2015-12-11. Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΜΕΣΑ ΜΑΖΙΚΗΣ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗΣ

on Friday, 11 December 2015. Posted in Σώματα Ασφαλείας - Πολιτική Προστασία

Γράφει ο Υποστράηγος ΕΛ.ΑΣ ε.α. Παναγιώτης Λάγγαρης, Πρώην Υποδιευθυντής Αντιτρομοκρατικής Υπηρεσίας, Μέλος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ


(Οι παθογένειες των ΜΜΕ ως αρνητικός παράγοντας αντιμετώπισης της εγκληματικότητας από την ΕΛ.ΑΣ)

1. Ελληνική Αστυνομία (ΕΛ.ΑΣ)
Είναι η υπ΄αρ. 1 διωκτική Αρχή αντιμετώπισης της εγκληματικότητας. Ο θεσμός της Αστυνομίας χάνεται στα βάθη των αιώνων και εμφανίστηκε από τη στιγμή κατά την οποία ο άνθρωπος, ως «φύσει κοινωνικόν ζώον» κατά τον Αριστοτέλη, άρχισε την διαβίωσή του σε οργανωμένες κοινωνίες. Μέσα στην κοινωνία, μαζί με την εμφάνιση του κακού, της αδικίας και του εγκλήματος, ταυτόχρονα γεννήθηκε και η ιδέα της διώξεως και του κολασμού του αδικοπραγούντος και αντικοινωνικώς συμπεριφερόμενου ατόμου, χάριν της αρμονικής συμβίωσης και συνύπαρξης των κοινωνιών και της προστασίας της κοινωνίας γενικότερα.
Σε μια ελεύθερη, σύγχρονη και δημοκρατικά οργανωμένη πολιτεία, όπως η δική μας, η «νεαρή» (αριθμούσα μόλις 30 χρόνια ζωής) ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑ και οι Αστυνομικοί της καλούνται να διαδραματίσουν τον σπουδαίο αυτό κοινωνικό τους ρόλο. Έτσι σύμφωνα με τη θεμελιώδη συνταγματική επιταγή (άρθρο 103 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος) και τον ιδρυτικό-οργανικό της Νόμο 1481/1984 και σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Νόμου 4249/2014 η Ελληνική Αστυνομία και οι Αστυνομικοί έχουν ως αποστολή, να εφαρμόζουν τη θέληση του κράτους και να υπηρετούν τον ελληνικό λαό, όπως ορίζουν το Σύνταγμα και οι νόμοι και οι εντολές της εκλεγμένης από το λαό κυβέρνησης. Όλες οι υπηρεσίες και το προσωπικό τελούν σε διαρκή ετοιμότητα, για την πρόληψη και καταστολή του εγκλήματος, την περιφρούρηση του Δημοκρατικού πολιτεύματος και της έννομης τάξης και την αντιμετώπιση έκτακτων αναγκών, που προκύπτουν από θεομηνίες και ατυχήματα ή άλλες καταστροφές και περίοδο ειρήνης ήπολέμου, σε συνεργασία με τις συναρμόδιες Εθνικές Αρχές και Υπηρεσίες, πάντοτε σύμφωνα με το Σύνταγμα και τους νόμους του κράτους. Η εν λόγω αποστολή, κατά την εκπλήρωσή της στην πράξη, κατ΄ουσίαν δε σημαίνει τίποτε άλλο, παρά έναν «αέναο» πόλεμο κατά του κοινού και οργανωμένου εγκλήματος και υπέρ των έννομων και πολυτιμότερων αγαθών των πολιτών. Επί πλέον στα πλαίσια της κύριας αυτής αποστολής της Ελληνικής Αστυνομίας, προσδιορίζονται και οι δευτερεύουσες αποστολές της, που σύμφωνα με το άρθρο 1 του παραπάνω οργανικού της Νόμου και τα άρθρα 11 και 13 του Νόμου 4249/2014 είναι οι εξής :
• Η κατοχύρωση και διατήρηση της Δημόσιας Τάξης.
• Η προστασία της Δημόσιας και Κρατικής Ασφάλειας.
• Η εξασφάλιση της πολιτικής Άμυνας της χώρας.
• Η συμμετοχή στην εξασφάλιση της Εθνικής Άμυνας της χώρας σε συνεργασία με τις Ένοπλες Δυνάμεις.
• Η άσκηση της Αστυνομίας Αλλοδαπών εν γένει και η προστασία των συνόρων της χώρας.
