28/7/2017. ΞΑΝΑ ΓΙΑ ΤΟ ΚΥΠΡΙΑΚΟ *

on Friday, 28 July 2017. Posted in Απόψεις - Προτάσεις Μελών

Γράφει ο Κωνσταντίνος Ζάγκαλης, Μέλος του ΕΛΙΣΜΕ

Το γνώρισμα της Καλής Λύσης στο Κυπριακό είναι αν αυτή η λύση θωρακίζει τον ελληνισμό από τον τουρκικό επεκτατισμό. Το Ιούλιο του 1974 συντελέστηκε μια (ακόμη) επεκτατική πράξη των τούρκων κατά του ελληνισμού. Οι τέτοιες πράξεις είναι αμέτρητες στην ιστορία, αρχής γενομένης στο Ματζικέρτ πριν 1000 περίπου χρόνια. Οι τούρκοι πολεμούσαν με έναν ξεχωριστό τρόπο: μπροστά στρατός – πίσω λαός. Όταν ο στρατός καταλάμβανε μια περιοχή, αμέσως μετά έρχονταν λαός και την εποίκιζε. Μετά καταπιάνονταν με τον εκτουρκισμό και εξισλαμισμό των γηγενών. Έτσι μεγάλωσε η Τουρκία. Τον Ιούλιο του 1974 έγιναν στην Κύπρο οι δύο πρώτες πράξεις. Αν η αιτία της Εισβολής ήταν αυτή που ισχυρίζονται οι τούρκοι (δηλαδή, η προστασία των ομοεθνών τους από εμάς του «κακούς» έλληνες), τότε θα έφτανε να στείλουν στην Κύπρο μόνον στρατό. Από την στιγμή που έφεραν και λαό, έδειξαν ότι πάνε για Επέκταση-Κατάκτηση, για αλλοίωση της εθνικής σύνθεσης του νησιού. Αυτό το απλό συμπέρασμα οι μόνοι που δεν το έβγαλαν ήταν οι ηγέτες της ελληνικής πλευράς. Δεν θυμήθηκαν την ιστορία, δεν «ψυλλιάστηκαν» καν που θα βγάλει η απόβαση εποίκων και δεν βιάστηκαν να αποτρέψουν τον εποικισμό.  Αντιθέτως χάρισαν 43 ολόκληρα χρόνια στους τούρκους για να ριζώσουν γερά στο νησί.
 
Είπαμε: θωράκιση του ελληνισμού από τον τουρκικό επεκτατισμό! Η ελληνική πλευρά εκλαμβάνει περιορισμένα αυτήν την θωράκιση. Βλέπει τον κίνδυνο να έρχεται μόνο από τα έξω. Προς αυτήν την κατεύθυνση εργάστηκε σοβαρά και προώθησε μια κατάλληλη  θωρακιστική πρόταση (κατάργηση επεμβατικών δικαιωμάτων, κατάργηση εγγυήσεων, αποχώρηση όλων των στρατευμάτων). Να, όμως, που υπάρχει και κίνδυνος από τα μέσα! Οι εκατοντάδες χιλιάδες εποίκων μαζί με τα άφθονα δικαιώματα που σπεύδει να τους δώσει ο Αναστασιάδης, συνθέτουν έναν εσωτερικό κίνδυνο, μεγαλύτερον από τον εξωτερικό. Οι τούρκοι δεν θα χρειαστούν να «φάνε» την Κύπρο από τα έξω, διότι θα μπορούν να την «φάνε» από τα μέσα (και μάλιστα «νόμιμα»). Σε μερικές δεκαετίες ο τουρκικός πληθυσμός στην Κύπρο θα γίνει περισσότερος από τον ελληνικό (από έλευση και άλλων εποίκων και από το γεγονός ότι οι τουρκάλες γεννούν περισσότερα παιδιά από τις ελληνίδες). Τα  κυριότερα αξιώματα του κράτους θα τα καταλάβουν «δημοκρατικά» οι τούρκοι. Για τον «από τα μέσα» κίνδυνο, όμως, δεν ακούμε τίποτε. 
 
