Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Ιωάννης Μπαλτζώης*: Pax Ottomanica: Η από παλαιά ερχόμενη «νέα» τάξη πραγμάτων της Τουρκίας

on Σάββατο, 01 Φεβρουαρίου 2020. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Δρ. Πέτρος Βιολάκης* & Δρ. Δημήτρης Σταθακόπουλος**

Τον τελευταίο καιρό, έγινε ξεκάθαρο ότι ο πρόεδρος Ερντογάν σταθερά και συστηματικά όχι απλώς απομακρύνει τη Τουρκία από την Ευρώπη, αλλά την εκτροχιάζει από την Ευρωπαϊκή της πορεία. Τα σημάδια είναι πια σαφή: αυτός ο εκτροχιασμός δεν «είναι λάθος» δεν οφείλεται ούτε σε εσφαλμένο σχεδιασμό ούτε και σε διαχειριστική ανεπάρκεια, αλλά αποτελεί συνειδητή στρατηγική επιλογή.

PDF 

Ιπποκράτης Δασκαλάκης*: Το Κουρδικό μακριά από συναισθηματισμούς και ιδεοληψίες

on Παρασκευή, 25 Οκτωβρίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Κυριαρχούν στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης τις τελευταίες εβδομάδες οι δραματικά εναλλασσόμενες εξελίξεις από την περιοχή της Συρίας. Αποκορύφωμα η τουρκική εισβολή στη βορειοανατολική Συρία που συνιστά κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου και πραγματοποιήθηκε με την έγκριση Ουάσινγκτον και Μόσχας. Τα γεγονότα που ακολούθησαν επιβεβαιώνουν την κυρίαρχη πλέον θέση της Μόσχας στην περιοχή, τη σταδιακή αποκατάσταση του ελέγχου της Δαμασκού στο μεγαλύτερο μέρος της συριακής επικράτειας και τη μερική επίτευξη των στόχων της Άγκυρας. Ενδεχόμενα και ο Πρόεδρος Trump θα θριαμβολογήσει ότι με τα συνεχόμενα και αλλοπρόσαλλα tweets του συνέβαλε στην ειρήνευση της περιοχής και στην ασφαλή απομάκρυνση των αμερικανικών στρατευμάτων. Σίγουρα όμως οι Κούρδοι της Συρίας βλέπουν το όνειρο της αυτοδιάθεσης να απομακρύνεται για άλλη μια φορά έχοντας γευθεί την εγκατάλειψη των συμμάχων τους και μια ακόμη -έστω μερική- αναγκαστική εγκατάλειψη των εστιών τους.

Σοκαριστικές οι εικόνες των αναμεταδόσεων από τα χωριά της τουρκοσυριακής μεθορίου με Κούρδους αμάχους αιμόφυρτους και οικογένειες να παίρνουν το δρόμο της προσφυγιάς για να απομακρυνθούν από την πολεμική λαίλαπα.

Αναμφίβολα ένας από τους στόχους της τουρκικής εισβολής είναι και η αλλοίωση της εθνολογικής σύνθεσης της τουρκοσυριακής μεθορίου με απομάκρυνση των κουρδικών πληθυσμών και μετεγκατάσταση ομάδων φίλα προσκείμενων στην Άγκυρα. Παγκόσμια, αλλά και στην Ελλάδα, αναπτύσσεται ένα αίσθημα συμπόνιας προς τους κατατρεγμένους Κούρδους το οποίο όμως, μέχρι στιγμής δεν έχει μετουσιωθεί σε μια έμπρακτη κρατική συμπαράσταση σε αυτόν τον λαό. Βασικός λόγος η βαθύτατη αποσταθεροποίηση της περιοχής που θα προκαλέσει μια ενδεχόμενη δημιουργία ενιαίου κουρδικού κράτους επηρεάζοντας άμεσα τέσσερα άλλα κράτη (Τουρκία, Ιράκ, Ιράν, Συρία). Οι παρενέργειες μιας τετραπλής απόσχισης και η δημιουργία ενός κράτους περίπου 30 εκατομμυρίων σίγουρα θα προκαλέσει μακροχρόνιες τριβές στην ήδη προβληματική περιοχή. Αναπόφευκτα οι τέσσερις επηρεαζόμενες χώρες θεωρούν ως μέγιστη απειλή για την ύπαρξη τους μια ενδεχόμενη κουρδική αυτοδιάθεση και παρά τις ριζικές μεταξύ τους διαφορές συσπειρώνονται σε κάποιο βαθμό για να εμποδίσουν μια ανάλογη εξέλιξη. Εκμεταλλεύονται μάλιστα επιδέξια και το ειδικό βάρος που διαθέτουν για να πείσουν ή ακόμη για να εκβιάσουν τους πατρόνες τους να αποτρέψουν ένα ανάλογο ενδεχόμενο. Υπέρτερα πληθυσμιακές οι τέσσερις χώρες που φιλοξενούν τις κουρδικές μειονότητες και με ζωτική στρατηγική σημασία είναι σε θέση -επί του παρόντος- να επιβάλλουν στις μεγάλες δυνάμεις την αποφυγή αποδοχής των κουρδικών αιτημάτων αυτοδιάθεσης.

Μέγιστο όμως σφάλμα θα ήταν να θεωρήσουμε ότι ο κουρδικός λαός είναι ενωμένος και σύσσωμα υποστηρίζει το όνειρο της αυτοδιάθεσης και δημιουργίας ενός μεγάλου κουρδικού έθνους. Μεγάλα τμήματα των κουρδικών πληθυσμών έχουν ομαλά ενταχθεί στις κοινωνίες των χωρών διαμονής τους. Ενίοτε δε επανδρώνουν και τις δυνάμεις ασφαλείας που καταδιώκουν τους ομοεθνείς τους. Επιπλέον υπάρχουν διαφορετικές επιδιώξεις όχι μόνο μεταξύ των κουρδικών πληθυσμών που είναι διασκορπισμένοι στις τέσσερις χώρες αλλά ακόμη και εντός αυτών. Χαρακτηριστικό το παράδειγμα των Κούρδων στο Ιράκ που έχουν επιτύχει τη μεγαλύτερη αυτονομία από όλες τις άλλες ομάδες δημιουργώντας την Kurdistan Regional Government (KRG) ενώ παράλληλα συνεχώς βιώνουν πολυχρόνιες εμφύλιες ένοπλες διενέξεις μεταξύ των δύο βασικών οικογενειών (Barzani, Talabani) που ιστορικά κυριαρχούν στην πολιτικοκοινωνική ζωή της περιοχής.

Παρά την ύπαρξη μιας κοινής εθνοτικής συνείδησης και την κυριαρχία του σουνιτικού ρεύματος οι κουρδικοί πληθυσμοί χαρακτηρίζονται από χρήση διαφορετικών διαλέκτων και έναν βαθύτατο τοπικό κατακερματισμό σε φυλές και πολυμελείς οικογένειες (φατρίες) που επικρατούν έναντι της εθνοτικής ταυτότητας. Ως εκ τούτου πρέπει να αντιληφθούμε ότι ο λαός αυτός δεν έχει ακόμη αποκτήσει μια κυριαρχούσα αντίληψη εθνοτικής συνείδησης και ευρεία επιθυμία απόκτησης κρατικής υπόστασης. Ενδεχομένως, μεγάλος μέρος των Κούρδων, θα αποδέχονταν τη συνέχιση της παραμονής τους σε μια κρατική οντότητα που θα εξασφάλιζε ορισμένα βασικά δικαιώματα τους και τη γενικότερη ευημερία τους.

Είναι φυσικό εμείς οι Έλληνες, έχοντας μακροχρόνια γευθεί τα δεινά της τουρκοκρατίας να δείχνουμε κατανόηση στα βάσανα αυτού του κατατρεγμένου λαού και να βλέπουμε θετικά κάθε κίνηση προς την κατεύθυνση της αυτοδιάθεσης τους.

Αναμφίβολα και η ρήση «ο εχθρός του εχθρού μου είναι φίλος μου» είναι αποδεκτή στο ανίερο περιβάλλον των διεθνών σχέσεων και της ισορροπίας ισχύος. Το παραπάνω αξίωμα είναι λοιπόν αποδεκτό αλλά είναι τελείως διαφορετικό από την εναπόθεση όλων των ελπίδων του Ελληνισμού στο «ξανθό γένος», στον «Λουξεμβούργιο πεζοναύτη», στον «Θείο Σαμ» και στην εκ των έσω κατάρρευση της Τουρκίας (διαλέγετε κατά περίπτωση).

Μια ενδεχόμενη δημιουργία ανεξάρτητου κουρδικού κράτους δεν σημαίνει αυτόματα ότι η εναπομείνασα Τουρκία θα είναι λιγότερο αναθεωρητική και επεκτατική. Σε τελευταία ανάλυση, τυχόν δημιουργία κουρδικού κράτους ενδεχόμενα να αποτελέσει και την ταφόπλακα της Συνθήκης της Λωζάννης επί της οποίας -στο διπλωματικό επίπεδο- στηρίζουμε το μέγιστο των θέσεων μας για τη διαφύλαξη της εδαφικής μας ακεραιότητας και πλήθους κυριαρχικών δικαιωμάτων. Επίσης ουδεμία εξασφάλιση υπάρχει ότι το νέο κουρδικό κράτος θα είναι φιλικό προς την Ελλάδα και θα αποτελεί έναν οιονεί αντίπαλο της Άγκυρας. Ας μη ξεχνάμε την τουρκική επιρροή, παρουσία και επενδύσεις στο Ιρακινό Κουρδιστάν (KRG). Δεν κρίνω σκόπιμο να αναφέρω ιστορικές λεπτομέρειες παρελθοντικών γεγονότων αντιλαμβανόμενος τη δυναμική της ιστορίας και της διαφορετικότητας των περιστάσεων.

Σε μια «Μακιαβελική» θεώρηση ενδεχόμενα η ανοικτή πληγή της Τουρκίας στο κουρδικό μέτωπο, εντός και εκτός των συνόρων της, να αποτελεί την καλύτερη «λύση» για εμάς. Ακόμη και το μονίμως σε πολεμική ετοιμότητα ευρισκόμενο Ισραήλ έχει αποδειχθεί ότι δυσκολεύεται να συμβιώνει με μια συνεχώς σε εξέλιξη intifada. Το κόστος της καταπολέμησης της κουρδικής εξέγερσης είναι σημαντικό σε κάθε επίπεδο (ανθρώπινο, οικονομικό, διπλωματικό, ήπιας ισχύος) και σε περιόδους έξαρσης των συγκρούσεων γίνεται δυσβάστακτο. Φυσικά κάποιος δικαιολογημένα θα αντικρούσει τον ανθρώπινο πόνο, τις προσφυγικές ροές και τη συνεχή αύξηση της μαχητικότητας των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων λόγω απόκτησης πολύτιμης πολεμικής εμπειρίας. Επίσης η Άγκυρα προσπαθεί να επιδείξει ότι η επεκτατική-αναθεωρητική πολιτική της κατά του Ελληνισμού είναι ανεξάρτητη των τεκταινομένων στα νότια και ανατολικά της σύνορα. Συχνή και η υπερβολική επίκληση του αξιώματος ότι «η Άγκυρα σε περίπτωση απωλειών στην ανατολική της πλευρά θα επιζητήσει εδαφικά ανταλλάγματα στα δυτικά». Η δική μου εκτίμηση είναι η Άγκυρα, έχουσα μια μονίμως αιμορραγούσα πληγή στο εσωτερικό της, παρά τους «λεονταρισμούς» της θα είναι περισσότερο προσεκτική στις κινήσεις της στα υπόλοιπα μέτωπα με την προϋπόθεση ότι ο αντίπαλος της διαθέτει ικανή ισχύ και αποφασιστικότητα. Οι παραπάνω εκτιμήσεις δεν συνεπάγονται -με κανένα τρόπο- ότι η Ελλάδα θα πρέπει ενεργά να εμπλακεί σε οποιαδήποτε υποστήριξη προς κουρδικές ενέργειες αυτονόμησης για ευνόητους λόγους. Είναι αρκετή η πλήρης συνταύτιση με τις ενέργειες και διακηρύξεις των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε κάθε περίπτωση παραβίασης εκ μέρους της Άγκυρας του διεθνούς δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε κάθε περίπτωση η συνέχιση της ύπαρξης του κουρδικού προβλήματος αποτελεί όπλο στην εξασθενισμένη φαρέτρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης και εν δυνάμει μοχλό πίεσης σε βάρος της Άγκυρας.

Η χειρότερη για τον Ελληνισμό εξέλιξη ίσως θα ήταν μια επιτυχημένη τουρκική προσέγγιση προς τα μετριοπαθή κουρδικά στρώματα με επίκληση και της κοινής θρησκείας και παροχή αρκετών αυτονόητων δικαιωμάτων. Μια τέτοια κίνηση, εφόσον θα ήταν επιτυχημένη, θα συντελούσε στην ακόμη μεγαλύτερη ενδυνάμωση της Τουρκίας απομακρύνοντας τον σημαντικότερο εφιάλτη της Άγκυρας και απελευθερώνοντας ακόμη μεγαλύτερη δυναμικότητα στις επεκτατικές τάσεις της.

