Οι Σχέσεις Ελλάδος - Αλβανίας

Νέο βιβλίο του ΕΛΙΣΜΕ

Υπό εκτύπωση

Ομιλία Α. Δρίβα & Π.Σταμπολή: Οι Ψυχολογικες Επιχειρήσεις της Τουρκίας - Τρόποι Αντιμετώπισης

 Πατήστε επάνω στην εικόνα για να δηλώσετε συμμετοχή

Εξοπλιστικά Προγράμματα: Μία εν Δυνάμει Ιστορική Καινοτομία

on Saturday, 05 September 2020. Posted in Ένοπλες Δυνάμεις

Των Ιωάννη Βιδάκη, Δημητρίου Γεωργαντά, Γεωργίου Βλάχου

ΕΘΝΙΚΗ ΑΜΥΝΑ , ΕΞΟΠΛΙΣΜΟΙ 3 Σεπτεμβρίου 2020

Εξοπλιστικά Προγράμματα: Μία εν Δυνάμει Ιστορική Καινοτομία

Εξοπλιστικά Προγράμματα: Μία εν Δυνάμει Ιστορική Καινοτομία

skal 
 

Των Ιωάννη Βιδάκη, Δημητρίου Γεωργαντά, Γεωργίου Βλάχου

A’ μέρος

Συνοπτικά, από το 493 π.Χ., όταν ο Θεμιστοκλής εκλέχθηκε επώνυμος άρχοντας για πρώτη φορά, έθεσε ως κύριο στόχο του την δημιουργία ισχυρού στόλου και την ανάδειξη της Αθήνας σε κυρίαρχη ναυτική δύναμη. Τις δεκαετίες 490 και 480 π.Χ. κατέληξε να γίνει ο πολιτικός με τη σημαντικότερη επιρροή στην Αθήνα. Φιλότιμος και διορατικός με πνεύμα θετικό και διαυγές, αλλά υπερβολικά φιλόδοξος και παρορμητικός, οξύς, αυταρχικός και τολμηρός. Με την κατασκευή δεκάδων τριηρών αύξησε τις θέσεις των ναυτών – κωπηλατών που καλύπτονταν από φτωχούς Αθηναίους, (θήτες, ακτήμονες, άποροι), με αποτέλεσμα να εδραιωθεί η πολιτική του δύναμη μεταξύ των.

Ο δρόμος για τη ναυτική-ισχυρή Αθήνα ανοίχθηκε διάπλατος, καθώς ακολούθησαν και άλλες σημαντικές καινοτομίες: οι κωπηλάτες–δούλοι εξήλθαν οριστικά από τα πολεμικά πλοία και την θέση τους κατέλαβαν ελεύθεροι, επαγγελματίες πολίτες, οι οποίοι απόκτησαν βαθμιαία τα δικαιώματα, που τόσο πολύ φοβόταν ο Αριστείδης! Αυτοί χωρίζονταν σε τρεις τάξεις, ανάλογα με τη σειρά που κωπηλατούσαν (μικρά, μεσαία και μεγάλα κουπιά) και είχαν μισθό ανάλογα με τη σειρά αυτή, (λάμβαναν στην αρχή 3 οβολούς και αργότερα εξελικτικά 6 οβολούς, ως ημερήσια αμοιβή). Οι καλύτεροι μίας σειράς κουπιών προάγονταν στην επόμενη τάξη (βαθμολογικά & μισθολογικά), ώστε να έχουν και σοβαρό κίνητρο άμιλλας. Στους κωπηλάτες συχνά χορηγούνταν είδος ξηρής θερμιδογόνας τροφής, (ζύμη αλευριού με μέλι), για να επιτυγχάνονται μεγαλύτερες αποδόσεις.