Κάποιοι καθησυχάζουν τον εαυτό τους στηριζόμενοι στην δύναμη που έχει η καλοσύνη, η φιλία η δημοκρατία. Υποθέτουν, ότι αυτές οι αρετές θα αρέσουν και στους τούρκους και θα κυριαρχήσουν στο νησί και θα υπάρξει μια μεγάλη φιλία και δημοκρατία: κανείς δεν θα «φάει» τον άλλον. Μια τέτοια ιδανική κατάσταση θέλει πολύ χρόνο για να υπάρξει. Ασφαλώς θα υπάρξει κάποτε, είμαι αισιόδοξος ιστορικά. Μέχρι τότε, όμως, η ελληνική εθνότητα θα έχει εξαφανιστεί από την Κύπρο. Ας κοιτάξουμε τι γίνεται γύρω μας. Παντού πόλεμος. Ας διερωτηθούμε τι έγινε με τον ελληνισμό της Πόλης, της Ίμβρου, της Τενέδου, της Μικράς Ασίας γενικότερα. Οι τούρκοι αγαπάνε τους έλληνες ή όταν γίνονται ραγιάδες ή όταν γίνονται ασήμαντες μειονότητες. Και στην Κύπρο δεν  θα σταματήσουν την καταστροφή του ελληνισμού, ώσπου να τους φτάσουν στα μέτρα της ελληνικής μειονότητας της Πόλης. Ας κοιτάξουμε τι γίνεται με τις ελληνοτουρκικές σχέσεις: καθόλου συνεννόηση. Στο Αιγαίο κάθε μέρα γευόμαστε την επεκτατική μανία της Τουρκίας. Ας κοιτάξουμε τι έγινε με τις περιβόητες διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό: πλήρης ασυμφωνία επί 43 χρόνια. Τέλος, ας κοιτάξουμε τι διαθέσεις υπάρχουν μέσα στον ίδιον τον πληθυσμό του νησιού.  Αν οι δύο πληθυσμοί θέλανε διακαώς την επανένωση του νησιού, αυτό θα το εξέφραζαν κάθε μέρα με διάφορες (κοινές!) εκδηλώσεις και διαδηλώσεις. Θα παίρνανε σημαίες, πλακάτ και θα χύνονταν στην Πράσινη Γραμμή, «θα την παίρνανε σβάρνα» και θα αγκαλιάζονταν και θα διατράνωναν την θέλησή τους για Επανένωση. Με τέτοιες εκδηλώσεις θα είχανε φέρει προ πολλού την επανένωση (χωρίς διαπραγματεύσεις, όπως έγινε η επανένωση της Γερμανίας).Τέτοιες εκδηλώσεις δεν είδαμε. Ούτε καν τελευταία με τις διαπραγματεύσεις στην Ελβετία. Είδαμε μόνο περιορισμένα επεισόδια φιλίας (Χριστόφιας- Ταλάτ, Αναστασιάδης-Ακιντζί, κάποιοι γέροντες έλληνες και τούρκοι συντοπίτες κτλ). Μαζικές εκδηλώσεις φιλίας δεν είδαμε. Ο σημερινός πληθυσμός του νησιού άλλαξε, δεν έχει επικοινωνίες και ψυχικούς δεσμούς με την άλλη εθνότητα (43 χρόνια διχοτόμησης γαρ!). 
 
