Παρέμβαση-Συνομιλία Πρέσβυ Αλέξανδρου Μαλλιά για τις Ελληνο-Αμερικανικές Σχέσεις

Πατήστε επάνω στην εικόνα για να συνδεθείτε μέσω ΖΟΟΜ

Ο σύνδεσμος εισόδου στην πλατφόρμα ΖΟΟΜ (JoinZoomMeeting ) είναι:  

https://zoom.us/j/2463957163?pwd=SmY2Vk5XblRwSVRuRjZvajI3eHRTQT09

 

Έπειτα πατήστε το κουμπί «OpenZoomMeetings»

Εναλλακτικά μπορείτε να μπείτε και με χρήση της ιστοσελίδας www.zoom.us και προσδιορίζοντας ότι θέλετε να παρακολουθήσετε

το Meeting ID: 246 395 7163  και με Passcode: 12345

Μέσω ΖΟΟΜ υπάρχει περιορισμός στην παρακολούθηση μόνο 100 ατόμων. 

Οι υπεράριθμοι μπορούν να χρησιμοποιούν το You Tube Live Streaming σύνδεσμο:

 

https://youtu.be/nxS_KrQKqIs


Όσοι παρακολουθήσουν την ομιλία δικαιούνται πιστοποιητικό παρακολούθησης από τη Γραμματεία ΕΛΙΣΜΕ

Παρακαλούμε πολύ να εισέρχεστε στο ΖΟΟΜ με χρήση του αληθινού σας ονόματος και όχι ψευδωνύμου.

Εθνική Στρατηγική

ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

on Friday, 19 March 2021. Posted in Μελέτες, Εθνική Στρατηγική

Του ΙΠΠΟΚΡΑΤΗ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗ- Αντιστράτηγου ε.α., Διευθυντή Μελετών ΕΛΙΣΜΕ

ΤΟ ΕΛΛΕΙΜΑ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗΣ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΚΑΙ ΑΜΥΝΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

(19 Μαρτίου 2021)

Αφορμή για τη συγγραφή του παρόντος κειμένου ήταν το πρόσφατο εύστοχο άρθρο του Αντιστρατήγου ε.α. Γκαρτζονίκα Παναγιώτη που δημοσιεύτηκε στο SLPress με τίτλο «Ούτε Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας, ούτε στρατιωτική παιδεία αλλά από διδακτορικά…»[1] Απολύτως ορθή η βασική επισήμανση του ότι στην Ελλάδα υπάρχει σοβαρό έλλειμμα στρατιωτικής σκέψεως[2] και ειδικά στις περιοχές της στρατιωτικής στρατηγικής και επιχειρησιακής τέχνης. Το έλλειμμα αυτό είναι συνέπεια της ανυπαρξίας αμυντικών σπουδών,[3] είτε στους φυσικούς τους χώρους, τα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα όλων των βαθμίδων, είτε στα ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα.[4] Το κενό αυτό έχει προκαλέσει μάλιστα μια ανισσόροπη αύξηση των διεθνών σπουδών, που παρά την αναμφισβήτητη χρησιμότητα τους, τείνει να εκτοπίσει το ενδιαφέρον από τις ήδη παραμελημένες «καθαρές αμυντικές σπουδές» (ας μας επιτραπεί να χρησιμοποιήσουμε τον αδόκιμο αυτό όρο). Ως γνωστόν, η φύση απεχθάνεται οποιαδήποτε κενά και ο συγγενής χώρος της υψηλής στρατηγικής, υπό την μορφή των σπουδών των διεθνών σχέσεων, κινήθηκε γρήγορα και υπερκάλυψε την περιοχή της στρατιωτικής στρατηγικής και επιχειρησιακής σκέψης, χωρίς φυσικά να μπορεί να δώσει τις απαιτούμενες λύσεις και απαντήσεις.

          Αναμφίβολα για την κατάσταση αυτή την μέγιστη ευθύνη έχουν οι επαγγελματίες της άμυνας ως άτομα και ως θεσμική οργάνωση (ένοπλες δυνάμεις). Οι λόγοι που οδήγησαν το στράτευμα στην υστέρηση αυτή χρήζουν εξέτασης καθώς μόνο μέσω του εντοπισμού των αιτίων μπορούν να αναληφθούν οι απαραίτητες διορθωτικές κινήσεις. Προς αποφυγή οποιαδήποτε παρεξηγήσεως, οι αναφορές μου -και πολλών άλλων συναδέλφων-  σε υστέρηση της στρατιωτικής σκέψης δεν υποβαθμίζουν με κανένα τρόπο την αποτελεσματικότητα και αξιόμαχο των ενόπλων δυνάμεων. Ούτε προδικάζουν μια ενδεχόμενη αρνητική εξέλιξη σε περίπτωση σύγκρουσης. Απλά εκτιμάται ότι η ανάπτυξη της στρατιωτικής σκέψης σε όλες τις βαθμίδες θα επιτρέψει την καλύτερη αξιοποίηση προσωπικού και μέσων, μέσα από την συνεχή αναθεώρηση των στρατιωτικών δογμάτων με συνέπεια την αύξηση της αποτρεπτικής αλλά και μαχητικής ισχύος. Για να διασαφηνίσουμε, ως δόγμα, σύμφωνα και με τη στρατιωτική ορολογία, εννοούμε τις θεμελιώδεις εκείνες αρχές με βάση τις οποίες οι ένοπλες δυνάμεις κατευθύνουν τις ενέργειες τους για την επίτευξη των αντικειμενικών στόχων.[5] Οι θεμελιώδεις αυτές αρχές είναι δεσμευτικές (ενίοτε φαινομενικά αντικρουόμενες) αλλά η εφαρμογή τους απαιτεί ορθή κρίση, που αποτελεί και την πεμπτουσία της στρατηγικής σκέψης και τέχνης σε όλα τα επίπεδα.

Για ποιους όμως λόγος, το στράτευμα, ένας αξιοκρατικός -σε μεγάλο βαθμό θεσμός- με συνεχή επιμόρφωση των στελεχών του και ακολουθώντας πρότυπα πετυχημένων ξένων δυνάμεων έχει αποτύχει στην ανάπτυξη αυτοφυών αμυντικών σπουδών;[6] Εντύπωση  προκαλεί η υστέρηση ειδικά αν ληφθεί υπόψη η σχετικά πλουσιότερη παρουσία ελληνικών στρατιωτικών συγγραμμάτων αλλά και η εντυπωσιακή πρωτοποριακή χρήση νέων οπλικών συστημάτων και τακτικών στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.  Τα αρχικά αίτια της υστέρησης μάλλον θα πρέπει να αναζητηθούν στη λήξη της πολυτάραχης δεκαετίας 1940-49. Τα  εφιαλτικά χρόνια που ακολούθησαν την ελληνική εποποιία της Βορείου Ηπείρου κατέστησαν πρακτικά αδύνατες οποιαδήποτε θεωρητικές αναζητήσεις και προσεγγίσεις. Το 1945, το στράτευμα, έχοντας αναδημιουργηθεί εκ του μηδενός, αντιμετώπιζε μαζί με το αστικό καθεστώς, προβλήματα επιβίωσης. Μάλιστα ο νεοδημιουργηθείς Στρατός Ξηράς, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου δυσκολεύθηκε να εγκαταλείψει το αποτυχημένο δόγμα της «στατικής υπεράσπισης των πάντων» και να προχωρήσει σε ενεργητική αντιμετώπιση των ανταρτών με αποτέλεσμα την επιμήκυνση της σύγκρουσης για έξι τουλάχιστον μήνες.[7] Οι δύο δεκαετίες που ακολούθησαν υπήρξαν απαγορευτικές για αναζητήσεις που ξέφευγαν από το ορθόδοξο δόγμα της διπλής πλέον αποστολής, της εξασφάλισης του έθνους από εξωτερικούς αλλά και εσωτερικούς εχθρούς.[8] Ούτε όμως η τραγική κατάληξη της αδιανόητης αποτυχίας της ελληνικής υψηλής στρατηγικής στην Κύπρο και ο γενικότερος αναπροσανατολισμός των αμυντικών μας προτεραιοτήτων έδωσαν την απαραίτητη ώθηση στην στρατιωτική σκέψη. Οι τεράστιες δυσκολίες μιας πλήρους αναδιάταξης των Μονάδων από Βορρά προς ανατολάς απορρόφησε όλη την ενεργητικότητα των ενόπλων δυνάμεων. Αν μάλιστα ληφθεί υπόψη και η έμφυτη αρνητική προδιάθεση που υπάρχει παγκοσμίως στους επαγγελματίες της άμυνας έναντι θεωρητικών διατυπώσεων και στοχασμών, αντιλαμβανόμαστε την απροθυμία -αλλά και θεσμική έλλειψη υποστήριξης- των στελεχών να εντρυφήσουν σε αναζητήσεις πέραν των αναγνωρισμένων και ιεραποστολικά διατυπωμένων δογμάτων.

Ακόμη και η λήξη του ψυχρού πολέμου που συνέπεσε με την πολυδιαφημισθείσα «Revolution in the Military Affairs»[9] δεν υπήρξε ικανή να πυροδοτήσει μια ικανοποιητική εγχώρια στρατηγική σκέψη. Βέβαια οι επικρατούσες στην «Εσπερία» νέες ιδέες σύντομα εισέβαλαν και στις ελληνικές ένοπλες δυνάμεις επηρεάζοντας  αρκετά τις τακτικές χωρίς όμως να μπορέσουν να προκαλέσουν την ανάπτυξη μιας αυτόνομης εθνικής στρατηγικής σκέψης προσαρμοσμένης στα συγκεκριμένα αμυντικά μας προβλήματα.[10] Η έξωθεν εισβολή προήλθε κυρίως από την είσοδο νέων οπλικών συστημάτων υψηλής τεχνολογίας, επηρεάζοντας αντίστοιχα τις τακτικές χρησιμοποιήσεως τους στα πεδία των μαχών αλλά με μικρή επίδραση στη στρατηγική σκέψη.

Η εμφάνιση των λεγόμενων «ασύμμετρων απειλών» σε συνδυασμό με τις απειλές συγκρούσεων χαμηλής έντασης, με αποκορύφωμα την κρίση των Ιμίων (1996) επέφεραν μια διστακτική έναρξη θεωρητικών και πρακτικών αναζητήσεων για εξεύρεση λύσεων. Νέες τακτικές υιοθετήθηκαν ενώ αναλήφθηκαν προσπάθειες για την εφαρμογή ενός διακλαδικού δόγματος. Σίγουρα οι προσπάθειες αυτές -σε συνδυασμό με πληθώρα ασυντόνιστων ή καλύτερα μη ολοκληρωμένων[11] προμηθειών οπλικών συστημάτων- συνετέλεσαν στην αύξηση της μαχητικής ισχύος αλλά και πάλι δεν προκάλεσαν μια δυναμική επανεμφάνιση της στρατιωτικής σκέψης.

Στο χρονικό αυτό σημείο παρατηρήθηκε η ασύμμετρη γιγάντωση των διεθνών σπουδών που ανεπιτυχώς προσπάθησαν να καλύψουν και τις αμυντικές σπουδές. Παρά την χρησιμότητα των πρώτων, άθελα τους επέτειναν τη σύγχυση δίδοντας μια λανθασμένη και αχρείαστη υπερβολική εστίαση σε θέματα υψηλής στρατηγικής, συχνά σε επίπεδο πολύ υψηλότερο ακόμη και αυτού που θα κληθεί να αντιμετωπίσει ο Α/ΓΕΕΘΑ της χώρας!

Πλέον όμως των προαναφερθέντων λόγων υστέρησης αυτόνομης στρατιωτικής σκέψης θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι η ανάπτυξη της είναι πολύ δύσκολη, έως και αδύνατη, όταν δεν είναι συνδεδεμένη με την πρακτική εφαρμογή και τις απορρέουσες εμπειρίες. Η πρακτική εφαρμογή αποκτάται κυρίως στα πεδία των μαχών και δευτερευόντως στα πεδία των ασκήσεων.

Η επί 70 χρόνια ευτυχής (μερική) αποχή από πολεμικές εμπλοκές σίγουρα συντέλεσε με την έλλειψη πολεμικών εμπειριών, στην αδυναμία παραγωγής αυτόφωτης στρατιωτικής σκέψης. Δυστυχώς, η πολύτιμη αποκτηθείσα εμπειρία το 1974 στη Μεγαλόνησο δεν έτυχε της δέουσας αξιοποίησης καθώς συνδέθηκε με μια  ατυχή στιγμή για την οποία κανείς δεν ήθελε να μιλάει.  Το ίδιο το στράτευμα ελάχιστα αξιοποίησε τα στελέχη που συμμετείχαν στους αγώνες και οι ελάχιστες μελέτες που συνετάχθησαν, καλύφθηκαν (και εξακολουθούν να καλύπτονται) υπό το πέπλο του «εθνικού απορρήτου». Υπό άλλες συνθήκες και σε άλλα κράτη,[12] τα γεγονότα της Κύπρου θα είχαν αποτελέσει τη βάση για την ενδελεχή εξέταση των αιτίων της αποτυχίας της ελληνικής στρατιωτικής στρατηγικής και επιχειρησιακής τέχνης. Παραταύτα και παρά τις πραγματικές τραγικές συνθήκες, αρκετές Μονάδες αντεπεξήλθαν με επιτυχία τις τακτικές προκλήσεις των συγκρούσεων αφενός χάρη στον ηρωισμό του προσωπικού και αφετέρου στις ορθές τακτικές επιλογές των διοικητών και μικρών ηγητόρων τους. Αστοχίες, πάντοτε παρούσες στις πολεμικές αναμετρήσεις, δεν έτυχαν εξέτασης και ουδέποτε τα συμπεράσματα τους κατέστησαν κτήμα του σώματος των αξιωματικών μέσω συστηματικής διδασκαλίας στις διάφορες στρατιωτικές σχολές. Σχεδόν μηδενική υπήρξε και η παραγωγή συγγραμμάτων αξιολόγησης των γεγονότων και εξαγωγής αξιοποιήσιμων στρατιωτικών συμπερασμάτων. Τυχόν συμπεράσματα που ανέκυψαν παρέμειναν γνωστά στα υψηλότατα μόνο επίπεδα των στρατιωτικών ηγεσιών και φυσικά συμπεριλήφθησαν στους αντίστοιχους σχεδιασμούς. Δεν προκλήθηκε όμως αξιόλογη και καινοτόμος συζήτηση στα εξειδικευμένα και φλέγοντα θέματα της εποχής, για παράδειγμα στην άμυνα νήσων καίτοι βρίσκονταν σε εξέλιξη μια κοπιώδης και επίμονη προσπάθεια αμυντικής οργάνωσης τους που παρέμεινε προσκολλημένη στα δεδομένα της δεκαετίας του 1970. Χρειάστηκε η κρίση των Ιμίων για να αναζητηθούν νέες μορφές αντίδρασης στις νέες μορφές απειλών.

Απόρροια πολιτικών επιλογών υπήρξε και η αποχή εμπλοκής των ενόπλων δυνάμεων σε ειρηνευτικές επιχειρήσεις υψηλού ρίσκου που σε ορισμένο βαθμό θα βοηθούσαν -φυσικά έναντι τιμήματος πολύτιμου αίματος- στην απόκτηση πολεμικών εμπειριών και ευκαιριών εν συνεχεία πυροδότησης διαδικασιών ανάπτυξης στρατιωτικής σκέψης. Θα ξαναεπισημάνω ότι το ζητούμενο δεν είναι η ευημερία της στρατιωτικής σκέψης αυτής καθαυτής ως αφηρημένης επιστήμης αλλά κυρίως η επιτυχής συμβολή της στην αποτροπή του εχθρού και αν αυτό αποτύχει, στην πολεμική συντριβή του με γνώμονα τους πολιτικούς αντικειμενικούς στόχους.

Έχοντας λοιπόν αποκλείσει τις πολεμικές εμπειρίες, ως μοναδική επιλογή εμφανίζεται η ανάπτυξη της στρατιωτικής σκέψης μέσα από τον συνδυασμό θεωρητικής αναζήτησης στη βάση ξένων εμπειριών και συγγραμμάτων και τον γόνιμο προβληματισμό κατά τη διάρκεια της τριβής και εξάσκησης των στρατευμάτων μας στα πεδία ασκήσεων. Οι ασκήσεις, τακτικές ασκήσεις μετά ή άνευ στρατευμάτων, αποσκοπούν στην βελτίωση των μαχητικών ικανοτήτων στρατευμάτων και επιτελείων και δοκιμή και βελτίωση των σχεδίων. Παράλληλα αποτελούν και βάσεις πάνω στις οποίες θα πρέπει να αναπτυχθεί γόνιμη αμφισβήτηση σχεδίων αλλά και δογμάτων και ευκαιρία δοκιμής (πετυχημένης ή μη) νέων. Στην ελληνική πραγματικότητα (και όχι μόνο), τουλάχιστον για τον Στρατό Ξηράς, οι ασκήσεις ελάχιστα έχουν συνεισφέρει στην εμφάνιση κειμένων στρατιωτικής στρατηγικής ή επιχειρησιακής τέχνης. Ενδεχομένως η όλη δόμηση των ασκήσεων να βασίζεται στην επαλήθευση των ισχυόντων δογμάτων και στην υιοθέτηση δευτερευουσών βελτιώσεων και όχι στη δημιουργική αμφισβήτηση τους μέσω ριζικών καινοτομιών.

Η παρατεταμένη συνέχιση παρόμοιων μεθοδεύσεων οδηγεί στη δημιουργία μιας προβληματικής κουλτούρας χρήσης των ασκήσεων ως μέσων επιδοκιμασίας κάθε υπάρχοντος δόγματος και σχεδίου (και προβολής των εμπλεκομένων διοικήσεων) παρά ως όργανα δοκιμής, πειραματισμών, ανάπτυξης της πρωτοβουλίας και καινοτόμου σκέψεως. Κάτω υπό αυτούς τους περιορισμούς είναι αδύνατον να υπάρξει ανάπτυξη αυτόφωτης στρατηγικής σκέψεως. Οποιαδήποτε δε πρωτοποριακή γνώμη και πρωτοβουλία θα αντιμετωπίσει την έκδηλη αμηχανία και προτροπή τήρησης των δοκιμασμένων διαδικασιών (στην καλύτερη περίπτωση). Θα ήταν όμως άδικο αν δεν αναγνωρίζαμε το πρόβλημα της παντελούς έλλειψης πεδίων εκπαίδευσης-βολών (ενίοτε και πυρομαχικών εκπαιδεύσεως) με δυνατότητες ρεαλιστικής εκπαίδευσης έστω και δυνάμεως μεγέθους Μονάδος ελιγμού!

 Όμως και τα πολεμικά παίγνια που διεξάγονται αδυνατούν να παρεκκλίνουν από τα υπάρχοντα δόγματα και να επενδύσουν στην αναζήτηση καινοτομιών. Στο Πολεμικό Ναυτικό και Πολεμική Αεροπορία, η κατάσταση είναι εμφανώς καλύτερη καθώς η φύση των όπλων, τα ολιγότερα εμπλεκόμενα οπλικά συστήματα, η σχετική απεραντοσύνη των χώρων εκπαιδεύσεως και τα πολλαπλά μέσα εξομοίωσης προσφέρουν απείρως μεγαλύτερες δυνατότητες εκτέλεσης και αξιολόγησης δοκιμών διαφορετικών σεναρίων και τακτικών. Παρά ταύτα και οι Κλάδοι αυτοί αντιμετωπίζουν τη δυσκολία της διάχυσης των αποτελεσμάτων των δοκιμών και ασκήσεων στην πλειονότητα των στελεχών τους μέσα από τις προβλεπόμενες εκπαιδευτικές δραστηριότητες.

Αποφασιστικό ρόλο στη δυστοκία παρουσίασης στρατιωτικής σκέψης διαδραματίζει και η υπερβολική μυστικοπάθεια και αποφυγή επισήμανσης των υπαρκτών αρνητικών σημείων υπό το φόβο αποκάλυψης στον εχθρό πιθανών ημετέρων αδυναμιών αλλά και για τυχόν αρνητικές επιπτώσεις στην εμπιστοσύνη του ελληνικού λαού στις ένοπλες δυνάμεις. Επιπρόσθετα στους υπηρετούντες συναδέλφους  υφίσταται ο υπαρκτός κίνδυνος, η επισήμανση αδυναμιών και η παρουσίαση καινοτόμων ιδεών να θεωρηθεί ως αποδοκιμασία και κριτική έναντι της ηγεσίας και να επιφέρει αρνητικές συνέπειες στην επαγγελματική τους εξέλιξη.

Με τις παραπάνω -ενδεχομένως μη ορθά ταξινομημένες- σκέψεις έγινε προσπάθεια κατάδειξης των αιτίων που δρουν αποτρεπτικά στη δημιουργία στρατιωτικής σκέψεως στο ελληνικό στράτευμα. Οι αιτίες αυτές είναι παραπλήσιες στην πλειονότητα των ενόπλων δυνάμεων σε όλο τον κόσμο.

Η θεραπεία αυτής της κατάστασης δεν είναι εύκολη και μπορεί να λάβει χώρα μόνο όταν μια σημαντική μάζα ανωτέρων και ανωτάτων στελεχών αναγνωρίσει την ύπαρξη του προβλήματος και την αναγκαιότητα ουσιαστικής ενίσχυσης δομών και προσπαθειών  δημιουργίας στρατιωτικής σκέψεως. Για να υπάρξουν αποτελέσματα η αρχική πρωτοβουλία και ώθηση θα πρέπει να προέλθει κυρίως εκ των άνω. Άλλως οποιοσδήποτε προσπάθειες μάλλον θα περιοριστούν σε περισσότερο ή λιγότερο, αξιέπαινες ατομικές προσπάθειες άνευ δυνατότητας αξιοποίησης στην πράξη. Θα επαναλάβω ότι το στράτευμα δεν επιζητά την απλή παραγωγή κειμένων θεωρητικού στοχασμού αλλά τη βελτίωση ή υιοθέτηση νέων τακτικών και επιχειρησιακών σχεδίων με απτά αποτελέσματα επί των πεδίων των μαχών. Έχει όμως παγκοσμίως αποδεχθεί ότι η διαδικασία αυτή απαιτεί μια συνεχή συνέργεια δοκιμών πεδίου αλλά και θεωρητικής αναζήτησης και δημιουργίας. Όσο το επίπεδο διοίκησης είναι χαμηλότερο και εγγύτερο της τακτικής, η σημασία της πρακτικής εφαρμογής εμφανίζεται επικρατούσα. Καθώς το επίπεδο ενεργείας ανέρχεται, ο συνδυασμός των όπλων και τακτικών αυξάνεται, η διακλαδικότητα επεισέρχεται σε μεγαλύτερο βαθμό και η βάσανος της διανόησης -μέσω της θεωρητικής σκέψης και σχεδιασμού- αποκτάται μεγαλύτερη αξία.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να επισημάνουμε και την ουτοπία της επίλυσης όλων των προβλημάτων μέσω της τεχνολογίας. Η τεχνολογία μέχρι σήμερα δεν έχει καταφέρει να μεταβάλει τη χαοτική φύση του πολέμου ούτε και να επιλύσει το πρόβλημα της «αβεβαιότητας».[13] Ενδεχομένως μάλιστα να έχει αυξήσει το μέγεθος της «αβεβαιότητας». Η τεχνολογία δεν αποτελεί υποκατάστατο της στρατηγικής ούτε απλουστεύει τον πόλεμο, τουναντίον καθιστά τον πόλεμο εκθετικά πιο σύνθετο.[14] Ειδικά σε περιπτώσεις σχετικά ισοδύναμων αντιπάλων, δεν είναι αυτή που θα επιφέρει το αποφασιστικό αποτέλεσμα. Η νίκη ως επί το πλείστον, επιβραβεύει την πλευρά εκείνη που προστατεύοντας τις αδυναμίες της αποφεύγει τα ισχυρά σημεία του αντιπάλου προσβάλλοντας καίρια τα τρωτά του σημεία.[15] Άρα η χρήση της τεχνολογίας θα πρέπει να εξυπηρετεί τον παραπάνω στόχο εντασσόμενη σε ένα μείγμα  τακτικών, οργανωτικών, δογματικών και τεχνολογικών καινοτομιών. Στην ανάπτυξη αυτού του μείγματος απαραίτητη είναι και η παρουσία της στρατιωτικής σκέψης που θα πρέπει να συμβαδίζει  με τις δοκιμές στα πεδία των ασκήσεων. Η διαδικασία αυτή δεν εμφανίζεται αίφνης ως παρθενογένεση αλλά προκύπτει μέσα από μια εξελικτική -θεωρητική και πρακτική- προσέγγιση και επίλυση πραγματικών προβλημάτων, σε συγκεκριμένα θέατρα επιχειρήσεων και έναντι μιας συγκεκριμένης και υπαρκτής απειλής.[16] Ο συνδυασμός αυτός καθιστά απαραίτητη την ανάπτυξη της στρατιωτικής σκέψης μέσα από το φυσικό χώρο της, δηλαδή τις ένοπλες δυνάμεις χωρίς φυσικά να αποκλείεται με κανέναν τρόπο η έξωθεν υποστήριξη και χρήση βοηθητικών εργαλείων, μεθοδολογίας ή ακόμη και ανοικτής καινοτόμου σκέψης.