* Ο Ιπποκράτης Δασκαλάκης είναι αντιστράτηγος (ε.α.), πτυχιούχος Τμήματος Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών Παντείου Πανεπιστημίου, υποψήφιος Διδάκτορας Διεθνών Σχέσεων στο Πάντειο, διευθυντής Μελετών του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ), συνεργάτης του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων (ΙΔΙΣ), διαλέκτης και συνεργάτης στη Σχολή Εθνικής Αμύνης (ΣΕΘΑ).

BESA, By Burak Bekdil*: The Invincible Sultan: Is Erdoğan Losing His Populist Charm?

on Παρασκευή, 27 Σεπτεμβρίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Recep Tayyip Erdogan, photo via Office of the President of Russia

EXECUTIVE SUMMARY: At testing times, Turkey’s Islamist strongman, President Recep Tayyip Erdoğan, has always sought refuge at home, taking pleasure in his massive popularity. But after 17 consecutive years in power, having won every election in which he ran, Turkey’s self-declared Sultan is showing signs of fatigue – and his popularity may be wearing thin.

Turkish president Recep Tayyip Erdoğan behaves like a cornered cat when it comes to regional politics: he acts savagely and erratically, lashing out at both real and imagined enemies. His adversaries are the EU (Italy, France, Cyprus, and Greece in particular, due to a row over hydrocarbons in the Eastern Mediterranean), the US, and Israel. In neighboring Syria he is threatening a bloody military assault on the Kurds. He is explicitly unwanted in fellow Muslim countries like Egypt, Lebanon, and the UAE due to his rigid support for Hamas and the Muslim Brotherhood. In Libya he is waging a proxy war against secular Muslims who want to oust an Islamist government in Tripoli.

At times like these, Erdoğan has always sought refuge at home, taking pleasure in his massive popularity. But after 17 consecutive years in power, having won every election, Turkey’s Islamist strongman is showing signs of fatigue. And as the country continues to fail both economically and politically, Erdoğan may no longer be invincible.

“He who wins Istanbul wins Turkey” is Erdoğan’s own dictum. He may be right: Istanbul is home to nearly 15% of Turkey’s 57 million voters and accounts for 31% of its GDP. Erdoğan launched his political journey by being elected mayor of Istanbul in 1994.

On March 31, a little-known opposition candidate, Ekrem Imamoğlu, won Istanbul (where more than 11 million voters are registered) by a margin of 13,000 votes. Erdoğan challenged the result and demanded a new vote – only to lose, the second time, by a margin of 800,000. He lost both Istanbul and Ankara after 25 years of Islamist rule.

Erdoğan’s bitter defeat came at a time of a rise in anti-government protests, mostly focused on environmental issues. “The wave of peaceful demonstrations – the country’s largest since the 2013 Gezi Park rallies – suggests a newfound vitality among the opposition, with potentially deep implications for Turkey’s democracy,” wrote Soner Cağaptay and Deniz Yüksel for the Washington Institute. “This consolidation of power, coupled with frequent crackdowns on protestors, left many in the opposition disheartened.”

With 4.7 million jobless and unemployment continuing to soar, 15% inflation, and high borrowing rates, Turkey’s economy is not functioning well. The national currency, the lira, has been volatile ever since a serious crisis last year.

Erdoğan is at war with Turkey’s 15 million or so Kurds. He recently appointed government trustees to three overwhelmingly Kurdish provinces in southern Turkey, escalating tensions between Ankara and the Kurdish southeast and further undermining Turkey’s already problematic democratic outlook.

It would be ironic if Erdoğan were to lose power after his long stretch of Islamist rule. Necmettin Erbakan, whom Erdoğan often referred to as “master,” became Turkey’s first Islamist PM in 1995 when he won 21% of the national vote and signed a coalition agreement with a center-right party. Erbakan’s political vision featured a rigid Islamism based on an anti-Western, anti-EU isolationist rhetoric known as “the National View” – a bizarre policy blend deeply hated by the (then) strong military top brass. Wisely, Erdoğan parted ways with his “master” and burst onto the political stage with a less rigid Islamist policy calculus. His Islamism was to be compatible with Western democratic culture and capitalism, or so he claimed. In a 2000 interview he said “he had thrown away the shirt called “National View.”

Erdoğan and his top brass – whom Erbakan called “our naughty boys” for their departure from the straight and narrow – held that a more pro-Western rhetoric had to be showcased if Islamists wanted to come to power. This was a political struggle between the Islamist conservative and reformist wings.

Erdoğan’s second-in-command was his long-time comrade Abdullah Gül. Through a controversial parliamentary vote in 2007, Gül became president with Erdoğan, who was PM at the time. Erdoğan and Gül thus ran the show together, à la Putin and Medvedev. In 2009, Erdoğan appointed Ahmet Davutoğlu, a Gül confidante, as FM, and, in 2014, as PM. The third man in Erdoğan’s hall of fame was brilliant economist Ali Babacan, who became finance minister.

All three men grew disillusioned with Erdoğan’s increasingly despotic one-man approach to governance. Now in political exile, they are showing signs of making a comeback. Last year, this prospect was just another tidbit on the Ankara political grapevine, but it has gone beyond mere speculation. Gül, Davutoğlu, and Babacan are working day and night to formally launch their version of a market-friendly, pro-Western, pro-democracy political party (or two parties).

Erdoğan has threatened that they will pay a high price for their “treason” and claimed that a new party (or parties) would mean “dividing the umma.” If launched, this would be the sixth Islamist party in Turkey’s political history, with Erdoğan’s emerging as the only successful experiment.

How popular the “new party” will be (to use the phrase of Turkish observers) is anyone guess. Erdoğan’s Justice and Development Party, supported by the ultra-nationalist Nationalist Movement Party, appears to be able to give him the 50% plus one vote he needs to be reelected in the presidential elections of 2023. The “new party” will try to challenge him directly, with the aim of winning a share of his conservative voter base. Observers rightly think the “new party” will appeal more to “intellectual conservatives” whereas Erdoğan’s party will continue to target less educated Islamists.

“Even if the ‘new party’ won [only] a couple of percentage points from Erdoğan, it may be the beginning of the end for him,” an Erdoğan confidante admitted.

View PDF

Burak Bekdil is an Ankara-based columnist. He regularly writes for the Gatestone Institute and Defense News and is a fellow at the Middle East Forum. He is also a founder of, and associate editor at, the Ankara-based think tank Sigma.

BESA, By Dr. Spyridon N. Litsas: Is Erdoğan Solely Responsible for Turkish Foreign Policy?

on Δευτέρα, 23 Σεπτεμβρίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

BESA Center Perspectives Paper No. 1,293, September 18, 2019

EXECUTIVE SUMMARY: Many believe Turkey will return to “Western normality” as soon as Recep Tayyip Erdoğan finishes his political career. But Turkey’s behavior is influenced by the systemic restructuring of the international arena after the end of the Cold War more than it is by Erdoğan’s aura, as was apparent in the 1990s prior to his advent. It is unwise to anticipate a significant change in Turkish foreign policy once Erdoğan leaves the scene.


Turkey’s moves in the Mediterranean have been marked for some time by zigzagging. On the one hand, Ankara seems willing to sacrifice its credibility as a NATO member in order to obtain the Russian S-400 Triumph and safeguard RUSATOM’s help in constructing nuclear power plants. On the other hand, it has distanced itself from Moscow’s Syria policy and champions every armed Sunni group operating there. In Libya, too, Turkey supports the local branch of the Muslim Brotherhood. Ankara’s rhetoric continually undermines the status of the Kurdish autonomous region in northern Iraq, which deeply irritates the US State Department, to put it mildly.

To all this must be added Turkey’s anti-Israel position, which reflects a trendy antisemitism among next-generation officials of AKP who seem to have neither the religious clarity nor the political acumen of their ideological forefathers. Nor can we ignore the harassment of Greece and Cyprus in the eastern Mediterranean, which is a fundamental destabilizing factor in the regional balance of power.

It is reasonable to wonder what Ankara is trying to accomplish. It is creating new points of friction at a time when the Turkish economy is showing the fiscal fragility of the 1980s – but this time without the security of American economic solidarity.

Some analysts believe this state of affairs reflects Erdoğan’s personal views regarding Turkey’s international power position. Because of this, they anticipate a spectacular U-turn from Ankara as soon as Erdoğan leaves the scene.

But if we are to understand Turkey’s moves in the 21st-century geostrategic arena, we must ask whether Erdoğan’s foreign policy is the direct result of the defeat of Kemalism in Turkey – or the product of systemic changes that occurred in the post-Cold War polarity structure of the international environment. If Erdoğan’s foreign policy is solely a product of his personality and belief system, the problem is soluble, because no politician lasts forever. But what constituted “normal” Turkish foreign policy in the pre-Erdoğan era?

Relations between Ankara and Washington deteriorated considerably for the first time in 1996-97, when Turkey refused to allow the Americans to use Incirlik Air Base as a point from which to strike targets in Iraq. This was the first time Washington was faced with the reality that Ankara’s relationship with it was not unconditional.

A serious military episode with Greece – the most ominous after the Turkish invasion of Cyprus in 1974 – occurred during the Imia Crisis of 1996, which almost resulted in direct conflict in the Aegean Sea. Turkish-Israeli relations, which had been strong since the Ottoman era, slowly began to deteriorate during the mid 1990s due to Ankara’s decision to champion the Palestinians as a means of making diplomatic gains in the event of a resolution to the conflict. Furthermore, after the end of the Cold War, Ankara and Moscow returned to the harmonious cooperation they had enjoyed in the mid-war period. They established the Black Sea Economic Cooperation Zone, and Russia became the largest export partner for Turkish goods. Moscow did not object to Ankara’s attempts to establish close soft-power ties with the ex-Soviet republics of the Caucasus.

In view of these events, it is reasonable to conclude that it is not Erdoğan who steered Turkey away from the west but systemic changes that occurred in the international arena with the rise of a new multipolar system after the end of the Cold War – changes that predated his rise to power.

Turkey sees itself as a Great Power in the making, not just another part of the western world. This sense of greatness has led Ankara to abandon the European integration process, gravely undermine relations with Washington, and consider Russia and China as equals in terms of international power. But Turkey’s view of itself does not comport with the facts. The country is deeply divided domestically between political Islam and the secularists, and the Kurdish Question grows larger by the day. Turkish prestige has been deeply wounded among western governments and citizens, with the hashtag #WorstAllyEver going viral for weeks on Twitter. The Turkish economy seems trapped in a primitive economic spiral based on small agricultural units and a mediocre tourism market that is negatively affected by the volatility of the region. Turkey is far from technologically advanced, and its involvement in innovative international IT schemes and robotics is almost nil.

Analysts who believe a new dawn will break in Turkey when Erdoğan leaves the stage are mistaken. Nationalism and narcissism are deeply rooted in the collective subconscious of the Turkish state, and the multipolar system is helping those flaws come to the surface. They will continue to dictate domestic developments and the state’s international conduct, with or without Erdoğan.

Note that the two new stars in Turkish politics, Meral Aksener and Ekrem Imamoglu, appear unwilling to break away from the traditional Turkish egotism that moves the crowds. It does, after all, afford political victories in both local and national elections.

Turkish megalomania will produce more instability in the Eastern Mediterranean even as it pushes Ankara deeper into the arms of revisionist systemic actors.

To guard against this, strong political and defensive links between Jerusalem, Nicosia, and Athens should be supplemented by academic cooperation and technological synergies. This strong tripartite bond – which too is the product of new systemic developments in the post-Cold War Eastern Mediterranean and not just a result of the deterioration of Israeli-Turkish relations after Davos 2009 – together with continued productive US involvement in the region will be the best strategic components with which to face down Turkey’s narcissistic self-misperceptions in the decades to come.

View PDF

Dr. Spyridon N. Litsas is Associate Professor of International Relations at the University of Macedonia and Visiting Professor of International Relations at the Institute of Political Science at the University of Grenoble, France. 

Χρήστος Ζιώγας*: Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης ή κατευναστική διολίσθηση;

on Πέμπτη, 13 Ιουνίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Η εικόνα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο προσήκει περισσότερο στην εφαρμογή, εκ μέρους της Τουρκίας, μίας στρατηγικής πειθαναγκασμού και αλλαγής του status quo.
Χρήστος Ζιώγας Διδάσκων Διεθνείς Σχέσεις στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Παν/μιου Αιγαίου και Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Πάντειο Παν/μιο
Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης ή κατευναστική
EUROKINISSI
Τα Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης (ΜΟΕ), ως πρακτική διεθνούς πολιτικής, μας προέκυψαν μετά την ελληνοτουρκική κρίση του Μαρτίου του 1987. Οι ελληνοτουρκικές συνομιλίες, μεταξύ των τότε Υπουργών Εξωτερικών της Ελλάδας Κάρολου Παπούλια και της Τουρκίας Μεσούτ Γιλμάζ για την υιοθέτηση ΜΟΕ, ξεκίνησαν τον Μάιο του 1988 στην Βουλιαγμένη. Κατόπιν διαπραγματεύσεων, οι δυο πλευρές κατέληξαν στο ομώνυμο μνημόνιο το οποίο προέβλεπε: i) αμφότερα τα μέρη θα αναγνώριζαν το δικαίωμα στη χρήση της ανοιχτής θάλασσας και του διεθνούς εναέριου χώρου. ii) Κατά την διεξαγωγή εθνικών στρατιωτικών δραστηριοτήτων, θα επιδίωκαν την αποφυγή της παρακώλυσης της ομαλής ναυσιπλοΐας και εναέριας κυκλοφορίας. iii) ο σχεδιασμός ασκήσεων, που απαιτούν έκδοση ΝΟΤΑΜ, να υλοποιείται με τρόπο ώστε να αποφεύγεται η απομόνωση περιοχών. iv) Με στόχο την επίτευξη των ανωτέρω, οι δυο πλευρές θα επικοινωνούσαν δια της διπλωματικής οδού.