Όλα τα παραπάνω, δεν προδιαγράφουν μια βιώσιμη ενιαία Κύπρο. Μάλλον, μια συνεισφορά στην γενικότερη αστάθεια της περιοχής θα είναι η δημιουργία έλληνο-τουρκικού κράτους στο νησί. Μερίδα στην αποτυχία έχει και η πλευρά μας και ιδιαίτερα οι ελληνοκύπριοι, οι οποίοι σκέφτονται «τοπικίστικα» και όχι ελληνικά. Όλες οι επαρχίες του ελληνισμού βάζαμε πρώτα το «ελληνικό» και μετά το «τοπικό». Δώσαμε την επαρχία μας στο ελληνικό κράτος για να μεγαλώσει και σε αντάλλαγμα πήραμε την ελευθερία μας.  Όπου χρειάστηκε συμβιβαστήκαμε με διχοτομήσεις (Ήπειρος, Θράκη, Μακεδονία). Άλλες ελληνικές επαρχίες «κουβαλήθηκαν» στην Ελλάδα (Πόντιοι, Καππαδόκες, Ίωνες). Δεχτήκαμε την ανταλλαγή πληθυσμών. Όλα αυτά έγιναν για να αποκαταστήσουμε (μεγαλώσουμε) την Ελλάδα. Κατάπιαμε τα λάθη των ηγεσιών μας (μικρασιατική καταστροφή, ξεριζωμός). Συμβιβαστήκαμε με την ήττα της μικρασιατικής εκστρατείας και δεν μπήκαμε σε διαπραγματεύσεις (παρακάλια) να μας επιστρέψουν οι τούρκοι την Σμύρνη και το Αϊβαλί, αλλά υπογράψαμε μια οδυνηρή, αλλά ρεαλιστική συμφωνία, η οποία σταθεροποίησε την κατάσταση στο Αιγαίο για περίπου 100 χρόνια (όταν παλιότερα κάθε 10 χρόνια είχαμε πόλεμο με την Τουρκία). Τίποτε το παρόμοιο δε βρίσκομε σήμερα στην Κύπρο. Οι ελληνοκύπριοι γυρεύουν μια «γλυκιά λύση», χωρίς θυσία, τέτοια που να ικανοποιεί αυτούς και μόνον. Η τελευταία πράξη ελληνικού πατριωτισμού στην Κύπρο παίχτηκε το 1950 (δημοψήφισμα). Μετά (ιδιαίτερα μετά το 74) οι κύπριοι αποφάσισαν να πορευτούν μόνοι τους. Στα χρόνια που πέρασαν διαμορφώθηκε ένα αποσχιστικό κλίμα («άλλο Κύπριος – άλλο έλληνας», «εμείς το κράτος μας – εσείς το κράτος σας», ο Γεωργιάδης το ξεκαθάρισε). Αν όλοι οι έλληνες κάναμε αυτό που πάνε να κάνουν τώρα οι κύπριοι, δεν θα υπήρχε Ελλάδα. Όμως η σοφή παροιμία λέει: το πρόβατο που ξεκόβεται από το κοπάδι, το τρώει ο λύκος. Με την Διζωνική-Δικοινοτική οι κύπριοι ξεκόβονται από τον ελληνισμό. Η ιδέα της Διζωνικής-Δικοινοτικής χρεοκόπησε! Αυτό έδειξε η Πράξη.  
 
Η λύση που ενδείκνυται είναι η διχοτόμηση, η χάραξη κρατικών συνόρων μεταξύ των δύο κομματιών του νησιού, συνόρων που να τα εγγυάται το διεθνές δίκαιο, ο ΟΗΕ και η Ε.Ε. Μόνον τα κρατικά σύνορα θα μας απαλλάξουν από την επεκτατική μανία της Τουρκίας. Την Κύπρο να την πάρουν οι γηγενείς, όχι οι μεγάλες δυνάμεις. Μόνον με διχοτόμηση θα πάρουν την Κύπρο οι γηγενείς. Το ενιαίο (ξεχωριστό) κράτος Κύπρου θα το πάρουν οι Μεγάλοι, όλο μαζί. Αυτοί είναι που δεν θέλουν την διχοτόμηση. Γι αυτό και δίδουν στο νησί  κατάλληλο όνομα (Κυπριακή Δημοκρατία) που να μην θυμίζει την ελληνική προέλευση. Το δίκιο της Ιστορίας, όμως, λέει ότι όλος ο κόσμος πρέπει να ξέρει, ότι εκεί, στην Ανατολική Μεσόγειο, υπάρχει ελληνικός χώρος. Αν γίνουν δύο ξεχωριστά κράτη, τότε το κράτος στον νότο  πρέπει να λέγεται Ελληνική Δημοκρατία της Κύπρου, να έχει ελληνική σημαία με κάποιο κυπριακό διακριτικό. Αν γίνει Διπλή Ένωση, τότε η σημαία θα είναι ελληνική. Αν την διχοτόμηση την είχαμε κάνει παλιότερα, όταν οι τούρκοι επέμεναν στα δύο κράτη (Κληρίδης-Ντενκτάς!), θα είχαμε σήμερα πλήρη ειρήνη στο νησί και θα είχαμε αποφύγει τον καυγά για τους υδρογονάνθρακες: όλη η προσοδοφόρα ΑΟΖ θα ανήκε στο ελληνο-κυπριακό κράτος. Τα δύο κομμάτια του νησιού να είναι αμιγώς μόνο-εθνικά. Να μην δεχθούμε μικτές περιοχές, διότι οι έλληνες με τον χρόνο θα φύγουν από αυτές και θα μείνει το έδαφος στους τούρκους. Η διχοτομική λύση θα γίνει αποδεκτή με ανακούφιση από τους έλληνες της Ελλάδας. Πιστεύω, στο βάθος της ψυχής του και οι ελληνικός λαός της Κύπρου θέλει ελληνική (όχι ξενική) λύση στο Κυπριακό. Ας θυμηθούμε το δημοψήφισμα του 1974.  Οι Κύπριοι τότε τάχθηκαν υπέρ μίας ελληνικής λύσης. Το ανησυχητικό είναι ότι σήμερα στην Κύπρο κυβερνούν άνθρωποι που τότε ήταν αντίθετοι με τον λαό.
 