Εκτιμάται ότι το πρώτο βήμα, δηλαδή η κατανόηση του προβλήματος και της αναγκαιότητας αναβάθμισης της στρατιωτικής σκέψης έχει ήδη γίνει αντιληπτή από τις ένοπλες δυνάμεις. Ευελπιστούμε μάλιστα να βρισκόμαστε μπροστά από το κομβικό σημείο της λήψεως ολοκληρωμένων αποφάσεων του τρόπου υλοποίησης της. Φυσικά το δυσκολότερο σημείο κάθε δραστικής αλλαγής είναι να καταστεί αποδεκτή από την υπάρχουσα «στρατιωτική κουλτούρα»[17] καίτοι αποσκοπεί στην τροποποίηση ορισμένων σημείων της. Ως γνωστόν, οποιοσδήποτε ζων ή μη οργανισμός τείνει να αντιδρά στη μεταβολή της «κατάστασης» του προσκολλημένος σε δοκιμασμένους μεθόδους, σταθερές αξίες, θεμελιώδεις αρχές και δόγματα και επισείοντας την αβεβαιότητα και κινδύνους του αγνώστου.

Η αναγνώριση του προβλήματος θα πρέπει να συνοδευθεί από την εξεύρεση μιας ομάδος στελεχών ικανών και πρόθυμων να αναλάβουν τη θεσμική δόμηση των αλλαγών. Εξυπακούεται ότι αυτή η ομάδα θα τύχει της συνεχούς υποστήριξης της στρατιωτικής ιεραρχίας και η οποία καθορίζοντας τον τελικό στόχο θα είναι πρόθυμη να αποδεχθεί και εφαρμόσει τις αιτιολογημένες και εμπεριστατωμένες προτάσεις των ειδικών. Η επιλογή θα πρέπει να βασιστεί σε πρόσωπα αναγνωρισμένων ικανοτήτων, εμπειρίας και αποδοχής στο συγκεκριμένο τομέα.[18] Σημαντικό είναι να εξασφαλιστεί η απρόσκοπτη συνέχιση των εργασιών της ομάδος ανεξαρτήτως αλλαγής προσώπων στην πολιτική ή στρατιωτική ιεραρχία του Υπουργείου Αμύνης όπως και η εναλλαγή του προσωπικού.[19] Καθώς μιλάμε για αναγκαιότητα θέσπισης ορισμένων θεσμικών αλλαγών που αφορούν και τη λειτουργία στρατιωτικών σχολών θα πρέπει να υπάρξει και συνεργασία με φορείς αντίστοιχων μη στρατιωτικών οργανισμών ειδικά για τη θεσμοθέτηση συνεργασιών και υπέρβαση τυχόν νομικών κωλυμάτων. Με την ολοκλήρωση μιας συνεκτικής και ολιστικής πρότασης -με δυνατότητες συνεχούς επαναξιολόγησης και ανάληψης διορθωτικών κινήσεων- τα στελέχη της προαναφερθείσης ομάδος θα πρέπει να αναλάβουν τις βασικές θέσεις εφαρμογής στην πράξη των εγκεκριμένων και θεσμοθετημένων πλέον προτάσεων. Η αρχική περίοδος εφαρμογής είναι χρήσιμη καθώς θα πρέπει να αντιμετωπιστούν τα αναπόφευκτα «νηπιακά» προβλήματα αλλά και να καταστεί σε όλους ορατή η βούληση της ιεραρχίας για πραγματικές αλλαγές. Τυχόν καρατόμηση ή μαζική απομάκρυνση των στελεχών -για οποιανδήποτε λόγο- που επιλέγησαν για την προσπάθεια αυτή θα είναι τελείως αντιπαραγωγική.

Βασική στόχευση των αλλαγών θα είναι να καταστούν ικανά τα στρατιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και σχολές, να αναθέτουν, επιβλέπουν, αξιολογούν και αξιοποιούν μελέτες και έρευνες επί θεμάτων στρατιωτικής στρατηγικής, επιχειρησιακής τέχνης, τακτικής και στρατιωτικής τεχνολογίας. Παράλληλα θα πρέπει να επανεξεταστεί η ανά σχολή επιζητούμενη απόκτηση γνώσεων και ικανοτήτων για τα φοιτούντα στελέχη με βάση τις νέες επιχειρησιακές απαιτήσεις. Εκτιμάται ότι σήμερα υπάρχουν αρκετές επικαλύψεις στα διάφορα σχολεία, ορισμένα δε αντικείμενα, ειδικά στις ανώτατες στρατιωτικές σχολές, κινούνται σε τομείς πέραν της στρατιωτικής στρατηγικής. Απαραίτητη η ενασχόληση με θέματα υψηλής στρατηγικής, καθόσον διευρύνει τους ορίζοντες σκέψεως των στελεχών, αλλά δεν πρέπει να λαμβάνει χώρα σε βάρος των καθαρών στρατιωτικών ζητημάτων.

Η υφιστάμενη σήμερα κατάσταση ωθεί τα στελέχη σε υψηλού επιπέδου μεταπτυχιακές σπουδές και ερευνητικές πρωτοβουλίες που συχνά δεν αποφέρουν άμεσα οφέλη στην στρατιωτική υπηρεσία. Παρατηρείται μάλιστα η οξύμωρη κατάσταση, μια μεταπτυχιακή ενασχόληση επί γνωστικού αντικειμένου ξένου προς τα στρατιωτικά προβλήματα,  να επιβραβεύεται πολύ περισσότερο από μια εστιασμένη στρατιωτική έρευνα. Η κατάσταση αυτή είναι αντιπαραγωγική για τις ένοπλες δυνάμεις καίτοι αναμφίβολα συντελεί στην αναβάθμιση γνώσεων και ευρύτητας σκέψεως των στελεχών. Οι στρατιωτικές σχολές πρέπει να μπορούν να προχωρούν σε αναθέσεις μελετών, ερευνών και λοιπών προγραμμάτων σε σπουδαστές εγνωσμένων ικανοτήτων, είτε ακόμη και πέραν αυτών, σε θέματα που άπτονται του αντίστοιχου επιπέδου σπουδών των σχολών.[20] Η επιτυχής παρουσίαση αυτών των εργασιών πρέπει να παρέχει αντίστοιχη των αποτελεσμάτων, αναγνώριση  του έργου των στελεχών με αντίκτυπο στη καριέρα τους. Οι ανατιθέμενες εργασίες θα πρέπει να κινούνται προς την αντιμετώπιση υπαρκτών προβλημάτων των ενόπλων δυνάμεων και να εξασφαλίζεται αλληλοϋποστήριξη διαφόρων θεματικών ή και περαιτέρω εξέταση-συμπλήρωση ορισμένων ελπιδοφόρων «υποθέσεων εργασίας».[21] Δηλαδή είναι απαραίτητος ένας κεντρικός έλεγχος και ορθή κατανομή του έργου και πεδίου ενδιαφερόντων των στρατιωτικών σχολών όπου μέσω αλληλοσυντονισμένων προγραμμάτων εκπαιδεύσεως, ερευνητικών προγραμμάτων και συνεργασιών θα εξασφαλίζεται η μεγιστοποίηση των αποτελεσμάτων. Παράλληλα τα Επιτελεία αλλά και Μονάδες θα πρέπει να μη διστάζουν -μέσω ενός κεντρικού οργάνου- να καταφεύγουν στις σχολές για προώθηση και περαιτέρω εξέταση ιδεών ή ακόμη και για υποβολή αιτήσεων υποστήριξης σε συγκεκριμένα προβλήματα.

Συχνότατο εμπόδιο στις μελέτες και ερευνητικές προσπάθειες σχολών είναι η αποδέσμευση διαβαθμισμένων στοιχείων τα οποία στις περισσότερες περιπτώσεις είναι απαραίτητα για την εκπόνηση μιας μελέτης. Αναγκαστικά θα πρέπει να δημιουργηθούν ελεγχόμενοι χώροι εργασίας στις σχολές με εξασφαλισμένη τη διακίνηση και επεξεργασία των διαβαθμισμένων στοιχείων. Αναλόγως δε της έρευνας, ενδεχομένως να απαιτηθεί και επιβεβαίωση των συμπερασμάτων μέσω πολεμικών παιγνίων και σε λιγότερες περιπτώσεις δοκιμές σε εξειδικευμένα πεδία ασκήσεων. Δεδομένου του περιορισμού των μέσων, ο όλος μηχανισμός πρέπει να είναι σε θέση να αξιολογεί τις μελέτες-έρευνες και να προχωρεί στον περαιτέρω έλεγχο και αξιοποίηση των περισσοτέρων υποσχόμενων και παράλληλα να διαχέει κατάλληλα τα προκύπτοντα συμπεράσματα διευρύνοντας τις σκέψεις και δημιουργικούς προβληματισμούς των λοιπών στελεχών. Είναι αναμενόμενο αρχικά τουλάχιστον, να παρουσιαστεί ένας σημαντικός αριθμός εργασιών που αφενός θα αποτελούν, περισσότερο ή λιγότερο, τετριμμένη αντιγραφή υπαρχόντων ιδεών ή παράθεση σκέψεων πέραν οποιασδήποτε πρακτικής εφαρμογής. Η εξέλιξη αυτή δέον όπως θεωρηθεί ως απολύτως φυσιολογική και θα αποτελέσει και μια πρώτη αλλά σημαντικότατη αξιολόγηση του συστήματος ελέγχου και προώθησης του ερευνητικού έργου.

Ταυτόχρονα με την στήριξη της παραπάνω «task force» η στρατιωτική ιεραρχία θα πρέπει να προχωρήσει στην ενθάρρυνση όχι μόνο της καινοτόμου σκέψεως αλλά και των πρακτικών δοκιμών στα πεδία ασκήσεων-βολών. Οι ανοικτές συζητήσεις, η ελεύθερη έκφραση επιχειρημάτων, η δημιουργική αμφισβήτηση σχεδίων, τακτικών -ακόμη και δογμάτων- συνοδευόμενες από έμφυτη ειλικρίνεια πρέπει να ενθαρρύνονται και επιβραβεύονται. Οι ασκήσεις πρέπει να αποσκοπούν και στην πρακτική δοκιμασία νέων τρόπων ενεργείας και καινοτόμων ιδεών. Η στόχευση των ασκήσεων, ειδικά όταν τα διαθέσιμα μέσα είναι περιορισμένα, πρέπει να μην περιορίζεται μόνο στη διεξαγωγή τους αλλά θα πρέπει να βασίζεται σε προσεκτικό σχεδιασμό και εν συνεχεία ανάλυση και αξιολόγηση όλων των στοιχείων για υιοθέτηση νέων σχεδίων και καινοτόμων συνδυασμών χρήσεων των οπλικών συστημάτων. Η ηγεσία θα πρέπει να ενθαρρύνει αυτούς τους πειραματισμούς αναγνωρίζοντας την αναπόφευκτη παρουσία πλήθους αποτυχημένων πειραματισμών.

Για ενίσχυση των παραπάνω θέσεων θεωρώ χρήσιμο να παραθέσω ένα σχετικό απόσπασμα:[22]

«Η καινοτομία, για να είναι επιτυχής, πρέπει να βασίζεται στη βαθιά κατανόηση της θεμελιακά χαοτικής φύσης του πολέμου. Και πρέπει να συνάγεται από την πείρα που αποκτάται από τις ασκήσεις και πειραματισμούς. Οι οργανισμοί που επιδιώκουν να καινοτομήσουν πρέπει να ανταμείβουν την έμφυτη ειλικρίνεια και να επιτρέπουν την ανοικτή συζήτηση για τα διδάγματα που συνάγονται από τα πεδία της μάχης, αλλά από τις ασκήσεις και τα πειράματα. Διότι η αξία των ασκήσεων, ιδίως όταν τα διαθέσιμα μέσα είναι περιορισμένα, έγκειται όχι μόνο στη διεξαγωγή τους, αλλά στο σχεδιασμό τους και στην μετά τη δράση ανάλυση, η οποία πρέπει να αποσκοπεί στην κατανόηση και όχι στην ισχυροποίηση του δόγματος, των σχεδίων δράσεως ή των οπλικών συστημάτων. Οι δε ένοπλες δυνάμεις που εμπλέκονται σε τέτοιες επαναστάσεις πρέπει να προνοούν για μηχανισμούς που να διαδίδουν και να εφαρμόζουν ιδέες και διδάγματα.»

Η αναγνώριση της καινοτόμου σκέψεως και των προσπαθειών διαμόρφωσης νέων τακτικών μεθόδων θα πρέπει όχι μόνο να ενθαρρυνθεί αλλά να ενταχθεί στη διαδικασία αξιολόγησης των στελεχών με αυξημένο συντελεστή βαρύτητος. Αντίστοιχη αναγνώριση-αξιολόγηση θα πρέπει να υπάρχει για την προθυμία-δυνατότητα συμμετοχής σε ομαδικές προσπάθειες και ειδικά στην ικανότητα συντονισμού τέτοιων εργασιών. Το σύστημα αξιολογήσεως πρέπει από τη νεαρή ηλικία τους να εντοπίζει (αλλά και να ενθαρρύνει) τα πραγματικά χαρισματικά στελέχη που είναι ικανά να δημιουργήσουν καινοτόμες ιδέες και σκέψεις. Σε αρκετές περιπτώσεις στο παρελθόν, πρωτοποριακές σκέψεις έχουν καταπνιγεί σε μια ανίερη προσπάθεια διαφύλαξης της κακώς εννοούμενης ορθόδοξης στρατιωτικής σκέψης. Διεθνώς μάλιστα οι οραματιστές αξιωματικοί δεν συμβάδιζαν με την συχνά τυποποιημένη σκέψη της ευρείας μάζας των στελεχών.

Στην προσπάθεια ανάπτυξης της στρατιωτικής σκέψης, υπό τον ευρύ τίτλο των αμυντικών σπουδών, όχι μόνο ευπρόσδεκτη αλλά και απαραίτητη είναι η παρουσία των ανωτάτων εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της χώρας. Η προσέγγιση και κριτική των στρατιωτικών προβλημάτων και από την έξωθεν του στρατεύματος πλευρά κρίνεται αμοιβαία επωφελής. Οι ένοπλες δυνάμεις έχουν ανάγκη φρέσκων απόψεων που ξεφεύγουν από τις τετριμμένες ιδέες στις οποίες ασυναίσθητα η «στρατιωτική κουλτούρα» εμμένει. Οι στρατιωτικές σχολές, εντασσόμενες σε ένα ολοκληρωμένο διακλαδικό (επανα)σχεδιασμό της εκπαιδεύσεως, επιβάλλεται να προχωρήσουν στην ανάπτυξη της στρατιωτικής σκέψεως σε συνεργασία, όπου αυτό απαιτείται και με άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, εσωτερικού και εξωτερικού, διαθέτοντας όμως πλήρη  ακαδημαϊκή αναγνώριση των τίτλων σπουδών και των προϊόντων των ερευνών. Βασικές προϋποθέσεις για τις στρατιωτικές σχολές είναι η διαμόρφωση καταλλήλου θεσμικού πλαισίου, η επιλογή του κατάλληλου εκπαιδευτικού προσωπικού και οι δυνατότητες συνεργασιών με στρατιωτικά και μη ιδρύματα εσωτερικού και εξωτερικού.

Ολοκληρώνοντας, τα τελευταία χρόνια, παγκοσμίως, υπάρχει μια τάση, δημιουργίας ενός σώματος αξιωματικών ευρείας μόρφωσης. Ο «κλασσικός μαχητής» τείνει να παραμεριστεί έναντι ενός ακαδημαϊκά μορφωμένου στελέχους με ευρεία κατανόηση της κυβερνητικής λειτουργίας και των διεθνών σχέσεων (θέματα υψηλής στρατηγικής).[23] Προσόντα απαραίτητα για την ολοκλήρωση της προσωπικότητας και ηγετικών και διοικητικών προσόντων των στελεχών που προορίζονται για τις ανώτατες βαθμίδες της ιεραρχίας. Αναμφισβήτητα, η γενικότερη αύξηση του μορφωτικού επιπέδου επιφέρει σωρεία θετικών αποτελεσμάτων σε όλους τους τομείς της λειτουργίας του στρατεύματος. Χρειάζεται όμως μεγάλη προσοχή για να διατηρηθεί η δεσπόζουσα θέση της στρατιωτικής φυσιογνωμίας και ικανοτήτων του στελέχους άρα και της αντίστοιχης εκπαιδεύσεως, θεωρητικής αλλά κυρίως πρακτικής. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι προέχει η επίλυση τακτικών και επιχειρησιακών προβλημάτων με χρήση καινοτόμων σκέψεων και ιδεών έναντι μιας ευρείας αλλά μη εστιασμένης θεωρητικής εκπαίδευσης. Ούτε πρέπει να λησμονούμε την χαοτική φύση του πολέμου που αρνείται πεισματικά να υποταχθεί σε θεωρητικούς κανόνες και υποδείγματα.

Ο γνωστός στρατηγιστής Luttwak εύστοχα παρατηρεί ότι η διεξαγωγή του κάθε πολέμου είναι μοναδική ως προς το αποτέλεσμα μη επαναλαμβανόμενων συγκλίσεων πολιτικών σκοπών, παροδικών συναισθημάτων, τεχνολογικών περιορισμών, τακτικών κινήσεων, επιχειρησιακών σχεδίων και γεωγραφικών παραγόντων. Πλήθος αναλυτών, θεωρητικών και πρακτικών έχουν προσπαθήσει να δημιουργήσουν δελεαστικά υποδείγματα διεξαγωγής του πολέμου. Αυτό που κάνει την αναζήτηση συναρπαστική είναι ότι τα υποδείγματα δεν ακολουθούν την αναμενόμενη οικεία κοινή λογική αλλά μια άλλη παράδοξη λογική (την οποία ο ίδιος ο συγγραφέας επονομάζει «the Logic of Strategy»).[24]

Προσωπική μου άποψη είναι ότι το αυριανό πολυχωρικό περιβάλλον της μάχης θα αποτελέσει ένα σύγχρονο «σφαγείο» τρομερής έντασης και σφοδρότητας και μόνο καλά προετοιμασμένα-εκπαιδευμένα στρατεύματα με επαρκή ηγεσία και ικανότητες καινοτόμου χρήσης των οπλικών συστημάτων και συγχρόνων τακτικών και δογμάτων θα επιβιώσουν και θα διεκδικήσουν με αξιώσεις την νίκη. Ως εκ τούτου η εκπαίδευση και γενικότερη προετοιμασία μας πρέπει να εστιάζεται σε αυτές τις κατευθύνσεις χωρίς να σαγηνεύεται από απατηλές αναζητήσεις ενός περισσότερο «ανθρωπιστικού πολέμου» και αναμένοντας από την συνήθως «ουδέτερη» τεχνολογία να επιφέρει από μόνη της τις επιζητούμενες νικηφόρες λύσεις. Ταυτόχρονα όμως θα πρέπει να διαμορφώνουμε συνθήκες ανάπτυξης της στρατιωτικής σκέψης, όχι απλά για να επιτύχουμε τις περιζήτητες στρατιωτικές καινοτομίες (που σύντομα θα ξεπεραστούν ή θα βρουν ισάξιους μιμητές) αλλά για να ανατροφοδοτούμε μια συνεχή, ακατάπαυστη διαδικασία αλλαγής και προσαρμογής που επιβάλλεται όχι μόνο από την τεχνολογία, αλλά και από την χαοτική φύση του πεδίου της μάχης και τις απρόβλεπτες αντιδράσεις του εχθρού. [25]

ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ- Αντιστράτηγος (εα)

  • Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ)
  • Διαλέκτης στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ)
  • Συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ)  και του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (fainst.eu)
  • Τηλ: 0030-210-6543131, 0030-6983457318
  • E-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

 

 

 



[2]  Σαν στρατιωτική σκέψη εννοούμε τις αντιλήψεις περί της προετοιμασίας και διεξαγωγής του πολέμου. Αναφέρεται σε κάθε λαό ξεχωριστά εμπεριέχοντας όλες τις διαχρονικές αξίες  που αντικατοπτρίζουν την ιδιοσυγκρασία του, τις εμπειρίες του αλλά και τις προτεραιότητες που θέτει τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή και στο συγκεκριμένο περιβάλλον.

[3]  Ο όρος «αμυντικές σπουδές» προφανώς και δεν περιορίζεται στην ενασχόληση με την εκτέλεση αμυντικών επιχειρήσεων, απλά εδώ και δεκαετίες, χρησιμοποιείται ο προσδιορισμός «αμυντικός» ως ένας περισσότερο «political correct» όρος έναντι του ορθότερου «πολεμικών σπουδών». Στην κατεύθυνση αυτή, παγκοσμίως, τα υπουργεία πολέμου ή στρατιωτικών έχουν αντικατασταθεί από τα υπουργεία αμύνης!

