Ιπποκράτης Δασκαλάκης: Η Πρόκληση της Υπουργοποίησης ενός Ναυάρχου, (15 Ιανουαρίου 2019)

on Sunday, 20 January 2019. Posted in Απόψεις - Προτάσεις Μελών

Η αναμενόμενη αποχώρηση του κόμματος των Ανεξαρτήτων Ελλήνων από τη συγκυβέρνηση είχε ως αποτέλεσμα και την υπουργοποίηση του Αρχηγού ΓΕΕΘΑ, Ναυάρχου Ευάγγελου Αποστολάκη, στη θέση του Υπουργού Εθνικής Αμύνης. Η προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι η συγκεκριμένη απόφαση του Πρωθυπουργού ήταν επιβεβλημένη, συνετή και ορθή, κρινόμενη πολυπλεύρως και για τη συγκεκριμένη περίοδο.
Άμεση μεταπήδηση εν ενεργεία στρατιωτικού, στο θώκο του Υπουργείου των «Στρατιωτικών» δεν είχε σημειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες. Μια άλλη μεταπήδηση Α/ΓΕΕΘΑ -και πάλι ναυάρχου- σε θέση υφυπουργού, κατόπιν όμως παραίτησης και εγγραφής του σε εκλόγιμη θέση του ψηφοδελτίου επικρατείας, έλαβε χώρα το 2007. Ικανότατος και ο προαναφερθείς ναύαρχος αλλά ατυχώς δεν κατόρθωσε να αναμορφώσει -όπως σίγουρα ήθελε- το (τότε) Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως και η περίοδος προσφοράς του επισκιάστηκε με τα έκτροπα του Δεκεμβρίου 2008 στην Αθήνα. Αναφέρομαι στην περίπτωση αυτή, μόνο και μόνο για να επισημάνω τη διαφορετικότητα της λειτουργίας των στρατιωτικών και πολιτικών τομέων και τους «κινδύνους» που εμπεριέχει η ξαφνική εμπλοκή μη επαρκώς εξοικειωμένων στα δεύτερα. Μία λίγο παλαιότερη εμπλοκή, άλλου Ναυάρχου, σε κομματικές θέσεις και η εν συνεχεία τοποθέτηση του ως ΓΕΕΘΑ, δεν επέφερε θετικά αποτελέσματα στο επίπεδο της πολιτικοστρατιωτικής συνεργασίας τις κρίσιμες στιγμές με δυσάρεστα αποτελέσματα.
Η πρόσφατη απόφαση της υπουργοποίησης του Α/ΓΕΕΘΑ εκτιμώ ότι έτυχε θετικής ανταπόκρισης από τον μέσο Έλληνα που επιθυμεί, την αβέβαιη εποχή που διερχόμαστε, να έχει τη σιγουριά ότι η άμυνα της χώρας βρίσκεται στα χέρια ανθρώπων με βαθιά γνώση του αντικειμένου. Η αναβάθμιση του Α/ΓΕΕΘΑ, έτυχε όμως και κριτικής με βασικά επιχειρήματα την υπουργοποίηση μη εκλεγμένου προσώπου και τη «στρατικοποίηση» ενός ευαίσθητου υπουργείου με ενδεχόμενη υποχώρηση του πολιτικού ελέγχου. Δεικτικά αλλά εύστοχα, ορισμένοι παρατήρησαν ότι Ελλάδα και Τουρκία είναι οι μόνες χώρες στις οποίες Α/ΓΕΕΘΑ μεταπήδησαν, απευθείας, στο θώκο των Υπουργείων Αμύνης.
Δεν συμφωνώ με την άποψη της αποφυγής ανάδειξης ενός μη εκλεγμένου προσώπου ως υπουργού υπό το πρόσχημα της έλλειψης εκλογικής νομιμοποιήσεως. Αρκετοί μάλιστα συνταγματολόγοι υποστηρίζουν τον πλήρη διαχωρισμό νομοθετικής εξουσίας (βουλευτές), με την εκτελεστική εξουσία (υπουργοί) μέσω του ασυμβίβαστου των δύο καθηκόντων/εξουσιών. Αναφορικά με τον κίνδυνο της «στρατικοποίησης» του Υπουργείου Εθνικής Αμύνης θα αποδεχθώ την καλόπιστη κριτική ότι ενίοτε η ευρεία πολιτική σκέψη, συμπληρώνει και καθοδηγεί την -μέχρι ενός σημείου- μερικώς περιορισμένη και αναπόφευκτα επηρεαζόμενη από τις επαγγελματικές εμπειρίες, στρατιωτική αντίληψη. Τελείως απλουστευτικά θα παρατηρήσω ότι ελλοχεύει ο ίδιος ακριβός κίνδυνος με τον άριστο των χειρούργων που μπορεί να αποτύχει στη διεύθυνση του Υπουργείου Υγείας. Φυσικά και απορρίπτω οποιαδήποτε συσχέτιση της έννοιας της «στρατικοποίησης», με υπαρκτά και ατυχή περιστατικά της σχετικά πρόσφατης ιστορίας μας καθόσον θεωρώ ότι έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτεί. Περισσότερο με ανησυχεί ο υπαρκτός κίνδυνος της κομματικοποιήσεως του ευαίσθητου χώρου της άμυνας καθόσον πολιτικά κόμματα, παρά τις διακηρύξεις τους και με την πρόθυμη σύμπραξη ολιγάριθμων στρατιωτικών προσπαθούν να επιβάλλουν -μη θεσμικά- κομματικές επιλογές. Η ύπαρξη ενός πρώην στρατιωτικού στο Υπουργείο Άμυνας, δεν συνεπάγεται τη μείωση αυτού του κινδύνου, απλά βαραίνει ακόμη περισσότερο τις ευθύνες του να αποτρέψει οποιαδήποτε τέτοια προσπάθεια από οπουδήποτε προέλθει.