 

Λίγους μήνες μετά, τον Σεπτέμβριο του 1988, υπέγραψαν στην Κωνσταντινούπολη ένα δεύτερο μνημόνιο, το οποίο περιείχε τις παρακάτω πρόνοιες. i) Τα πλοία και αεροσκάφη θα δρούσαν σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο και τους κανόνες καλής συμπεριφοράς. ii) Οι ναυτικές μονάδες των μερών θα απείχαν από πράξεις παρενόχλησης. iii) Οι ναυτικές μονάδες επιτήρησης δεν θα παρεμπόδιζαν τα πλοία του άλλου μέρους, κατά διάρκεια ασκήσεων, με ή χωρίς πυρά. iv) Οι πιλότοι των αεροσκαφών των δυο πλευρών θα επιδείκνυαν την ύψιστη προσοχή, όταν θα βρίσκονταν πλησίον σε αεροσκάφος της άλλης πλευράς και δεν θα έκαναν επικίνδυνους ελιγμούς για την ασφάλεια της πτήσης ή της αποστολής τους. v) Οι δυο πλευρές θα ενημέρωναν κατ’ αρχήν η μία την άλλη μέσω διπλωματικών διαύλων, προτού προβούν σε επίσημες δηλώσεις.

Η τριακονταετής πρακτική κατέδειξε ότι τα ΜΟΕ, δεν εφαρμόζονται στη βάση της αμοιβαιότητας, αλλά παραβιάζονται κατά το δοκούν από την Τουρκία χωρίς ουσιαστικές συνέπειες, ούτε κατά την διάρκεια της παραβίασής τους, ούτε μετέπειτα. Προς αποφυγή παρανοήσεων, εν γένει τα ΜΟΕ αποτελούν εργαλείο που επιδρά θετικά στην πρόληψη κρίσεων, μόνο όταν ισχύουν αμοιβαίως, διαφορετικά λειτουργούν ετεροβαρώς και συνιστούν αυτοπεριορισμό της μίας πλευράς. Προφανώς, η τήρηση των τωρινών ΜΟΕ οφείλει να είναι πρόκριμα για την σύναψη νέων. Εκτός κι αν διαπραγματευόμαστε για την σύναψη νέων διευρυμένων ΜΟΕ, ενώ δεν τηρούνται τα συμφωνημένα. Αν συμβαίνει αυτό, θα συνιστά παγκόσμια πρωτοτυπία˙ είναι περιττό να αναφέρουμε το πώς θα εκλάβει η Τουρκία ένα τέτοιο γεγονός.

Μετά την κρίση των Ιμίων, τον Ιανουάριο του 1996, υιοθετήθηκε από την τότε πολιτική ηγεσία το στρατήγημα της ενταξιακής πορείας της Τουρκίας στην ΕΕ, ως μέσο εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η βασική του σύλληψη ήταν ότι το ευρωπαϊκό πλαίσιο θα οδηγούσε την τουρκική εξωτερική πολιτική σε κανονιστικές ατραπούς. Πέραν των λανθασμένων υποθέσεων του εν λόγω στρατηγήματος, είκοσι έτη μετά η ενταξιακή πορεία της Τουρκιάς πνέει τα λοίσθια, αλλά κυρίως η συγκεκριμένη πολιτική εξελίχθηκε σε μία θύραθεν διαδικασία αποδοχής του τουρκικού ηγεμονισμού. Το παράδοξο είναι, ότι αντί να μειώνεται η επιρροή τέτοιων αντιλήψεων, διότι εκλείπει ο βασικός παράγοντας μεταστροφής της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής -δηλαδή η διαδικασία εξευρωπαϊσμού της- παρατηρείται στην ελληνική κοινωνία μία τάση αποδοχής ενός διαρκώς αυξανόμενου τουρκικού ηγεμονισμού. Τόσο ατομικά, όσο και συλλογικά τα βήματα προς την εκλογίκευση και την αποδοχή του τουρκικού αναθεωρητισμού εννοιολογήθηκαν στη βάση κάποιων δήθεν αντικειμενικών κριτηρίων και αμοιβαίων δικαιωμάτων. Βέβαια, η συγκεκριμένη διαδικασία δρομολογήθηκε από την κορυφή προς την βάση της κοινωνίας, συνδιαμορφώνοντας ένα ιδιάζον συλλογικό «σύνδρομο της Στοκχόλμης», σχετικά με την αποδοχή της αναθεωρητικής πολιτικής της Τουρκίας από την Ελλάδα και την Κύπρο.

Στην παρούσα συγκυρία, όπου η Τουρκία αποστασιοποιείται όλο και περισσότερο από το δυτικό στρατηγικό πλαίσιο, οι θιασώτες της αποδοχής του τουρκικού ηγεμονισμού δεν πτοούνται, ούτε από την αυταρχική της μετεξέλιξη, ούτε βέβαια από την επιδείνωση των αμερικανοτουρκικών σχέσεων. Οι πρόσφατες ενέργειες της Τουρκίας στην κυπριακή ΑΟΖ δεν χρήζουν μόνο διαφορετικής -της συνηθισμένης- αντιμετώπισης, αλλά αποδομούν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο τις κυρίαρχες αντιλήψεις των δύο τελευταίων δεκαετιών, σχετικά με την πορεία των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Η μεταστροφή της τουρκικής κοινωνίας και η ανάδειξη ενός νέου -με πιο αμιγή χαρακτηριστικά- τουρκικού αναθεωρητισμού, λογικά θα έκαμπταν τα επιχειρήματα της εν λόγω στρατηγικής. Δύο δεκαετίες μετά τον «εξευρωπαϊσμό» των ελληνοτουρκικών σχέσεων, η εσωτερίκευση της τουρκικής επιθετικότητας στην ελληνική κοινωνία σταδιακά λαμβάνει τη μορφή εκείθεν δικαιωμάτων και ενός εντεύθεν (εξ)ορθολογισμού. Η απευκταία απεμπόληση, σαφών και προσδιορισμένων από το διεθνές δίκαιο, κυριαρχικών δικαιωμάτων ενδέχεται να θεωρηθεί ως έντιμος και δίκαιος συμβιβασμός˙ ίσως και αντι-ιμπεριαλιστική συμφωνία έναντι των αμερικανικών στοχεύσεων.

Χρήστος ΖιώγαςΔιδάσκων Διεθνείς Σχέσεις στο Τμήμα Μεσογειακών Σπουδών του Παν/μιου Αιγαίου και Μεταδιδακτορικός Ερευνητής στο Πάντειο Παν/μιο

Ο Τούρκος Πρόεδρος, λόγω της αμετροέπειάς του, βρίσκεται εντός μίας «γεωπολιτικής μέγγενης»˙ όσο χρόνο κι αν κέρδισε ο Ερντογαν έχει να αποφασίσει ανάμεσα στο κόστος που μπορούν να του επιβάλουν οι ΗΠΑ ή αυτού που μπορεί να του επιφέρει η Ρωσσία. Προφανώς, η Ουάσιγκτόν δύναται - και το κάνει ήδη- να του προκαλέσει πολλαπλάσια ζημία. Μία όμως ορθολογική υποχώρηση του Τούρκου Πρόεδρου έναντι των ΗΠΑ, θα του «τσαλακώσει» την εικόνα στο εσωτερικό, πως υποχώρησε έναντι ενός υπέρτερου αντιπάλου. Σ’ αυτήν την άσχημη για την γείτονα συγκυρία, γιατί τέτοια ζέση ανάταξης ή διεύρυνσης των ΜΟΕ, πόσο μάλλον από μία απερχόμενη κυβέρνηση;

Ας μην συγχέουν οι νυν αλλά και οι επόμενοι, αρμόδιοι υπουργοί, την στοχευόμενη προσπάθεια της Άγκυρας να αλλάξει προς όφελός της το status quo στο Αιγαίο και να επιβάλει της θέσεις της στην ανατολική Μεσόγειο, στη βάση των στρατιωτικών συσχετισμών, με την αποφυγή ενός ατυχήματος και μίας κρίσης. Η εικόνα στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο προσήκει περισσότερο στην εφαρμογή, εκ μέρους της Τουρκίας, μίας στρατηγικής πειθαναγκασμού – αλλαγή του status quo μέσω της απειλής χρήσης βίας- παρά στην αμοιβαία επιδίωξη αποφυγής ενός ατυχήματος.

 

Ιπποκράτης Δασκαλάκης: Πικρές αλήθειες για τα ελληνοτουρκικά

on Σάββατο, 08 Ιουνίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Η τουρκική πολιτική, εκπορεύεται από το στόχο ανάδειξης της σε μεγάλη δύναμη.

Η γειτονική μας Τουρκία έχει επιδοθεί τα τελευταία 3 χρόνια σε μια άνευ προηγουμένου κλιμάκωση των διεκδικήσεων σε βάρος μας και των αντίστοιχων προκλήσεων. Η συμπεριφορά αυτή δεν είναι ευκαιριακή και οφείλεται στην ωρίμανση συνθηκών και προϋποθέσεων που δημιουργήθηκαν κατόπιν συστηματικών σχεδιασμών και πολύχρονων βημάτων της Άγκυρας. Ως εκ τούτου οποιαδήποτε δική μας συσχέτιση των προκλήσεων, με δημόσια πρόσωπα, κόμματα, πολιτικές ισορροπίες και διεθνείς σχέσεις της Άγκυρας είναι λανθασμένη και επικίνδυνη. Αναμφισβήτητα ο χρόνος εκδήλωσης ορισμένων εξ’ αυτών των προκλήσεων, επηρεάζεται από τις εσωτερικές και εξωτερικές περιστάσεις αλλά η γενικότερη σχεδίαση και εκτέλεση τους, εξυπηρετούν τους σταθερούς και μακροχρόνιους στόχους της γείτονος.

Η έξαρση των, σε βάρος μας διεκδικήσεων, ενισχύεται και από την αίσθηση που διακατέχει την Άγκυρα σχετικά με την εκατέρωθεν του Αιγαίου, ισορροπία ισχύος. Οποιαδήποτε σκέψη περί αυτόβουλης τουρκικής αναδίπλωσης και επιστροφής σε σχέσεις καλής γειτονίας με βάση το διεθνές δίκαιο, αποτελεί επικίνδυνη ματαιοπονία. Πλέον, η τουρκική πολιτική, εκπορεύεται από το στόχο ανάδειξης της σε μεγάλη δύναμη, ανάλογη της Βρετανίας-Γαλλίας και με κυρίαρχο περιφερειακό ρόλο σε Ανατολική Μεσόγειο-Βαλκάνια-Καύκασο και Μέση Ανατολή. Ο στόχος αυτός -αλλά και οι απαιτούμενες θυσίες- είναι αποδεκτός από τον τουρκικό λαό και ταυτίζεται με τις επιδιώξεις των ελίτ της χώρας.Βασική προϋπόθεση για την επίτευξη αυτών των στρατηγικών επιδιώξεων είναι η συντριβή της Ελλάδος (ελληνισμού με την ευρύτερη έννοια). Συντριβή όχι μόνο με την έννοια μιας συντριπτικής στρατιωτικής ήττας και απώλειας εδαφών αλλά και ως αποτέλεσμα αναγκαστικής παραχώρησης κυριαρχικών δικαιωμάτων -υπό την απειλή χρήσεως βίας- και μιας «φινλανδοποίησης» της Ελλάδος.

Η παραπάνω πραγματικότητα έπρεπε να έχει γίνει κατανοητή στην Αθήνα από τα τραγικά γεγονότα του 1955 και να έχει επιλέξει και κυρίως να εφαρμόζει σταθερά, μια κατάλληλη στρατηγική αντιμετώπισης της Άγκυρας. Είναι γεγονός, ότι με εξαίρεση ορισμένων περιόδων (κυρίως 1963-1974), η ελληνική (ελλαδική) πολιτική έτυχε μιας ευρείας συγκατάθεσης του συνόλου των κυβερνήσεων και κομμάτων. Παρά ταύτα τα αποτελέσματα δεν ήταν ικανοποιητικά και η ελληνική αποτροπή δεν υπήρξε αξιόπιστη σε αρκετές περιπτώσεις. Οι προσεκτικές ελληνικές επιλογές απέτρεπαν προσωρινά την όξυνση, χωρίς να διευθετούν οριστικά τα προβλήματα, μεταφέροντας αυτά στο απώτερο μέλλον και υπό δυσμενέστερες συνθήκες ανισορροπίας με την πρωτοβουλία κινήσεων πάντα στην απέναντι πλευρά. Επιπλέον και παρά τη σχετική ομοφωνία στην ελλαδική πλευρά, οι ενέργειες αντιμετώπισης της τουρκικής προκλητικότητας ήταν ασυντόνιστες, ενίοτε ευκαιριακές και σπασμωδικές, βασιζόμενες συχνά σε μια μη ρεαλιστική ανάγνωση της διεθνούς πραγματικότητας και των διεκδικήσεων της γείτονος. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι θυσίες αλλά ακόμη και επιτυχημένες κινήσεις του ελληνισμού, δεν μπορούσαν να επιφέρουν τα επιθυμητά αποτελέσματα καθόσον δεν εντάσσονταν σε ένα ολοκληρωμένο σχέδιο εξισορρόπησης της Τουρκίας, στους ποικίλους και αλληλένδετους τομείς ανταγωνισμού. Επιπρόσθετα, συχνά καλλιεργήθηκαν αβάσιμες ελπίδες για σωτήρια εμπλοκή τρίτων δυνάμεων υπέρ ημών, ενώ υπερτονίστηκε η σημασία του διεθνούς δικαίου. Η παραπάνω ουτοπική και συνάμα καταστροφική επιλογή, ουσιαστικά απορρίπτει τη βασική αρχή του ρεαλισμού, την αυτοβοήθεια και συγχρόνως δημιουργεί μια βολική δικαιολογία μη αντίδρασης και εν συνεχεία απόρριψης των ευθυνών σε τρίτους.