[4]  Ενδεχομένως κάποιος να μπορούσε να ισχυριστεί -και δικαίως- ότι ο φυσικός χώρος ανάπτυξης της στρατιωτικής στρατηγικής και επιχειρησιακής τέχνης είναι τα στρατιωτικά και μόνο ιδρύματα. Επιπρόσθετα πολλά εκ των παραπάνω στοιχείων δεν μπορούν να γίνουν ευρέως γνωστά καθώς ενδεχομένως να αποκαλύψουν στους αντιπάλους βασικές στοχεύσεις και πειραματισμούς των ημέτερων ενόπλων δυνάμεων.

[5] Βλέπε λήμμα Δόγμα (Doctrine), Στρατιωτικός Κανονισμός ΣΚ 42-1, ΤΥΕΣ, Αθήνα, 2001

[6]  Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση στο κείμενο του Αντώνη Καμάρα με τίτλο «Θεσμοθετώντας Αμυντικές Σπουδές στην Ελλάδα: Είναι Καιρός!» Στο policy paper 41/2020 του ΕΛΙΑΜΕΠ.

[7] Από τις αρχές του Δεκεμβρίου του 1946, ο Field Marshal Montgomery επισκεπτόμενος την Ελλάδα είχε προτείνει τη συγκρότηση ελαφρών κατάλληλα εκπαιδευμένων καταδρομικών μονάδων (οι μετέπειτα Λόχοι Ορεινών Καταδρομών-ΛΟΚ) που θα αντιμετώπιζαν τους αντάρτες με καλά συντονισμένες  επιθετικές ενέργειες, ημέρα και νύκτα και διατηρώντας την πρωτοβουλία. Η μέχρι τότε ακολουθουμένη τακτική με κατακερματισμό πλήθους, χαμηλής εκπαίδευσης Μονάδων, προσκολλημένων σε στατική άμυνα και σε προσπάθεια φύλαξης του συνόλου της επικράτειας ήταν αποτυχημένη. Ένα ορθό πρώτο βήμα στην κατεύθυνση αυτή ήταν και η συγκρότηση 40 Λόχων Ορεινών Καταδρομών (ΛΟΚ) στις αρχές του 1947 και η εν συνεχεία σταδιακή υιοθέτηση επιθετικών τακτικών.

[8] Η πολιτική και στρατιωτική κατάσταση των δύο αυτών δεκαετιών περιγράφεται στο βιβλίο του Χατζηβασιλείου Ευάνθης, Στα Σύνορα των Κόσμων, Η Ελλάδα και ο Ψυχρός Πόλεμος, 1952-1967, (Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα, 2009).

 

[9]  Η χρήση του όρου, αρχικά ως «Στρατιωτική Επανάσταση» (Military Revolution) αποδίδεται στον Michael Roberts που παρουσιάστηκε στη διάλεξη «Military-revolution, 1560-1660» στο Queen’s University of Belfast, το 1955. Οι Σοβιετικοί, στις δεκαετίας 1960 και 1970, χρησιμοποίησαν τον όρο «Military Technical Revolution». Με την ίδια έννοια και κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990,στη δυτική βιβλιογραφία επεκράτησε ο όρος «Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις»  (Revolution in the Military Affairs).

[10]  Θα μπορούσαμε άνετα να επεκτείνουμε την αναφορά σε προβλήματα άμυνας και ασφάλειας καθόσον οι δύο αυτές έννοιες-χώροι καθίστανται ολοένα και περισσότερο αλληλένδετοι και αδιαχώριστοι.

[11]  Εννοούμε κυρίως τις προμήθειες εκείνες που δεν συνοδεύθηκαν με τα κατάλληλα πυρομαχικά ή την «εν συνεχεία υποστήριξη» (Follow on Support) των πραγματικά αξιόλογων αγορασθέντων οπλικών συστημάτων.

[12] Για παράδειγμα το Ισραήλ συγκρότησε δύο ανεξάρτητες επιτροπές, Agranat και Winograd για να εξετάσουν αντίστοιχα την ισραηλινή αντίδραση κατά τη διάρκεια του πολέμου του Yom Kippur (1973) και του αποκαλούμενου 2ου πολέμου του Λιβάνου (2006). Μεγάλο μέρος των πορισμάτων δόθηκε στη δημοσιότητα και αποτέλεσαν βάσεις συζητήσεων, γόνιμου διαλόγου, εξέτασης από στρατιωτικούς και μη ειδικούς, διορθωτικών κινήσεων αλλά και πολιτικών αντιπαραθέσεων.

[13]  Για τον δεσπόζοντα ρόλο της «αβεβαιότητας» στον πόλεμο βλέπε στο Creveld Martin Van, «Η Διοίκηση στον Πόλεμο», Αθήνα, Εκδόσεις Τουρίκη, 2001.

[14] MacGregor Knox & Williamson Murray, Η Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις Ανατομία της Δυναμικής της: 1300-2050, Εκδόσεις Τουρίκη, 2001, σελ 253.

[15] Martin Van Creveld, Technology and War: From 2000 B.C. to the Present, Brassey’s (UK), 1991, p 320.

[16] MacGregor Knox & Williamson Murray, Η Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις Ανατομία της Δυναμικής της: 1300-2050, Εκδόσεις Τουρίκη, 2001, σελ 274.

[17] Ως «στρατιωτική κουλτούρα» εννοώ το σύνολο εκείνο των πεποιθήσεων, εμπειριών, δοξασιών, αντιλήψεων, ενός λαού  (ή ακόμη και μιας «κάστας») που επηρεάζουν και καθορίζουν τον τρόπο αντιμετώπισης των προβλημάτων που συσχετίζονται με τα του «πόλεμου» (υπό την γενικότερη έννοια του).

 

[18]  Μπορεί να συμμετάσχουν και άτομα εκτός του ενεργού στρατεύματος φυσικά υπό την προϋπόθεση των καταλλήλων ικανοτήτων και εμπειριών.

[19]  Στο παρελθόν αξιόλογες πρωτοβουλίες δεν ολοκληρώθηκαν λόγω αλλαγών στην ηγεσία των ενόπλων δυνάμεων και των νέων προτεραιοτήτων που έθεταν και διαφορετικών αντιλήψεων που πρέσβευαν. Ως εκ τούτου ορθά κάποιος θα προβάλει αμφιβολίες για την συγκρότηση ειδικής ομάδος, υποκείμενης στις διαθέσεις της οποιασδήποτε ιεραρχίας και πιθανώς εξαρτώμενης από την «μακροημέρευση» της. Αντ’ αυτού πιθανόν να προτείνει οι αναγκαίες αλλαγές να προέλθουν μέσα από την υπάρχουσα σήμερα ιεραρχική δομή των ενόπλων δυνάμεων. Καίτοι αναγνωρίζω απόλυτα τους παραπάνω ενδοιασμούς, προσωπική μου άποψη είναι ότι παραπλήσιες αλλαγές, δύσκολα μπορούν να προέλθουν μέσα από τους υφιστάμενους «γραφειοκρατικούς» μηχανισμούς και τους περιορισμούς που θέτει η αδυσώπητη «επιτελική» καθημερινότητα.

[20]  Για παράδειγμα η Σχολή Πυροβολικού και στα αντίστοιχα τμήματα χαμηλόβαθμων αξιωματικών μπορεί να αναθέτει συγκεκριμένες μελέτες σε θέματα πρακτικού ενδιαφέροντος για βελτίωση των διαδικασιών βολής του πυροβολικού μάχης. Αποδεκτές -υπό τις προϋποθέσεις κυρίως της σκοπιμότητας και εφικτότητας -θα είναι και αντίστοιχες προτάσεις εκ μέρους των σπουδαστών. Εξυπακούεται ότι ο αριθμός των ανατιθέμενων μελετών θα είναι αρκετά μικρότερος των σπουδαστών και θα βασίζεται στις ικανότητες τους και ενδιαφέρον ανάληψης του έργου.

[21]  Επί του πρακτέου επιζητείται η σύμπραξη της στρατιωτικής θεωρίας με την στρατιωτική εφαρμογή (και εν συνεχεία ακόμη και με την αμυντική βιομηχανία) όπως ακριβώς επιζητείται και η διασύνδεση του εκπαιδευτικού συστήματος της χώρας με την παραγωγική διαδικασία.

[22] MacGregor Knox & Williamson Murray, Η Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις Ανατομία της Δυναμικής της: 1300-2050, Εκδόσεις Τουρίκη, 2001, σελ 274.

[23] Φυσικά και δεν λησμονούμε ότι λαμπρές επιτυχίες στο επίπεδο της τακτικής και επιχειρησιακής τέχνης -ακόμη και στρατιωτικής στρατηγικής- έχουν πολλάκις δραματικά ανατραπεί από λανθασμένες επιλογές στο επίπεδο της υψηλής στρατηγικής.

[24]  Edward N. Luttwak, Strategy: The Logic of War and Peace, The Belknap Press of Harvard University Press, 2003, preface and pages 1-2.

[25]  Η τελευταία πρόταση έχει βασιστεί σε μεγάλο μέρος στις παρατηρήσεις από το έργο των MacGregor Knox & Williamson Murray, Η Επανάσταση στις Στρατιωτικές Υποθέσεις Ανατομία της Δυναμικής της: 1300-2050, Εκδόσεις Τουρίκη, 2001 και ειδικά των σελίδων 229 -230..

 

Περί κατευνασμού και ο νοών νοείτω, του ΜάρκουΤρούλη

on Friday, 12 March 2021. Posted in Εθνική Στρατηγική

Του Μάρκου Τρούλη

 Περί κατευνασμού και ο νοών νοείτω, του Μάρκου Τρούλη

 

 Τρούλης Μάρκος

Η σταχυολόγηση του κατευνασμού ως μια στρατηγική προς αποφυγή έχει πραγματοποιηθεί από την ίδια την Ιστορία και με ενδεικτικότερο παράδειγμα τη Συμφωνία του Μονάχου μεταξύ Ναζιστικής Γερμανίας και Φασιστικής Ιταλίας από τη μία πλευρά και Μεγάλης Βρετανίας και Γαλλίας από την άλλη.

Η διαρκής υποχωρητικότητα καταδικάζει το διακρατικό σύστημα σε αποσταθεροποίηση και τον κατευνάζοντα δρώντα στο θάνατο ως κράτος, το οποίο αποτελεί τη θεσμική μετουσίωση της αυτοδιάθεσης ενός έθνους. Ο John Mearsheimer στο μνημειώδες βιβλίο του «Η τραγωδία της πολιτικής των μεγάλων δυνάμεων» σημειώνει – μεταξύ άλλων – περί κατευνασμού:

«Η διεθνής αναρχία εξωθεί το κάθε κράτος να αναζητά ευκαιρίες απόκτησης περαιτέρω ισχύος εις βάρος των άλλων.

Επειδή οι μεγάλες δυνάμεις είναι προγραμματισμένες για επίθεση, ένα κατευναζόμενο κράτος αναμένεται να ερμηνεύσει την οποιαδήποτε παραχώρηση ισχύος εκ μέρους άλλου κράτους ως σημάδι αδυναμίαςως ένδειξη ότι οκατευνάζων είναι απρόθυμος να υπερασπιστεί την ισορροπία ισχύος. Τότε, το κατευναζόμενο κράτος αναμένεται να συνεχίσει να πιέζει για περισσότερες παραχωρήσεις.

Θα ήταν ανόητο για ένα κράτος να μην αποκτήσει όσο το δυνατόν περισσότερη ισχύ, καθώς οι προοπτικές ενός κράτους για επιβίωση αυξάνονται όσο συσσωρεύει περαιτέρω ισχύ.

Επιπλέον, η ικανότητα του κατευναζόμενου κράτους να αποκτήσει ακόμη περισσότερη ισχύ θα ενισχυθείπιθανόν σημαντικάαπό την επιπλέον ισχύ που του  παραχώρησε ο κατευνάζων.

Με λίγα λόγια, ο κατευνασμός αναμένεται να καταστήσει έναν επικίνδυνο αντίπαλο περισσότερο και όχι λιγότερο επικίνδυνο».

Συνεπώς, η ανεμπόδιστη πορεία ενός επιθετικού δρώντα προς την τοπική κατίσχυση και τη στρατηγική πρωτοκαθεδρία σε έναν κρίσιμο γεωπολιτικά χώρο, όπου μέχρι πρότινος δεν υπερείχε, καλλιεργεί προοπτικές ευρύτερης αποσταθεροποίησης.

Ο λόγος σχετίζεται με την αποθράσυνση του εν λόγω κρατικού δρώντα, ενόσω η ισχυροποίησή του καθίσταται ανεξέλεγκτη και άρα, περιορισμένου στρατηγικού κόστους.

Ας μη λησμονείται, άλλωστε, ότι τα κράτη είναι ορθολογικοί δρώντες οι οποίοι αποζητούν διαρκώς την αύξηση της ισχύος τους, προκειμένου να διευρύνουν αντίστοιχα τις προοπτικές επιβίωσης και ευμάρειάς τους.

Σε ένα διακρατικό σύστημα, εντός του οποίου απουσιάζει ο «πλανητικός χωροφύλακας» και ο καθείς είναι υπεύθυνος για την εξασφάλιση της αυτοβοήθειάς του, ο κατευνασμός συνιστά τη χείριστη επιλογή.

Αντιστοίχως, η βέλτιστη επιλογή του απειλούμενου είναι η εξισορρόπηση του αντιπάλου μέσω αύξησης των συντελεστών ισχύος, σύναψης συμμαχιών και εν τέλει, αποστολής αποτρεπτικών μηνυμάτων σε κάθε φάση κατά την οποία απειλείται.

Στην περίπτωση της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής, η επιλογή του κατευνασμού έχει πολλές αιτίες και ξεκινά πριν αρκετά χρόνια.

Το θλιβερό, ωστόσο, είναι ότι εξακολουθεί παρά την ένταση της τουρκικής απειλής, τις προϋποθέσεις σχετικής απομόνωσης της Άγκυρας, αλλά και την απόδειξη της υψηλής τρωτότητάς της λόγω της υπερεπέκτασης στην οποία έχει οδηγηθεί τα τελευταία χρόνια (βλ. Ιράκ, Συρία, Αρτσάχ, Λιβύη).

Το σκάφος του τουρκικού Πολεμικού Ναυτικού «Τσεσμέ» εξέρχεται στο Αιγαίο για έρευνες λίγο πριν την έναρξη του νέου γύρου διερευνητικών επαφών, η Τουρκία εκδίδει παράνομη NAVTEX και η Αθήνα αναφέρθηκε σε «αχρείαστη ενέργεια που δε διευκολύνει την καλυτέρευση των σχέσεων Ελλάδας-Τουρκίας».

Ούτε καν «επικίνδυνη» ή «επιθετική ενέργεια»… Όταν δε ο Τούρκος Υπουργός Άμυνας Χουλουσί Ακάρ και ΜΜΕ της χώρας του αναφέρθηκαν σε ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη, τα οποία «παρενόχλησαν» το «Τσεσμέ», εμείς σπεύσαμε να διαψεύσουμε επιβεβαιώνοντας ότι προς Θεού ουδέποτε θα πράτταμε κάτι τέτοιο.

Εντούτοις, το χαρακτηριστικό μήνυμα κατευνασμού αποστέλλεται στην Τουρκία μέσω της μη διακοπής των διερευνητικών επαφών.

Αποτύχαμε να κινητοποιήσουμε την ΕΕ προς την κατεύθυνση της επιβολής κυρώσεων και στη συνέχεια αναγκαστήκαμε να ξεκινήσουμε «διερευνητικές συνομιλίες» χωρίς σαφή ατζέντα και με τον Υπουργό Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου να τις αποκαλεί «διαβουλεύσεις» (έχουσες δηλαδή προκείμενο) με το αιτιολογικό ότι δεν έπρεπε να «πάρουμε το μουτζούρη» και να κατηγορηθούμε ότι είμαστε «κατά του διαλόγου».

Τώρα, που η Τουρκία μας δείχνει με τη στάση της ότι δεν πρόκειται να αλλάξει τακτική και θα εντείνει διαρκώς τις διεκδικήσεις της διευρύνοντας την ατζέντα εν τοις πράγμασι μέσω προβολής ισχύος στην… Εύβοια, που βρισκόμαστε ενώπιον της Συνόδου της ΕΕ και θα πρέπει να αξιολογηθεί η στάση της Άγκυρας, που έχουμε κάθε δίκαιο να αναστείλουμε τις συνομιλίες και να καταγγείλουμε την απαράδεκτη στάση της Τουρκίας η οποία θέτει σε κίνδυνο την ειρήνη και τη σταθερότητα, εμείς τι κάνουμε;

Είναι φανερό τι επίκειται όσο συνεχίζουμε σε αυτή την κατεύθυνση. Στις 25 Μαρτίου, ημέρα της επόμενης Συνόδου της ΕΕ, θα δώσουμε μια «περήφανη μάχη» από την οποία θα αποκομίσουμε μια «αυστηρή ανακοίνωση» κάποιου τεχνοκράτη αξιωματούχου της ΕΕ κατά της Τουρκίας με αυστηρές προειδοποιήσεις εν όψει της… επόμενης Συνόδου. Εξάλλου, δεν υπάρχει ουσιαστικό πρόβλημα ενόσω η επισπεύδουσα Ελλάδα συνεχίζει τις «διερευνητικές συνομιλίες» της.

Είναι παρήγορο τουλάχιστον ότι η Γαλλία ως θιγόμενη μεγάλη δύναμη αντιλαμβάνεται την επαπειλούμενη αποσταθεροποίηση, η οποία θα προκληθεί από μια αποφασιστική στρατηγική εξουθένωση της Ελλάδας και φαίνεται ότι επιχειρεί, μέσω της εκ νέου αποστολής του αεροπλανοφόρου CharlesDeGaulle, να συνεισφέρει στην τήρηση της ισορροπίας ισχύος.

Ας ελπίσουμε σε διασφάλιση κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων και επίτευξη επιβίωσηςεξ αντανακλάσεως.

Πηγή: https://www.huffingtonpost.gr

 

O Υβριδικός Πόλεμος της Τουρκίας και οι Φαντασιώσεις της

on Wednesday, 10 March 2021. Posted in Εθνική Στρατηγική

Του Γιάννη Μπαλτζώη, Προεδρου ΕΛΙΣΜΕ

.

 

 

 

Γράφει ο Ιωάννης Μπαλτζώης*

 

 Τελικά η κατάσταση εξελίχθηκε όπως την ανέμεναν οι νουνεχείς και ψύχραιμοι. Έτσι μετά τις επαφές του ΥΠΕΞ κ. Δένδια, συναντήθηκε στο Κάϊρο με τον Αιγύπτιο ομόλογό του Σαμέχ Σούκρι, Ελλάδα και Αίγυπτος κατέληξαν σε  συμφωνία για το θέμα που είχε προκύψει με ένα από τα τρία οικόπεδα για τα οποία η αιγυπτιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε πρόσφατα ότι θα προχωρήσει σε έρευνες. Το  επίμαχο ζήτημα διευθετήθηκε και απέδειξε ότι οι δύο χώρες διατηρούν εξαιρετικές σχέσεις και λύνουν τα προβλήματα τας όταν δημιουργούνται με απευθείας επαφές. Και αυτό να μας γίνει μάθημα και να μην πέφτουμε στο δόκανο των υβριδικών επιχειρήσεων και της προπαγάνδας, των επιθετικών, αναθεωρητικών και προκλητικών γειτόνων μας.

 

Η Τουρκία επινόησε μια νέα «συμφιλίωση», μετά την αποτυχία των προσπαθειών διάδοσης προπαγανδιστικών ιστοριών «συμφιλίωσης» με το Ισραήλ πέρυσι. Είδαμε ότι στις αρχές Δεκεμβρίου του 2020, όταν η Άγκυρα είδε με απογοήτευση ότι ο Μπάιντεν κέρδισε τις προεδρικές εκλογές των ΗΠΑ και οι ημέρες της στενής συνεργασίας, φιλίας, ασυδοσίας και διεθνούς παραβατικότητας με την ανοχή του Ντόναλντ Τραμπ έφθασαν  στο τέλος τους, προσπάθησε να εξαπατήσει το Ισραήλ με μια «θαλάσσια συμφωνία». Και όπως αναφέρει σε άρθρο του πρόσφατα στην ιστοσελίδα της Ισραηλινής εφημερίδας JERUSALEM POST, ο δημοσιογράφος SETH  FRANTZMA,  « Το Ισραήλ έχει ήδη στενές σχέσεις με την Κύπρο, την Αίγυπτο και την Ελλάδα και έχει οριοθετήσει τις ΑΟΖ μαζί τους. Το Ισραήλ, η Ελλάδα και η Κύπρος σχεδιάζουν αγωγό [East Med] μετά την υπογραφή  της συμφωνίας που υπέγραψαν πέρυσι και είναι μέλη του Φόρουμ φυσικού αερίου Ανατολικής Μεσογείου. Η Τουρκία προσπάθησε να διαταράξει όλες αυτές τις σχέσεις τον Δεκέμβριο του 2019,  υπογράφοντας συμφωνία με τη Λιβύη, απέναντι  στις ειρηνικές συμφωνίες του  Ισραήλ, της Κύπρου, της Ελλάδας και της Αιγύπτου, για να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο της Μεσογείου. Η Ελλάδα και η Αίγυπτος υπέγραψαν συμφωνία τον Αύγουστο του 2020, αφού καταδίκασαν τις προκλητικές ενέργειες της Τουρκίας στη Μεσόγειο τον Μάιο, μαζί με τη Γαλλία, τα ΗΑΕ και την Κύπρο. Η Τουρκία απάντησε απειλώντας την Ελλάδα και οι δύο χώρες έφτασαν στα πρόθυρα σύγκρουσης».

 

Η  Άγκυρα μετά τις  απειλές προχώρησε σε μια παλιά και δοκιμασμένη τακτική,  στη διασπορά ψευδών ειδήσεων, γνωρίζοντας πως υπάρχουν «πρόθυμοι αφελείς» να την πιστέψουν. Κατασκεύασε ιστορίες στα ισραηλινά ΜΜΕ,  στα οποία η Κύπρος εξαφανιζόταν από τις  αποκλειστικές οικονομικές ζώνες (ΑΟΖ) στη Μεσόγειο και στις οποίες η Τουρκία και το Ισραήλ θα συνήπταν μια μαγική συμφωνία για τα θαλάσσια σύνορα. Όμως, το Ισραήλ απέρριψε τη συμφωνία , αν και στην Ελλάδα και στην Κύπρο πάλι πίστεψαν την τουρκική προπαγάνδα και πολλοί αμφισβήτησαν την αξιοπιστία του Ισραήλ, . Δεν είναι θαλάσσιος γείτονας της Τουρκίας, παρά τους χάρτες που αυτή προσπάθησε να παρουσιάσει και αγνοούσαν την Κύπρο, εφαρμόζοντας την μεθοδολογία που εφάρμοσε με την χειραγωγούμενη κυβέρνηση της Τρίπολης στην Λιβύη.