Σημειώνεται ότι το πολεμικό ναυτικό αποτελεί στρατηγικό όπλο με τις αδυναμίες και τα πλεονεκτήματά του, έναντι των χερσαίων στρατιωτικών δυνάμεων. Μπορεί ωστόσο να χρησιμοποιηθεί σε πολλαπλά έργα (μεταφορά προσωπικού, τροφίμων, πρώτων υλών) και να φθάσει πολύ μακρύτερα, «μικραίνοντας» τις αποστάσεις, επιτρέποντας την κυριαρχία των Ελλήνων μετά τα Μηδικά σχεδόν σε ολόκληρη την Ανατολική Μεσόγειο. Πρόσθετα, το οχυρωμένο σύμπλεγμα Αθηνών – Πειραιώς, σχέδιο και αυτό του Θεμιστοκλή, ολοκληρώνει τη νέα στρατηγική αντίληψη της οχυρωμένης ναυτικής πόλης, διαμορφώνοντας ένα «νησί ξηράς», (όπως αυτά της Καρχηδόνας και της Τύρου), απεξαρτημένο  από τους εσωτερικούς του μόνο πόρους, καθώς ο στόλος μπορεί να μεταφέρει τρόφιμα και εφόδια από αλλού, διασφαλίζοντας την βιωσιμότητά του ακόμη και στην περίπτωση πολιορκίας σε βάθος χρόνου.  

Ο Δρ. Οικονομικών Χρήστος Πανάγος, στο βιβλίο του: «Κουβεντιάζοντας με τον Θεμιστοκλή» (1996, σελ. 17), ερευνώντας τα αίτια της δυναμικής οικονομικής ανάπτυξης της αρχαίας Αθήνας, προσθέτει μία άλλη διάσταση για τον ηγήτορα της πόλης: την ευφυΐα του σε θέματα οικονομικής πολιτικής. Για τον συγγραφέα «ο Θεμιστοκλής ήταν ο πρώτος μεγάλος θεωρητικός της οικονομικής επιστήμης, αν και η ιστορία τον απαθανάτισε ως στρατιωτικό και πολιτικό, και παράλληλα ο πρώτος που εφάρμοσε στην πράξη ένα συνδυασμένο πρόγραμμα οικονομικής ανάπτυξης, με τολμηρές και καινοτόμες ιδέες βασισμένο στην ελευθερία των συναλλαγών, στην ενθάρρυνση των επενδύσεων, της παραγωγής και των εξαγωγών και στην αυστηρή τήρηση της νομισματικής ισορροπίας, με ταυτόχρονη ειδική πρόνοια για την αμυντική θωράκιση της πατρίδας του».

Στη συνέχεια αυτής της άποψης θεωρούμε ότι η πρόταση του Θεμιστοκλή και η οικονομική μεθόδευση της αξιοποίησης της νέας φλέβας αργύρου του Λαυρίου, για τη ναυπήγηση πολεμικού στόλου, αποτελεί  πρωτοποριακή οικονομική πολιτική των Αθηναίων: διαμορφώθηκε μία αναγκαστική Συνεργασία του Δημόσιου (Δήμος) και του Ιδιωτικού Τομέα της πόλης, (100 πλουσιότερων γαιοκτημόνων), για το έργο αυτό, όπου ο δεύτερος θα κατασκεύαζε, θα διοικούσε/κυβερνούσε και θα συντηρούσε, ενώ ο πρώτος θα χρηματοδοτούσε (σε μεγάλο ποσοστό), θα επιθεωρούσε ποιοτικά την διαδικασία κατασκευής και θα παραλάμβανε κατόπιν ελέγχων της πλευστότητας και της μαχητικής ικανότητας τις νέες τριήρεις. Τα οφέλη αυτής της διευθέτησης θα ήταν πολλαπλά και θα διανέμονταν σε όλους τους πολίτες της Αθήνας, δεδομένου ότι η άμυνα αποτελεί δημόσιο αγαθό, καθώς η ρύθμιση της ανάθεσης ναυπήγησης σε πλούσιους ιδιώτες θα προκαλούσε, μεταξύ άλλων, τεχνολογικές καινοτομίες & εξελίξεις, καθώς και κοινωνική ευημερία, (άνοδο των τεχνών και των επαγγελμάτων αύξηση της απασχόλησης, βελτίωση των εισοδημάτων, ενίσχυση της παραγωγής, επέκταση του εμπορίου). Αργότερα η πολιτική αυτή, λόγω της συντήρησης των πλοίων, θα γινόταν η αιτία της καθιέρωσης της λειτουργίας της τριηραρχίας.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με τον Γεώργιο Μαριδάκη (1963), η συναφής γενική διάταξη (νόμος), που υπερψηφίστηκε μετά την πρόταση του Θεμιστοκλή, καθώς και η μέθοδος υλοποίησής της, έχει από πολλές πλευρές ιδιαίτερη σημασία. Μεταξύ άλλων δικαιολογεί την άποψη, περί των οικονομικών ικανοτήτων και της επιχειρηματικής οξυδέρκειας του Θεμιστοκλή. Ο Δήμος (εργοδότης-χρηματοδότης) επέλεξε εκατό (100) από τους πλουσιότερους πολίτες, (μεταξύ τους και αυτοί στους οποίους μίσθωνε τα ορυχεία της Αττικής) και ανέθεσε στον καθένα από αυτούς (εργο-λάβοι), την φροντίδα της έγκαιρης ναυπήγησης μίας τριήρους, (πολεμικού πλοίου), με δημόσιο δανεισμό, (επιχορήγηση, προκαταβολή αντιμισθίας) του ενός ταλάντου. Μετά την περάτωση της κατασκευής της, εάν από τον Δήμο διαπιστωνόταν η «προσήκουσα» εκτέλεση του έργου  και εγκρινόταν η παραλαβή του πλοίου, τότε το δάνειο-προκαταβολή (η δαπάνη του ενός ταλάντου) θα εγκρινόταν «ότι εγένετο καλώς». Η «προσήκουσα» εκτέλεση αναφερόταν στην έγκαιρη παράδοση, στα χαρακτηριστικά πλεύσης και στο αξιόμαχο του πλοίου. Σε αντίθετη περίπτωση, (ακατάλληλη τριήρης-μη έγκριση παραλαβής), αυτός που είχε λάβει το τάλαντο (δάνειο), όφειλε να το επιστρέψει στον Δήμο («επιτίμιο, ποινική ρήτρα»), ενώ το γεγονός ότι είχε χορηγηθεί σε πλούσιους συνεπαγόταν και την ευχέρεια της επιστροφής του, (εγγυήσεις με υποθήκη τα εισοδήματα και η περιουσία τους).