Επιπλέον, για την διευκόλυνση εκπλήρωσης της υψηλής αποστολής της και την εκτέλεση των καθηκόντων των Αστυνομικών, δεδομένου ότι υπό ορισμένες προϋποθέσεις και περιστάσεις εκφράζουν και την «νόμω επιτρεπτή άσκηση κρατικής βίας», προβλέπεται νομικά (ανωτέρω Νόμοι), ότι : Η Ελληνική Αστυνομία αποτελεί ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα, λειτουργεί με δικούς της δικούς της οργανικούς νόμους, είναι στρατιωτικά τρόπον τινά οργανωμένη και εφοδιάζεται με τα αναγκαία μέσα και κατάλληλο οπλισμό και εφόδια. Επιπλέον δε οι Υπηρεσίες της ΕΛ.ΑΣ και το προσωπικό τους τελούν σε διαρκή ετοιμότητα.
Το προσωπικό της ΕΛ.ΑΣ διακρίνεται σε ένστολο και πολιτικό. Στο ένστολο ανήκουν οι Αστυνομικοί, οι Ειδικοί Φρουροί και οι Συνοριακοί Φύλακες, ως επίσης και οι Δημοτικοί Αστυνομικοί, ως «Ειδική Κατηγορία Προσωπικού» που εντάχθηκαν στην ΕΛ.ΑΣ. κατ΄εφαρμογήν του άρθρου 81 του Ν.4172/2013 (ΦΕΚ Α΄167), ο οποίος όμως πρόσφατα καταργήθηκε.
Επίσης προβλέπεται ότι το Αστυνομικό προσωπικό έχει ιδιαίτερη ιεραρχία και ειδικούς κανόνες πειθαρχίας και εκπαιδεύεται στη χρήση των όπλων και ειδικών μέσων και μηχανημάτων και φέρει κατά την άσκηση των καθηκόντων του σύγχρονο εξοπλισμό.
Ενόψει της υπεροπλίας αυτής του Αστυνομικού και θέσης υπεροχής έναντι του κοινού πολίτη κατά τη διαχείριση της κρατικής εξουσίας, που του έχει ανατεθεί, ο Αστυνομικός έχει τη νομική υποχρέωση να κινείται πάντοτε και να ενεργεί αυστηρά μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος και των νόμων και να σέβεται στο έπακρο τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις ατομικές ελευθερίες των πολιτών και να μη μεταβάλλεται από φύλακα άγγελο σε δυνάστη του πολίτη. Μόνο έτσι ο Αστυνομικός θα αποσπάσει το σεβασμό και την εμπιστοσύνη του πολίτη, απαραίτητη προϋπόθεση για τη συνεργασία τους στον αγώνα της κοινωνίας κατά του εγκλήματος.

2. Από πλευράς ΜΜΕ (Αστυνομία, Έγκλημα, Τρομοκρατία)
Σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, ο Τύπος είναι ελεύθερος και επιτελεί δημόσια αποστολή, λόγο και για τον οποίο απολαμβάνει ειδικής προστασίας, φέρει δε ευθύνη για την αλήθεια των δημοσιευμάτων του, τηρώντας τους νόμους του κράτους.
Ο όρος «Τύπος» περιλαμβάνει κάθε προϊόν τυπογραφίας (βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, πάσης φύσεως έντυπα κ.λ.π.) ως και τα ραδιοτηλεοπτικά και ηλεκτρονικά ΜΜΕ.
Ο τρόπος λειτουργίας του Τύπου εν γένει έχει προ πολλού εκφύγει της αποστολής του και η οποία κατά βάση είναι η ορθή και αντικειμενική ενημέρωση του κοινού και η σωστή διαμόρφωση της κοινής γνώμης, από τα περισσότερα ΜΜΕ με κατάληξη τον «κιτρινισμό» (ακρότητες, παραπληροφόρηση, σπίλωση υπολήψεων, διασυρμό προσώπων, εκχυδαϊσμοί, βωμολοχίες κ.λ.π.) και την ασυδοσία. Το απαράδεκτο αυτό φαινόμενο οφείλεται κατά βάση στο γεγονός ότι τα ΜΜΕ είναι αναγκασμένα να δρουν σε ένα σκληρό ανταγωνιστικό περιβάλλον, εμπορικό, ενώ παράλληλα είναι υποτυπώδης ή απουσιάζει η δέουσα εποπτεία και ο προσήκων έλεγχος από τις αρμόδιες Αρχές του κράτους (ΕΣΡ, Υπουργείο Τύπου, Δικαιοσύνης κ.α.). Σε όλους είναι γνωστό ότι, τα θέματα δημόσιας τάξης και ασφάλειας και γενικότερα αστυνομικού ενδιαφέροντος, προσελκύουν πάντα τα ΜΜΕ, γιατί κεντρίζουν το ενδιαφέρον του κοινού και έτσι εξασφαλίζουν μία υψηλή αναγνωσιμότητα, ακροαματικότητα και τηλεθέαση. Για τους λόγους αυτούς, γεγονότα, ειδήσεις, δράσεις προσώπων και συμπεριφορές διαστρευλώνονται, διογκώνονται και κριτικάρονται κατά τρόπου που εκφεύγει μιας κοινώς αποδεκτής ή ανεκτής δεοντολογίας. Ειδικότερα :
(1)ΕΛ.ΑΣ
Κάτω από μια αδικαιολόγητη προκατάληψη, η οποία και το πιθανότερο, σύμφωνα με εκτιμήσεις, να έλκει την καταγωγή της από την περίοδο της χούντας ή του εμφυλίου πολέμου ακόμη, ασκείται εκ του αποτελέσματος μία άδικη, συνήθως δυσμενής ή και εχθρική κριτική κατά της Αστυνομίας και των αστυνομικών, σε τρόπο ώστε να επικρίνονται ή να κατακρίνονται Αστυνομία-αστυνομικοί και όταν δρουν και όταν δεν δρουν. Υποβαθμίζονται τα υπέρ και οι επιτυχίες διογκώνονται ή διαστρέφονται οι αποτυχίες και τα κατά.