 

Και να πάλι ,  η Τουρκία κάνει το ίδιο, προσπαθώντας να εμπλέξει την Αίγυπτο, για ένα θαλάσσιο οικόπεδο που όντως αποτέλεσε σημείο ανησυχίας, δηλώθηκε από αιγυπτιακής πλευράς ως τεχνικό λάθος της γραφειοκρατίας και διευθετήθηκε  με την επίσκεψη του ΥΠΕΞ κ. Δένδια, δείχνοντας γρήγορα και σωστά αντανακλαστικά, όπως πρέπει να γίνεται.  Αυτό προήλθε  μετά το επιτυχημένο φόρουμ PHILIA στην Αθήνα,  όπου κατέστη σαφές πώς η Αίγυπτος, η Ελλάδα, η Κύπρος, η Γαλλία, τα ΗΑΕ, Μπαχρέιν  και άλλες χώρες, δραστηριοποιούνται πιο εντατικά σε ένα σύστημα κοινών και συγκλινουσών  συμμαχικών συμφερόντων. Η Άγκυρα χρησιμοποιεί τα αγγλόφωνα κυβερνητικά ΜΜΕ για να διαδώσει την τελευταία ιστορία της. «Η Τουρκία θα μπορούσε να υπογράψει συμφωνία ΑΟΖ με την Αίγυπτο», σύμφωνα με τίτλο στο Anadolu. «Η Ελλάδα ανησυχεί, καθώς η Αίγυπτος συντάσσεται με την τουρκική ΑΟΖ στον EastMed», σύμφωνα με τη Daily Sabah, ένα άλλο φιλοκυβερνητικό όργανο. «Η Αίγυπτος είναι θερμή για την πρόταση της Τουρκίας στην Ανατολική Μεσόγειο;» ρωτά το κρατικά ελεγχόμενο TRT. Θα ήταν παράδοξο για την Αίγυπτο να αντιστρέψει ξαφνικά όλα τα χρόνια της κοινής πορείας της με την Ελλάδα και την Κύπρο,  εμπλεκόμενη σε μια συμφωνία που αναιρεί τις οικονομικές αξιώσεις της Κύπρου και βλάπτει σαφώς την Ελλάδα.  Το ίδιο ισχύει  και «στην  προσπάθεια της Τουρκίας  να εξαπατήσει το Ισραήλ και τα ισραηλινά ΜΜΕ, περί μιας  συμφωνίας φαντασίας που δεν υπήρχε ποτέ καμία πιθανότητα να πραγματοποιηθεί», αναφέρει στο άρθρο του ο  FRANTZMA.

 

Η Τουρκία μιλά για «συμφιλίωση», αλλά οι περισσότερες χώρες και οι ηγεσίες των  στην Μέση Ανατολή και στην Αν. Μεσόγειο έχουν απειληθεί, συκοφαντηθεί, προσβληθεί τρομοκρατηθεί, από το κράτος πειρατής που ποδοπατά το Διεθνές Δίκαιο, εφαρμόζει μια επιθετική αναθεωρητική πολιτική, διεκδικεί θαλάσσια ύδατα και εδάφη γειτονικών της χωρών, εισβάλει  χωρίς έγκριση του ΟΗΕ σε άλλες χώρες (Κύπρος, Συρία, Ιράκ, Λιβύη), καταλαμβάνει εδάφη και δεν τα εγκαταλείπει, δημιουργεί στρατιωτικές βάσεις σε όλη την περιοχή για προβολή ισχύος της και ολοκλήρωση της νεοοθωμανικών ονειρώξεων και υλοποίηση του Misaak I Milli ( του Εθνικού Όρκου), του Μουσταφά Κεμάλ. Η Τουρκία, με το αυταρχικό, απάνθρωπο και αντιδημοκρατικό καθεστώς της έχει ενστερνισθεί την θεωρία του LEBERNSRAUM, του Ζωτικού Χώρου, που υιοθέτησαν οι Ναζί και υλοποίησαν την δεκαετία του 1930, με κατάληξη στον Β’ Π.Π. Βίοι Παράλληλοι θα έλεγε κάποιος συγκρίνοντας την τουρκική εθνική στρατηγική με την πολιτική των Ναζί και την μεθοδολογία που ακολουθούσαν  οι ηγέτες των Χίτλερ και Ερντογάν, οπότε ας σκεφτούν στην Τουρκία,  που κατέληξε αυτή η πολιτική της Γερμανίας τότε.

 

Έτσι καταλήγοντας θα λέγαμε  ότι η Τουρκία διακινεί αυτές τις ιδέες και πολιτικές  για να διεκδικήσει θαλάσσια ύδατα, που δεν της ανήκουν και στην ουσία δεν δίνει τίποτα σε αντάλλαγμα, παρά τα δικαιώματα των θιγομένων. Και εμείς δεν θα πρέπει να πέφτουμε στην παγίδα τους, να δημιουργείται  εσωστρέφεια και να επηρεάζεται το φρόνημα του λαού μας, γιατί εκεί αποβλέπει η Τουρκία, συνεπικουρούμενη και από εγχώριους προθύμους, αφελείς, απάτριδες, διεθνιστές, συμφεροντολόγους, στην  δημιουργία κλίματος «Μιθριδατισμού», διαποτίζοντάς μας με το δηλητήριο του φόβου και της δειλίας, ώστε να είναι εύκολη η κατάποση απώλειας κυριαρχικών μας δικαιωμάτων, χωρίς αντιδράσεις, όπως εξυφαίνεται από διάφορα κέντρα. Εξάλλου, όπως μας λένε  «Τι θέλετε, πόλεμο να κάνουμε τώρα;», αφού το Καστελόριζο δεν  είναι στο Αιγαίο, αλλά στην Μεσόγειο  και «Είναι μακριά», όπως και η Κύπρος. Καστελόριζο και Κύπρος φαίνεται να είναι για ορισμένους  πιο  μακριά και από τα νησιά Φώκλαντς της Αγγλίας (σε ευθεία γραμμή 12.749 ΚΜ) και από τα νησιά ABC (Αρούμπα, Μποναίρ, Κουρασάο) της Ολλανδίας (σε ευθεία γραμμή 7.919 ΚΜ) στην Καραϊβική θάλασσα στον κόλπο της Βενεζουέλας, όπου έχουν ΑΟΖ και την μοιράζονται στην μέση με την Βενεζουέλα. Δηλαδή η Ολλανδία έχει ΑΟΖ στον κόλπο της Βενεζουέλας και η Αγγλία περίπου στον Νότιο Πόλο, η δε Τζιά επί παραδείγματι, απέναντι από το Λαύριο , έχει μόνο 6 ΝΜ χωρικά ύδατα.  

 

*Ο Ιωάννης Αθ. Μπαλτζώης είναι Αντγος (ε.α.),  με Μεταπτυχιακό M.Sc.του ΕΚΠΑ στην Γεωπολιτική, Πρόεδρος του ΕΛΙΣΜΕ.

Με ποιες κινήσεις κατοχυρώνεται η ελληνικότητα του Αιγαίου

on Saturday, 06 March 2021. Posted in Εθνική Στρατηγική

Του Βενιαμίν Καρακωστάνογλου από το SLPress

Με ποιες κινήσεις κατοχυρώνεται η ελληνικότητα του Αιγαίου

 

Καρακωστάνογλου Βενιαμίν

Το τετράπλευρο περίγραμμα που περικλείει τον σημερινό ελληνικό εθνικό χώρο, ορίζεται από το βορειότερο άκρο του Έβρου μέχρι την Κέρκυρα, και από εκεί μέχρι το δυτικό άκρο της Κρήτης και από τη Ρόδο και το Καστελλόριζο, μέχρι τη Σαμοθράκη. Στο νοητό αυτό τετράπλευρο το ασθενέστερο και ευάλωτο τμήμα είναι το Αρχιπέλαγος του Αιγαίου.

Το σύνολο της θαλάσσιας περιοχής της ιστορικής θάλασσας του Ελληνισμού, που και στις τέσσερις ακτές της άνθισε επί 3.000-4.000 χρόνια λαμπρός ελληνικός πολιτισμός, ανέρχεται σε 190.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα, ενώ η χερσαία ελληνική επικράτεια (ηπειρωτική και νησιωτική) φθάνει τα 132.000 τ.χλμ. Με 12 ναυτικά μίλια αιγιαλίτιδα ζώνη, η Ελλάδα θα έχει 134.000 τ.χλμ. (71,2%) του Αιγαίου, η Τουρκία 16.000 τ.χλμ. (8,7%) και 38.000 τ.χλμ. (20,1%) θα ανήκουν σε διεθνή ύδατα.

Γίνεται αντιληπτό, λοιπόν, ότι τα διάσπαρτα νησιά του Αρχιπελάγους, που το καθένα μπορεί να γίνει εύκολος στόχος επεκτατισμού, ιδίως από τον κυρίαρχο της ανατολικής ακτής του Αιγαίου (Τουρκία), πρέπει να προστατευθούν και να διατηρήσουν την ενότητα και την συνοχή τους, τόσο με την ηπειρωτική Ελλάδα, όσο και μεταξύ τους.

Η εγγύτητα των ακτών της Τουρκίας προς τα νησιά, σε συνδυασμό με τον επεκτατισμό και αναθεωρητισμό της γείτονος, που συνοδεύεται ιδίως την τελευταία 20ετία με φρενήρη στρατιωτικό εξοπλισμό, καθιστά ύψιστη προτεραιότητα την διασφάλιση της άμυνας και της ενότητας των νησιών με την υπόλοιπη Ελλάδα. Οι Τούρκοι απαιτούν, λοιπόν, τον αφοπλισμό των νησιών του Αιγαίου, ώστε να αποτελέσουν εύκολη λεία στον τουρκικό επεκτατισμό!

Προτεραιότητα η συνοχή του Αιγαίου

Η στοιχειώδης αμυντική οργάνωση των νησιών μας, μετά την εισβολή στην Κύπρο, δεν έχει επιθετικό χαρακτήρα και ικανότητα απέναντι στις τουρκικές ένοπλες δυνάμεις, που είναι εξαπλάσιες αριθμητικά και με πολλαπλάσια μέσα από τις ελληνικές! Άλλωστε, επιχειρώντας από εγγύς ηπειρωτικό έδαφος με αεροπορική υπεροχή και πολυάριθμα πλωτά μέσα, έχουν σαφέστατα πλεονεκτήματα, στα οποία προστίθεται το πλεονέκτημα του αιφνιδιασμού, του στρατηγικού βάθους και των εφεδρειών.

Ενώ κανείς στην Ελλάδα δεν διανοήθηκε κατάληψη τουρκικού εδάφους με ορμητήριο τα νησιά μας, είναι βέβαιο, ορατό και εκπεφρασμένο από ανώτατους Τούρκους ηγέτες, ότι διεκδικούν τουλάχιστον τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου γιατί… βρίσκονται πιο κοντά στο τουρκικό έδαφος παρά στην Ελλάδα!

Αν σκεφθούμε τα βρετανικά νησιά Φώκλαντς στον Νότιο Ατλαντικό, τα γαλλικά νησιά Σεν Πιέρ και Μικελόν μέσα σε καναδικό κόλπο στον Βόρειο Ατλαντικό, τα Βρετανικά νησιά της Μάγχης μέσα σε γαλλικό κόλπο και τόσα άλλα παραδείγματα, θα αντιληφθούμε ότι πρόκειται για διεθνώς παράνομα προσχήματα ενός μη αποκρυπτόμενου ιμπεριαλισμού, που πλέον έχει πάρει την επικίνδυνη μορφή νεο-οθωμανισμού και αυτοκρατορικών βλέψεων!

Εν’ όψει όμως των παραπάνω καθίσταται επιτακτική εθνική προτεραιότητα η ανάγκη της Ελλάδος να διασφαλίσει την ασφάλεια, την κυριαρχία της, και την ενότητα και συνοχή του Αιγαιακού Αρχιπελάγους. Η Ελλάδα δεν είναι αμιγώς αρχιπελαγικό κράτος (όπως π.χ. οι Φιλιππίνες), είναι όμως μεικτό αρχιπελαγικό κράτος στο Αιγαίο, πράγμα που συνιστά ευνοϊκή συναφή περίσταση για τις θαλάσσιες οριοθετήσεις, που θα ληφθεί σοβαρά υπόψη από πλευράς ασφάλειας, ενότητας, επικοινωνίας και οικονομίας.

Κλειδί οι θαλάσσιες ζώνες 

Η ολοκλήρωση των θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο θα προσδιορίσει, με βάση το διεθνές δίκαιο, την κυριαρχία, τα κυριαρχικά δικαιώματα και την δικαιοδοσία της χώρας μας, ενώ θα τα ξεχωρίσει από τα αντίστοιχα τουρκικά και από την ανοιχτή θάλασσα (διεθνή ύδατα), δηλαδή την κοινόχρηστη διεθνώς περιοχή του Αρχιπελάγους. Κανένα δικαίωμα ελεύθερης ναυσιπλοΐας δεν εμποδίζεται, ούτε δημιουργείται «κλειστή ελληνική λίμνη», όπως ισχυρίζεται η τουρκική προπαγάνδα.

Η Ελλάδα μπορεί να καθιερώσει διόδους με το καθεστώς του “πλου διέλευσης” για την εξυπηρέτηση της διεθνούς ναυσιπλοΐας. Το διεθνές δίκαιο συνιστά (υπό μορφήν ευχής) σε ημίκλειστες θάλασσες την συνεργασία των παράκτιων χωρών τους, μόνο όμως στους τομείς της αλιείας, της περιβαλλοντικής προστασίας και της επιστημονικής (όχι εφαρμοσμένης), έρευνας και όχι στις γραμμές της οριοθέτησης των θαλασσίων ζωνών κυριαρχίας ή οικονομικών κυριαρχικών δικαιωμάτων.

Η δεσπόζουσα θέση των νησιών επί του θαλάσσιου χώρου, σε συνδυασμό με τις ρυθμίσεις του διεθνούς δικαίου (άρθρο 121 της Σύμβασης UNCLOS 1982) δίνει υπερέχουσα θέση στα ελληνικά δικαιώματα επί της θαλάσσης, καθώς μετά την αιγιαλίτιδα ζώνη, η ΑΟΖ (που πρέπει να κηρυχθεί αμέσως με την επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης) οδηγεί, λόγω της γεωγραφικής δομής, σε αλληλοεπικάλυψη θαλασσίων δικαιωμάτων των ελληνικών ηπειρωτικών ακτών και των αντίστοιχων των νησιών, ή μεταξύ των νησιωτικών ακτών.

Έτσι το μεγαλύτερο μέρος του Αιγαίου θα είναι ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη και ΑΟΖ. Αυτό πρέπει να το αποδεχθεί η Τουρκία, όπως ακριβώς αποδέχεται η Ελλάδα την τουρκική κυριαρχία στην Ανατολική Θράκη, στον Ελλήσποντο, στη Μικρά Ασία και στις περιοχές αιγιαλίτιδας ζώνης (12 ναυτικών μιλίων) στη Μαύρη Θάλασσα και στις νότιες Μεσογειακές ακτές της (12 ν.μ.)! Το ίδιο ισχύει και για την τουρκική ΑΟΖ των (μέχρι) 200 μιλίων στη Μαύρη Θάλασσα, όχι βέβαια στην παράνομη και νομικά αβάσιμη ΑΟΖ που διεκδικεί η Τουρκία με το ανίσχυρο τουρκολιβυκό μνημόνιο στην Ανατολική Μεσόγειο!

Τι πρέπει να προσέξει η Ελλάδα

Μία σχετική απόφαση για θαλάσσια οριοθέτηση ζωνών (ΑΟΖ και Υφαλοκρηπίδας) στο Αιγαίο που θα εξέδιδε το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, θα ήταν χρήσιμη, ώστε να εξαναγκασθεί η Τουρκία να αποδεχθεί την όποια λύση επιβάλει το Δικαστήριο και να υπάρξει νόμιμη οριοθέτηση ενώπιον της διεθνούς κοινότητας. Τα αρνητικά ενδεχόμενα για την Ελλάδα, χωρίς να αποκλείονται, θα έχουν πιθανότατα μικρή έκταση, λόγω της μέχρι τώρα νομολογίας του Δικαστηρίου, σε συνδυασμό και με το Δίκαιο της Θάλασσας, που ευνοεί την Ελλάδα και με βάση το οποίο δικάζει το Δικαστήριο. Καθοριστικό μπορεί να αποβεί το συνυποσχετικό, αν βέβαια επιτευχθεί συμφωνία για την υπογραφή του μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας.

Θα πρέπει να προσδιοριστεί ως περιοχή οριοθέτησης η πιο περιορισμένη, δηλαδή, είτε μεταξύ των ελληνικών νησιών του Αιγαίου και των απέναντι τουρκικών ακτών (ηπειρωτικών και νησιωτικών) είτε μεταξύ των ελληνικών νησιωτικών και ηπειρωτικών ακτών του Κεντρικού και Βορείου Αιγαίου, βορείως της οριζόντιας γραμμής Τήνου-Ικαρίας-Σάμου και των απέναντι τουρκικών ηπειρωτικών και νησιωτικών ακτών. Ως προς την περιοχή του Νοτίου Αιγαίου η ύπαρξη των Κυκλάδων, της Δωδεκανήσου (μέχρι και του Καστελλόριζου) και της Κρήτης, δεν επιτρέπουν την προβολή τουρκικών θαλασσίων ζωνών σε αυτή την περιοχή, δηλαδή πίσω από τα Δωδεκάνησα ή στο Κρητικό Πέλαγος.

Το κύριο ζητούμενο για την Ελλάδα είναι πάντως να μην διασπαστεί η ενότητα του Αιγαίου ως Αρχιπελάγους, με την αποδοχή ή απόδοση στην Τουρκία ενιαίας περιοχής (ζώνης) ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας στο εσωτερικό του Αιγαίου (κυρίως από την Σάμο-Ικαρία και βορειότερα) ή οι ενδεχόμενες τουρκικές προβολές (υπό μορφή δακτύλων) θαλασσίων ζωνών ανάμεσα στα μεγάλα ελληνικά νησιά του Κεντρικού και Βορείου Αιγαίου, προς το εσωτερικό του πελάγους (να μην ξεπερνούν τις δυτικές παρυφές των νησιών και Λήμνου, Λέσβου, Χίου και Σάμου). Επίσης θα πρέπει να αναφέρεται, ως εφαρμοστέο δίκαιο, το συμβατικό και εθιμικό Δίκαιο της Θάλασσας και όχι η “ευθυδικία” (επιείκεια).

Έκθετη η Τουρκία

Επειδή η Τουρκία δεν πρόκειται να δεχθεί αυτό το περιεχόμενο του συνυποσχετικού, τότε η ίδια (Τουρκία) θα πρέπει να αποδεχθεί την ρήτρα υποχρεωτικής δικαιοδοσίας του Διεθνούς Δικαστηρίου, όπως έπραξε η Ελλάδα από το 1994. Έτσι, θα δημιουργηθεί αρμοδιότητα του Δικαστηρίου για την εκδίκαση και δέσμευση και της Τουρκίας για την αποδοχή της όποιας απόφασής του. Επειδή αυτό είναι άκρως απίθανο να συμβεί, προφανώς το θέμα θα παραπεμφθεί στις “καλένδες”.

Αν η Ελλάδα έχει εν τω μεταξύ (όπως οφείλει) επεκτείνει την αιγιαλίτιδα στα 12 ναυτικά μίλια τότε η θέση της στο Αιγαίο θα έχει ενισχυθεί ιδιαιτέρως. Η Τουρκία βέβαια είναι ενδεχόμενο να υλοποιήσει την απολύτως παράνομη απειλή χρήσης βίας (casus belli) που έχει εκτοξεύσει κατά της χώρας μας από το1995. Θα είναι όμως έκθετη διεθνώς γιατί θα έχει απορρίψει την δικαστική επίλυση του ζητήματος και συνεπώς και το ισχύον Δίκαιο της Θάλασσας, καθολικής δεσμευτικότητας.

Αν επιτεθεί στην Ελλάδα, πράγμα απίθανο και απονενοημένο, ή αν παραβιάζει την ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη και ΑΟΖ (που θα χαραχθεί βέβαια με βάση και τα δικαιώματα των νησιών μας), τότε η Ελλάδα θα έχει το δικαίωμα και την υποχρέωση να αντιτάξει νόμιμη αυτοάμυνα, διά των ενόπλων δυνάμεών της προς την τουρκική βία και τις παραβιάσεις και βέβαια να ζητήσει την αρωγή του ΟΗΕ, των ΗΠΑ, της Ευρωπαϊκής Ένωσης και άλλων φιλικών κρατών και διεθνών οργανισμών.

Slpress.gr

Η υβριδική επίθεση με διασπορά ψευδών και ο πραγματικός κίνδυνος για τις περιφερειακές συμμαχίες

on Saturday, 06 March 2021. Posted in Εθνική Στρατηγική

Του Κ. Κυριακόπουλου

Η υβριδική επίθεση με διασπορά ψευδών και ο πραγματικός κίνδυνος για τις περιφερειακές συμμαχίες

 

του Κ. ΚΥΡΙΑΚΟΠΟΥΛΟΥ

Η Τουρκία προφανώς επενδύει και στην διασπορά ψευδών ειδήσεων. Και το κάνει γιατί γνωρίζει καλά ότι αυτή η τακτική, αποτελεί μια ακόμη κρίσιμη λειτουργική παράμετρο, που μπορεί κάλλιστα να ενσωματώνεται στο παζλ ενός στρατηγικά σχεδιασμένου παιχνιδιού

Στο πλαίσιο αυτής της τακτικής, αυτό που επιδιώκεται είναι η πρόκληση βεβιασμένων, αψυχολόγητων, άστοχων και λαθεμένων αντιδράσεων μεταξύ των εμπλεκομένων μερών, οι οποίες μπορούν με την σειρά τους να δημιουργήσουν μια καινούρια κατάστασηπου δεν ενισχύει απλώς την αστάθεια μέσα σε έτσι κι αλλιώς ρευστά γεωπολιτικά περιβάλλοντα, αλλά παράλληλα με αυτό, αποκαλύπτει ρήγματα και κατασκευάζει ευκαιρίες για εμβόλιμες παρεμβάσεις τρίτων, που θα μπορούσαν να τροποποιήσουν δυναμικά τα δεδομένα αλλά και την δυναμική των πραγμάτων εξέλιξη. Ακόμη και το φαινόμενο της ηχηρότατης σιωπής ή της περί διαγραμμάτων τοποθέτησης κάποιου εμπλεκόμενου μέρους που η Τουρκία επιχειρεί να ενσωματώσει στο αφήγημα του ψεύδους, μπορεί να συνιστά μια αρνητικά αξιοποιήσιμη εξέλιξη, που θα πρέπει να προβληματίσει.

Όσοι λοιπόν σπεύδουν να επιδείξουν ανακούφιση, επειδή ορισμένες αποσπασματικές δηλώσεις αξιωματούχων ή κάποιες από τις «αναλύσεις» έγκυρων μεν αλλά μη κυβερνητικών εντεταλμένων (πρακτική που χρησιμοποιείται από το Ισραήλ) αποκαλύπτουν το ανακριβές των Τουρκικών ισχυρισμών, καλό θα είναι να εγκαταλείψουν την πατροπαράδοτη Νιρβάνα και να ασχοληθούν καλύτερα με την διαχείριση των πραγματικών προκλήσεων, απέναντι στις οποίες η χώρα μας θα πρέπει να σταθεί με στρατηγική επάρκεια, με αδιαπραγμάτευτη αποφασιστικότητα και να επιδείξει υποδειγματικές ικανότητες πρωταγωνιστή.