Στη συμφωνία αυτή οι Ρωμαίοι νομικοί, διαβλέπουν αργότερα σύμβαση «αγοραπωλησίας μέλλοντος πράγματος» (Μαριδάκης, 1963). Άλλωστε, η ανωτέρω περιγραφείσα συμφωνία Δήμου-ιδιωτών, διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του προγραμματισμού, υλοποίησης και παρακολούθησης της σύγχρονης διοικητικής σύμβασης αγοραπωλησίας αγαθών, υπηρεσιών μελετών-έργων και εν προκειμένω μίας Δημόσιας Σύμβασης, όπως περιγράφεται στον Πίνακα 1.

Εκ του νόμου, οι εκατό (100) πλούσιοι Αθηναίοι δεν φέρεται να είχαν την ευχέρεια άρνησης του εν λόγω έργου. Συνεπώς, διαμορφώθηκε μία υποχρεωτική σύμβαση με απευθείας ανάθεση, μέσω Συνεργασίας του Δημόσιου και του Ιδιωτικού Τομέα της πόλης (ΣΔΙΤ) με σαφείς και απλούς όρους,  (βλ. Ένθετο 1). Ο Δήμος δεν θα είχε εμπλοκή στην κατασκευή του πλοίου και σε άλλα τεχνικά ή οικονομικά θέματα, αλλά θα αποκτούσε την κυριότητα του πλοίου. Φυσικά η κρίση για την καταλληλότητα, την άρτια ναυπήγηση μίας τριήρους θα είχε ως προϋπόθεση τη «δοκιμασία» της (δοκιμαστική πλεύση).

Στο σημείο αυτό θεωρείται σημαντικό να αναφερθεί ότι το πλαίσιο των προβλέψεων της ανωτέρω σύμβασης ταυτίζεται σχεδόν απόλυτα με τις κανονιστικές διαδικασίες υλοποίησης των σύγχρονων προγραμμάτων ΣΔΙΤ – τα οποία εντάσσονται στο ευρύτερο πεδίο των Δημοσίων Συμβάσεων – σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στον Πίνακα 2, στοιχείο που τεκμηριώνει την πνευματική οξυδέρκεια του Θεμιστοκλή και σε θέματα δημοσιονομικής πολιτικής. Ωσαύτως, επιβεβαιώνει ότι επιχειρησιακά εργαλεία, τεχνικές, μεθοδολογίες και αναπτυξιακά μοντέλα που χρησιμοποιούνται στη σύγχρονη εποχή, εδράζονται στη κλασσική Ελλάδα και αποτελούν κοινό κτήμα της παγκόσμιας κληρονομιάς.