Μία τέτοια μεταχείριση η οποίο ενίοτε εγγίζει τα όρια του διασυρμού, είναι δυνατόν να δημιουργήσει ένα περιβάλλον κοινωνικής περιθωριοποίησης για τον αστυνομικό και την οικογένειά του (σχολείο, γειτονιά κ.λ.π.) και μάλιστα, παρά τη θέλησή τους, πράγμα ανεπίτρεπτο, γιατί επιφέρει δυσμενείς παρενέργειες στην ψυχική υγεία, οικογενειακή ηρεμία, τάξη και γαλήνη αυτών. Αυτό είναι και πολύ επικίνδυνο ακόμη και για την ψυχολογική στήριξη του αστυνομικού στην εκτέλεση των υπηρεσιακών του καθηκόντων, μεταξύ των οποίων και η δίωξη των κακοποιών-τρομοκρατών, γεγονός το οποίο προϋποθέτει ψυχική ηρεμία, ψυχραιμία, αυτοκυριαρχία και υπευθυνότητα, (προσόντα του σύγχρονου ιδανικού αστυνομικού), ο οποίος είναι και αυτός εργαζόμενος του δημοσίου και προσφέρει στην κοινωνία, όπως και όλοι οι άλλοι δημόσιοι υπάλληλοι και έχει τα ίδια δικαιώματα με αυτούς, όπως και με κάθε Έλληνα πολίτη, έναντι του Νόμου.
Ουδείς δέχεται ότι οι αστυνομικοί, ως όργανα του κράτους, πρέπει να είναι υπεράνω του Νόμου για τις πράξεις τους ή παραλείψεις, τις επίμεμπτες. Ούτε πρέπει να βρίσκονται εκτός κριτικής από τη δημοσιογραφία. Αρκεί η κριτική αυτή να είναι αντικειμενική, καλόπιστη και καλοπροαίρετη, γιατί με τον τρόπο αυτό προλαμβάνεται η αυθαιρεσία και αποτρέπεται η ασυδοσία. Την ποινική, πειθαρχική και τη διοικητική ευθύνη και την τιμωρία των παραβατών αστυνομικών θα την κρίνουν τα θεσμοθετημένα αρμόδια δικαιοδοτικά όργανα της πολιτείας και όχι οι αυτοαναγορευόμενοι αναρμοδίως σε αυτοσχέδιους δικαστές και εισαγγελείς δημοσιογράφοι των ΜΜΕ. Αυτή απαράδεκτη τακτική σε βάρος της Αστυνομίας και των αστυνομικών θα πρέπει κάποια στιγμή να σταματήσει. Εξάλλου πέρασαν τόσα πολλά χρόνια από τις ανώμαλες αυτές περιόδους (χούντα 1967-1974 και εμφύλιος 1946-1949) και η νεαρή μας σύγχρονη Ευρωπαϊκή Αστυνομία (ιδρύθηκε το 1984) δεν είναι δυνατόν να ζει με τις σκιές και τα φαντάσματα του παρελθόντος.
(2)Έγκλημα – Τρομοκρατία
Από πλευράς του οργανωμένου εγκλήματος και της τρομοκρατίας, η ζημιά που γίνεται από τα ΜΜΕ σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος, στο έργο της Αστυνομίας και στην κοινωνία είναι τεράστια. Παρατηρήθηκε το φαινόμενο, διαρκούσης της δικαστικής διερεύνησης της υποθέσεως, να διεξάγονται άτυπες ανακρίσεις και δίκες από άσχετους στα τηλεοπτικά παράθυρα, να «καίγονται» στοιχεία ουσιώδη και καταθέσεις μαρτύρων ολόκληρες που δημοσιεύονται, προκαταλαμβάνοντας, το έργο της Δικαιοσύνης και της Αστυνομίας, ή αποπροσανατολίζοντας τις έρευνες. Προβάλλονται και ηρωοποιούνται περιβόητοι κακοποιοί π.χ. Βασίλης Παλαιοκώστας, ως «Ρομπέν των Φτωχών» (μοίραζε χρήματα σε αναξιοπαθούντες Θεσσαλούς από τις ληστείες που έκανε) ή ο Νίκος Κοεμτζής (διαφημίζοντας το βιβλίο του με συνεντεύξεις πώς σκότωσε πέντε άτομα).