Το κεφάλαιο των γεωπολιτικών προσεταιρισμών στην ΝΑ Μεσόγειο, δεν έχει κλείσει…

Και σε αντίθεση με τους υπερφίαλους κυβερνητικούς πανηγυρισμούς, το μονόπλευρο ενδιαφέρον που επιδεικνύεται γύρω από το ενεργειακό του αποτύπωμα, δεν συνιστά μια ελπιδοφόρα εξέλιξη. Αντιθέτως, είναι μια παράμετρος που τροφοδοτεί και συντηρεί την ανησυχία, αναφορικά με την βιωσιμότητά του και την αντοχή των ταυτοτικών του χαρακτηριστικών μέσα στον χρόνο.

Πρόκειται επί της ουσίας για ένα υβριδικό μοντέλο γεωπολιτικών συνευρέσεων, που η μονομέρεια στον προσανατολισμό του στερεί το αναγκαίο στρατηγικό βάθος, με αποτέλεσμα αυτές οι πολυσυζητημένες συνευρέσεις να συνιστούν κατά βάσην ασταθή, ευμετάβλητα και ευάλωτα στις διεθνείς πιέσεις σχήματα μέσα σε ένα κυλιόμενο σύστημα ισορροπιών, στην τελική διαμόρφωση του οποίου η πατρίδα μας ΔΕΝ θα είναι αναπόσπαστη παράμετρος, αφού ή ίδια δεν έκανε τίποτε για να επιβάλει με όρους στρατηγικής βαρύτητας, το αναγκαίο και αναντικατάστατο της συμμετοχής της σε αυτό.

Από την άποψη αυτή, και πέρα από την τακτική της διασποράς ψευδών ειδήσεων την οποία ενσωματώνει η Τουρκία στην επιθετική της Διπλωματία, καλό θα είναι να μείνουμε με σοβαρότητα και πραγματική ανησυχία στην ουσία των αιτιάσεων, οι οποίες είναι τυπικά βάσιμες σε ότι αφορά στα θεμελιώδη τους, γι’ αυτό καλό θα είναι να μην μας προλάβουν γι’ ακόμη μία φορά οι εξελίξεις. Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν τα αυτονόητα…

Πρώτον: Αυτό που διαδραματίζεται στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου, ΔΕΝ είναι μια διευθέτηση υποθέσεων κοινού ενδιαφέροντος ανάμεσα σε καθαγιασμένες δυνάμεις που διοικούνται από ιεραποστόλους και συναγωνίζονται στις επιδόσεις τους στο σαβουάρ βιβρ. Είναι ένα παιχνίδι ισχύος… Είναι μια απόπειρα να επαναδιατυπωθεί η περιφερειακή εξίσωση ισχύοςσε ένα περιβάλλον ισχυρών ανταγωνιστικών συμφερόντων και ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα αντιπαραθέσεων, στο οποίο συνυπάρχουν δυνάμεις με διαφορετικό επίπεδο ανάπτυξης, με ανταγωνιστικά συγκροτημένες στρατηγικές, με παράλληλες περιφερειακές γεωπολιτικές ωσμώσεις και με διαφορετικής κλίμακας εξαρτήσεις από τους σχεδιασμούς των ισχυρών. Αυτό το περιβάλλον είναι ένα περιβάλλον κατ’ εξοχήν ασταθές και οι επιδράσεις που μπορούν να μεταβάλουν πλήρως τα δεδομένα είναι και διαρκείς και ισχυρότατες.

Δεύτερον: Τα διαδραματιζόμενα στην ΝΑ Μεσόγειο, ΔΕΝ χαρακτηρίζονται από μονοσήμαντες αναγνώσεις. Τα πλουτοπαραγωγικά αποθέματα υδρογονανθράκων και τα ισχυρά συμφέροντα που σχετίζονται με την επεξεργασία και την μεταφορά τους, για άλλους είναι κίνητρο και εργαλείο που θα μπορούσε να καταστήσει βιώσιμη την οικονομία τους, για άλλους πρόσχημα προκειμένου να διευρύνουν το γεωπολιτικό τους πάτημα στην ευρύτερη περιοχή και για άλλους μια παράμετρος καταλυτική που η στοχευμένη της αξιοποίηση, μπορεί να αναβαθμίσει σημαντικά τον περιφερειακό τους ρόλο.

Είναι λοιπόν απολύτως θεμιτό και κυρίως αναμενόμενο, να υπάρχουν δυνάμεις οι οποίες στο όνομα και για λογαριασμό των ισχυρών επιχειρηματικών ομίλων που εκπροσωπούν, να αντιμετωπίζουν το εγχείρημα του αγωγού EAST MED ως μια επενδυτική πρόκληση για την οποία θα πρέπει να σταθμίσουν πολύ πιο προσεκτικά τα οικονομικά – επενδυτικά της θεμελιώδη, όπως επίσης είναι αυτονόητο πως υπάρχουν δυνάμεις που βλέπουν στο συγκεκριμένο πρότζεκτ την ιστορική ευκαιρία να ελπίσουν βάσιμα σε μια κάποια γεωπολιτική τους αναβάθμιση. Και φυσικά είναι απολύτως λογικό πως, πέρα και πάνω και από τις μεν αλλά και από τις δε, υπάρχουν οι υπερατλαντικοί πάτρωνες που ενδιαφέρονται για την διασφάλιση ενός φτηνά κοστολογημένου πακέτου ενεργειακής ασφάλειας και λειτουργικής διαμετακομιδής, προκειμένου και η γεωπολιτική καθυπόταξη της περιοχής να μην διακυβεύεται αλλά και τα προσδοκώμενα κέρδη των επιχειρηματικών ομίλων να είναι πλήρως εξασφαλισμένα.

Επομένως… Όλα όσα συντελούνται αυτήν την περίοδο στο παρασκήνιο με επίκεντρο τα ενεργειακά και τα οποία τροφοδότησαν με πρωτογενές υλικό την νέα υβριδική επίθεση της Τουρκίας που σχετίζεται με την διασπορά ψευδών ειδήσεων, έχουν συγκεκριμένο κώδικα ερμηνείας και πολύ σαφή μεθοδολογία ανάγνωσης, την οποία θα πρέπει να αποτολμήσουμε νηφάλια και ολοκληρωμένα.

  • Έτσι… Ο διεθνής διαγωνισμός στον οποίο προέβη η Αίγυπτος για την εκχώρηση άδειας ερευνών για υδρογονάνθρακες, στον σχεδιασμό της οποίας ενσωματώνεται και περιοχή η οποία δεν περιλαμβάνεται στην οριοθέτηση μεταξύ Ελλάδας-Αιγύπτου, ενώ υπάρχει σε αυτήν τμήμα του οικοπέδου MED-W18 το περίγραμμα του οποίου ακολουθεί τη γραμμή που διεκδικεί ως όριο της ΑΟΖ της η Τουρκία, ΔΕΝ είναι μέρος κάποιας Αιγυπτιακής μπαμπεσιάς.

Είναι προϊόν των εμπορικών κριτηρίων τα οποία δυστυχώς ΔΕΝ αποκλείσαμε να αναγορεύονται σε κυρίαρχα, αφού ΔΕΝ προσπαθήσαμε να καταδείξουμε στον στρατηγό Σίσι ότι η στρατηγική βιωσιμότητα της χώρας του, προϋποθέτει μια διαφορετική αντίληψη για την διαχείριση των περιφερειακών προκλήσεωνπου θα βάλει με στρατηγικούς όρους ταφόπλακα στους αναθεωρητικούς σχεδιασμούς.

  • Επίσης… Η συμφωνία Αιγύπτου-Ισραήλ για τη μεταφορά Ισραηλινού φυσικού αερίου από το κοίτασμα Λεβιάθαν στους Αιγυπτιακούς σταθμούς υγροποίησηςγια να ακολουθήσει στην συνέχεια η εξαγωγή του στην Ευρώπη σε μορφή LNG, δεν συνιστά Ισραηλινο-αιγυπτιακή μπαμπεσιά.

Είναι απλώς μια εναλλακτική συμφέρουσα οικονομική μελέτη για ένα σοβαρό πρότζεκτ, το οποίο έχει ΚΑΙ οικονομική διάσταση, αλλά ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΜΟΝΟ οικονομική διάσταση. Συνιστά στην βάση του μια κορυφαία στρατηγική πρόκληση για την περιφερειακή στρατηγική σταθερότητα, αλλά αυτήν την πλευρά ο άμεσα ενδιαφερόμενος δυστυχώς ΔΕΝ φρόντισε να την αναδείξει.

Αυτό το οποίο κάνει η Τουρκία με την τακτική της διασποράς ψευδών ειδήσεων περί δήθεν δεδομένων συμφωνιών, είναι να υπενθυμίζει στους ισχυρούς πως έχει πλήρη επίγνωση των κορυφαίων στρατηγικών τους προκλήσεων, τονίζοντάς τους ταυτόχρονα πως είναι αποφασισμένη να συμβάλει στην προσαρμογή τους στις δικές της ιδιαίτερες επιδιώξεις, στο πλαίσιο του ηγεμονικού περιφερειακού ρόλου που διεκδικεί, ως καταλύτης και συμπρωταγωνιστής στην νέα ισορροπία ισχύος. Πιο απλά, αυτό το οποίο επιχειρεί η Τουρκία, είναι να εκβιάσει τους πάντες κραδαίνοντας το μαστίγιο της περιφερειακής αποσταθεροποίησης για να διασφαλίσει την δική της γεωπολιτική αναβάθμιση, και ταυτόχρονα να τους δελεάσει με το καρότο των οικονομικών θεμελιωδών που είναι προφανές πως δεν τους αφήνει αδιάφορους.

Η πατρίδα μας…

Επιμένοντας να κινείται στον αστερισμό της στρατηγικής ρηχότητας, «τσίμπησε» στην διασπορά των ψευδών και σπεύδει να βγει στην σέντρα παραπονούμενη, διαμηνύοντας όμως έτσι στους πάντες, πως παραμένει καθηλωμένη και αμετακίνητη στις Συμπληγάδες της ηττοπάθειας.

Η απολύτως προβλέψιμη από τους πάντες και διαχειρίσιμη εξ αιτίας της ρηχότητάς της Ελληνική συστημική στρατηγική σκέψησυνεχίζει δυστυχώς να μην συνειδητοποιεί τις ολέθριες ανεπάρκειες που έχουν επιδειχτεί και οι οποίες, από την μία μεριά έχουν πείσει τους πάντες πως η Ελλάδα είναι ένα μέγεθος που μανιπουλάρεται εύκολα και από την άλλη έχουν αφήσει πρόσφορο έδαφος να συνεχίζει να πρυτανεύει ο οικονομισμός και να υποχωρεί η στρατηγική από τα σκληρά συστατικά αυτής της περιφερειακής συνεύρεσης.

Αν αυτή η κατάσταση δεν ανακοπεί άμεσα, τότε θα υπάρξει κόστος και αυτό το κόστος θα είναι βαρύτατο για τον Ελληνισμό. Αν η Κύπρος στις δεύτερες σκέψεις των «συνεργατών» μας, εκλαμβάνεται ως μια γεωπολιτική οντότητα που μπορεί να ροκανίζεται χωρίς ιδιαίτερη δυσκολία, τότε η συνοχή του Ελληνισμού απειλείται με ανεπανόρθωτα πλήγματα. Και αν αυτή η συνοχή κλονιστεί, τότε η δραστική γεωπολιτική του αποδυνάμωση, θα είναι απλώς θέμα χρόνου.

Η Ελλάδα οφείλει να γυρίσει την παρτίδα και έχει υποχρέωση να το κάνει πριν υπερωριμάσουν λογικές και αντιλήψεις που την αγνοούν. Και η παρτίδα για να τουμπάρει, έχει ανάγκη από τρία πράγματα πρωτίστως.

Ολοκληρωμένη στρατηγική εθνικής επιβίωσης  η οποία θα κινηθεί επιτέλους στον αντίποδα της αναποφασιστικότητας και της ηττοπάθειας, και θα δεν θα διστάσει να αναλάβει πρωτοβουλίες που θα τροποποιήσουν συνολικά την ατζέντα ΚΑΙ στο επίπεδο των ενδοσυμμαχικών συνεννοήσεων και διευθετήσεων, με πρώτο βήμα φυσικά, την άμεση άσκηση των μονομερών δικαιωμάτων που απορρέουν από το Διεθνές Δίκαιο

Επιθετική περιφερειακή στρατηγική που θα αναβαθμίζει το δίπολο Ελλάδα – Κύπρος  σε ισχυρό εθνικό σύμπλοκο, το οποίο έχει επίγνωση των συγκριτικών του πλεονεκτημάτων και τεχνογνωσία να τα διαχειριστεί στοχευμένα έναντι πάντων. Πρώτιστη επιδίωξη εδώ, δεν μπορεί παρά να είναι η επανοριοθέτηση των πολυμερών συνεργασιών, με στόχο την υπεράσπιση της περιφερειακής φυσιογνωμίας και της ταυτότητας της Ευρώπης συνολικά. Και τέλος…

Ένα νέο Εθνικό Όραμα ικανό να εμπνεύσει και γιατί όχι να επιβάλει, μια νέου τύπου περιφερειακή συμμαχία, μακράς πνοής και ευρέως στρατηγικού βάθους, που να τοποθετήσει απέναντί της τον νεο-οθωμανικό μεγαλοϊδεατισμό και στις προτεραιότητές της την αμετάκλητη αποκατάσταση των ιστορικών δικαίων.

 

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΝΗ ΣΤΗΝ ΝΑ ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΣΤΗΜΕΝΟ;

on Sunday, 28 February 2021. Posted in Μελέτες, Εθνική Στρατηγική

Του Λεόντιου Πορτοκαλάκη, Τοπογράφος Μηχ., M.Sc., Μέλος του ΕΛΙΣΜΕ

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΖΩΝΗ ΣΤΗΝ ΝΑ ΜΕΣΟΓΕΙΟ

ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΠΑΙΓΝΙΔΙ ΣΤΗΜΕΝΟ;

 

Εισαγωγή :

Στις 18/2/2021  η Αίγυπτος  μέσω των κρατικών εταιριών πετρελαίου EGPC (Egyptian General Petroleum Corporation)  και φυσικού αερίου EGAS (Εgyptian Natural Gas Holding Company) ανακοίνωσε την προκήρυξη νέου διεθνούς γύρου παραχωρήσεων για έρευνα υδρογονανθράκων (Υ/Α) σε  24 “οικόπεδα”  που βρίσκονται στην επικράτειά της.

Τα οικόπεδα αυτά χωρίζονται σε τρείς κατηγορίες:

  1.  Εννιά (9) οικόπεδα βρίσκονται στην θαλάσσια περιοχή της Αιγυπτιακής ΑΟΖ
  2. Έντεκα (11) οικόπεδα βρίσκονται στην Δυτική έρημο και
  3. Τέσσερα (4) οικόπεδα βρίσκονται στον κόλπο του Σουέζ. ( Σχήμα 1).

 

Σχήμα 1:  Προκήρυξη 24 οικοπέδων για έρευνα Υ/Α της Αιγύπτου

Η διαδικασία αυτή είναι  συνηθισμένη στην Αίγυπτο αλλά και διεθνώς, η οποία μέχρι σήμερα έχει προκηρύξει πολλούς γύρους παραχωρήσεων, που προσέλκυσαν πολλές πετρελαϊκές Εταιρίες, οι οποίες και έκαναν σημαντικές ανακαλύψεις.

Η προκήρυξη όμως αυτή, αποκτά για εμάς ιδιαίτερο ενδιαφέρον, διότι αφενός γίνεται μετά την  πρόσφατη συμφωνία μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας - Αιγύπτου στις 6 Αυγούστου 2020 (μεταξύ 26ου και 28ου μεσημβρινού)   και αφετέρου διότι φαίνεται ότι  στην υποομάδα των εννέα θαλασσοτεμαχίων (εκ των 24), αυτά ορίζονται σε θέσεις οι οποίες χωρίς να θίγουν την μεταξύ μας οριοθέτηση της  ΑΟΖ, εν τούτοις δημιουργούν μεγάλα ερωτήματα, δεδομένου ότι επεκτείνονται και πέραν των ορίων της συμφωνίας μας, δηλαδή δυτικά του 26ου μεσημβρινού και ανατολικά του 28ου.

 

Ο χάρτης.

Παρά τις πολλές ανακοινώσεις του γεγονότος στον τύπο,  εν τούτοις  με  δυσκολία μπόρεσα και εντόπισα έναν κατάλληλο  χάρτη που συνοδεύει την παραπάνω προκήρυξη (Σχήμα 1).

Όσον αφορά στον χάρτη αυτό,  παρατηρούμε ότι δεν αναγράφεται το γεωδαιτικό σύστημα στο οποίο αναφέρεται και εκτός από ένα δίκτυο γεωγραφικών συντεταγμένων ανά μοίρα (σε άγνωστο Datum) που έχει περιφερειακά δεν έχει περισσότερα στοιχεία. Τα εννιά (9) θαλασσοτεμάχια που μας ενδιαφέρουν, χωρίζονται σε δύο υποομάδες. Τρία εξ αυτών με τoυς κωδικoύς EG-MED-W1,17,18 (μάλλον EGYPT-MEDITERANNEAN-WEST) βρίσκονται δυτικά, τα δε υπόλοιπα 6 με κωδικούς EG-MED-E1,2,3,4,5,6  (μάλλον EGYPT-MEDITERANNEAN-EAST) βρίσκονται ανατολικά.

Παράλληλα τα θαλασσοτεμάχια αυτά φέρονται απομονωμένα και δεν συσχετίζονται με τις υπάρχουσες άλλες οριοθετήσεις στην Μεσόγειο, αλλά και άλλα στοιχεία παραχωρήσεων στην περιοχή, ώστε ο μη ειδικός παρατηρητής, να μην μπορεί εύκολα και άμεσα να εντοπίσει ακριβώς την θέση τους οπτικά και να αντιληφθεί την συσχέτισή τους με άλλα δεδομένα στην περιοχή. Σε άλλες περιπτώσεις προκηρύξεων της Αιγύπτου αλλά και άλλων χωρών υπήρχαν περισσότερες σαφείς αναφορές (Σχήμα 2).

 

 

   

Σχήμα 2:  Αντίστοιχες περιπτώσεις άλλων οριοθετήσεων “οικοπέδων”

 

Επίσης οι ονομασίες των οικοπέδων με τα αντίστοιχα εμβαδά βρίσκονται και πέριξ του χάρτη αυτού, ώστε να υπάρχει και μια αίσθηση του μεγέθους των (Σχήμα 1).

Οι παρατηρήσεις

Λόγω της έλλειψης περισσοτέρων αξιόπιστων στοιχείων ( π.χ ακριβείς συντεταγμένες, συσχετίσεις με άλλες παραχωρήσεις κλπ.) έγινε προσπάθεια μιας κατά προσέγγιση γραφικής απεικόνισης των θαλασσοτεμαχίων αυτών σε έναν γενικότερο χάρτη που περιλαμβάνει περισσότερα στοιχεία και στον οποίο παρατηρούμε τα εξής (Σχήματα 3,4):

 

 

Σχήμα 3:  Προκήρυξη των εννέα (9) θαλασσοτεμαχίων  και συσχέτισή τους με τις οριοθετήσεις ΑΟΖ της περιοχής αλλά και άλλων οριοθετήσεων “oικοπέδων”.

  1. Το βόρειο άκρο των τριών δυτικών θαλασσοτεμαχίων (EG-MED-W1,17,18) συμπίπτει με την γραμμή μερικής οριοθέτησης των ΑΟΖ μεταξύ Ελλάδας και Αιγύπτου (σημεία A,B,C,D,E),  που πρόσφατα συμφωνήσαμε μεταξύ του 26ου και του  28ου μεσημβρινού.
  2. Το θαλασσοτεμάχιο EG-MED-W18 και στην βόρεια πλευρά του φαίνεται ότι :
    1. Επεκτείνεται πέραν του μεσημβρινού των 28ο  (μεσημβρινός που διέρχεται από το σημείο Α) με κατεύθυνση Νοτιοανατολική.
    2. Το βόρειο αυτό τμήμα της επέκτασης του, συμπίπτει με την γραμμή οριοθέτησης που αυθαίρετα όρισε στο παρελθόν η Τουρκία σαν σύνορο μεταξύ αυτής και της Αιγύπτου για να την δελεάσει, αγνοώντας την εν δυνάμει ΑΟΖ της Ελλάδας, η οριοθέτηση της οποίας φαίνεται στο σχήμα 3 νοτιότερα (με γαλάζιο χρώμα).
    3.  Η επέκταση αυτή του θαλασσοτεμαχίου ανατολικά, θίγει το εν δυνάμει κομμάτι της Ελληνικής ΑΟΖ ανατολικά του 28ου μεσημβρινού συνολικής έκτασης 3.654 τετρ.χιλ. (Σχήμα 3 περιοχή με γαλάζιες κουκίδες)  κατά ένα σημαντικό μέρος (Σχήμα 3-κόκκινος κύκλος).
    4. Το θαλασσοτεμάχιο EG-MED-W1 επεκτείνεται δυτικά του μεσημβρινού των 26ο  (μεσημβρινός που διέρχεται από το σημείο Ε) και θίγει αφενός ένα κομμάτι της εν δυνάμει Ελληνικής ΑΟΖ αλλά και ένα κομμάτι της εν δυνάμει Λιβυκής ΑΟΖ (Σχήμα 3 -μπλε κύκλος). Τα όρια των ΑΟΖ στην περιοχή αυτή (μεταξύ Ελλάδας-Λιβύης)  έχουν ως γνωστό ορισθεί μονομερώς από την Ελλάδα βάσει του άρθρου 156 του Ν. 4001/11 (ΦΕΚ Α’ 179/22-8-2011) με βάση την μέση γραμμή σαν μια πρώτη προσέγγιση (προσωρινά),  για να προχωρήσει η ανακήρυξη των Ελληνικών θαλασσοτεμαχίων νότια της Κρήτης (προβλεπόμενη διαδικασία).
    5. Για τα υπόλοιπα πέντε θαλασσοτεμάχια με τους κωδικούς   EG-MED-E1,2,3,4,5 που βρίσκονται δυτικά, φαίνεται ότι το βόρειο σύνορό τους συμπίπτει (και δεν την παραβιάζει) με την οριοθετηθείσα γραμμή ΑΟΖ μεταξύ Κύπρου και Αιγύπτου το 2003 που είχε συμφωνηθεί στην τότε υπογραφείσα συμφωνία.
    6. Το έκτο  θαλασσοτεμάχιο με κωδικό  EG-MED-E6 βρίσκεται νότια στις ακτές της Αιγύπτου και προς το παρόν δεν θα μας απασχολήσει (όχι επιτυχημένη ακριβής εφαρμογή λόγω γραφικών προσεγγίσεων) (Σχήμα 3).

 

Σχήμα 4:  Υπερβάσεις δυτικά του 26ου μεσημβρινού και ανατολικά του 28ου.