Σημειώνεται ότι κατά την εποχή του Θεμιστοκλή, ο Δήμος ανέθετε τη ναυπήγηση των τριήρεων στις «ναυκραρίες», την δε κυριότητα των πλοίων είχε η πόλη (Μαριδάκης, 1963)[1]. Μετά τα μηδικά, εξαφανίζεται ο θεσμός των ναυκραριών και καθιερώνεται η λειτουργία – θεσμός της «τριηραρχίας» (ο εξοπλισμός δηλαδή από τους εύπορους πολίτες μίας τριήρους), βασικά στοιχεία του οποίου είχαν εισαχθεί από το νόμο του Θεμιστοκλή (Μαριδάκης, 1963) · (Μπέκου, α.χ.). Είναι λογικό, καθώς με το πέρασμα του χρόνου παρουσιάστηκε πλέον το πρόβλημα της χρηματοδότησης της συντήρησης των πλοίων, τα οποία είχαν ναυπηγηθεί κατά δεκάδες την προγενέστερη περίοδο. Η μοναδική λειτουργία με στρατιωτικό σκοπό λοιπόν, η τριηραρχία, καθιερώθηκε την εποχή που οι Αθηναίοι, με την παρακίνηση του Θεμιστοκλή, επιδόθηκαν στη συγκρότηση μεγάλου στόλου.

Ο Θεμιστοκλής εκτός από την δημοσιοποίηση του καταπληκτικού σχεδιασμού του, έπεισε επίσης τον λαό να κατασκευάζει 20 τριήρεις κάθε χρόνο – πρώτο ιστορικό γεγονός εφαρμογής ναυτικού προγράμματος (Αλεξανδρής, 1950, σελ. 81) και να απαλλάξει από φόρους τους μετοίκους και τους τεχνίτες, ώστε να εξασφαλιστεί εργατικό δυναμικό για μεγάλο αριθμό δραστηριοτήτων, καθόσον έκρινε ότι αυτά ήταν χρήσιμα για την περαιτέρω ενίσχυση της ναυτικής δύναμης της Αθήνας. Το Αθηναϊκό κράτος πλέον δοξασμένο και πανίσχυρο ήταν έτοιμο, για το μεγάλο του άνοιγμα και πραγματικά το 477/478 π.Χ. ιδρύθηκε η πρώτη Αθηναϊκή συμμαχία, που ένωνε όλο σχεδόν τον Ελλαδικό χώρο, υπό την αρχηγία των Αθηναίων, (το επόμενο έτος ο Θεμιστοκλής κατηγορήθηκε για δωροδοκία και διαφθορά). Οι Έλληνες κατάφεραν τότε, να πλησιάσουν το ιδανικό της ένωσής τους και μάλιστα κατά τρόπο λιγότερο ηγεμονικό, από εκείνον που αργότερα εφάρμοσαν οι Μακεδόνες, με τον Φίλιππο Β΄ και τον Μέγα Αλέξανδρο.

Συνεπώς, χάρη στη μεγαλοφυΐα του πολιτικού Θεμιστοκλή και στην αυταπάρνηση των Αθηναίων, οι οποίοι αποδέχθηκαν να θυσιάσουν το πρόσκαιρο και περιορισμένο οικονομικό όφελος των άμεσων παροχών, για το αισιόδοξο και πλούσιο μέλλον που τους υποσχέθηκε, η Ελλάδα θα αποκτούσε την τελευταία σχεδόν στιγμή τον στόλο που θα την διέσωζε. Εάν ο λόγος του Θεμιστοκλή δεν είχε μεταπείσει τους Αθηναίους, εάν ο στόλος δεν είχε έγκαιρα ναυπηγηθεί[2], τότε δεν θα είχαν γίνει οι ναυμαχίες στο Αρτεμίσιο και τη Σαλαμίνα και κατά πιθανότητα η Ελλάδα θα είχε υποταχθεί στους Πέρσες. Η εξέλιξη της ελληνικής, ευρωπαϊκής, αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας θα ήταν σίγουρα διαφορετική (Κυριαζής, 1984). Ο Θεμιστοκλής, ως διορατικός ηγέτης, προέβλεψε ότι οι Πέρσες, μετά την ήττα τους στο Μαραθώνα, θα επανεμφανίζονταν και ότι η αναμέτρηση θα κρίνονταν στην θάλασσα (Μαριδάκης, 1963). Ήδη από το 483 π.Χ. θα ήταν γνωστές οι τεράστιες στρατιωτικές και ναυτικές προετοιμασίες του Πέρση βασιλιά Ξέρξη Α΄ για την εκστρατεία στην Ελλάδα. 