Δικαιολογημένη η επί δεκαετίες προσπάθεια αποφυγής πολεμικής σύγκρουσης με την Τουρκία, εμπλοκή που ανεξαρτήτως αποτελεσμάτων θα οδηγούσε σε σημαντική οπισθοδρόμηση αμφότερες τις χώρες. Επιλογή που γίνεται περισσότερο καταφανής και αναπόφευκτη την τελευταία δεκαετία καθώς η ουσιαστική οικονομική χρεοκοπία της Ελλάδος την έχει καταστήσει αιχμάλωτη πιστωτικών ιδρυμάτων, κρατικών τραπεζών, εταίρων, θεσμών, δημοσιονομικών περιορισμών και των απρόβλεπτων αγορών. Ακόμη και ένα μεμονωμένο στρατιωτικό επεισόδιο είναι ικανό να αναστρέψει οποιαδήποτε κίνηση ανάτασης της οικονομίας και να εκμηδενίσει τα πολύτιμα έσοδα του τουρισμού. Φυσικά τα παραπάνω δεν αποτελούν αιτία αδράνειας αλλά μόνο βάση κατανόησης της πραγματικότητας, ρεαλιστικού σχεδιασμού και μιας επίμονης εθνικής προσπάθειας ανατροπής της δυσμενούς κατάστασης.

Ορθά οι κυβερνήσεις έχουν εστιάσει στη δημιουργία πολυμερών επαφών-συνεργασιών σε διαφόρους τομείς στην Ανατολική Μεσόγειο ελπίζοντας όμως ότι έχουν επίγνωση των πραγματικών δυνατοτήτων και ορίων αυτών. Ορθά η Ελλάδα, έχοντας απολέσει ανεπιστρεπτεί τις ευκαιρίες δυναμικών αντιδράσεων, επιλέγει μια πολιτική αυτοσυγκράτησης που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ακόμη και κατευναστική. Δεν πρέπει όμως να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ο κατευνασμός, όπως και οι υποχωρητικές επιχειρήσεις στον στρατιωτικό ελιγμό, είναι αποδεκτές ενέργειες -συγκεκριμένου χρονικού ορίζοντα- μόνο όταν εξυπηρετούν το βασικό αντικειμενικό μας στόχο και δεν αποτελούν μια συνεχιζόμενη επιλογή εν αναμονή του «από μηχανής θεού». Στην τελευταία περίπτωση, η κατευναστικές κινήσεις αποτελούν την εγγύηση επέλευσης του χείριστου αποτελέσματος.

Ευρισκόμαστε σήμερα μπροστά σε μια σύντομη προεκλογική περίοδο. Θέματα που αφορούν την άμυνα και την αντιμετώπιση της τουρκικής προκλητικότητας προφανώς δεν θα τεθούν στο τραπέζι των συζητήσεων. Οποιαδήποτε ενδεχόμενη αναφορά σε αμυντικά θέματα θα εστιάζεται σε σκανδαλολογία, αδράνεια περί την αναδιοργάνωση των ενόπλων δυνάμεων και ρουσφετολογικές επιλογές. Η ουσία του προβλήματος δεν πρόκειται να τεθεί. Μια αισιόδοξη απάντηση επί της ουσιαστικής αποφυγής παρόμοιων πολιτικών συζητήσεων έχει να κάνει με την ευαισθησία αυτών των θεμάτων και την προσπάθεια διατήρησης τους εκτός της ατζέντας της πολιτικής «κοκορομαχίας».

Μια άλλη θέση υποστηρίζει την έλλειψη συγκεκριμένων θέσεων των κομμάτων και κυρίως της θέλησης τους να καταστήσουν το λαό, κοινωνό του μεγέθους του προβλήματος και να θέσουν υπόψη του την ανάγκη λήψεως ριζικών αποφάσεων με πολύπλευρο κόστος. Βεβαίως υπάρχει και η τρίτη άποψη που υποστηρίζει ότι οι μακροχρόνια κυβερνούσες ελίτ των Αθηνών έχουν αποδειχθεί την αναγκαιότητα αποφυγής σύγκρουσης, με οποιοδήποτε κόστος και δικές μας σημαντικές υποχωρήσεις σε πληθώρα θεμάτων και έχουν εμπιστευθεί «φίλους και συμμάχους» να προβούν στις κατάλληλες διευθετήσεις σε τόπο, χρόνο και μέθοδο. Δύο τα μεγάλα προβλήματα αυτής της -απευκταίας κατά την εκτίμηση μου- περίπτωσης, αφενός η Τουρκία δεν υπόκειται πλέον στον επιθυμητό βαθμό ελέγχου των μεγάλων δυνάμεων και αφετέρου, οποιαδήποτε παραχώρηση σε βάρος μας απλά θα επιτείνει τις «ορέξεις» της, μη διασφαλίζουσα την πολυπόθητη ειρηνική συμβίωση. Σε μια τέτοια εξέλιξη η ετεροβαρής για εμάς, Συμφωνία των Πρεσπών, φοβάμαι ότι θα αποτελέσει μια απλή παρανυχίδα. Φυσικά σε κάθε ερώτηση πολλαπλής επιλογής υπάρχει και η απάντηση «άπαντα τα ανωτέρω» που μάλλον επιβεβαιώνει τη σύγχυση και ατολμία των ελίτ αυτής της χώρας.

Το αμείλικτο ερώτημα που τίθεται είναι αν υπάρχουν υλοποιήσιμες προτάσεις εξόδου από τη δύσκολη αυτή θέση. Ουδείς είναι σε θέση να εγγυηθεί την επιτυχία μιας πολιτικής μακροχρόνιας στόχευσης που εξαρτάται από πολλούς και μη ελεγχόμενους παράγοντες. Ουδείς αμφισβητεί ότι η οικονομία είναι ο κινητήριος μοχλός που θα επιτρέψει την πραγματοποίηση των αναγκαίων εξοπλιστικών προγραμμάτων σε στενή όμως ισορροπία με την εξασφάλιση της κοινωνικής ευημερίας άρα και συνοχής. Αναμφίβολα οι διακρατικές κινήσεις συνεργασίας σε όλους του τομείς και προς κάθε κατεύθυνση, πρέπει να συνεχιστούν και ενταθούν. Είναι όμως απόλυτη προτεραιότητα να εξασφαλιστεί η όσο το δυνατόν, ταχύτερη αναβάθμιση της μαχητικής ισχύος και μερική εξισορρόπηση ισχύος Ελλάδος-Τουρκίας. Παρά το κόστος, πρέπει να προχωρήσουν άμεσα επιλεγμένες προμήθειες υλικών και ανταλλακτικών για ανανέωση βασικών πολεμικών μονάδων και μερική άρση ακινησίας που έχει ανέλθει σε απαράδεκτα ποσοστά.

Έχει αποδεχθεί ότι η συμμετοχή σε διακρατικά προγράμματα μεγάλου μεγέθους και συμμετοχών, με ικανό αριθμό προς απόκτηση οπλικών συστημάτων και σε βάθος χρόνου, εξασφαλίζει (συνήθως) την ομαλή εκτέλεση τους, τη μεταφορά τεχνογνωσίας, τη στήριξη της εθνικής αμυντικής βιομηχανίας και την εν συνεχεία υποστήριξη. Ομοίως είναι ζωτική ανάγκη να επέλθουν σημαντικές αλλαγές στη δομή δυνάμεων, στη θητεία, στην εκπαίδευση, στην εφεδρεία και στην εξέλιξη των στελεχών. Ο αντίπαλος εκπαιδεύεται σε πολεμικές συνθήκες στα διάφορα πολεμικά μέτωπα και εμείς έχουμε εστιάσει στο κοινωνικό έργο του στρατεύματος και στην «επίδειξη εξωστρέφειας». Άπαντα αποδεκτά και απαραίτητα αλλά συχνά χάνουμε την αίσθηση του μέτρου και για διαφόρους λόγους αδυνατούμε να αποδεχτούμε τα αναπόφευκτα κόστη της απόκτησης και διατήρησης ετοιμοπόλεμων και αποτελεσματικών ενόπλων δυνάμεων. Σίγουρα υπάρχουν οι επαγγελματίες εκείνοι, στον ευρύτερο αμυντικό χώρο, που μπορούν να προχωρήσουν στη σχεδίαση και εφαρμογή των απαραίτητων βημάτων.

Προέχει όμως να υπάρξει, η εκ μέρους της πολιτικής ηγεσίας και με ευρύτερη κομματική συγκατάθεση, αποδοχή της αναγκαιότητας αμυντικής αναβάθμισης και ανάληψης του κόστους που αυτή συνεπάγεται (πάντα στα όρια των οικονομικών μας δυνατοτήτων), εξασφάλιση ευρείας λαϊκής αποδοχής (συνυπολογίζοντας τη μακροχρόνια κόπωση της κοινωνίας), ανακατανομή κονδυλίων του προϋπολογισμού με μακροχρόνιο καθορισμό ποσών για την άμυνα και αυστηρή υιοθέτηση και εφαρμογή των προτάσεων που θα υποδειχθούν από τους εμπειρογνώμονες, πάντα στο πλαίσιο των αρχών και κατευθύνσεων που θέτει η εκλεγμένη κυβέρνηση. Οι παραπάνω αρχές θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν και συντονιστούν κάτω από μια ρεαλιστική πολιτική εθνικής άμυνας που θα εξυπηρετεί τους μακροχρόνιους εθνικούς στόχους και θα γίνει κτήμα των κομμάτων εξουσίας, οδηγός των ενεργειών τους και με τις απαραίτητες αποφάσεις να λαμβάνονται με μια συναινετική διαδικασία και με δικλείδες ασφαλείας. Βεβαίως επανερχόμαστε στα θέματα της ύπαρξης πολιτικής κουλτούρας συνεννόησης, υπεροχής της μακροχρόνιας στόχευσης έναντι της βραχυχρόνιας και πρωτοκαθεδρίας του εθνικού έναντι του κομματικού-ατομικού συμφέροντος, δηλαδή σε θέματα ευρύτερης παιδείας!

Επιπλέον, ο περήφανος ελληνικός λαός θα πρέπει να κατανοήσει ότι για την εξασφάλιση των ελληνικών ζωτικών συμφερόντων στην Ανατολική Μεσόγειο, Αιγαίο και οπουδήποτε αλλού, θα απαιτηθούν σημαντικές και σε βάθος χρόνου επενδύσεις, σε μέσα και προσωπικό, τα οποία παρά την καλή θέληση των οποιοδήποτε κυβερνώντων θα επιβαρύνουν τα ήδη μειωμένα οικονομικά των νοικοκυριών. Ενδεικτική όμως των προθέσεων, όλων σχεδόν των κομμάτων, είναι η αποστροφή αναφορών σε δυσάρεστα αντικείμενα -όπως της άμυνας- και εστίαση σε παραχολογίες και ανούσιες αλληλοκατηγορίες. Καίτοι έχουμε καταστεί -συλλογικά και ατομικά- ικέτες «επιδομάτων» πρέπει να κατανοήσουμε τα κρίσιμα διλήμματα και να λάβουμε τις ανάλογες αποφάσεις. Δυστυχώς μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν και ουδείς ξένος πρόκειται να διακινδυνεύσει τα παιδιά του για τα δικά μας συμφέροντα.

Αλληλένδετα λοιπόν όλα τα θέματα και αλληλοεπηρεαζόμενα. Εφικτή λοιπόν η αλλαγή κατευθύνσεως; Η ιστορία του λαού μας ευτυχώς αποδεικνύει το ανεξάντλητο των ανακλαστικών και δυνατοτήτων επιβίωσης του αλλά δυστυχώς και την ενεργοποίηση τους μετά από μια καταστροφή. Έχοντας γευθεί αρκετές την τελευταία εκατονταετία, παράλληλα όμως και με αρκετές επιτυχίες, ας ελπίσουμε να αποφύγουμε τη οδυνηρή δοκιμασία άλλης μιας καταστροφής για ενεργοποίηση των σωτήριων ανακλαστικών μας. 

Ανδρέας Ματζάκος: Ο καυτός μήνας Ιούνιος για την Τουρκία

on Πέμπτη, 06 Ιουνίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Στις πρόσφατες δημοτικές εκλογές στην Τουρκία, οι υποψήφιοι δήμαρχοι του κυβερνώντος κόμματος του προέδρου Ερντογκάν, δεν κατάφεραν να κερδίσουν το χρίσμα στις μεγαλύτερες πόλεις της Τουρκίας. Μεταξύ αυτών και στην Κωνσταντινούπολη (Κων/πολη).