Συμπεράσματα:

Βάσει της πιο πάνω ανάλυσης που στηρίζεται στα στοιχεία της νέας προκήρυξης οικοπέδων της Αιγύπτου, προκύπτουν τα πιο κάτω:

  1. Η Αίγυπτος με την διαδικασία αυτή, παραβιάζει έμμεσα το άρθρο 1 παρ. α’ της κοινής συμφωνίας (Ν. 4717-ΦΕΚ 164/28-8-20), που λέει ότι η ολοκλήρωση της οριοθέτησης πέραν των σημείων Α και Ε ( 28ο και 26ο μεσημβρινού αντιστοίχως), θα γίνεται με κοινή διαβούλευση και στην βάση του διεθνούς δικαίου.

Μια διαδικασία  που -όπως φαίνεται-δεν έγινε αφού η Αίγυπτος προκήρυξε μονομερώς τα 24 οικόπεδα με την πιο πάνω διαδικασία. Παράλληλα οι παράγραφοι του άρθρου 1 γ’ και δ’ ομιλούν για πιθανή τροποποίηση των σημείων Α και Ε όταν πρόκειται να γίνει νέα οριοθέτηση ΑΟΖ. Όμως στην πραγματικότητα, η με τον τρόπο αυτό οριοθέτηση των εννέα (9) θαλασσοτεμαχίων, έστω και αν δεν έχει συμφωνηθεί κάποια διαδικασία οριοθέτησης ΑΟΖ,  δεσμεύει οιαδήποτε μελλοντική συμφωνία να κινηθεί πάνω σε αυτή την γραμμή, πολύ περισσότερο δε (την δεσμεύει) όταν παραχωρηθεί το οικόπεδο αυτό σε πετρελαϊκές εταιρίες, που θα είναι τότε πολύ δύσκολο να τροποποιηθούν τα όρια αυτά.

  1. Η επέκταση του θαλασσοτεμαχίου EG-MED-W18 ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, εκτός του ότι θίγει τμήμα της Ελληνικής ΑΟΖ φαίνεται ότι ακολουθεί την από την Τουρκία προταθείσα γραμμή οριοθέτησης με την Αίγυπτο ανατολικά του πιο πάνω μεσημβρινού και έμμεσα συμφωνεί με αυτήν. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει μια  υπόθεση που είχε αναφερθεί σε παλαιότερη εργασία μου (“ Ερμηνεύοντας το ORUC REIS” https://www.elisme.gr/gr/2020-05-16-15-30-51/item/oruc-reis) για την διεύθυνση της πιθανής επέκτασης της γραμμής μερικής οριοθέτησης ΑΟΖ Ελλάδας - Αιγύπτου (A,B,C,D,E)  πέραν του σημείου Α (διεκδικούμενο σημείο 8)  (Σχήμα 4 – μαύρος κύκλος), στην οποία η παρούσα επέκταση είχε προβλεφθεί σαν μια πιθανή εκδοχή. Συγχρόνως θεμελιώνει υποψίες ότι προοδευτικά υλοποιούνται ενέργειες που έχουν ήδη προσυμφωνηθεί για την χωροθέτηση των θαλασσίων ζωνών ανατολικά του 28ου μεσημβρινού μακριά από τις προβλέψεις του διεθνούς δικαίου.
  2. Το  θαλάσσιο διάστημα μεταξύ των  δυτικών τριών θαλασσοτεμαχίων και των πέντε ανατολικών, στο οποίο δεν έχουν οριοθετηθεί (για την ώρα) θαλασσοτεμάχια, εκλαμβάνεται ότι ίσως είναι μια  προσπάθεια να μελετηθούν οι αντιδράσεις της Ελλάδας, από την πρώτη αυτή καταφανή πρωτοβουλία επέκτασης ανατολικά του 28ου μεσημβρινού, που γίνεται με αυτή την προκήρυξη. Εάν η Ελλάδα δεν αντιδράσει,  πιθανόν σε αμέσως μεταγενέστερο χρόνο να καλυφθεί και αυτό το κενό με νέα προκήρυξη θαλασσοτεμαχίων, ολοκληρώνοντας με τον τρόπο αυτό την απώλεια και του υπολοίπου τμήματος της Ελληνικής ΑΟΖ . Ταυτόχρονα περιορίζονται και οι μελλοντικές διεκδικήσεις της Ελλάδας από την ΑΟΖ του Καστελόριζου, μέσα στον χώρο  που πρόσφατα η Τουρκία διεξήγαγε παράνομες έρευνες μέσω εκδοθέντων εννέα NAVTEX,  επιτρέπει στην Τουρκία να έχει (έστω σε ένα τμήμα ανατολικά του 28ου),  κοινά θαλάσσια όρια με Αίγυπτο, διακόπτοντας στην ουσία την ένωση της Ελληνικής και Κυπριακής ΑΟΖ.

 Όλες οι παραπάνω διαπιστώσεις οδηγούν αρκετούς να ισχυρίζονται:              ” Μήπως το παιγνίδι είναι στημένο;”

 

Προτάσεις:

 

Η Ελλάδα εν όψει του γεγονότος αυτού οφείλει :

  1. Να εκδηλώσει άμεσα την αντίθεσή της, τουλάχιστον όσον αφορά στην οριοθέτηση των τριών δυτικών θαλασσοτεμαχίων (ιδιαίτερα των δύο EG-MED-W 1,18), που προφανώς επεκτείνονται ένθεν και ένθεν των μεσημβρινών 26ο και 28ο  και να απαιτήσει την άμεση διόρθωση των ορίων τους πριν ακόμη εκδηλωθεί το ενδιαφέρον από τις πετρελαϊκές Εταιρίες και υπογραφούν συμβάσεις,  διότι τότε θα είναι αργά.

                                                                                                              28 Φεβρουαρίου  2021

Λεόντιος Πορτοκαλάκης

Τοπογράφος Μηχ. M.Sc.

Μέλος του ΕΛΙΣΜΕ

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΙΗΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΟΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟ

on Friday, 26 February 2021. Posted in Εθνική Στρατηγική

Capt. E.N.Rigos, International Hellenic Association (IHA)

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ ΙΗΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΟΡΕΙΑ ΗΠΕΙΡΟ

February 23, 2021 Capt. E.N.Rigos International Hellenic Association (IHA)

 

23 Φεβρουαρίου 2021

Το International Hellenic Association, ένας μη κερδοσκοπικός, μη κυβερνητικός και μη κομματικός οργανισμός με έδρα το Delaware των Ηνωμένων Πολιτειών και 4.000 περίπου μέλη Ακαδημαϊκού επιπέδου σε ολόκληρο τον κόσμο, εκφράζει την έντονη αποδοκιμασία και τον αποτροπιασμό του για την επαναλαμβανόμενη εφαρμογή φασιστικών πρακτικών εθνοκάθαρσης των Αλβανικών αρχών εναντίον του εναπομείναντος ελληνισμού της Βορείου Ηπείρου.

Τελευταίο κρούσμα η (ερήμην) καταδίκη, από Αλβανικό δικαστήριο του Αργυρόκαστρου, σε φυλάκιση 8 ετών και 6 μηνών του Αντιπροέδρου της Κίνησης για την Αναγέννηση της Βορείου Ηπείρου και διακεκριμένου ακτιβιστή για τα ανθρώπινα δικαιώματα της Εθνικής Ελληνικής Μειονότητας Μόντη Κολίλα.

Η αιτιολογία της «καταδίκης» ταυτίζεται απόλυτα με τις αθρόες καταδίκες Κούρδων πολιτών και πολιτικών στην Τουρκία, στρατηγικό εταίρο της Αλβανίας και διακηρυγμένο μέντορα της στην εφαρμογή πολιτικών εθνοκάθαρσης: «Πρόκληση μίσους και ταραχών, διάδοση αντισυνταγματικών κειμένων, οργάνωση και συμμετοχή σε παράνομες συγκεντρώσεις και συλλαλητήρια».

Οι συνεχιζόμενες «πρακτικές» εθνοκάθαρσης της Αλβανικής κυβέρνησης με ύπουλες δολοφονίες επιλεγμένων Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου (όπως το 2018 ο Κωνσταντίνος Κατσίφας επειδή συμμετείχε στον εορτασμό της ελληνικής εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου ή  το 2010 ο Αριστοτέλης Γκούμας επειδή μιλούσε ελληνικά στην πατρίδα του την Χιμάρα), οι  προκλητικές αποφάσεις της αλά-τούρκα κατευθυνόμενης Αλβανικής «δικαιοσύνης» καθώς και πολλές άλλες μεθοδεύσεις της Αλβανικής κυβέρνησης εναντίον της ζωής και της περιουσίας του ελληνισμού της Β. Ηπείρου, θέτουν αξεπέραστα εμπόδια στην Ευρωπαϊκή προοπτική της Αλβανίας και την οδηγούν πίσω, στις πιο σκοτεινές εποχές της διακυβέρνησης Εμβέρ Χότζα με την συνεχή εφαρμογή  ακραία φασιστικών πρακτικών.  
Κάνουμε έκκληση στην Ελληνική Κυβέρνηση να καταγγείλει επίσημα τις απαράδεκτες πολιτικές εθνοκάθαρσης της Αλβανικής κυβέρνησης σε όλα τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Συμβουλίου της Ευρώπης, του Οργανισμού για την Ασφάλεια και την Συνεργασία στην Ευρώπη και να παρέχει την αναγκαία νομική υποστήριξη στην δικαίωση του Μόντη Κολίλα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

Για το

International Hellenic Association

Η επιτροπή Β. Ηπείρου

International Hellenic Association

Επιστολή του Ιnternational Hellenic Association-I.H.A.στον Πρωθυπουργό

on Monday, 22 February 2021. Posted in Εθνική Στρατηγική

Ιnternational Hellenic Association-I.H.A. (https:/professors-phds.com/)

Αξιότιμον κον Κυριάκο Μητσοτάκη
Πρωθυπουργόν της Ελλάδας
Ηρώδου Αττικού 19
106 74 Αθήνα

21 Φεβρουαρίου 2021

Tο Ιnternational Hellenic Association-I.H.A. (https:/professors-phds.com/), είναι ένας μη κερδοσκοπικός, μη κυβερνητικός και μη κομματικός οργανισμός με έδρα το Delaware των Η.Π.Α. και 4.000 περίπου μέλη ακαδημαϊκού επιπέδου σ’ ολόκληρο τον κόσμο.

Με την επιστολή μας αυτή, θα θέλαμε να σας γνωρίσουμε την στήριξή μας στην πολιτική  και τις δράσεις της ελληνικής Κυβέρνησης για την αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας. Ταυτόχρονα, θα θέλαμε να σας παροτρύνουμε να εφαρμόσετε μια πιο δυναμική πολιτική έναντι της Άγκυρας, θέτοντας μεταξύ άλλων το θέμα της μη εφαρμογής του άρθρου 14 της Συνθήκης της Λοζάνης που προβλέπει τοπική αυτοδιοίκηση και αστυνομική δύναμη αποτελούμενη από τον αυτόχθονα Ελληνικό πληθυσμό καθώς και καταγγέλλοντας τον εποικισμό των νήσων με την εκδίωξη των γηγενών κατοίκων.

Τό Ελληνικό-Καναδικό  Κογκρέσο έθεσε υπόψη μας την από 16.02.21 επιστολή του προς εσάς αναφορικά με την άσκηση του νομίμου και αδιαμφισβήτητου κυριαρχικού δικαιώματος της Ελλάδας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στο Αιγαίο στα 12 ναυτικά μίλια. Το Ι.Η.Α. συμφωνεί, και υποστηρίζει το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής.

Επί πλέον, υποστηρίζουμε κάθε προσπάθεια της κυβέρνησης να ενισχύσει την αμυντική και διπλωματική προπαρασκευή της χώρας , ώστε να προχωρήσει στην επέκταση των χωρικών μας υδάτων στο λοιπό κομμάτι της Ελληνικής επικράτειας μέχρι τα 12 ν.μ. Θεωρούμε ότι αυτό πρέπει να είναι προϋπόθεση πριν τυχόν τα υπόλοιπα ζητήματα παραπεμφθούν στο ΔΔΧ.

Ενθαρρύνουμε την κυβέρνηση να συνεχίσει να εργάζεται συστηματικά με την Αίγυπτο, την Κύπρο και το Ισραήλ για την εμπέδωση της ειρήνης και σταθερότητας στην ανατ. Μεσόγειο, ώστε να εξισορροπούμε την Τουρκία, μέχρι αυτή να στέρξει σε ισότιμη συνεργασία.

Κρίνουμε στο πλαίσιο αυτό θετικά τις συμφωνίες που έχουν συναφθεί για ΑΟΖ / υφαλοκρηπίδα με Ιταλία και Αίγυπτο και την ενθαρρύνουμε να προχωρήσει γρήγορα σε δικαστική διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που απομένουν με την Αλβανία.

Παρακαλούμε, δεχθείτε, κύριε Πρωθυπουργέ, την διαβεβαίωση της υψηλής μας εκτίμησης.

Για το InternationalHellenicAssociation

  Ευάγγελος Ρήγος (Πρόεδρος)              Νίνα Γκατζούλη (Αντιπρόεδρος)

Ο ΑΓΩΓΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ TCP (TransCaspianPipeline)

on Monday, 22 February 2021. Posted in Μελέτες, Εθνική Στρατηγική

Του Λεόντιου Πορτοκαλάκη, Τοπογράφος Μηχ., M.Sc., Μέλος του ΕΛΙΣΜΕ

Ο ΑΓΩΓΟΣ ΦΥΣΙΚΟΥ ΑΕΡΙΟΥ TCP (TransCaspianPipeline)

 

Εισαγωγή: Στις 21 Ιανουαρίου 2021 υπεγράφη μια σημαντική συμφωνία μεταξύ του Αζερμπαϊτζάν και Τουρκμενιστάν.

Μετά από σχεδόν 30 χρόνια συνομιλιών, επιχειρημάτων και απειλών, το Αζερμπαϊτζάν και το Τουρκμενιστάν συμφώνησαν να αναπτύξουν από κοινού ένα αμφισβητούμενο πεδίο υδρογονανθράκων (Dostulk), που βρίσκεται στην Κασπία Θάλασσα περίπου στο κοινό ”θαλάσσιο” όριο μεταξύ των δύο χωρών.

Το γεγονός αυτό καθαυτό δεν θα είχε μεγάλη σημασία γιατί η από κοινού εκμετάλλευση ενός κοιτάσματος που βρίσκεται στο όριο δύο Κρατών είναι κάτι συνηθισμένο στην Δύση και γίνεται με κανόνες που έχουν μεγάλο εύρος αποδοχής.

Το σημαντικό όμως είναι,  ότι μέσω του γεγονότος αυτού, οι δυο χώρες που είχαν πολλές και σημαντικές διαφορές στο παρελθόν , αρχίζουν να βρίσκουν σημεία επαναπροσέγγισης με βάση το κοινό συμφέρον.

Βέβαια το Αζερμπαϊτζάν άρχισε να αναπτύσσει νωρίτερα δύο πετρελαιοφόρες περιοχές στην περιοχή της Κασπίας , το Chirag το 1997 και το Azeri το 2002, με τη βοήθεια μιας διεθνούς κοινοπραξίας υπό την ηγεσία της BP, πριν να επιλύσει τη διαφωνία ιδιοκτησίας με το Τουρκμενιστάν, γεγονός το οποίο δημιούργησε τριβές. Σήμερα όμως φαίνεται ότι κάνουν ένα βήμα συμφιλίωσης μέσω μιας πρότασης για κοινή εκμετάλλευση και μέσω αυτής θέτουν τις βάσεις για την υλοποίηση ενός παλαιού ονείρου που έχει αναβληθεί στο παρελθόν.

Δηλαδή την κατασκευή ενός υποθαλάσσιου αγωγού που θα μεταφέρει τα μεγάλα κοιτάσματα αερίου του Τουρκμενιστάν μέσω του Αζερμπαϊτζάν στην διψασμένη για ενέργεια Ευρώπη.

Ανάπτυξη: Η Κασπία δεν είναι θάλασσα, αλλά παράλληλα δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί και ως λίμνη λόγω του μεγάλου μεγέθους της  (Έκταση 371.000 τετρ. χλμ. με μέσο βάθος 184 μ. και μέγιστο 1025 μ.) (Σχήματα 1,1α)

          

                Σχήμα 1: Η Κασπία θάλασσα                        Σχήμα 1α: Βυθομετρία ανα 100μ. (μαύρες/500 μ.)

Τα τελευταία χρόνια δύο σημαντικά γεγονότα έστρεψαν το παγκόσμιο ενδιαφέρον στην περιοχή αυτή.

  1. Με αφορμή την έγκριση της ενδιάμεσης σύμβασης για την προστασία του θαλάσσιου περιβάλλοντος, τα πέντε  κράτη που συνορεύουν με αυτήν (Ρωσία, Καζακστάν, Τουρκμενιστάν, Αζερμπαϊτζάν, Ιράν),  συμφώνησαν στην χάραξη των θαλασσίων χωρικών υδάτων σε βάθος 15 ναυτικών μιλίων από τις ακτές, και επι πλέον παραχωρήθηκαν  ακόμη 10 ναυτικά μίλια για αλιεία. Τον Αύγουστο του 2018 υπογράφηκε στο Καζακστάν η τελική σύμβαση, που περιλάμβανε διατάξεις για την χρήση του βυθού, την αλιεία, την ναυτιλία και τα χωρικά ύδατα κάτω από ένα ειδικό νομικό καθεστώς, που δεν προβλέπεται από την σύμβαση του Montego Bay 82 (Σχήμα 2).

 

Σχήμα 2: Χωρισμός των υδάτων της Κασπίας

 

  1. Στα ύδατα της Κασπίας θάλασσας ανακαλύφθηκαν  σημαντικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων, με χαρακτηριστικά αυτά του Αζερμπαϊτζάν (Shah Deniz), μέσω των οποίων  ήδη υλοποιείται ένας διαφορετικός δρόμος και πηγή τροφοδοσίας της Ευρώπης με Φυσικό Αέριο, μέσω του συστήματος αγωγών  TSCP-ANAP-TAP και όχι μόνον.

Σήμερα με την συμφωνία αυτή το ενδιαφέρον γίνεται εντονότερο διότι:

  1. Με αφορμή την εκμετάλλευση αυτού του  σημαντικού κοιτάσματος (Dostlulk), (που έχει αποδεδειγμένα αποθέματα περίπου 1,4 δισεκατομμυρίων βαρελιών πετρελαίου, το οποίο βρίσκεται στο θαλάσσιο κοινό όριο μεταξύ του Αζερμπαϊτζάν και Τουρκμενιστάν και το οποίο μέχρι πρόσφατα ονομαζόταν από το Αζερμπαϊτζάν  Kapaz και από το Τουρκμενιστάν  Serdar και το οποίο συμφωνήθηκε τώρα  να ονομάζεται Dostulk η Dostlug, (Σχήματα 3,4) που σημαίνει φιλία),  αποκαθίσταται μια ιδιαίτερη σχέση συνεργασίας μεταξύ του Τουρκμενιστάν και του Αζερμπαϊτζάν (Οι ποσότητες που αναφέρονται στο σχήμα 3 είναι για το σύνολο των υδρογονανθράκων που εντοπίζονται στα αδειοδοτηθέντα θαλασσοτεμάχια από το Αζερμπαϊτζάν).

 

Σχήμα 3: Το κοίτασμα DOSTULK ( παλαιά ονομασία Kapaz ή  Serdar)

 

Σχήμα 4: Το κοίτασμα DOSTULK (Kapaz/Serdar) με ευρύτερα χαρακτηριστικά της περιοχής.

 

  1. Η φιλία αυτή φαίνεται ότι αποτελεί πρόκριμα για την εκ νέου  ενεργοποίηση κατασκευής του αγωγού TCP (Trans Caspian Pipeline), ώστε  να μεταφέρει τα τεράστια αποθέματα αερίου που ανακαλύφθηκαν στο Τουρκμενιστάν, στην Ευρώπη.

ΟΑγωγόςTCP (Trans Caspian Pipeline)

Αυτός ο αγωγός ήταν ένα παλαιό σχέδιο του 1987, το οποίο δεν καρποφόρησε, αν και υπήρχαν ήδη μελέτες για την μεταφορά των υδρογονανθράκων από το λιμάνι της Shatigk και το Dowletabad στο λιμάνι του Μπακού του Αζερμπαϊτζάν.

Πρόκειται για έναν αγωγό διαμέτρου 36” (0, 91 μ.), μήκους  300 χλμ.    μεταφορικής ικανότητας   8-32 δις. κυβ. μετρων αερίου/έτος, συνολικού επενδυτικού κόστους περίπου 5 δις. $,  με εκτιμώμενο χρόνο υλοποίησης τρία (3) χρόνια (Σχέδιo 5).

 

Σχέδιo 5: Σενάρια του  σχεδιαζόμενου αγωγού TCP

Όπως αναφέρεται σε ένα άρθρο του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών (CSIS), στο παρελθόν  πολλοί αγωγοί σχεδιάστηκαν, άρχισαν να κατασκευάζονται αλλά δεν υλοποιήθηκαν (π.χ Nabucco). Σ’αυτό το άρθρο γίνεται μια προσπάθεια να κωδικοποιηθούν οι παράγοντες που καθορίζουν την πιθανότητα υλοποίησης, σε ένα περιβάλλον που από την φύση του μεταβάλλεται ταχέως. Συγκεκριμένα προσδιορίστηκαν οι πιο κάτω:

  1. «Χρειάζεται μια ειδική πηγή υδρογονανθράκων, ενας ικανός εμπορικός πρωταθλητής, μια ευνοϊκή οικονομία και τέλος μια πολιτική στήριξη».

 Εξετάζοντας την ύπαρξη αυτών των χαρακτηριστικών για την δυνατότητα υλοποίησης του TCP, το ίδιο άρθρο επισημαίνει ότι: «Πρώτον ότι παρά τα τεράστια αποθέματα του Τουρκμενιστάν, οι μακροχρόνιες συμβάσεις του κράτους αυτού  με την Κίνα και την Ρωσία επιβάλλουν την ανάπτυξη μιας νέας πηγής (από τις πολλές που υπάρχουν), δεδομένου ότι τα σημερινά εκμεταλλευόμενα κοιτάσματα καλύπτουν τα συμβόλαια προς Κίνα και Ρωσία.

Δεύτερον δεν φαίνεται να υπάρχει για την ώρα ένας εμπορικός πρωταθλητής (π.χ ένα διεθνές consortium που θα αναλάβει τα κόστη ερευνών-ανάπτυξης) για να αναπτύξει την βάση πόρων που απαιτούνται, με το δεδομένο ότι το Τουρκμενιστάν συνεχίζει να απαγορεύει τις ξένες επενδύσεις. Η προσπάθεια που έγινε στα τέλη της  δεκαετίας του 1990 με την PSG απέτυχε, λόγω μη δυνατότητας οικονομικής συμμετοχής του  κατόχου των πηγών τροφοδοσίας (Τουρμενιστάν).

 Συγχρόνως το κόστος ανάπτυξης του ΦΑ λόγω της φύσης του σαν ελαφρό συμπύκνωμα και της παρουσίας θείου είναι υψηλό (χρειάζονται σωληνώσεις με αντιδιαβρωτική προστασία από το θείο που έχουν σημαντικό κόστος), εάν δε συνδυαστεί με την επενδυτική ανάγκη για συμπιεστές και επι πλέον κατασκευές αγωγών ξηράς σε δύσκολο τοπογραφικό υπόβαθρο (επι πλέον κόστος), αποτελεί πρόκληση.