Αν και πολλά δεδομένα ήταν εναντίον του, στο εξωτερικό και στο εσωτερικό μέτωπο, ο Θεμιστοκλής δεν δείλιασε και δεν αδράνησε. Οι Πέρσες είχαν διεξάγει τεράστια και σε πολλαπλά πεδία προετοιμασία για την εισβολή τους από ξηρά και θάλασσα, αρκετές ελληνικές πόλεις είχαν μηδίσει, άλλες παρέμειναν αδρανείς και υπήρχαν αντικρουόμενα συμφέροντα στις υπόλοιπες που είχαν αποφασίσει να αντισταθούν. Το ιερατείο των Δελφών δεν βοήθησε. Υπήρχε ενάντια αντιπολίτευση στην Αθήνα και ισχυρά αντίθετα συμφέροντα των πλουσίων. Η πόλη ήταν ανοχύρωτη και δεν είχε προλάβει να υλοποιήσει όλα του τα σχέδια.  Προσδοκούσε ωστόσο στην πολιτική του υπεροχή, αφού η ανάπτυξη του στόλου θα ενίσχυε αισθητά την κυριαρχία στην πολιτική ζωή των κατώτερων κοινωνικών τάξεων, που θα επάνδρωναν τις τριήρεις ως κωπηλάτες. Εξαιτίας αυτών των αλλαγών, τα επαγγέλματα ενισχύθηκαν, άρχισαν και νέα να αναδεικνύονται, δυναμώνοντας με αυτόν τον τρόπο την παράταξη των δημοκρατικών. Η γεωργία ήταν έως τότε στενά συνδεδεμένη με τους γαιοκτήμονες, η μεγάλη πλειοψηφία των οποίων ήταν αριστοκράτες. Η εστίαση λοιπόν μίας κοινωνίας στην γεωργία προωθεί το ολιγαρχικό σύστημα, ενώ στη ναυτιλία, το δημοκρατικό. Ο Θεμιστοκλής, παρέσυρε ενορχηστρωμένα και «έφερε» την πόλη στην θάλασσα, υποστηρίζοντας ότι οι πεζές στρατιωτικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν ακόμη και τους γείτονες. Αντίθετα, δια της υπεροπλίας στην θάλασσα, μπορούσαν να κινηθούν με διμέτωπο προσανατολισμό: μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους Πέρσες και ταυτόχρονα στην Ελλάδα να καταστούν πρώτη δύναμη.

Η απόφαση του Θεμιστοκλή για τη μετεξέλιξη της Αθήνας σε ναυτική δύναμη είχε σημαντικότατες πολιτικές προεκτάσεις. Μετέτρεψε τους Αθηναίους από οπλίτες σε ναύτες, πεζοναύτες και θαλασσινούς. Όπως εύστοχα επισημαίνει ο Πλούταρχος: «ενίσχυσε την εξουσία του Δήμου σε βάρος της αριστοκρατίας, καθώς η πολιτική επιρροή περνούσε πλέον στα χέρια των ναυτών, των κελευστών και των πλοηγών». Θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι συνδύασε αρμονικά την αρχαία επιλογή των Αθηναίων για την θεά Αθηνά (ελιά, γεωργία) ως πολιούχου, με αυτήν του παλαιού ανταγωνιστή της Ποσειδώνα (θάλασσα, ναυσιπλοΐα, εμπόριο). Οι αντίπαλοί του τον κατηγορούσαν ότι πήρε από τα χέρια τους το δόρυ και την ασπίδα και τους στρίμωξε στο σκαμνί του κωπηλάτη μ’ ένα κουπί στο χέρι. Εντούτοις, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι η ανωτέρω μετεξέλιξη συγκροτεί τη μοναδική παγκοσμίως ολοκληρωμένη-επιτυχημένη μετατροπή άρδην της παραγωγικής βάσης ενός κράτους σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα και υπό δυσμενείς συνθήκες και τηρουμένων των αναλογιών αποτελεί παράδειγμα βιωσιμότητας κρατικής οντότητας για τη σημερινή εποχή, η οποία χαρακτηρίζεται από γεωπολιτική και οικονομική αβεβαιότητα, συνεκτιμώμενης της διατρέχουσας υγειονομικής-κοινωνικής κρίσης.