Πλέον αυτού, εδώ και μήνες ευρίσκεται σε εξέλιξη η ακροβασία του προέδρου Ερντογκάν μεταξύ Ρωσίας και Αμερικής με τις δυο μεγάλες αγορές στρατιωτικού υλικού, των S-400 και των F-35. Αυτή η ακροβασία φαίνεται να πλησιάζει στο τέλος της εντός του μηνός Ιουνίου, ενώ και στην Συρία, η Τουρκία πρέπει να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις που έχει αναλάβει έναντι της Ρωσίας στην επαρχία της Idlib. (Βλέπε Χάρτη - Ζώνη Αποκλιμακώσεως Idlib).


 

Οι έως τώρα χειρισμοί του, στο θέμα των S-400 με την απαίτηση των ΗΠΑ για μη πραγματοποίηση της αγοράς, του έδωσαν πράγματι πολιτικό χρόνο και χώρο για να ελιχθεί μέχρι τις δημοτικές εκλογές της 31ης Μαρτίου. Όμως οι επαναληπτικές εκλογές στην Κων/πολη, η επικείμενη παραλαβή των ρωσικών S-400 και οι καθημερινές εξελίξεις στο σίριαλ της μη παραλαβής των αμερικανικών μαχητικών F-35, κρίνονται μέσα στον Ιούνιο. Το άρθρο χαρακτηρίζει ως ‘’καυτό’’ τον μήνα Ιούνιο για την Τουρκία, αλλά και για τον Ερντογκάν προσωπικά, γιατί εντός του μηνός, ο πρόεδρος της Τουρκίας πρέπει να πάρει αποφάσεις.
Στην πρώτη παράγραφο του άρθρου θα αναλυθεί το θέμα των επαναληπτικών εκλογών στην Κωνσταντινούπολη, στην επομένη το διακύβευμα των εκλογών, θα ακολουθήσει η ανάλυσητης δεινής θέσεως της Τουρκίας μεταξύ Ρωσίας και ΗΠΑ και το άρθρο θα κλείσει με επίλογο.

 

Επαναληπτικές εκλογές

Στις 23 Ιουνίου θα γίνουν οι επαναληπτικές εκλογές για τον δήμο της Κων/πολεως, κατόπιν αποφάσεως της Ανωτάτης Εκλογικής Επιτροπής (ΑΕΕ). Ο υποψήφιος του ΑΚΡ Μπιναλί Γιλντιρίλ είχε πάρει το 48,6% των ψήφων έναντι 46,8% του Εκρέμ Ιμάμογλου του CHP. Ο Ερντογκάν μην μπορώντας να συμφιλιωθεί με την ήττα στην Κων/πολη, προσέφυγε στην ΑΕΕ με το επιχείρημα ότι σε μερικά εκλογικά κέντρα στην Κων/πολη, τα μέλη των εφορευτικών επιτροπών δεν ήταν όλα δημόσιοι υπάλληλοι όπως ορίζει ο νόμος. Γιατί όμως ο Ερντογκάν δεν μπορεί να δεχθεί ήττα στην Κωνπολη; Το ΑΚΡ ηττήθηκε και στην Άγκυρα και στην Σμύρνη. Οι λόγοι είναι αρκετοί, για την οικονομία του χώρου θα αναφερθούν οι τρεις κυριότεροι:

- Η Κων/πολη είναι η βιτρίνα της σύγχρονης Τουρκίας. Πόλη με μεγάλη ιστορία, με μνημεία, με τα μεγαλύτερα έσοδα για τον τουρκικό τουρισμό. Από το 1994, ο δήμαρχος ανήκε πάντοτε σε ισλαμικό κόμμα. Τότε την δημαρχία είχε κερδίσει ο Ερντογκάν με το Κόμμα της Ευημερίας (Welfare Party-WP), γεγονός που δημιούργησε την απαραίτητη δυναμική για την νίκη του ισλαμιστή Ερμπακάν στις βουλευτικές εκλογές που ακολούθησαν το επόμενο έτος.

- Στην ευρύτερη περιοχή της Κων/πολεως, διεξάγεται το μεγαλύτερο μέρος της οικονομικής δραστηριότητας της Τουρκίας. Η Κων/πολη συνεισφέρει το 31% του ΑΕΠ της χώρας, το 29% της βιομηχανικής παραγωγής, ενώ στις διάφορες βιομηχανίες και επιχειρήσεις της ευρύτερης περιοχής της, απασχολείται το 20% του βιομηχανικού εργατικού δυναμικού. Η απασχόληση και η καλή πορεία της οικονομίας, ήταν και τα κλειδιά για τις συνεχείς εκλογικές νίκες του ΑΚΡ. Δεν μπορεί να αφήσει ο Ερντογκάν να πλανάται η ιδέα της ήττας σε όλους αυτούς τους ανθρώπους που επί σειρά ετών στηρίζουν το ΑΚΡ.

- Στην Κων/πολη ζει και δραστηριοποιείται το 15% εκ των 57 εκατομμυρίων των Τούρκων ψηφοφόρων. Αν χαθεί οριστικά ο δήμος της Κων/πολεως, κατά πάσα πιθανότητα, θα δημιουργηθούν ρωγμές στην συμμαχία του ΑΚΡ με το Εθνικιστικό Κόμμα (ΜΗΡ) του Μπαχτσελί. Σε μια τέτοια περίπτωση, ενδεχομένως ο Μπαχτσελί να ξανασκεφτεί, είτε την στήριξη που παρέχει στο ΑΚΡ, είτε τους όρους με τους οποίους το στηρίζει.
Προχωρώντας στην επομένη παράγραφο, θα δούμε το διακύβευμα των επαναληπτικών εκλογών.

Ποιο το διακύβευμα των επαναληπτικών εκλογών;

Το διακύβευμα είναι πολύ μεγάλο για τον Ερντογκάν. Κατά πρώτον με την προσφυγή στην ΑΕΕ, με την συγκεκριμένη αιτιολογία, σε περίπτωση ήττας στην Κων/πολη, διακυβεύεται η εικόνα του ως απόλυτου ηγέτη, στο ίδιο επίπεδο με τον Μουσταφά Κεμάλ. Αρκεί να σκεφτεί κάποιος ότι, κατά την διάρκεια των δημοτικών εκλογών, οι Τούρκοι πολίτες ψήφιζαν για δημάρχους μητροπολιτικών δήμων, δημάρχους μικροτέρων διαμερισμάτων, δημοτικούς συμβούλους και διαχειριστές συνοικιών. Οι ίδιες επιτροπές ήταν υπεύθυνες για την διεξαγωγή και των τεσσάρων ψηφοφοριών, αλλά μόνο την εκλογή δημάρχου στον μητροπολιτικό δήμο της Κων/πολεως προσέβαλε η ΑΕΕ. Δηλαδή για όλες τις άλλες ψηφοφορίες τα μέλη των επιτροπών ήταν νόμιμα, αλλά όχι για την εκλογή δημάρχου Κων/πολεως.
Κατά δεύτερον, σε περίπτωση νίκης του Ιμάμογλου, θα έρθει στην επιφάνεια η επιρροή που ασκεί η προεδρία σε μια υποτίθεται ανεξάρτητη αρχή όπως πρέπει είναι η ΑΕΕ, η οποία υπέκυψε στην θέληση του προέδρου για προσβολή του αποτελέσματος. Μάλιστα 7 από τα 11 μέλη της ΑΕΕ, ψήφισαν υπέρ των επαναληπτικών εκλογών. Εκεί που οδηγήθηκε η κατάσταση με τις επιλογές του Ερντογκάν, η κατάσταση θα χειροτερέψει γι’ αυτόν τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό σε περίπτωση ήττας του υποψηφίου του ΑΚΡ. Ας δούμε στην συνέχεια, την δεινή θέση της Τουρκίας έναντι Ρωσίας και ΗΠΑ.

Η Τουρκία μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας

Στο εξωτερικό, η Τουρκία υφίσταται πίεση και από την Ρωσία και από την Αμερική. Θα εξεταστούν εν συντομία, τα ζητήματα που πιέζουν την Τουρκία στις σχέσεις της με τις δυο αυτές χώρες.

- Ρωσία

- Όπως είναι γνωστό, είναι σε εξέλιξη η αγορά του αντιαεροπορικού συστήματος (Α/Α) S-400. Σύμφωνα με το χρονοδιάγραμμα, οι πρώτες παραλαβές αναμένονται εντός του μηνός Ιουλίου. Όμως στην αγορά αυτή αντιδρούν οι ΗΠΑ, οι οποίες επ’ ουδενί θέλουν μια χώρα του ΝΑΤΟ να αποκτήσει ένα τόσο εξελιγμένο Α/Α σύστημα, το ραντάρ του οποίου μπορεί να καταγράφει τις κινήσεις δυτικών αεροσκαφών σε ακτίνα 400 χλμ από την βάση του και να βοηθήσει στην αποκάλυψη τρόπου αντιμετωπίσεως των F-35.

- Για την Συρία, η Τουρκία είχε συμφωνήσει με την Ρωσία τον περασμένο Σεπτέμβριο στο Sochi, να δημιουργήσει μια αποστρατικοποιημένη ζώνη πλάτους 15-20 χλμ γύρω από την επαρχία της Idlib, αφοπλίζοντας τους τζιχαντιστές και αφαιρώντας τους τον βαρύ οπλισμό. (Βλέπε Χάρτη – Ζώνη Αποκλιμακώσεως Idlib) Στους τζιχαντιστές περιλαμβάνεται και η ομάδα Hayat Tahrir al-Sham (HTS) που προέρχεται από την al-Qaida, μετά από διαδοχικές αλλαγές του ονόματος της. Ο αφοπλισμός και η απομάκρυνση των τζιχαντιστών έπρεπε να είχαν ολοκληρωθεί, μέχρι 15 Οκτωβρίου του 2018. Έναντι αυτής της υποχρεώσεως της Τουρκίας, η Ρωσία είχε δεσμευτεί να μην επιτρέψει στα κυβερνητικά στρατεύματα να επιτεθούν για κατάληψη της επαρχίας. Αν η Ρωσία δώσει το πράσινο φως στον Ασαντ για επίθεση στην επαρχία Idlib, θα τεθεί σε κίνδυνο και η κατοχή του κουρδικού καντονιού του Αφρίν.

-ΗΠΑ

- Η Τουρκία συμμετέχει στην παραγωγή των F-35, έχει δώσει προκαταβολή 1 δις δολαρίων και έπρεπε ήδη να έχει παραλάβει τα πρώτα αεροσκάφη. Με την επιλογή της για αγορά των S-400, όχι μόνο δεν παρέλαβε τα αεροσκάφη, αλλά η όλη συμφωνία αγοράς, τέθηκε υπό επανεξέταση.

- Στις 21 Μαΐου, το δίκτυο CNBC έγραψε ότι σύμφωνα με πληροφορίες του, ‘’Η Τουρκία πρέπει μέχρι το τέλος της πρώτης εβδομάδας του Ιουνίου, να ακυρώσει την αγορά των S-400 και, ότι αυτή η προσφορά είναι και η τελευταία για το θέμα’’.
- Την Παρασκευή 31 Μαΐου, ο εκτελών χρέη ΥΕΘΑ Patrick Sanahan, δήλωσε σε δημοσιογράφους στην Σιγκαπούρη, ότι ‘’δεν είναι δυνατόν η Τουρκία να αγοράσει ένα σύστημα που σχεδιάστηκε για να καταρρίπτει τα F-35’’.
- Το χειρότερο είναι ότι οι ΗΠΑ είναι αποφασισμένες να επιβάλλουν οικονομικές κυρώσεις στην Τουρκία, μέσω του νόμου που έχει ψηφισθεί ειδικώς για κράτη που επιδεικνύουν εχθρική συμπεριφορά προς τις ΗΠΑ [Countering America’s Adversaries Through Sanctions Act (CAATSA)] Σε μια τέτοια περίπτωση, θα επιδεινωθεί η ήδη κακή οικονομική κατάσταση στην Τουρκία, οκτώ εταιρείες της οποίας συμμετέχουν στην κατασκευή των F-35, και είχαν προϋπολογίσει κέρδη άνω των 10 δις δολαρίων.

Ακόμη και αν ο πρόεδρος Τραμπ, παρά την αντίθετη γνώμη της αμερικανικής γραφειοκρατίας, δεχθεί την πρόταση του Ερντογκάν για σύσταση μικτής ομάδας εργασίας για επί τόπου εξέταση των αμερικανικών ανησυχιών προ της παραλαβής των S-400, όπως γράφεται τελευταία, αυτό δεν σημαίνει ότι η ομάδα αυτή θα συσταθεί τελικώς, ή ότι τα συμπεράσματα της ομάδας θα συμφωνούν με τις τουρκικές θέσεις.

Επίλογος

Ο Ερντογκάν γνωρίζει πολύ καλά ότι όσο πιο μεγάλη εσωτερική νομιμοποίηση απολαμβάνει ένας ηγέτης, τόσο ισχυρότερος είναι στο εξωτερικό. Και στην νομιμοποίηση αυτή, συμβάλλει χωρίς αμφιβολία η κατάκτηση του δήμου της μεγαλύτερης πόλεως της Τουρκίας. Την νομιμοποίηση αυτή δε, την έχει απολύτως ανάγκη, αφού στο εξωτερικό όπως αναλύθηκε, η Τουρκία βάλλεται και από την Ρωσία και από τις ΗΠΑ.