 

Τρίτον  σύμφωνα με σύγχρονες μελέτες, υπό τις παρούσες συνθήκες, το Τουρκμενικό αέριο δεν θα ήταν ανταγωνιστικό ως προς τις τιμές στην Ευρώπη, εν σχέσει αυτού που προέρχεται από το Αζερμπαϊτζάν. 

Τέταρτον  στον τομέα της πολιτικής υποστήριξης, όπως αναφέρεται στο άρθρο, υπάρχει ενδιαφέρον και από τις δύο ασιατικές χώρες αλλά και από τις ΗΠΑ και την ΕΕ αλλά δεν είναι επαρκές από μόνο του να βοηθήσει στην υλοποίηση, όταν υπάρχουν παράλληλα και οι ανασχετικές δράσεις της Ρωσίας, που δεν επιθυμεί να δει άλλον ανταγωνιστή στην περιοχή της.

Πάντως παρά τις δυσκολίες το έργο έχει συμπεριληφθεί στα έργα κοινού ενδιαφέροντος της ΕΕ ( PCI),   ώστε να χρηματοδοτηθεί έως και το 75% των επιλέξιμων δαπανών κατασκευής και η οποία δαπάνη θα καλυφθεί από τον προϋπολογισμό της ΕΕ στο πρόγραμμα CEF  (Συνδέοντας την Ευρώπη»). Το γεγονός αυτό αποδεικνύει το ενδιαφέρον της ΕΕ για την ολοκλήρωση του νοτίου διαδρόμου του ΦΑ (Σχήμα 6).

                                                                                                                    

Σχήμα 6: Νότιος διάδρομος Φυσικού Αερίου προς Ευρώπη

Όπως αναφέρεται στο άρθρο http://w-stream-transcaspian.com/the-project/ ο αγωγός TCP έχει ήδη καταστεί μια βασική και απαραίτητη υποδομή δύο βασικών δικτύων αγωγών εφοδιασμού με ΦΑ της ΕΕ που έχουν ήδη περιληφθεί στα PCI από το Τουρκμενιστάν και το Αζερμπαϊτζάν (ίσως μελλοντικά και από το Καζακστάν και Ουζμπεκιστάν). Μέσω του αγωγού αυτού (TCP) γίνεται σύνδεση με τον (SCP: South Caucasus Pipeline) και μετά υπάρχει διαχωρισμός  σε δύο υποδίκτυα. Το ένα είναι μέσω του αγωγού TANAP -TAP που θα καταλήγει στην Ιταλία μέσω της Αδριατικής θάλασσας. Το δεύτερο είναι μέσω του  αγωγού White Stream κατά μήκος της Μαύρης Θάλασσας (Σχήμα 7).

 

Σχήμα 7: Τροφοδοσία της Ευρώπης μέσω του TCP και των υποδικτύων.

Επίσης όπως αναφέρεται σε άρθρο του Michael Fuhrmann (EMEA & Russia Dept., Global Economic & Political Studies Div.Mitsui & Co. Global Strategic Studies Institute), η Ευρωπαϊκή Ένωση εξαρτάται σε ένα ποσοστό 40% όσον αφορά στο φυσικό αέριο από την Ρωσία. Συνεπώς κάθε προσπάθεια διαφοροποίησης των πηγών και των δρόμων εφοδιασμού της αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Το πρόγραμμα του αγωγού TCP είναι πολύ παλαιό και η ΕΕ εργάζεται πολλά χρόνια για την υλοποίηση του,  διότι μέσω αυτού θα  υλοποιηθεί ο Νότιος διάδρομος αερίου (SGC).

 Όπως αναφέρεται στο άρθρο οι εισαγωγές Φυσικού Αερίου της ΕΕ αναμένεται να αυξηθούν με ένα ετήσιο ρυθμό 0,6% μεταξύ 2020-2030 και θα φτάσουν στα 330 δις. κυβ. μέτρα το 2025.

Σχεδιάζεται ώστε ένα ποσόν της τάξης των 30 δις. κυβ. μέτρων ΦΑ να προέρχεται από το Τουρκμενιστάν επιπλέον των 10 δισ. κυβ. μέτρων του αερίου που προέρχεται από το Αζερμπαϊτζάν για μια Ευρώπη που έχει ανάγκη περίπου 450-500 δισ. κυβ. μέτρα.

Ενώ όλες οι προοπτικές φαίνεται να είναι καλές, ιδιαίτερα μετά την υπογραφή της σύμβασης του 2018 που έδωσε αυτονομία κινήσεων στο Αζερμπαϊτζάν και το Τουρκμενιστάν, εν τούτοις παραμένουν μεγάλες αμφιβολίες σχετικά με για δυνατότητες οικονομικής επιβίωσης του έργου.

Όπως αναφέρει ο ο Simon Pirani, ανώτερος επισκέπτης ερευνητής στο Ινστιτούτο Οξφόρδης για τις Ενεργειακές Μελέτες του Ηνωμένου Βασιλείου η τιμή προμήθειας του αερίου αυτού στην Ιταλία θα προσεγγίζει τα 10$/ MMBtu, εν σχέσει με τον ανταγωνισμό που είναι περίπου 2-4 $/MMBtu ( σημερινή τιμή του αερίου που προέρχεται από την Ρωσία αλλά και από άλλες πηγές).  

Για μια ακόμη φορά, μετά την πρόσφατη υπογραφή της συμφωνίας για την από κοινού εκμετάλλευση του κοιτάσματος Dostulk μεταξύ Αζερμπαϊτζάν και Τουρκμενιστάν, αναθερθμαίνεται το ενδιαφέρον για την υλοποίηση του αγωγού TCP, ο οποίος αν θα εξασφαλίσει συνθήκες βιωσιμότητας, θα ενισχύσει την την προσπάθεια διαφοροποίησης των οδών και των πηγών μεταφοράς του ΦΑ προς την Ευρώπη κατά ένα ποσοστό της τάξης του 10% έως και 20% .

 

                                                                                       18 Φεβρουαρίου 2021

Λ. Πορτοκαλάκης

Μέλος ΕΛΙΣΜΕ

 

Σχετικά links:

https://eurasianet.org/azerbaijan-and-turkmenistan-agreement-advances-caspian-gas-cooperation

https://www.rferl.org/a/analysis-turkmenistan-azerbaijan-resolve-a-30-year-dispute-over-caspian-field-/31063736.html

https://www.atlanticcouncil.org/blogs/energysource/trans-caspian-pipeline-still-a-pipe-dream/

http://w-stream-transcaspian.com/the-project/

 

Η πυραυλική επανάσταση αλλάζει τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου

on Wednesday, 03 February 2021. Posted in Εθνική Στρατηγική

Του Κώστα Γρίβα καθηγητής στην ΣΣΕ

Η πυραυλική επανάσταση αλλάζει τον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου

 

Γρίβας Κώστας

 

Σύμφωνα με τον στρατηγιστή Andrew Krepinevich, μια στρατιωτική επανάσταση προκύπτει όταν τεχνολογικές αλλαγές συνδυάζονται με καινοτομίες στις μεθοδολογίες, στα δόγματα μάχης και στην οργάνωση των στρατευμάτων, με αποτέλεσμα να προκύπτουν θεμελιώδεις αλλαγές στον χαρακτήρα και στον τρόπο διεξαγωγής του πολέμου.

Αυτό ακριβώς φαίνεται πως συμβαίνει σήμερα. Έχουμε ενώπιον μας μια νέα στρατιωτική επανάσταση, η οποία προκύπτει από τη σύνθεση μιας σειράς γεωπολιτικών παραγόντων και τεχνολογιών εξελίξεων. Υπό μια έννοια θα μπορούσαμε να πούμε ότι η νέα στρατιωτική επανάσταση αποτελεί αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης μιας σειράς άλλων επαναστάσεων. Η πρώτη εξ αυτών είναι η λεγόμενη πυραυλική επανάσταση (missile revolution).

Με τον επίσημο τερματισμό στις 2 Αυγούστου του 2019, μετά από 32 χρόνια, της συνθήκης INF, η οποία απαγόρευε στη Ρωσία και στις ΗΠΑ να αναπτύξουν επίγεια εκτοξευόμενους πυραύλους (βαλλιστικούς και cruise) με βεληνεκές μεταξύ 500 και 5.500 χλμ., προέκυψε ένα ιστορικό ορόσημο. Τελειώνει η μεταψυχροπολεμική εποχή και εισερχόμαστε σε μια νέα περίοδο.

Ταυτοχρόνως, ξεκινά μια νέα φάση της λεγόμενης πυραυλικής επανάστασης, η οποία αναμένεται να επιδράσει αποφασιστικά στα πολεμικά πράγματα στη δεκαετία του 2020. Σε αντίθεση με ό,τι γενικώς πιστεύεται, ο τερματισμός της συνθήκης INF δεν αναμένεται να επηρεάσει τα θέματα πυρηνικής ισχύος (τουλάχιστον στην αρχή), αλλά της συμβατικής. Αυτό θα γίνει με την ανάπτυξη νέων πυραυλικών συστημάτων πολύ μεγάλων δυνατοτήτων, τα οποία αναφέρονται από τους Αμερικανούς ειδικούς ως "μεταπυρηνικά υπερόπλα".

Πυραυλική επανάσταση: η πρώτη φάση

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι μέχρι σήμερα ζούσαμε την πρώτη φάση της πυραυλικής επανάστασης, η οποία χαρακτηρίστηκε από την ανάπτυξη προηγμένων πυραυλικών συστημάτων διάφορων τύπων από τις ευρασιατικές Δυνάμεις, προεξαρχούσης της Κίνας. Αιχμή του δόρατος είναι οι αντιπλοϊκοί βαλλιστικοί πύραυλοι (ASBM), γνωστότερος εκπρόσωπος των οποίων είναι ο περιβόητος "φονέας αεροπλανοφόρων" DF-21D.

Οι πύραυλοι αυτοί επέτρεψαν στην Κίνα να διαμορφώσει πλέγματα αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής (A2/AD) που επιδίωκαν να διώξουν μακριά από τις κινεζικές ακτές τα αμερικανικά αεροπλανοφόρα, ενώ οι Ρώσοι ανέπτυξαν "φυσαλίδες" αεράμυνας (bubbles) σε διάφορα κρίσιμα σημεία της Ευρασίας, στις οποίες πολύ δύσκολα μπορούσαν να εισέλθουν τα αμερικανικά μαχητικά αεροσκάφη.

Επιπροσθέτως, οι "φυσαλίδες" αυτές συμπληρώνονταν με νέα και προηγμένα συστήματα ηλεκτρονικού πολέμου, τα οποία προκάλεσαν τεράστια προβλήματα στη λειτουργία των αμερικανικών πλατφορμών μάχης. Αυτοί οι θόλοι αεράμυνας προστάτευαν το ανανεωμένο ρωσικό πυροβολικό, οι επιδόσεις του οποίου στις μάχες στην Ανατολική Ουκρανία εντυπωσίασαν τους Δυτικούς.

Το ρωσικό πυροβολικό αξιοποίησε τις τεχνολογίες της πυραυλικής επανάστασης, ενισχύοντας αποφασιστικά το βεληνεκές, την ακρίβεια πλήγματος και την φονικότητα. Μετατράπηκε έτσι σε παράγοντα αποφασιστικής σημασίας για τη διαμόρφωση των εξελίξεων στο πεδίο της μάχης. Στο μεταξύ, οι ενισχυμένες ικανότητες της Ρωσίας και της Κίνας στον εντοπισμό αεροσκαφών stealth, καθιστούν θέμα χρόνου τη δραστική μείωση των ικανοτήτων ασφαλούς διείσδυσης μέσα στους θόλους αεράμυνας ακόμα και αεροσκαφών πολύ χαμηλής διακριτότητας (VLO), όπως είναι το F-35.

Τα όρια των αεροσκαφών stealth 

Εν παραλλήλω, το κόστος των μαχητικών αεροσκαφών τελευταίας γενεάς, ιδιαίτερα αυτών με χαρακτηριστικά stealth, είναι τόσο μεγάλο, που είναι πλέον πάρα πολύ δύσκολο να αποκτηθούν και να συντηρηθούν σε επαρκείς αριθμούς ακόμη και από χώρες με πολύ ισχυρές οικονομίες, όπως είναι η Νότια Κορέα, η Ιαπωνία αλλά και οι ίδιες οι ΗΠΑ. Όμως, τα χαρακτηριστικά stealth ήταν η τελευταία ελπίδα επιβίωσης των "πλατφορμοκεντρικών" (platform centric) μοντέλων προβολής ισχύος, τα οποία χρησιμοποιούν ως αιχμή του δόρατος το επανδρωμένο αεροσκάφος κρούσης.

Αν τα χαρακτηριστικά stealth δεν αρκούν για να προσφέρουν απόλυτη ασφάλεια, τότε οι μικροί αριθμοί στους οποίους είναι διαθέσιμα τα σύγχρονα αεροσκάφη, λόγω του πολύ υψηλού κόστους κατασκευής και συντήρησής τους, τα καθιστούν απολύτως ανεπαρκή για να μπορέσουν να διεισδύσουν στα πυκνά και επικαλυπτόμενα δίκτυα αεράμυνας που αναπτύσσονται διαρκώς. Έτσι λοιπόν, η διάσπαση των "φυσαλίδων" αεράμυνας της Κίνας και της Ρωσίας δύσκολα θα μπορούσε να γίνει με τον "παραδοσιακό" τρόπο, δηλαδή με πλατφόρμες μάχης.

Συνακόλουθα, η έξοδος από τη Συνθήκη INF ήταν αναγκαία ώστε να προσφέρει στις ΗΠΑ την ευκαιρία να ξεκινήσουν τη δική τους εκδοχή της πυραυλικής επανάστασης. Δηλαδή, να αναπτύξουν κι αυτές πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς που θα λειτουργήσουν σαν "βελόνες" που θα τρυπήσουν τις ρωσικές και κινεζικές "φυσαλίδες". Την ίδια μέρα της εξόδου από τη συνθήκη, διά του υπουργού Άμυνας Μαρκ Έσπερ, οι ΗΠΑ δήλωσαν ότι θα πράξουν ακριβώς αυτό.

Η πρώτη φάση της πυραυλικής επανάστασης ήταν η ανάπτυξη θόλων αντιπρόσβασης και άρνησης περιοχής από πλευράς της Κίνας και της Ρωσίας, με σκοπό να κατανικήσουν τις προηγμένες "πλατφορμοκεντρικές" αμερικανικές δυνάμεις. Η δεύτερη φάση της είναι η ανάπτυξη, από πλευράς τις ΗΠΑ αυτή τη φορά, πυραυλικών συστημάτων ικανών να διατρήσουν αυτούς τους θόλους.

Νέο κεφάλαιο στην πολεμική ιστορία

πως έγινε στην περίπτωση της Κίνας και της Ρωσίας, η ανάπτυξη προηγμένων στρατηγικών πυραυλικών συστημάτων συμπαρασύρει και τα τακτικά συστήματα, όπως είναι οι πολλαπλοί εκτοξευτές ρουκετών και τα πυροβόλα΄. Τα συμπαρασύρει ως προς την αύξηση του βεληνεκούς, την ακρίβεια πλήγματος, τον όγκο και τη φονικότητα των πυρών, την δυνατότητα αυτόνομης αναζήτησης στόχων και σε μια σειρά από άλλους παράγοντες.

Η εξέλιξη αυτή ανοίγει ένα νέο κεφάλαιο στην ιστορία του πολέμου. Σηματοδοτεί το τέλος της εποχής των "υπερπλατφορμών" μάχης, δηλαδή πανάκριβων και πολύπλοκων αεροσκαφών, τα οποία είναι φορτωμένα με "εξωτικές" τεχνολογίες διάφορων τύπων, κύριος σκοπός των οποίων είναι να τα προστατεύουν από επιθέσεις. Αυτές οι τεχνολογίες, όμως, ελάχιστα συνεισέφεραν στις επιθετικές τους δυνατότητες. Βέβαια, αεροσκάφη όπως το F-35 θα συνεχίσουν να παράγονται και να εξελίσσονται για μια σειρά από λόγους.

Ένας εξ αυτών είναι ότι τα επανδρωμένα μαχητικά αεροσκάφη, stealth και μη, συνεχίζουν να έχουν έναν σοβαρό ρόλο να παίξουν στα πολεμικά δρώμενα. Αξιοποιώντας τους πολύ ισχυρούς αισθητήρες τους, βελτιωμένα υπολογιστικά συστήματα με ικανότητες σύντηξης δεδομένων (data fusion) και ενταγμένα σε δικτυακές δομές, μπορούν να παίξουν τον ρόλο των "αυτιών και των ματιών" πολύπλοκων αρχιτεκτονικών προβολής ισχύος.

Λειτουργούν δηλαδή ως υπεραισθητήρες μεγάλης ευελιξίας και υψηλής επιβιωσιμότητας. Όμως, θα είναι πλέον περισσότερο "υπηρέτες" των πυραύλων και των πυροβόλων, παρά άρχοντες του πεδίου της μάχης. Αλλά και τα αεροσκάφη αναμένεται να εφοδιαστούν με βλήματα πολύ μεγαλύτερου βεληνεκούς σε σχέση με αυτά που φέρουν σήμερα, καθώς και σε μεγαλύτερες ποσότητες. Έτσι η τάση είναι να μετατραπούν σε ιπτάμενες πυροβολαρχίες.

Πηγή:slpress.gr

 

ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΣΚΑΦΗ, ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ Η ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΕΛΙΓΜΟΣ;

on Monday, 01 February 2021. Posted in Μελέτες, Εθνική Στρατηγική

Του Λεόντιου Πορτοκαλάκη, Τοπογράφος Μηχ.- M.Sc Μέλος ΕΛΙΣΜΕ

ΤΟΥΡΚΙΚΑ ΕΡΕΥΝΗΤΙΚΑ ΣΚΑΦΗ

ΑΛΛΑΓΗ ΠΛΕΥΣΗΣ Η ΤΑΚΤΙΚΟΣ ΕΛΙΓΜΟΣ;

 

Εισαγωγή: Στις 28/11/2020, με το πέρας των παράνομων ερευνητικών εργασιών εντός της εν δυνάμει Ελληνικής ΑΟΖ νότια του Καστελλορίζου και εντός της περιοχής της NAVTEX 1460/20, το Τουρκικό γεωφυσικό σκάφος ORUC REIS αποσύρθηκε στο λιμάνι της Αττάλειας. Η απόσυρση προβλήθηκε από την Τουρκία σαν μια ένδειξη διακοπής των προκλήσεων στην περιοχή, εν όψει του διαφαινομένου νέου κύκλου συζητήσεων με την Ελλάδα. Στην πραγματικότητα οι προκλήσεις συνεχίστηκαν σε άλλα επίπεδα όπως ότι το δεύτερο ερευνητικό σκάφος συνέχισε να κάνει έρευνα μέσα στην Κυπριακή ΑΟΖ μέχρι τις 12/1/2021 και εντός της NAVTEX 1378/20, οι υπερπτήσεις αεροσκαφών ακόμη και πάνω από Ελληνικό έδαφος συνεχίζονται, οι παρενοχλήσεις των αλιευτικών σκαφών εντείνονται και οι εκτοξευόμενες απειλές και δράσεις συνεχίζονται με μεγαλύτερη ένταση (π.χ επίσκεψη στα κατεχόμενα) σε συνδυασμό με άλλες κατευναστικές κινήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, είναι χρήσιμο να παρακολουθείται από εδώ και στο εξής όχι μόνο η ερευνητική κίνηση του σκάφους αυτού, αλλά και των υπολοίπων 16 σκαφών του ερευνητικού στόλου της Τουρκίας, ώστε να υπάρξει μια συνεχής ετοιμότητα και συνολική εκτίμηση της εξέλιξης της ερευνητικής δραστηριότητας, η οποία φαίνεται ότι δεν ακολουθεί επιστημονικά κριτήρια αλλά έχει καταντήσει ένα υβριδικής σύστασης πολιτικό όπλο εναντίον του Ελληνισμού  στον βαθμό που αυτή επηρεάζει τα Ελληνικά συμφέροντα.     

Δεδομένα:

Όπως έχει αναφερθεί από άλλους ερευνητές, η Τουρκία από το 2013 έχει επενδύσει στην ερευνητική της δραστηριότητα, περίπου ένα δισεκατομμύριο Ευρώ για την αγορά και συντήρηση ενός εντυπωσιακού στόλου 17 σκαφών που αποτελείται από τρία θαλάσσια γεωτρύπανα, δύο σύγχρονα ερευνητικά, δύο ερευνητικά παλαιότερης τεχνολογίας και  βοηθητικά.  

 Παράλληλα με την έναρξη αυτής της έντονης δραστηριότητας, έχει ήδη ξοδέψει ένα σημαντικό κεφάλαιο για την λειτουργία τους καθώς και για το προσωπικό που απασχολείται όχι μόνον σε αυτά αλλά και αυτών που ασχολούνται με τον σχεδιασμό και την επεξεργασία των δεδομένων της σεισμικής δραστηριότητας στα γραφεία της Τουρκικής Εταιρίας Πετρελαίων TPAO. Το ποσόν αυτό δεν αποκλείεται να είναι ισότιμο με την αγορά του πιο πάνω Τουρκικού στόλου.

Από τα πιο πάνω προκύπτει το συμπέρασμα ότι η Τουρκία αντιμετωπίζει το θέμα με μεγάλη σοβαρότητα, διαθέτοντας σημαντικούς οικονομικούς πόρους, αφού εξυπηρετεί συγχρόνως δύο στόχους.

Αφ’ενός την ανεύρεση πολύτιμων πλουτοπαραγωγικών πηγών για μια χώρα που εισάγει το  μεγαλύτερο μέρος της ενέργειας της και αφετέρου την χρήση του για την εξυπηρέτηση πολιτικών σκοπιμοτήτων, στην προσπάθεια αμφισβήτησης  δικαιωμάτων της Ελλάδας στους παραδοσιακά θαλάσσιους χώρους της.

Επειδή η δεύτερη δραστηριότητα-στόχος έχει άμεσο αντίκτυπο στην κυριαρχία και στα κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας, θεωρείται σημαντικό να παρακολουθείται συστηματικά αυτή η δραστηριότητα ώστε έγκαιρα να παίρνονται οι σωστές αποφάσεις.

 

Ανάλυση :

Με την παρούσα εργασία, δίνεται μια σημερινή εικόνα της δραστηριότητας αυτών των σκαφών πρίν και μετά την πραγματοποιηθείσα συζήτηση Ελλάδας -Τουρκίας στις 25/1/2021 μετά από μια τετραετή περίοδο διακοπής και 60 προηγούμενων άκαρπων κύκλων επαφών.

  1. 1.      Σκάφος ORUC REIS .

Όπως προαναφέρθηκε στις  29/11/2020, το σκάφος αγκυροβόλησε στο λιμάνι της Αττάλειας. Στο λιμάνι αυτό παρέμεινε μέχρι τις 21/12/2020. Στις 22/12 με την έκδοση της σχετικής NAVTEX 1610/20 ξεκίνησε για την έναρξη ενός νέου κύκλου ερευνών στην ευρύτερη περιοχή των υδάτων της Αττάλειας και έξω από την εν δυνάμει Ελληνική η Κυπριακή υφαλοκρηπίδα   ( Σχήμα 1).