Η επιλογή να μετασχηματιστεί η Αθήνα σε ναυτική δύναμη, επηρέασε την ζωή και ενδεχομένως σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και τη νοοτροπία, σχεδόν όσων κατοικούσαν στην Αττική, των ανδρών και των οικογενειών τους, των πολιτών, των μετοίκων και των δούλων. Η κωπηλασία στο πλευρό άλλων 169 ανδρών, αποτελεί μία δραστηριότητα που απαιτεί ιδιαίτερη εξάσκηση και χρόνο, ενισχύει το ομαδικό πνεύμα και συνιστά κρίσιμο στοιχείο όχι μόνον στο πολεμικό πεδίο αλλά και σε κοινωνικό επίπεδο. Το ανθρώπινο δυναμικό της πόλης θα είχε εντατική ναυτική εκπαίδευση κατά τους (επιτρεπόμενους από τις καιρικές συνθήκες), μήνες μεταξύ του 482-480 π.Χ., αν και πολλοί άνδρες θα έπρεπε να ασχοληθούν και με αγροτικές εργασίες, (άροση, σπορά και συγκομιδή δημητριακών, παραγωγή ελαίου και κρασιού)[3]. Βέβαιη φέρεται επίσης να ήταν και η ναυτολόγηση μετοίκων, απελεύθερων, ίσως και ενός αριθμού δούλων για τη συμπλήρωση του αριθμού των 40.000 ατόμων, που απαιτούνταν για την επάνδρωση 200 τριήρεων (Garland, 2018). 

Ο Πλούταρχος ισχυρίζεται ότι το ερώτημα θα έπρεπε να ήταν, εάν τελικά ο Θεμιστοκλής ωφέλησε ή έβλαψε την πόλη του. Απόδειξη ότι η σωτηρία των Ελλήνων ξεπήδησε από την θάλασσα και η πόλη της Αθήνας ξαναστήθηκε στα πόδια της από τις τριήρεις, αποτέλεσε η σύγκρουση με τον Ξέρξη Α΄. Παρόλο ότι ο στρατός του Πέρση βασιλιά έμεινε ακέραιος και διέθετε αξιόμαχο στόλο ισάριθμο του ελληνικού, ο ίδιος υποχώρησε μετά την ήττα στη Σαλαμίνα, πιστεύοντας ότι δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει τον πόλεμο, λόγω και του επερχόμενου χειμώνα και να ριψοκινδυνεύσει τα πάντα. Άφησε στην θέση του τον ικανό Μαρδόνιο, κυρίως για να εμποδίσει τους ενωμένους Έλληνες εύχερα να τον καταδιώξουν και να τον καταστρέψουν ολοκληρωτικά και γιατί όχι εάν μπορούσε στο όνομά του, να υποδουλώσει τους ανυπότακτους Έλληνες.

Η επική ναυμαχία της Σαλαμίνας εκτός από την στρατιωτική, είχε μεγάλη σημασία και σε άλλους τομείς. Αντίθετα απ’ ότι συνηθιζόταν, στη σύγκρουση και επιτυχία των Ελλήνων συνέβαλαν λιγότεροι από 5.000 οπλίτες, σχετικά εύποροι δηλαδή αστοί και αριστοκράτες και περισσότεροι από 70.000 ναύτες-ερέτες, οι οποίοι ανήκαν στις κατώτερες οικονομικο-κοινωνικές τάξεις, στον υποδεέστερο σε κύρος και δικαιώματα “ναυτικό όχλο” των πόλεων. Για πρώτη φορά στην ιστορία, οι ανώνυμες λαϊκές μάζες που απάρτιζαν το “ανυπόληπτο “πλήθος”, συμπιεσμένες στα στενά καταστρώματα των τριήρεων, με όπλα τους την μυϊκή δύναμη και το ελεύθερο φρόνημα, συμμετείχαν ενεργά σε μια κορυφαία σύγκρουση, στην οποία έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους.