Η επιλογή της Τουρκίας για την αγορά των S-400, είναι φανερό ότι έγινε καθαρά με πολιτικά κριτήρια και ότι δεν υπαγορεύτηκε από στρατιωτικές επιχειρησιακές ανάγκες. Άλλωστε αντιαεροπορικά συστήματα με τα χαρακτηριστικά των S-400, μπορούσε να αγοράσει και από πολεμικές βιομηχανίες δυτικών χωρών. Το ζήτημα όμως είναι ότι ο Ερντογκάν ήθελε να περάσει το μήνυμα ότι ήρθε η ώρα η Τουρκία να πορεύεται στο διεθνές σύστημα ως ένας ανεξάρτητος πόλος. Ότι η Τουρκία μπορεί να κάνει επιλογές στην εξωτερική πολιτική χωρίς να λαμβάνει υπόψιν της τις προτιμήσεις της ηγετικής δυνάμεως στην δυτική συμμαχία. Μάλλον όμως δεν ήρθε ακόμα η ώρα, η Τουρκία να μην αποτελεί ανάχωμα για την δυτική συμμαχία σε πιθανή επέκταση της Ρωσίας προς νότο. Και η ώρα αυτή δεν άλλαξε από την υπογραφή της Συνθήκης του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, το 1774, με την οποία έληξε ο Α’ Ρωσο-τουρκικός πόλεμος. Τόσο τα Στενά του Ελλησπόντου, όσο και το Αιγαίο, η οδός που οδηγεί από την Μαύρη Θάλασσα στην Μεσόγειο δηλαδή, είναι ανάγκη να ελέγχονται από το ΝΑΤΟ.

Τέλος, στην πολιτική σκηνή της Τουρκίας όλοι γνωρίζουν ένα ρητό που λέει ότι, ‘’Όποιος κερδίζει την Κων/πολη, κερδίζει και την Τουρκία’’. Φαίνεται πως η μόνη ώρα που ήρθε, είναι να διαπιστώσουμε τι γίνεται αν κάποιος χάσει την Κων/πολη. Χάνει πράγματι και την Τουρκία;


* Ο κ. Ανδρέας Ματζάκος είναι Απόστρατος Αξκος του ΣΞ και κατέχει MSc στις Διεθνείς Σχέσεις και Στρατηγικές Σπουδές.

Είναι δόκιμος ερευνητής στον Τομέα Αμυντικών Θεμάτων του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων του Παντείου Πανεπιστημίου και μέλος του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών. 

Χρήστος Μηνάγιας- Κώστας Λουκόπουλος: Αποκωδικοποιούμε την Τουρκία του Ερντογάν σήμερα - Liberal

on Τρίτη, 09 Απριλίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

 

Η Τουρκία δεν είναι ούτε υπερδύναμη, ούτε μεγάλη δύναμη, ούτε περιφερειακή δύναμη, αλλά είναι μια χώρα που έχει τις δυνατότητες να παρεμβαίνει στρατιωτικά, πολιτιστικά και οικονομικά σε περιφερειακό επίπεδο, επισημαίνει σε συνέντευξή του στο liberal.gr, o αναλυτής Χρήστος Μηνάγιας, προσθέτοντας πως η σχέση της με τις ΗΠΑ δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και κινδύνους - ασύμμετρες απειλές.

Τα όσα συμβαίνουν στην γειτονική μας Τουρκία αναντίρρητα δημιουργούν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον στην χώρας μας. Από το αποτέλεσμα των εκλογών, τη διαμόρφωση των σχέσεων με ΗΠΑ και Ρωσία, μέχρι τη στάση της σε θέματα που αφορούν στο Αιγαίο και την Ανατ. Μεσόγειο.

Ο αναλυτής –συγγραφέας κ. Χρήστος Μηνάγιας, ο οποίος παρακολουθεί σε επαγγελματικό επίπεδο την Τουρκία για πολλά χρόνια και συνεπώς γνωρίζει όσο λίγοι την γειτονική χώρα, αναλύει την παρούσα κατάσταση μετά τις τελευταίες εξελίξεις και δίνει τις εκτιμήσεις του.

Συνέντευξη στον Κωνσταντίνο Λουκόπουλο*

- Πόσο ισχυρός είναι ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν μετά τις συνεχείς εκκαθαρίσεις, την αλλαγή του Συντάγματος και τη νέα πολιτική πραγματικότητα του προεδρικού συστήματος;

Σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, μετά την απόπειρα πραξικοπήματος στις 15-07-2016 και μέχρι τις 01-11-2018, αποστρατεύθηκαν 14.729 στελέχη των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων εκ των οποίων, 150 ανώτατοι αξιωματικοί, 7.595 αξιωματικοί, 5.723 μόνιμοι υπαξιωματικοί, καθώς επίσης 1.261 εξειδικευμένοι και συμβασιούχοι οπλίτες. Για αντιμετώπιση του προβλήματος έλλειψης μόνιμου-επαγγελματικού προσωπικού, προσελήφθησαν 49.313 στελέχη εκ των οποίων, 4.653 αξιωματικοί, 8.373 μόνιμοι υπαξιωματικοί, 26.244 εξειδικευμένοι οπλίτες και 10.043 συμβασιούχοι οπλίτες.

Συνεπώς διαπιστώνεται ότι, εκκρεμεί η πλήρωση 2.942 θέσεων αξιωματικών (ανώτατων, ανώτερων και κατώτερων) κάτι το οποίο θα αποκατασταθεί σε 1-2 έτη περίπου. Αντιθέτως, οι κενές θέσεις των μόνιμων υπαξιωματικών αυξήθηκαν κατά 2.650, καθώς επίσης των εξειδικευμένων και συμβασιούχων οπλιτών κατά 35.026. Επίσης, με τις παρεμβάσεις αυτές, το 2018, η συνολική δύναμη του στρατιωτικού προσωπικού των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων επανήλθε στο επίπεδο του 2015, δηλαδή ένα έτος πριν από το πραξικόπημα, με την εξής ποιοτική διαφορά: το ποσοστό του επαγγελματικού στρατιωτικού προσωπικού το 2015 ήταν 39,97%, ενώ το 2018 αυτό αυξήθηκε στο 47,71% με ό,τι αυτό συνεπάγεται αναφορικά με τις επιχειρησιακές δυνατότητες των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Σε ό,τι έχει να κάνει με τη νέα δομή του προεδρικού συστήματος στην Τουρκία, αυτό βρίσκεται στο τελικό στάδιο της ολοκλήρωσης του. Ειδικότερα:

-Πρόκειται για μια πολύπλοκη δομή.

-Συγκροτήθηκαν μηχανισμοί άμεσης και αξιόπιστης ενημέρωσης του προέδρου Δημοκρατίας από άτομα της απολύτου εμπιστοσύνης του.

-Συγκροτήθηκαν όργανα ελέγχου, συντονισμού και αξιολόγησης του έργου του κρατικού μηχανισμού ειδικά στους τομείς ασφάλειας, άμυνας, εξωτερικής πολιτικής, οικονομίας και πολιτισμού.

-Η διαχείριση των κρίσεων πραγματοποιείται από το νεοσυγκροτηθέν στην προεδρία της Δημοκρατίας Κέντρο Διαχείρισης Κρίσεων προκειμένου να μειωθεί στο ελάχιστο ο χρόνος λήψης αποφάσεων και η έκδοση των αντίστοιχων διαταγών προς τους αρμόδιους Φορείς.

- Η διαχείριση της προβολής της ήπιας ισχύος (soft power) τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και στο εξωτερικό εντάχθηκε σε μια κάθετη δομή διοικήσεως υπό το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. Αυτό προέκυψε από την αναγκαιότητα να προβληθούν έτι περαιτέρω η τουρκική ιστορία, ο τουρκικός πολιτισμός, η τουρκική γλώσσα, καθώς επίσης να υπάρξει συντονισμός στην κοινωνική, πολιτιστική και οικονομική διείσδυση στις χώρες όπου διαβιούν Τούρκοι της διασποράς και μειονότητες (τουρκικές, τουρκόφωνες και μουσουλμανικές) τις οποίες η Άγκυρα επιδιώκει να τις μετατρέψει σε τουρκικές.

Αναμφίβολα, οι προαναφερθείσες παρεμβάσεις, μεταξύ άλλων, έχουν ως βασικό στόχο να ενεργήσουν αποτρεπτικά σε όποιον επιδιώξει να αμφισβητήσει την κυριαρχία του Ταγίπ Ερντογάν τόσο στο εσωτερικό της χώρας, όσο και σε περιοχές ενδιαφέροντος της Τουρκίας στο εξωτερικό.

-Πως βλέπετε να εξελίσσονται οι σχέσεις της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες παράλληλα με αυτές με τη Ρωσία;

Η Τουρκία δεν είναι ούτε υπερδύναμη, ούτε μεγάλη δύναμη, ούτε περιφερειακή δύναμη, αλλά είναι μια χώρα που έχει τις δυνατότητες να παρεμβαίνει στρατιωτικά, πολιτιστικά και οικονομικά σε περιφερειακό επίπεδο. Επίσης, οι βασικοί στόχοι της εθνικής πολιτικής της Άγκυρας έχουν να κάνουν με την τουρκική αντίληψη ότι, μια ανεξάρτητη εσωτερική πολιτική και οικονομική ισχύς θα έχει ως αποτέλεσμα τη δυνατότητα ενάσκησης μιας ανεξάρτητης εξωτερικής πολιτικής σε έναν ευρύ γεωγραφικό χώρο εξοπλισμένη με την ιστορία και την πολιτιστική ταυτότητα. Φυσικά, η ανεξαρτησία στην εσωτερική πολιτική φαίνεται ότι έχει επιτευχθεί με τη νέα δομή του προεδρικού συστήματος. Όμως, αυτό που προκαλεί αμφιβολίες είναι η ανεξαρτησία της τουρκικής οικονομίας, η οποία εκτιμάται ότι δεν θα επιτευχθεί πριν από το τέλος του 2020.

Επιπρόσθετα, η Άγκυρα εκτιμά ότι, η απόφαση της να τηρεί ίσες αποστάσεις μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ρωσίας μπορεί να δημιουργεί προβλήματα στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις, ωστόσο τελικά θα αναβαθμισθεί το περιφερειακό και εν μέρει το παγκόσμιο προφίλ της.

Συμπερασματικά θα λέγαμε ότι, η πολιτική επικαιρότητα της Τουρκίας είναι και θα συνεχίσει να είναι επικεντρωμένη σε τέσσερα θέματα: στους γκιουλενιστές, στην οικονομική κρίση που διέρχεται η χώρα, στις περιφερειακές εξελίξεις, καθώς επίσης στα προβλήματα της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής με τις Ηνωμένες Πολιτείες όπως, οι S-400, τα F-35 και η απόφαση της Άγκυρας να ενεργεί αυτόνομα στη Συρία. Προφανώς, όλα αυτά έχουν ως συνέπεια η Τουρκία να χαρακτηρίζεται ως μια χώρα που απομακρύνεται από τη Δύση και ως μια σύμμαχος του ΝΑΤΟ που δεν εμπνέει εμπιστοσύνη και θέτει σε κίνδυνο την ασφάλεια της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας. Μάλιστα, το γεγονός ότι, η Τουρκία τείνει να συμπεριληφθεί από τους Αμερικανούς στην κατηγορία των χωρών που επιβάλλονται κυρώσεις (όπως η Ρωσία, το Ιράν και η Βενεζουέλα) αναμφίβολα θα πρέπει να τύχει ιδιαίτερης αξιολόγησης από την ελληνική πλευρά όχι μόνο για τις ευκαιρίες που δημιουργούνται αλλά και για τους κινδύνους-ασύμμετρες απειλές που μπορεί να προκύψουν.

- Τι επιδιώκει η Τουρκία στις ελληνοτουρκικές σχέσεις μετά την επίσκεψη Τσίπρα στην Άγκυρα; Πιστεύετε ότι η συζήτηση περί ΜΟΕ μπορεί να οδηγήσει τελικά σε μια συνδιαχείριση και μακροπρόθεσμα να ανοίξει την ατζέντα και συγκυριαρχία στο Αιγαίο; Ποίοι είναι κατά την εκτίμηση σας οι στρατηγικοί στόχοι της Άγκυρας στην Ανατολική Μεσόγειο σχετικά με τα ενεργειακά;

Στο νέο δόγμα χρησιμοποίησης της τουρκικής ναυτικής ισχύος αναγράφεται ότι θα συνεχισθούν οι αεροναυτικές δραστηριότητες στο Αιγαίο στα πλαίσια: της αρχής της αμοιβαιότητας, των συμμαχικών σχέσεων, της καλής γειτονίας, των δικαιωμάτων στις ανοικτές θάλασσες που πηγάζουν από το Διεθνές Δίκαιο, της αρχής της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, των ισορροπιών της Συνθήκης της Λωζάνης και των δικαιωμάτων της Τουρκίας που πηγάζουν από τις Διεθνείς Συμφωνίες. Όλα τα παραπάνω, σε συνδυασμό με την «επανερμηνεία» των Διεθνών Συνθηκών που επιδιώκει η Άγκυρα, εντάσσονται σε μια στρατηγική της οποίας ο κύριος αντικειμενικός σκοπός εστιάζεται στην αμφισβήτηση της ελληνικής κυριαρχίας στο Αιγαίο.

Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι, η σημασία που δίδει η Τουρκία για τις εξελίξεις στην Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο προσεγγίζονται ιδιαίτερα αποκαλυπτικά από τον Τούρκο καθηγητή πανεπιστημίου Çağrı Erhan και στενό συνεργάτη του Ερντογάν στο ακόλουθο κείμενο που δημοσιεύθηκε στις 03-02-2019, δύο ημέρες πριν την επίσκεψη του πρωθυπουργού της Ελλάδος στην Τουρκία:

«Πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, σε κανενός το μυαλό δεν υπήρχε η σκέψη ότι, η Τουρκία δεν αποτελείται μόνο από χερσαίο χώρο, αλλά από θαλάσσιο και εναέριο χώρο. Τις περισσότερες φορές μας έκαναν να ξεχάσουμε ότι αυτή η πολύτιμη χώρα που περιβάλλεται από θάλασσα στις τρεις πλευρές της, ταυτόχρονα, είναι και μια Γαλάζια Πατρίδα (Mavi Vatan). Την περίοδο που το ξεχάσαμε αυτό, μας έλειψε η βούληση και το σθένος να εκμεταλλευθούμε τα αγαθά που μας αναλογούν σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο. Σε κάποια χρονική περίοδο, οι γείτονες μας, με τους οποίους μοιραζόμαστε την ίδια θάλασσα, μερικές φορές διαστρέβλωσαν το Διεθνές Δίκαιο και προέβησαν σε μονομερείς ενέργειες ύπουλα και πονηρά επειδή νόμισαν ότι, εμείς θεωρούμε τις ακτές ως την τελική συνοριακή γραμμή όπου σταματάει η πατρίδα μας. Οι χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, πλην της Τουρκίας, προσπάθησαν να περάσουν ένα μήνυμα σε όλον τον κόσμο ότι, αυτές επιθυμούν μέσω μιας ενεργειακής συνεργασίας να φέρουν την ηρεμία στην περιοχή. Όσοι δρομολογούν αυτά τα τετελεσμένα νομίζουν ότι, κατά τη διάρκεια που αυτοί θα προσπαθούν να επιβάλουν την κυριαρχία τους στη Μεσόγειο η Τουρκία απλώς θα παρακολουθεί ως θεατής όλες αυτές τις εξελίξεις. Σε όσους δεν αντιλήφθηκαν ακόμη, ούτε το τι θέλει να πράξει η Τουρκία, ούτε τις αλλαγές που έγιναν στην τουρκική στρατηγική για τη Μεσόγειο μετά την εξάλειψη του προβλήματος της FETÖ (Τρομοκρατική Οργάνωση των Φετουλλαχιστών), διατυπώνουμε τις επίσημες θέσεις μας με πέντε φράσεις: α. Η Τουρκία θα υπερασπισθεί τα νόμιμα και κυριαρχικά δικαιώματα της σε όλες τις περιοχές της θαλάσσιας δικαιοδοσίας της στη Μεσόγειο, τις οποίες είτε ανακήρυξε είτε δεν ανακήρυξε ακόμη. β. Η Τουρκία θα ανταπαντήσει σε κάθε είδους παραβίαση που θα γίνει στη Γαλάζια Πατρίδα (Mavi Vatan), όπως έπραξε στις παραβιάσεις που έγιναν στον τουρκικό χερσαίο χώρο. γ. Η Τουρκία δεν θα επιτρέψει σε καμία δύναμη να σφετερισθεί το μερίδιο της “KKTC” (σ.σ. ψευδοκράτος στην κατεχόμενη Κύπρο) από τον πλούτο της Μεσογείου. δ. Η Τουρκία θα υπερασπισθεί τα δικαιώματα της “KKTC” με τον ίδιο τρόπο που υπερασπίζεται τα δικά της δικαιώματα. ε. Η Τουρκία θα τηρήσει την ίδια στάση και συμπεριφορά έναντι όλων των κρατών που επιθυμούν μια ακριβοδίκαιη συνεργασία στη Μεσόγειο στο πλαίσιο μιας ειλικρινούς και καλόπιστης αντίληψης».

Διαπιστώνεται δηλαδή ότι, η Τουρκία θέτει το εξής δίλημμα: «ή συνεργασία (συνεκμετάλλευση) χωρίς να προηγηθεί χρήση βίας, ή συνεργασία (συνεκμετάλλευση) μετά από τη χρήση βίας». Φυσικά δεν είναι τόσο σημαντικό τι δίλημμα θέτουν οι Τούρκοι σε εμάς, αλλά τι δίλημμα έχουμε θέσει εμείς στους Τούρκους. Πάντως, εκτιμάται ότι, σύμφωνα με τους τουρκικούς σχεδιασμούς, μέχρι το τέλος του Φθινοπώρου πιθανόν να υπάρξουν σχετικές εξελίξεις «και στο πεδίο των επιχειρήσεων και στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων».

-Πως αξιολογείτε τα αποτελέσματα των δημοτικών εκλογών στην Τουρκία στις 31-03-2019;

Στο σύνολο της τουρκικής επικράτειας τα εκλογικά ποσοστά της συμμαχίας του κυβερνώντος κόμματος ΑΚΡ με το εθνικιστικό κόμμα ΜΗΡ παρουσίασαν μια μικρή μείωση στο 51,62% από το 53,66% που ήταν στις εκλογές της 24-06-2018, σε αντίθεση με το ποσοστό του ΑΚΡ το οποίο αυξήθηκε στο 44,31% από το 42,56% που ήταν στις εκλογές της 24-06-2018.

Επίσης, ο εκλογικός χάρτης των εκλογών της 31-03-2019 προσομοιάζει σχεδόν με τον εκλογικό χάρτη του δημοψηφίσματος για την αλλαγή του Συντάγματος που πραγματοποιήθηκε στις 16-04-2017, βάσει του οποίου η αντιπολίτευση υπερίσχυσε στις μεγαλουπόλεις όπως, η Κωνσταντινούπολη, η Άγκυρα, η Σμύρνη κ.λπ. Απλώς, η απώλεια των μεγαλουπόλεων στις πρόσφατες εκλογές, για τον Ερντογάν, έχει περισσότερο ψυχολογικό χαρακτήρα και όχι ουσιαστικό αν λάβουμε υπόψη δύο παράγοντες.

1ος Παράγοντας: Στην Κωνσταντινούπολη και στην Άγκυρα το κουρδικό κόμμα HDP δεν είχε υποψηφίους και οι ψηφοφόροι του στήριξαν τους υποψήφιους δημάρχους του ρεπουμπλικανικού κόμματος CHP.

2ος Παράγοντας: Διαπιστώθηκε ότι μέρος των ψηφοφόρων του εθνικιστικού κόμματος ΜΗΡ δεν στήριξε τους υποψήφιους δημάρχους του ΑΚΡ στην Άγκυρα και την Κωνσταντινούπολη.

Συνεπώς, ο κουρδικός παράγοντας ήταν αυτός που συνετέλεσε στη εκλογική νίκη της αντιπολίτευσης στην Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα, ενώ οι αντίστοιχοι πίνακες που ακολουθούν επιβεβαιώνουν εμφανώς την παραπάνω εκτίμηση.



Από την άλλη πλευρά, αυτό που προκαλεί έντονο προβληματισμό είναι η απώλεια ψήφων του κουρδικού κόμματος HDP στους νομούς της ανατολικής και νοτιοανατολικής Τουρκίας, η οποία προφανώς θα τύχει εκμετάλλευσης από την τουρκική διπλωματία προσδίδοντας σε αυτό, ακόμη και, γεωπολιτική διάσταση αναφορικά με τις εξελίξεις στη Συρία και το Βόρειο Ιράκ. Για καλύτερη αντίληψη των εν λόγω εκλογικών αποτελεσμάτων και τη συνεχή απώλεια κουρδικών ψήφων μετά το 2015 παρατίθεται ο ακόλουθος πίνακας.

Τέλος, αξίζει να σημειωθεί πως οι εκλογές της 31-03-2019 έκλεισαν τον κύκλο της προεκλογικής ατμόσφαιρας που βρισκόταν η Τουρκία τα τελευταία χρόνια, αφού η επόμενη εκλογική αναμέτρηση προβλέπεται να πραγματοποιηθεί μετά από 4,5 χρόνια το 2023. Συνεπώς, η κυρία προσπάθεια από τούδε και στο εξής, σύμφωνα με δήλωση του Ταγίπ Ερντογάν, θα εστιασθεί στην οικονομία, στις μεταρρυθμίσεις, στην αμυντική βιομηχανία, στις σχέσεις της Τουρκίας με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Ρωσία, καθώς επίσης στην αντιμετώπιση της αστάθειας που υπάρχει στην περιοχή μέσω της διπλωματίας και της στρατιωτικής ισχύος.

Ο Χρ. Μηνάγιας είναι ταξίαρχος ε.α., γεωστρατηγικός αναλυτής και συγγραφέας έξι βιβλίων. Το πρώτο βιβλίο του με τίτλο «Η Γεωπολιτική Στρατηγική και η Στρατιωτική Ισχύς της Τουρκίας» εκδόθηκε το 2010. Το 2014, εκδόθηκαν τα βιβλία του με τίτλους «Αποκαλύπτοντας τον Τουρκικό Λαβύρινθο, Ισλάμ και Πολιτική στην Τουρκία», «Απόρρητος Φάκελος Τουρκία, Η Εθνική Στρατηγική της Τουρκίας» και «Τουρκικές Ένοπλες Δυνάμεις και Εξοπλισμοί». Το 2018, εκδόθηκε το πέμπτο βιβλίο του με τίτλο «Μέτωπα Σύγκρουσης και Πολέμου της Τουρκίας» και σε σύντομο χρονικό διάστημα θα εκδοθεί το έκτο βιβλίο του με τίτλο «Τουρκία, Αναθεωρητισμός και Συγκρούσεις».

* Ο Κωνσταντίνος Λουκόπουλος είναι επικεφαλής του παρατηρητηρίου Liberal,

Φωτογραφία: APImages

Γιαλή ‘Όλγα- Πηγή* ΣΥΝΟΨΗ ΕΙΣΗΓΗΣΕΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΑΣ ΕΛΙΣΜΕ:  «ΜΕΤΑ ΤΗ ΣΥΜΦΩΝΙΑ ΤΩΝ ΠΡΕΣΠΩΝ»