Δίδεται βήμα σε δικηγόρους βαρυποινιτών κρατουμένων να δικαιολογούν με νομικές σοφιστίες τα εγκλήματα των πελατών τους ή να ισχυρίζεται δημόσια ότι «ο βαρυποινίτης κρατούμενος έχει δικαίωμα στην απόδραση από τη φυλακή που κρατείται». Κάτι ανάλογο συνέβη και στο χώρο της τρομοκρατίας, όταν λίγο μετά την απόδραση του Χριστόδουλου Ξηρού της «17Ν» με δηλώσεις στα ΜΜΕ ο δικηγόρος του χαρακτήρισε την ενέργεια Ξηρού ως «πολιτική απόφαση συνεπή προς το επαναστατικό του καθήκον και την αγάπη του προς την ελευθερία».
Όμως οι ακρότητες για το θέμα της τρομοκρατίας από τα ΜΜΕ δεν έχουν τελειωμό. Ενδεικτικά αναφέρονται ορισμένες χάριν της ανάδειξης του μεγέθους του προβλήματος. Όταν έγιναν (το έτος 2010) οι πρώτες συλλήψεις των νεαρών μελών της «Συνωμοσίας των Πυρήνων της Φωτιάς» τα περισσότερα ΜΜΕ προσπαθούσαν να υποβαθμίσουν το θέμα με αιχμές ειρωνείας προς την Αστυνομία ότι «συνέλαβε τα παιδιά με την κατσαρόλα» (οι αυτοσχέδιοι εκρηκτικοί μηχανισμοί που χρησιμοποιούσαν ήταν συσκευασμένοι σε κατσαρόλες). Σήμερα τι λένε που η τρομοκρατική αυτή οργάνωση έχει εξελιχθεί σε επικίνδυνη από τις πρωτοστατούσες στο χώρο της τρομοκρατίας. Επίσης, κατά τη σύλληψη των νεαρών μελών της εν λόγω οργάνωσης μετά τη ληστεία Τράπεζας στο Βελβενδό Κοζάνης και την ομηρία ιατρού με το αυτοκίνητό του, εστίασαν και πρόβαλαν κατά κόρον την εικόνα δραστών με μώλωπες και μικροτραυματισμούς στα πρόσωπά τους, χαλώντας τον κόσμο με αφορισμούς κατά των αστυνομικών που τους συνέλαβαν (για βασανισμό κ.λ.π.), και κατά της Αστυνομίας, παρασιωπώντας το γεγονός ότι προ της συλλήψεως προηγήθηκε καταδίωξη και συμπλοκή και ότι ένας τρομοκράτης πουλάει ακριβά το τομάρι του και δεν παραδίδεται. Καμία μομφή για την προσωπικότητα των δραστών και για την πράξη τους ούτε επίσης ηθική επιβράβευση των αστυνομικών για την με ρίσκο ζωής επιτυχία τους. Καμία! Χαρακτηριστικές, τέλος, είναι και οι περιπτώσεις της απόδρασης του Χριστόδουλου Ξηρού και της έκδοσης από γνωστό Εκδοτικό Οίκο του βιβλίου του Δημήτρη Κουφοντίνα (αρχιεκτελεστή της «17Ν» με 11 δολοφονίες, ο οποίος περιγράφει πως εκτελούσε τα θύματά του και κατόπιν ψυχαγωγούνταν σε δημόσια κέντρα απαθώς), οι οποίες ήλθαν πρόσφατα στο φως της δημοσιότητας, κατά κόρον, με ήχο και εικόνα, των οποίων η υπερπροβολή τους έφθασε τα όρια της ηρωοποίησης και διαφήμισης, ανοίγοντας το πεδίο για επίδοξους μιμητές,
3.Η πολιτεία οφείλει αμέσως να επέμβει πριν είναι πολύ αργά για την ίδια της την υπόσταση, θεσμοθετώντας κανόνες δεοντολογίας σύγχρονους, ηθικά και κοινωνικά αποδεκτούς με αυστηρές διοικητικές και νομικές κυρώσεις σε βάρος όσων ΜΜΕ παρεκτρέπονται, δεδομένου ότι υπάρχουν και ΜΜΕ που σέβονται την αποστολή τους, το κοινό που απευθύνονται και τους θεσμούς, τηρώντας την ηθική και το ισχύον Δίκαιον.