Σίγουρα ο νέος υπουργός σύντομα θα «εγκληθεί» από μεγάλο μέρος των εν ενεργεία και εν αποστρατεία συναδέλφων του ότι δεν προχώρησε στη λήψη των αναγκαίων εκείνων μέτρων που θα αναβαθμίσουν τη μαχητική ικανότητα του στρατεύματος. Σίγουρα θα υπάρξει και επίκληση «παλαιών αμαρτιών». Συνηθισμένη η κριτική, περισσότερο ή λιγότερη ορθή, στις κατά καιρούς στρατιωτικές ηγεσίες και στον πολιτικό προϊστάμενο τους, για αδυναμία υιοθέτησης και εφαρμογής δεκάδων μέτρων που θα αυξήσουν την μαχητική ισχύ των ενόπλων δυνάμεων ή για λανθασμένες επιλογές ή ακόμα και για εγκατάλειψη θέσεων και ατολμία. Προτάσεις, κατηγορίες και ιδέες πολλές, ενίοτε αλληλοσυγκρουόμενες, ενίοτε εκ του ασφαλούς, ενίοτε εκ πολιτικού ή ατομικού συμφέροντος και ενίοτε απολύτως δικαιολογημένες. Βασικός όμως κριτής της κάθε ηγεσίας και μάλιστα στρατιωτικής, η ύπαρξη αξιοπρέπειας και των ηθικών χαρακτηριστικών της, ειδικά όταν αυτή αναρριχάται στα ύπατα αξιώματα. Στο τομέα αυτό δεν θα πρέπει να υπάρξει ο παραμικρός συμβιβασμός εκ μέρους του νέου Υπουργού όχι μόνο αναφορικά με την εκ μέρους του ενάσκηση των καθηκόντων αλλά και την επιβολή δικαιοσύνης, αμεροληψίας και ηθικών χαρακτηριστικών σε όλο το χώρο του Υπουργείου.
Η δεύτερη πρόκληση προέρχεται από την ανάγκη εφαρμογής όλων αυτών των σχεδίων και μέτρων που επί δεκαετίες εξαγγέλλονται και καρκινοβατούν για ένα πιο αξιόμαχο στράτευμα, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη και τις παρούσες οικονομικές συνθήκες. Έργο τιτάνιο που έρχεται σε αντίθεση με θεμιτές διαφορετικές προσεγγίσεις, συντεχνιακές αγκυλώσεις, υπαρκτά προβλήματα χρηματοδότησης, προσωπικά συμφέροντα και εμμονές, οικονομικές επιδιώξεις, πολιτικούς καιροσκοπισμούς και ανθρώπινη επιφυλακτικότητα σε κάθε νέο και επαναστατικό.
Βέβαια ο πολιτικός χρόνος πιθανόν να είναι περιορισμένος και οι πολιτικές συνθήκες μη ευνοϊκές για δρομολόγηση σημαντικών αποφάσεων στο χώρο της άμυνας. Ο υπουργός όμως οφείλει με τις γνώσεις και εμπειρία του, να εξασφαλίσει τη δημιουργία των προϋποθέσεων για τη σταδιακή υλοποίηση βασικών βημάτων που φορούν πληθώρα θεμάτων που ταλανίζουν τον χώρο των ενόπλων δυνάμεων, από τον εξορθολογισμό του (ανύπαρκτου) συστήματος αμυντικών προμηθειών μέχρι τη διακλαδικότητα. Την αποφασιστικότητα αυτή -με την ανάλογη λήψη ρίσκου- την επέδειξε στο παρελθόν στο χρονίζον θέμα της παραλαβής των υποβρυχίων.
Με αυτές τις παρατηρήσεις κλείνω τις σκέψεις μου, κατά κάποιο τρόπο και παραινέσεις (ενδεχομένως μη «στρατιωτικά» προβλεπόμενες προς τον παλαιό μου προϊστάμενο) και του εύχομαι ολόψυχα κάθε επιτυχία στο έργο του. Η μοίρα τον έταξε σε μια κρίσιμη χρονική συγκυρία, σε ένα καίριο πόστο και οφείλει να αποδείξει, στο στράτευμα αλλά και στον ελληνικό λαό, ότι προερχόμενος από τα σπλάχνα των ενόπλων δυνάμεων, λειτουργεί υποδειγματικά, ηθικά και περισσότερο αποτελεσματικά από κάθε πολιτικό πρόσωπο. Αυτή είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει. Και πάλι καλή σας επιτυχία.