Η επίγνωση αυτής της συμβολής αναπτέρωσε το συλλογικό ηθικό των λαϊκών τάξεων. Πριν τη ναυμαχία ήταν το “πλήθος”, ο “λαός”, συνήθως χωρίς ιδιοκτησία γης και δικαιώματα, στον οποίο οι γαιοκτήμονες-οπλίτες δεν εμπιστευόταν την υπεράσπιση της πατρίδας. Μετά τη Σαλαμίνα, η αντίληψη αυτή άλλαξε. Ήταν πλέον οι άνθρωποι του λαού που είχαν λάβει την υπόθεση της πατρίδας στα χέρια τους και με αρετές τους την υπομονή και την πειθαρχία, υπό την καθοδήγηση ικανών ηγετών, οι σημαντικότεροι των οποίων ήταν εκλεγμένοι, επέτυχαν τον θρίαμβο κατά των βαρβάρων. Οι τελευταίοι όσο γενναία και αν πολέμησαν, ηττήθηκαν γιατί δεν διέθεταν τα υψηλά ιδανικά που κινητοποιούσαν τους Έλληνες, δηλαδή υπεράσπιση ελευθερίας, πατρίδας, οικογένειας, τρόπου ζωής και αξιοπρέπειας.

Συνεπώς δεν απαιτούνται πολλά έτη για έναν ηγέτη, προκειμένου να πετύχει το όραμά του για το μεγαλείο της χώρας του, ακόμη και σε κρίσιμες καταστάσεις.

Η συνέχεια αύριο Παρασκευή

[1] Η λέξη «ναυκραρία» παράγεται, είτε από τη «ναίω» (=κατοικώ), είτε από τη «ναυς» (=πλοίο). Πριν τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη, στην Αττική υπήρχαν τέσσερις φυλές, καθεμία με τρεις τριττύες και κάθε τριττύς με τέσσερις ναυκραρίες, (διοικητικά διαμερίσματα): σύνολο σαράντα οκτώ ναυκραρίες. Κάθε ναυκραρία διοικούνταν από τον ναύκραρο, υπεύθυνο για τις εισφορές και τις δαπάνες του ταμείου της. Ο Σόλων είχε ορίσει κάθε ναυκραρία να παρέχει στην πόλη ένα πολεμικό πλοίο, (με κυβερνήτη τον ναύκραρο) και δύο ιππείς. Με τις μεταρρυθμίσεις του Κλεισθένη οι ναυκραρίες έφθασαν τις πενήντα, (δέκα φυλές και πέντε ναυκραρίες για κάθε φυλή). Ο Αριστοτέλης στην «Αθηναίων Πολιτεία» αναφέρει ότι επί Κλεισθένη την θέση των ναυκραριών έλαβαν οι δήμοι, (βλ. Cohen, 2009). 

[2] «Στην Ελλάδα τελικά κατέπλευσαν άμα τη ενάρξει του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου έξι (6) αντιτορπιλικά … και το υποβρύχιο ‘’Δελφίν’’. Η προσθήκη τόσων μονάδων την τελευταία στιγμή οδήγησε σε μεγάλης κλίμακας αλλαγές στα πληρώματα των περισσότερων ελληνικών θωρηκτών, κάτι που σπάνια αποτελεί καλό οιωνό για την επιτυχή έκβαση των επιχειρήσεων. Ενδεικτικά υπενθυμίζεται ότι το θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ» απέπλευσε προς συνάντηση του εχθρού φέροντας τμήμα μόνο του απολύτως απαραίτητου οπλοστασίου του, το οποίο και συμπληρώθηκε στο δεύτερο μισό του Νοεμβρίου του 1912» [Φωτάκης, (α.χ.), σελ. 41].

[3] «Τὸ δὲ ναυτικὸν τέχνης ἐστίν, ὥσπερ καὶ ἄλλο τι, καὶ οὐκ ἐνδέχεται, ὅταν τύχῃ, ἐκ παρέργου μελετᾶσθαι, ἀλλὰ μᾶλλον μηδὲν ἐκείνῳ πάρεργον ἄλλο γίγνεσθαι».
Θουκυδίδης (460-399 π.Χ.)

Δημοσιεύθηκε στο economia.gr