 Στην περιοχή αυτή, αφού πραγματοποίησε ένα κύκλο δοκιμών και καταγραφών, αποσύρθηκε στις 14/1 εκ νέου στο λιμάνι του CIRALI – Αττάλειας  όπου και παρέμεινε μέχρι τις 18/1. Στις 19/1 ξεκίνησε εκ νέου με την καταγραφή νέων σεισμικών γραμμών μέσα στην περιοχή της  ίδιας NAVTEX 1610/20. Στις  27/1 αφού το σκάφος διέγραψε εκ νέου μερικά προφιλ που διακρίνονται από μια έλλειψη συστηματικότητας και φανερώνουν ορισμένα προβλήματα πιθανόν του σκάφους η του εξοπλισμού, τελικά οδηγήθηκε εκ νέου στο λιμάνι της Αττάλειας όπου και παραμένει μέχρι σήμερα.

Από την παρακολούθηση αυτής της δραστηριότητας μέχρι τώρα μπορούμε να εξάγουμε τα πιο κάτω συμπεράσματα:

  1. Τα καταγραφόμενα σεισμικά προφίλ που έχουν διεύθυνση Βορειοδυτικά προς Νοτιοανατολικά (παράλληλα προς τις πλευρές της σχετικής NAVTEX) είναι πυκνά,  σε μια μέση απόσταση μεταξύ τους 200-300 μέτρα πράγμα που δηλώνει μια περισσότερο συστηματική έρευνα.
  2. Οι διακοπές εκπομπής σήματος προσδιορισμού θέσης στα Νοτιοανατολικά των προφίλ δηλώνει πρόθεση απόκρυψης κινήσεων.
  3. Η ενδιάμεση διακοπή στις 14/1  και η εκ νέου έναρξη από τις 19/1 δείχνει την ύπαρξη πιθανών προβλημάτων η έκτακτων γεγονότων στην εν γένει λειτουργία του σκάφους.
  4. Η εκτέλεση του σεισμικού προγράμματος απο τις 19/1 μέχρι τις 27/1 διακρίνεται από μια έλλειψη σχεδιασμού και ύπαρξης πιθανών προβλημάτων ( κόκκινη γραμμή-Σχήμα 1).
  5. Η απόσυρσή του στην Αττάλεια στις 27/1, πιθανόν εντάσσεται σε μια προσπάθεια αποφυγής προκλήσεων εν όψει της συνόδου κορυφής της ΕΕ στο τέλος Μαρτίου και των επόμενων κινήσεων της Αμερικανικής ηγεσίας.

 

  1. 2.      Σκάφος BARBAROS HAYREDDIN PASA

        Αυτό το ερευνητικό σκάφος εκτελούσε από τις 5/11/2020 ένα σεισμικό πρόγραμμα (μωβ γραμμές) μέσα στην ΑΟΖ της Κύπρου και εντός της περιοχής που όριζε η NAVTEX 1378/20 (Σχήμα 2-κόκκινη γραμμή 1,2,..5,6).

                                                                                                                                                                                                                                                

                Σχήμα 1: Πρόγραμμα ORUC Navtex 1610/20                                      Σχήμα 2: Πρόγραμμα BARBAROS Navtex 1378/20

 

                            Το πρόγραμμα αυτό είχε τα εξής χαρακτηριστικά :

  1. Τα καταγραφόμενα σεισμικά προφίλ που έχουν διεύθυνση σχεδόν Βορρά προς Νότο (παράλληλα προς τις πλευρές της σχετικής NAVTEX) ,  βρίσκονται σε μια μέση απόσταση μεταξύ τους 4-5 χλμ. γεγονός που δηλώνει μια περισσότερο γενική (regional) έρευνα.
  2. Ορισμένα προφίλ καταγράφηκαν στα νότια της γεώτρησης  SELTZOUKLOU-1 που έκανε το γεωτρητικό σκάφος της Τουρκίας YAVUZ στις 21/4/2020 (μαύρο τετράγωνο) έξω από τα όρια της πιο πάνω NAVTEX και μέσα σε περιοχές των θαλασσοτεμαχίων 1,5,6 της Κυπριακής Δημοκρατίας (Σχήμα 2) .
  3. Από τις 12/1/2021 το σκάφος φάνηκε ελλιμενισμένο στο λιμάνι του TASUCU. Εντελώς απρόοπτα στις 20/1/2021 το σκάφος αναχώρησε από το λιμάνι και κινήθηκε με κατεύθυνση Νοτιοδυτικά, γεγονός που έθεσε σε επιφυλακή τις Ελληνικές δυνάμεις. Αφού όμως κινήθηκε περίπου 38 μίλια, επέστρεψε εκ νέου στο λιμάνι του TASUCU  όπου και βρίσκεται μέχρι σήμερα. Η ξαφνική κίνηση αυτή αν δεν κρύβει κάτι βαθύτερο λόγω της επιλεγείσης διαδρομής, θα μπορούσε να ερμηνευτεί σαν μια τυποποιημένη και συνηθισμένη ενέργεια ελέγχου των σεισμικών καλωδίων, πιθανόν στα ρηχά νερά παράλληλα στην ακτή.

 

  1. 3.      Γεωτρητικό σκάφος YAVUZ

 

Το σκάφος αυτό βρίσκεται από τις 4/10/2020  ελλιμενισμένο στο λιμάνι TASUCU μετά το πέρας της γεώτρησης SELZOUKLOU-1. Συγχρόνως από τις 20/12 σταμάτησε την εκπομπή του σήματος προσδιορισμού της θέσης του.

 

  1. 4.      Γεωτρητικό σκάφος FATIH

 

Το σκάφος αυτό βρίσκεται από τις 19/12/2020  στην θέση γεώτρησης DUNAI-1 στον Εύξεινο πόντο. Συγχρόνως και αυτό από τις 20/12 σταμάτησε την εκπομπή του σήματος προσδιορισμού της θέσης του.

 

  1. 5.      Γεωτρητικό σκάφος KANUNI

Τέλος το σκάφος αυτό βρίσκεται από τις 13/11/2020 στον Εύξεινο Πόντο και από τις 2/12/2020 στο λιμάνι της πόλης SAZKOY στον Εύξεινο Πόντο, μετά από μια μακρά περίοδο ελλιμενισμού στην Κωνσταντινούπολη (18/10-13/11), χωρίς ακόμη μέχρι σήμερα να έχει προβεί στην εκτέλεση κάποιας γεώτρησης.

 

Συμπεράσματα:

Από την πιο πάνω ανάπτυξη των σκαφών αυτών μπορούν εύκολα να γίνουν οι εξής διαπιστώσεις:

  1. Στην περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου βρίσκονται ελλιμενισμένα τα δύο σύγχρονα γεωφυσικά σκάφη BARABAROS HAYREDDIN PASA (Tasucu), ORUC REIS (Αττάλεια), το παλαιότερης τεχνολογίας BILIM-2 (Tasucu), καθώς και το γεωτρητικό σκάφος  YAVUZ (Tasucu). Εκεί ελλιμενίζονται και τα βοηθητικά σκάφη (supply boats) ERTUGRUL BEY, OSMAN BEY, ORHAN BEY, ATAMAN, CENGIZ HAN,TANUX-1 (Το βοηθητικό APOLLO MOON βρίσκεται στο λιμάνι της Αμμοχώστου)
  2. Στην περιοχή του Ευξείνου Πόντου βρίσκονται τα δύο γεωτρητικά σκάφη FATIH και KANUNI το μεν πρώτο στην θέση της γεώτρησης DUNAI-1 και το δεύτερο ελλιμενισμένο στο λιμάνι της Sazkoy. Στην περιοχή αυτή βρίσκονται και τα βοηθητικά σκάφη SANCAR, ALTAN, KORKUT.
  3. Το παλαιότερης τεχνολογίας γεωφυσικό σκάφος PIRI REIS βρίσκεται στο λιμάνι της Σμύρνης (Σχήμα 3).

 

Σχήμα 3 : Θέσεις ερευνητικών σκαφών Τουρκίας την 31/1/2021

  1.  Η ακινησία αυτών των σκαφών, που απασχολούν ένα σημαντικό αριθμό τεχνικών και υπαλλήλων και έχουν μεγάλο ημερήσιο κόστος (κόστος γεωφυσικού σκάφους για έρευνα 2D = 15K-45K $ και γεωτρητικού σκάφους τύπου drill ship=210K $) (Σχήμα 4),  εφόσον συνεχιστεί,  είναι ένα γεγονός απαράδεκτο για διεθνείς εταιρίες που έχουν στην κατοχή τους τέτοια σκάφη  να παραμένουν ακίνητα, ενώ πρέπει να λειτουργούν συνεχώς όλο το

24ωρο λόγω του υψηλού κόστους που απαιτεί η χρήση τους. Αυτό είναι μια πιθανή ένδειξη, ότι αυτά βρίσκονται σε μια κατάσταση επιφυλακής, που δεν έχουν συγκεκριμένο ερευνητικό πρόγραμμα αλλά είναι έτοιμα να συνεχίσουν το παράνομο παραβατικό τους έργο στις περιοχές της Ελληνικής η της Κυπριακής υφαλοκρηπίδας  που μάλλον θα είναι σε συνάρτηση με την εξέλιξη των διερευνητικών επαφών Ελλάδας-Τουρκίας.

 

Seismic vessels

For example, the price of 1sq km of acquiring 3D data in the Arctic could reach $10-$16K, whereas in West Africa $2-$5K.  Day rates for a fully equipped and manned vessel are between US$60k-$200k for 3D Vessels and $15k-$45k for 2D Vessels.ΜΙΞΜΓΜΚ,45483ΕΔ

https://scmdaleel.com/category/seismic-survey-and-data-acquisition

   

 

Σχήμα 4 : Ημερήσια κόστη γεωφυσικών και γεωτρητικών  σκαφών σήμερα  

  1. Η πιο πάνω σκέψη ενισχύεται και από τα εξής γεγονότα: Από το 2013 η Τουρκία με την χρήση του ερευνητικού σκάφους BARBAROS HAYREDDIN PASA σε συνδυασμό και με το ORUC REIS, έχουν καλύψει σχεδόν το σύνολο των υδάτων της περιοχής του Ευξείνου Πόντου αλλά και των υδάτων της ΝΑ Μεσογείου, όχι μόνον αυτών που της ανήκουν αλλά και του συνόλου σχεδόν της Κυπριακής ΑΟΖ και μεγάλου μέρους της εν δυνάμει Ελληνικής ΑΟΖ ανατολικά του 28ου μεσημβρινού. Με την παραμονή του καθώς και των ORUC REIS και YAVUZ  εκεί και της μη συνεχούς χρήσης τους σε άλλες περιοχές, προκύπτει εύλογα το ερώτημα : Αναμένουν κάποια κακή εξέλιξη των διερευνητικών για να συνεχίσουν επόμενα και πιο προκλητικά βήματα σε αμφισβητούμενες περιοχές; Γιατί δεν επικεντρώνονται στον Εύξεινο Πόντο που ανακάλυψαν και το τεράστιο κοίτασμα αερίου (κατά τον Erdogan 300-400 δις.κυβ, μέτρα!) ώστε να προχωρήσουν πιο γρήγορα στην αξιοποίησή του (σεισμικά 3D και γεωτρήσεις περιχαράκωσης);
  2. Με το δεδομένο ότι στις στρατηγικές επιλογές της Τουρκίας κυριαρχούν το δόγμα του Νταβούτογλου περί “στρατηγικού βάθους”, ο Εθνικός Τουρκικός όρκος (Milli Misak), η Γαλάζια Πατρίδα ( Mavi Vatan) οι οποίες είναι σχεδόν αδύνατον να αλλάξουν, η ανάλυση και ερμηνεία της δραστηριότητας αυτών των σκαφών, ιδιαίτερα στην περιοχή της ΝΑ Μεσογείου,  λόγω της παρελθοντικής συμπεριφοράς τους, πρέπει να τύχει ιδιαίτερης προσοχής, διότι φαίνεται ότι δεν εξυπηρετούν μόνο επιστημονικούς σκοπούς αλλά με προκάλυμμα αυτούς, αποτελούν ένα τακτικό διαχρονικό “ ειρηνικό “ εργαλείο αμφισβήτησης κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων του Ελληνισμού και όχι μόνον.  

 

                                                                                                                                 Μαρούσι 1/2/2021  Λεόντιος Κ. Πορτοκαλάκης

Τοπογράφος Μηχ., M.Sc

Μέλος του ΕΛΙΣΜΕ    

1996 και 2020: Συμπεράσματα από τον χειρισμό των κρίσεων

on Sunday, 31 January 2021. Posted in Εθνική Στρατηγική

Του Ιπποκράτη Δασκαλάκη, Διευθυντή Μελετών του ΕΛΙΣΜΕ

1996 και 2020: Συμπεράσματα

από τον χειρισμό των κρίσεων

(29 Ιανουαρίου 2021)

Εικοσιπέντε χρόνια μετά την κρίση των Ιμίων οι εμπειρίες μας έχουν εμπλουτιστεί και με τα συμπεράσματα της μακροχρόνιας έντασης του 2020. Ένταση πρωτόγνωρη σε διάρκεια που απαίτησε μια πρωτοφανή κοινοποίηση των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων παράλληλα με πολυμέτωπη ανάληψη διπλωματικών πρωτοβουλιών.

Το 1996 η μικρότερης διάρκειας όχι όμως και έντασης κρίση, λάμβανε χώρα σε μια περίοδο κυβερνητικής μετάβασης στην Ελλάδα, σχετικής πολιτικής αστάθειας στην Τουρκία ενώ οι ΗΠΑ διατηρούσαν ετοιμότητα και ικανότητες δραστικής παρέμβασης. Το 2020, η προβληματική κυβερνητική μετάβαση είχε μεταφερθεί στην Ουάσιγκτον με την Αθήνα και Άγκυρα να διαθέτουν σταθερές κυβερνήσεις εν μέσω όμως πρωτόγνωρης πανδημίας.

Αμφότερες οι περιπτώσεις (1996 και 2020) αναμφισβήτητα αποτελούν χαρακτηριστικά παραδείγματα κρίσεων στις διεθνείς σχέσεις καθώς Ελλάδα και Τουρκία θεωρούσαν ότι διακυβεύονταν ζωτικά συμφέροντα τους, ο κίνδυνος στρατιωτικής σύγκρουσης (μικρής ή μεγάλης κλίμακος)  ήταν υπαρκτός ενώ η πίεση χρόνου ήταν πάντα παρούσα και απειλητική. Η στρατιωτική σύγκρουση τελικά αποφεύχθηκε και στις δύο περιπτώσεις και μεταφέρθηκε (τουλάχιστον επί του παρόντος) στο διπλωματικό επίπεδο.

Αναμφίβολα, το πρώτο ερώτημα που ασυναίσθητα έρχεται στο μυαλό όλων μας είναι αν η αποκλιμάκωση και στις δύο κρίσεις βρήκε την χώρα μας ενισχυμένη ή σε δυσχερέστερη κατάσταση. Βέβαια η απώλεια των τριών ηρωικών στελεχών των ενόπλων δυνάμεων το 1996, από μόνη της και μόνο, προκαλεί αβάστακτη θλίψη. Επιπρόσθετα η  αποβίβαση τουρκικών δυνάμεων σε ελληνικό έδαφος και η προσωρινή ολιγόωρη παραμονή τους συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση της εδαφικής μας κυριαρχίας. Ακόμη όμως και η συμφωνία αποκλιμάκωσης το πρωί της 31ης Ιανουαρίου (no ships, no troops, no flags) ήταν δυσμενής για τις ελληνικές θέσεις. Η αρνητική αυτή κατάληξη υπήρξε αποτέλεσμα σειράς λανθασμένων και ατυχών ενεργειών στο χειρισμό της κρίσεως που οδήγησε στο δίλλημα σύγκρουση ή αποδοχή μιας αρνητικής συμφωνίας.

Περισσότερο όμως προβληματικός υπήρξε ο εν συνεχεία χειρισμός των συνεπειών της κρίσεως που οδήγησε σε μια σταδιακή αύξηση των τουρκικών προκλήσεων και ανυπόστατων διεκδικήσεων. Η σημερινή τουρκική παραβατικότητα στην περιοχή των Ιμίων και σε πληθώρα άλλων περιπτώσεων που ακολούθησαν, δεν υπήρξε αποκλειστικό αποτέλεσμα της δυσμενούς εξέλιξης της κρίσης του 1996 αλλά συνέπεια της μακροχρόνιας ελληνικής αδυναμίας -ίσως και αποφασιστικότητας- να αποτρέψει ανάλογες μεθοδευμένες τουρκικές κινήσεις.  Εκτιμάται ότι και άνευ της κρίσεως των Ιμίων ή ακόμη και με θετική για την Αθήνα εξέλιξη, ο τουρκικός αναθεωρητισμός θα αποκτούσε, αργά ή γρήγορα, τη σημερινή απειλητική του μορφή.

Στην πρόσφατη αντιπαράθεση στην Ανατολική Μεσόγειο, παρά την εντυπωσιακή κινητοποίηση των ενόπλων δυνάμεων και την καλύτερη διαχείριση της κρίσεως δεν μπορέσαμε να εμποδίσουμε την είσοδο του τουρκικού ερευνητικού σκάφους (και του στολίσκου που το συνόδευε) σε περιοχές της θεωρούμενης ως ελληνικής υφαλοκρηπίδας (και ΑΟΖ). Στην περίπτωση αυτή δεν παρατηρήθηκαν εμφανείς αστοχίες στο γενικότερο χειρισμό της κρίσης αλλά κατέστη καταφανής η αδυναμία παρεμπόδισης του ερευνητικού σκάφους χωρίς τη χρήση δυναμικών ενεργειών που όμως θα οδηγούσαν σε στρατιωτική σύγκρουση. Ανάλογες δυσκολίες αντιμετωπίζουμε και με τις συνεχείς τουρκικές παραβιάσεις του εθνικού εναέριου χώρου και των χωρικών μας υδάτων. Σίγουρα οι πρόσφατες παράνομες τουρκικές ερευνητικές ενέργειες δεν παράγουν νομικά αποτελέσματα ως προς το καθεστώς της περιοχής αλλά όμως σε επίπεδο συμβολισμών εμπεριέχουν σημαντικά μηνύματα προς την Ελλάδα και τρίτους.

Το 2020, η Ελλάδα φάνηκε ότι άντλησε διδάγματα από την κρίση των Ιμίων και δεν παρασύρθηκε σε κινήσεις αυτοπαγίδευσης μεταξύ μιας ανεπιθύμητης (σε τόπο, χρόνο και συνθήκες) σύγκρουσης και μιας προβληματικής ή ταπεινωτικής υποχώρησης. Η επιτυχία ή μη των πρόσφατων ελληνικών χειρισμών είναι αδύνατον να προδικαστεί σήμερα καθώς η τελική έκβαση θα εξαρτηθεί από μια σειρά μακροχρόνιων διπλωματικών κινήσεων με πολύ πιθανή την επιστροφή στην κλιμάκωση και τανάπαλιν.

Ο ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός δεν πρόκειται να λήξει σύντομα ενώ ούτε μια στρατιωτική σύγκρουση -ανεξαρτήτως αποτελέσματος- αναμένεται να επιφέρει οριστικά αποτελέσματα. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις θα εξομαλυνθούν μόνο σε βάθος χρόνου, όταν οι ελίτ της Τουρκίας αντιληφθούν το μέγεθος της επαπειλούμενης ζημιάς της χώρας τους από μια αμφιβόλου αποτελέσματος στρατιωτική περιπέτεια (επιτυχία της ελληνικής αποτροπής) και ο ίδιος ο τουρκικός λαός αποστασιοποιηθεί από τυχοδιωκτικές ενέργειες που τον αποπροσανατολίζουν από τα πραγματικά του προβλήματα (επιτυχία των ελληνικών διπλωματικών και ψυχολογικών ενεργειών). Είμαστε όμως ακόμη πολύ μακράν από μια τέτοια επιθυμητή κατάσταση.

Το 1996 και το 2020, οι ένοπλες δυνάμεις βρέθηκαν με υψηλό ηθικό και ετοιμότητα αντίδρασης. Αδυναμίες παρατηρήθηκαν και διορθωτικές ενέργειες ελήφθησαν και λαμβάνονται. Καταφανής υπήρξε -σε αμφότερες τις περιπτώσεις- η προ των κρίσεων παραμέληση του εξοπλιστικού μας προγράμματος με εμφανείς τις συνέπειες στο ισοζύγιο ισχύος παρά τις υπεράνθρωπες προσπάθειες των στελεχών. Δυστυχώς ο εξοπλιστικός οργασμός της περιόδου που ακολούθησε την κρίση των Ιμίων είχε σημαντικές αστοχίες, περιορισμένη συνεισφορά στην ανάπτυξη της εθνικής αμυντικής βιομηχανίας, μηδενική βελτίωση της αμυντικής αυτάρκειας αλλά κυρίως συνοδεύθηκε από απαράδεκτη παραμέληση υποστήριξης και της σταδιακής με μακροχρόνιο ορίζοντα, ανανέωσης των οπλικών συστημάτων.  Ανάλογη αμέλεια παρατηρήθηκε και στον αναντικατάστατο ανθρώπινο παράγοντα.

Συμπερασματικά, όπως απέδειξε το παρελθόν, μετά από κάθε κρίση γινόμαστε «σοφότεροι» ειδικά σε θέματα χειρισμού. Δυστυχώς δεν δείχνουμε την ίδια επιμέλεια στη συστηματική προετοιμασία αδυνατώντας να διατηρήσουμε σταθερό το βηματισμό και την αποφασιστικότητα μας σε βάθος χρόνου αναλαμβάνοντας τα επιβαλλόμενα κόστη. Συχνά μάλιστα, οι ακολουθούσες κινήσεις μας στα τραπέζια των συνομιλιών συνοδεύονται από μικρές αλλά αθροιστικά επικίνδυνες ανισοβαρείς διολισθήσεις από τις αρχικές θέσεις μας. Δεν είναι όμως μόνο οι φαινομενικά μικρές παραχωρήσεις επικίνδυνες αλλά κυρίως η εντύπωση που προκαλείται στον αντίπαλο ότι μέσω του πειθαναγκασμού συνεχώς θα μεγιστοποιεί τα οφέλη του. Η ιδανική δηλαδή «συνταγή» για την επόμενη κρίση και τελικά την αναπόφευκτη σύγκρουση.

ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ- Αντιστράτηγος (εα)

  • Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Μεταπτυχιακό στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
  • Πτυχιούχος τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου
  • Διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ)
  • Διαλέκτης στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ)
  • Συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ)  και του Ινστιτούτου Διεθνών Υποθέσεων (fainst.eu)
  • Τηλ: 0030-210-6543131, 0030-6983457318
  • E-mail: This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.

 

 

 

[12 3 4 5  >>  

Εκδηλώσεις για τα 200 Χρόνια από την Επανάσταση του 1821

    

Γερμανός φιλέλληνας