Κακώς η διχοτόμηση εκλαμβάνεται ως υποταγή στην Εισβολή. Η ιδέα της διχοτόμησης είναι πρότερη της Εισβολής. Εκείνη η ιδέα που γεννήθηκε μετά την Εισβολή (και κατά συνέπεια της Εισβολής) είναι η ιδέα της  Διζωνικής-Δικοινοτικής. Σήμερα δεν ξέρουμε πόσα διδάγματα έβγαλε η πολιτική ηγεσία μας από το  παρελθόν. Όμως, εκτός από τους διαπραγματευτές, υπάρχουμε και εμείς οι απλοί έλληνες, που επί δεκαετίες βλέπουμε μόνο αποτυχίες στο Κυπριακό και θέλουμε μια ερμηνεία. Αν δεν αλλάξει στρατηγική η ηγεσία μας, στις επόμενες διαπραγματεύσεις η Τουρκία θα δεχθεί όλους τους όρους μας (και τα πλουσιοπάροχα ανταλλάγματά μας), διότι θα έχει καταλάβει ότι μπορεί να «φάει» την Κύπρο από τα μέσα (και μάλιστα «νόμιμα»). Και τότε θα έχει πραγματοποιηθεί (ανεπανόρθωτα) η μεγάλη Εθνική Ζημιά στην Κύπρο.          
Και ενώ οι Μεγάλοι φροντίζουν καλά το δικό τους συμφέρον, απορίας άξιον είναι η ενδοτική συμπεριφορά της ελληνικής πλευράς. Με την Διζωνική ενιαία Κύπρο ο ελληνισμός δεν παίρνει τίποτε. Αντιθέτως, χάνει και αυτά τα λίγα δικαιώματα έχουμε σήμερα. Στην Κύπρο θα έχουμε τόσα δικαιώματα, όσα και στην Μάλτα. Ότι θα συμβαίνει μέσα στο νησί, δεν θα μπορούμε να λέμε τίποτε, διότι η Κύπρος θα είναι ένα ξεχωριστό κράτος.  
 
Η ιστορία έδειξε, ότι το «τσιμέντο» ενός κράτους είναι η εθνική του ταυτότητα. Η ενωμένη Κύπρος δεν θα έχει ενιαία εθνική ταυτότητα και ή θα σπάσει ή θα γίνει αιτία αποσταθεροποιήσεων. Τα μητρικά έθνη θα την επηρεάζουν δυνατά και δεν θα την αφήνουν ήσυχη.  Πάνω στην Κύπρο θα ξεσπάνε όλες οι εντάσεις μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας. Από κει θα αντλούν αφορμές σύγκρουσης κατά της Ελλάδας όλοι οι τούρκοι ρατσιστές ηγέτες (βλ. πογκρόμ Κωνσταντινούπολης 1955).
Η Κύπρος, η Ελλάδα, όλη η περιοχή, αλλά και η Τουρκία χρειάζονται σταθερότητα, ασφάλεια, ειρήνη. Ας δώσουμε στο κυπριακό μία τέτοια λύση. Η λύση να είναι απλή, σαν το  ζεστό ψωμί, να την καταλαβαίνουν όλοι οι απλοί άνθρωποι, να μην μπορεί να κρύβει τίποτε μέσα σε χιλιάδες σελίδες ιδρυτικών κειμένων.
………………………………………………..
*Την ιδέα της δημιουργίας δυο ξεχωριστών κρατών διακινώ (και δημοσιεύω όπου μπορώ) από το 2001. Πριν 1-2 χρόνια την έστειλα και στον Πρωθυπουργό και στον Υπουργό Εξωτερικών. Την ώθηση για το παρόν κείμενο την έδωσε η πρόσφατη διαπραγμάτευση στην Ελβετία.