήνων, που θα έχει ανταποδοτικά οφέλη για την εθνική οικονομία και την εξωτερική πολιτική της χώρας. Η Ελλάδα επιδιώκει να καταστεί έδρα εγκατάστασης στρατηγείων και ερευνητικών κέντρων μεγάλων εταιρειών που επιθυμούν να αναπτύξουν θυγατρικές (παράγωγα τμήματα) στις γειτονικές χώρες, αξιοποιώντας τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της ευρύτερης περιοχής. Εν ολίγοις να τεθεί έμπροσθεν στη προσπάθεια προσέλκυσης επενδύσεων όχι μόνο στην εστερική αγορά αλλά σε όλη τη περιφέρεια.
Ανεξαρτήτως της όποιας οπτικής μπορεί να εφαρμοσθεί, το αποτέλεσμα έγκειται στο ότι η Οικονομική Διπλωματία αυξάνει τη διαπραγματευτική ισχύ μιας χώρας, μέσω του εργαλείου της οικονομίας της, και αποτελεί - αν όχι τη σημαντικότερη – μία από τις σημαντικότερες βάσεις πάνω στην οποία στηρίζεται η διαμόρφωση μιας αποτελεσματικής Εξωτερικής Πολιτικής.


ΠΗΓΕΣ
Π. Νάσκου-Περράκη – Ν. Ζάικος, Διπλωματικό και προξενικό δίκαιο. Κοινοβουλευτική, πολιτιστική, οικονομική και επιχειρηματική διπλωματία, Εκδόσεις Σάκκουλα, 2016.

Β. Σινάνογλου, Οικονομική διπλωματία στην ΕΕ του 21ου αιώνα, Εκδόσεις Παπαζήση, 1996.
Ι. Τσιμόπουλος, Η ελληνική εμπορική διπλωματία στο πλαίσιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, 2012.
Χ. Χαλαζιάς, Αρχές, πλαίσιο και εργαλεία των πολιτικών της οικονομικής διπλωματίας, 2008.
Θ. Γιάνναρος, Οικονομική διπλωματία και ελληνική εξωτερική πολιτική, η περίπτωση της Τουρκίας, 2011. 

[12 3 4 5  >>