on Τρίτη, 26 Φεβρουαρίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Στις 19 Φεβρουαρίου του 2019 πραγματοποιήθηκε από το Ελληνικό Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ) Εσπερίδα με θέμα «Μετά την Συμφωνία των Πρεσπών» στο Απολλώνιο Πολιτιστικό Κέντρο. Ομιλητές ήταν ο Πρέσβης ε.τ. Αλέξανδρος Μαλλιάς, ο Καθηγητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς Πέτρος Λιάκουρας, καθώς και ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος ενώ Συντονιστής ήταν ο Γεώργιος Δουδούμης, Μέλος του ΔΣ του ΕΛΙΣΜΕ.
«Πρέσβης Αλέξανδρος Μαλλιάς»
Πρώτος εισηγητής ήταν ο Πρέσβης Αλέξανδρος Μαλλιάς παλαίμαχος διπλωμάτης με πολύχρονη υπηρεσιακή εμπλοκή και στη διαμάχη Ελλάδος-Π.Γ.Δ.Μ. Ο Πρέσβης ξεκίνησε την ομιλία του διατυπώνοντας ένα σχόλιο αναφορικά με την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Όπως τόνισε, ανέκαθεν η χώρα μας βασιζόταν στην αίσθηση του μέτρου («παν μέτρον άριστον»), κάτι που όμως δυστυχώς απουσιάζει στην εποχή μας και αυτό διαγράφεται αναλόγως και στην εξωτερική μας πολιτική.
Αναφερόμενος στα γεγονότα των τελευταίων δεκαετιών στα Βαλκάνια, εξέφρασε το συμπέρασμα πως πλέον η Ευρώπη και ιδίως τα κράτη των Βαλκανίων έχουν εισέλθει σε μια νέα φάση αναθεωρητισμού, όπου τίποτα δε μπορεί να θεωρηθεί δεδομένο. Χαρακτηριστικά έκανε λόγο για τη «Χάρτα των Παρισίων για μια Νέα Ευρώπη» το 1990, η οποία, όπως παρατήρησε λόγω άλλων προτεραιοτήτων που είχαν τεθεί τότε (π.χ. απελευθέρωση Κουβέιτ) έδωσε έμφαση σε ένα νέο ξεκίνημα με χαρακτηριστικά την ειρήνη, την ελευθερία και την αρμονική συνύπαρξη. Ακολούθησε όμως η διάλυση της Γιουγκοσλαβίας το 1991 μέσα από γενοκτονίες και πολέμους και αργότερα το 2008 η κήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου από τη Σερβία. Δίνοντας αυτό το παράδειγμα, ο κύριος Μαλλιάς επεσήμανε ότι μείζον ζήτημα στη περιοχή των Βαλκανίων σήμερα δεν αποτελεί η Συμφωνία των Πρεσπών αλλά μια Συμφωνία μεταξύ της «Δημοκρατίας του Κοσόβου» και της Σερβίας για ανταλλαγή εδαφών και επαναχάραξη συνόρων. Επομένως, διανύουμε μια περίοδο κατά την οποία είναι αδύνατο να προβούμε σε μακροχρόνιες προβλέψεις εφ’ όσων τα όσα συμφωνούμε δεν είναι μακρόβια.
Εκτίμησε ότι η Συμφωνία των Πρεσπών ανταποκρίνεται στις προϋποθέσεις που η ελληνική πλευρά είχε θέσει και δημοσίως υπό την εντολή των Ηνωμένων Εθνών για τη διευθέτηση του ζητήματος της ονομασίας. Από την άλλη, όμως προσθέτει δυο σημαντικές δεσμεύσεις στις οποίες δεν υπήρχε λόγος να προχωρήσει η ελληνική πλευρά όπως είναι το ζήτημα της μακεδονικής γλώσσας και της μακεδονικής ιθαγένειας.
Ο κύριος Πρέσβης έκλεισε την ομιλία του καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι πρέπει να ληφθεί υπ’ όψη πως αρκετά συχνά, συμφωνίες, ακόμα και αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, δεν κρατάνε για παραπάνω από μερικά χρόνια.
«Καθηγητής Πέτρος Λιάκουρας»
Ακολούθησε η ομιλία του κύριου καθηγητή του Πανεπιστημίου Πειραιά, Πέτρου Λιάκουρα. Ο καθηγητής ξεκίνησε κάνοντας μια σύντομη αναδρομή ως προς τη στάση της Ελλάδος τα τελευταία χρόνια απέναντι στη Π.Γ.Δ.Μ. Αναφέρθηκε στην Ενδιάμεση Συμφωνία μεταξύ Ελλάδας και Π.Γ.Δ.Μ. το 1995, η οποία όπως τονίστηκε δεν κυρώθηκε ποτέ και στην οποία το Άρθρο 11 υποχρέωνε την Ελλάδα να μην αντιταχθεί σε αίτημα εισδοχής της Π.Γ.Δ.Μ. σε Διεθνείς Οργανισμούς. Η αλλαγή της ελληνικής στρατηγικής το 2008 στο Βουκουρέστι με την επικρεμάμενη απειλή άσκησης βέτο εκ μέρους της , αν δεν διευθετηθεί το ζήτημα της ονομασίας θεωρήθηκε παραβίαση του Άρθρου 11 με αποτέλεσμα την καταδίκη της Ελλάδας από το Δικαστήριο της Χάγης μετά τη προσφυγή της γειτονικής χώρας. Παρ’ όλα αυτά η απόφαση αυτή δεν ευνόησε το κράτος των Σκοπίων. Η αλλαγή της ελληνικής στρατηγικής, όμως, έθεσε μια νέα βάση πάνω στη γραμμή διευθέτησης του ζητήματος αποδεχόμενη μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό.
Ο κύριος Λιάκουρας εκτίμησε πως η παρούσα Συμφωνία έγινε υπό ευνοϊκές συνθήκες από δυο κυβερνήσεις που διέθεταν καλή θέληση για διευθέτηση του ζητήματος και σαφώς σε μια χρονική στιγμή στην οποία το διεθνές πολιτικό σκηνικό ήταν ευνοϊκό προς μια τέτοια κατεύθυνση. Τόνισε, ακόμα ότι από τη Συμφωνία δε συνεπάγεται παραχώρηση ούτε εκχώρηση κυριαρχικού δικαιώματος της Ελλάδας.
Ένα θέμα που έθιξε ο κύριος καθηγητής είναι αυτό της σύγχυσης μεταξύ των όρων εθνότητα και ιθαγένεια. Ως προς τον αγγλικό όρο, nationality και ως προς τα αν αυτός θα χρησιμοποιηθεί από την απέναντι πλευρά με τον όρο της εθνότητας και όχι της ιθαγένειας, επεσήμανε ότι τα Σκόπια προχώρησαν σε ρηματική διακοίνωση που διαβεβαιώνει τη μετάφραση του όρου μέσα στο κείμενο, ως ιθαγένεια. Όπως ανέφερε, η εθνότητα αποτελεί ζήτημα αυτοπροσδιορισμού και δεν ορίζεται από το κράτος. Ακόμα, διαχώρισε την έννοια του αυτοπροσδιορισμού από το μειονοτικό δικαίωμα προσπαθώντας να διαλύσει δικαιολογημένες ανησυχίες. Ως προς την διαδικασία επικύρωσης της Συμφωνίας, παρατηρεί ως υπέρβαση το γεγονός ότι οι συνταγματικές αλλαγές έπρεπε να είχαν τεθεί σε ισχύ από την απέναντι πλευρά πριν από την επικύρωση της Σύμβασης και όχι κατόπιν.
Υποστήριξε, , ότι η Συμφωνία πρέπει να τηρηθεί (pacta sunt servanda) , επιδεικνύοντας καλή πίστη και από τις δύο πλευρές ενώ θα πρέπει να αποφευχθεί οποιουδήποτε είδος υπονόμευση ή δαιμονοποίηση της. Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να ελέγχει τη διασφάλιση και τήρηση των συμφωνηθέντων και ειδικά επί των προβλέψεων εκείνων βάσει των οποίων το κράτος της Βορείου Μακεδονίας παραιτείται από οποιοδήποτε μειονοτικό δικαίωμα και υποχρεούται να λαμβάνει τα απαραίτητα μέτρα ώστε να μην υπάρχουν αλυτρωτικές διαθέσεις.
Ως προς τις απόψεις περί ακύρωσης της Συμφωνίας, κατέληξε πως η Συμφωνία δεν μπορεί να ακυρωθεί ή να καταγγελθεί και δε μπορεί να τροποποιηθεί ως προς τα άρθρα 1 και 2. Κλείνοντας, είπε πως δε μπορούμε ακόμα να προβλέψουμε αν η Συμφωνία θα είναι βιώσιμη ή όχι, θα πρέπει όμως οπωσδήποτε να τηρηθεί διαφορετικά επισύρεται ευθύνη του ίδιου του κράτους.
« Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος»
Τελευταίος ομιλητής ο Αντιστράτηγος ε.α. Κωνσταντίνος Λουκόπουλος, άρχισε την εισήγηση του εκφράζοντας την άποψη πως δε θα μπορούσε να είχε γίνει κάτι ουσιαστικά διαφορετικό ως προς τη διευθέτηση του ονόματος. Θεωρεί, όμως τη Συμφωνία επιζήμια για τη χώρα μας, καθώς αποτελεί συμφωνία πακέτο περιλαμβάνοντας ζητήματα εθνικότητας και γλώσσας πέρα από μια απλή διευθέτηση της ονομασίας. Υποστήριξε πως το μη ισχυρό erga omnes, καθώς και η μεγάλη διαδικασία προσαρμογής θα δυσκολέψουν την εφαρμογή της. Θεωρεί βέβαια, πως η Συμφωνία είναι αδύνατον να ακυρωθεί .
Εν συνεχεία εξέφρασε τους προβληματισμούς του για την ονομασία των Ελλήνων Μακεδόνων, οι οποίοι πλέον θα πρέπει να προσθέτουν τον χαρακτηρισμό «Έλληνες» πριν απ’ το Μακεδόνες. «Θα εξαφανιστεί άραγε στο μέλλον η ικανότητα των Ελλήνων Μακεδόνων να λέγονται Μακεδόνες με αποτέλεσμα την άρνηση της μακεδονικότητας που συνεπάγεται και άρνηση ελληνικότητας», ανησυχεί, αναφέροντας πως στο κείμενο η Μακεδονία αναφέρεται απλά ως Βόρεια Περιοχή του Πρώτου Μέρους, δηλαδή της Ελλάδας. Ο στρατηγός Λουκόπουλος δήλωσε πως η ονομασία της εθνότητας είναι κάτι που οι γείτονες μας θα εκμεταλλευτούν στο έπακρο, αναφέροντας ως παράδειγμα την συνέντευξη που πρόσφατα έδωσε ο πρωθυπουργός Zoran Zaev στο γερμανικό κανάλι Deutsche Welle δηλώνοντας, μεταξύ άλλων, στη “μακεδονική γλώσσα” «Είμαι Μακεδόνας». Μίλησε ακόμα για την προειδοποίηση του Γερμανού Υπουργού Εξωτερικών για συνέπειες ελληνικής υπαναχώρησης λόγω της μη γενικότερης αποδοχής της Συμφωνίας από τον ελληνικό λαό.
Για το ενδεχόμενο μιας απειλής από το κράτος της Βορείου Μακεδονίας, πιστεύει πως μια κυβέρνηση του γείτονα κράτους, ίσως χειραγωγούμενη από μια άλλη σαφώς ισχυρότερη δύναμη, ενδεχομένως θα μπορούσε να αποτελέσει απειλή στο μέλλον για την Ελλάδα.
Τέλος, έκλεισε την ομιλία του συμφωνώντας με την πρόταση του κύριου Πρέσβη για σύσταση από το Υπουργείο Εξωτερικών μιας ομάδας αρμόδιας για την παρακολούθηση και τον έλεγχο της τήρησης της Συμφωνίας των Πρεσπών.
Ακολούθησαν ερωτήσεις με την πλειονότητα του ακροατηρίου να εκφράζει τις ανησυχίες και αμφιβολίες της για τη βιωσιμότητα της Συμφωνίας και κυρίως για την εξυπηρέτηση των εθνικών συμφερόντων μας.

*Ασκούμενη Ερευνήτρια του ΕΛΙΣΜΕ
Προπτυχιακή Φοιτήτρια του Τμήματος Διεθνών,
Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών στο Πάντειο 

Σπυρίδων Δ. Κουρκούμπας*: Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΟΥΦΤΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ  (1878-2019)

on Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Ο Μουφτής είναι μουσουλμάνος θεολόγος του σουνιτικού «ορθοδόξου» κλάδου του Ισλάμ, γνωρίζει την οθωμανική γραφή και συντάσσει γνωμοδοτήσεις (φετφάδες), βάσει του Ιερού Μουσουλμανικού Δικαίου (σαρία), επί ζητημάτων των πιστών.
Ο θεσμός του Μουφτή στην Ελλάδα έχει παλιές ρίζες. Συμπλήρωσε 141 χρόνια. Ξεκίνησε από την εποχή ενσωμάτωσης της Θεσσαλίας και της περιοχής της Άρτας. Έχει άμεση σχέση με τους μετέπειτα απελευθερωτικούς αγώνες της πατρίδας μας, τη μακροχρόνια οθωμανική διοίκηση, τις πολυάριθμες παραμένουσες μουσουλμανικές κοινότητες στις απελευθερωμένες περιοχές, τις απορρέουσες υποχρεώσεις από τις διεθνείς συνθήκες και τις διμερείς συμβάσεις μεταξύ Οθωμανικής αυτοκρατορίας και Ελλάδας αλλά και την ανάγκη διατηρήσεως του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και των δικαιωμάτων του εναπομένοντος ελληνικού πληθυσμού εντός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
Για την καλύτερη κατανόηση του θεσμού του Μουφτή στην Ελλάδα η όλη παρουσίαση θα είναι με χρονολογική σειρά απελευθέρωσης των περιοχών που αποτέλεσαν το σημερινό ελληνικό κράτος.
(ΦΩΤΟ-1)

1878 ΕΝΣΩΜΑΤΩΣΗ ΘΕΣΣΑΛΙΑΣ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΧΗΣ ΑΡΤΑΣ

Στις 11 Μαρτίου 1882 ψηφίζεται ομόφωνα από την Ελληνική Βουλή ο νόμος ΠΛΖ (ΦΕΚ 14/1882) με τον οποίον επικυρώνεται η υπογραφείσα με την Τουρκία Σύμβαση Κωνσταντινουπόλεως του 1881. Στο άρθρο 8 της προαναφερθείσης Σύμβασης καθορίζονται τα δικαιώματα των μουσουλμάνων κατοίκων των παραχωρηθέντων περιοχών Θεσσαλίας και Άρτας. Συγκεκριμένα στο άρθρο 8 αναφέρονται:

«Εις τους Οθωμανούς των παραχωρουμένων τη Ελλάδι μερών εξασφαλίζεται η ελευθερία του θρησκεύματος και της λατρείας αυτών. Δεν θέλει δε προσβληθή κατ’ ουδέν η αυτονομία και ο ιεραρχικός οργανισμός των υπαρχουσών ή σχηματισθησομένων Μουσουλμανικών κοινοτήτων, ουδέ η διοίκηση της περιουσίας και των ακινήτων αυτών κτημάτων.
Ουδέν κώλυμα δύναται να παρεμβληθή εις τας θρησκευτικάς σχέσεις των κοινοτήτων τούτων προς τους πνευματικούς αυτών αρχηγούς.
Τα εγχώρια θρησκευτικά δικαστήρια (cheri) θα εξασκώσι και εν τω μέλλοντι την δικαιοδοσίαν αυτών επί υποθέσεων καθαρώς θρησκευτικών».

Έτσι λοιπόν με τη Σύμβαση αυτή για πρώτη φορά η Ελλάδα από την ανεξαρτησία της δεσμεύεται με διεθνή Σύμβαση για « μουσουλμανική κοινότητα, πνευματικό αρχηγό αυτής (Μουφτή) και θρησκευτικά δικαστήρια (cheri)».

Απόρροια της Συνθήκης αυτής ήταν η ομόφωνη ψήφιση στις 25 Ιουνίου 1882 από την Ελληνική Βουλή του Νόμου ΑΛΗ΄ περί πνευματικών αρχηγών των μουσουλμανικών κοινοτήτων. (ΦΕΚ Α 59 1/7/1882 κυβέρνηση Αλεξάνδρου Κουμουνδούρου).

Στα άρθρα 2 και 4 του Νόμου ΑΛΗ΄ αναφέρονται αντίστοιχα τα εξής ενδιαφέροντα:
«Οι Μουφτήδες, ως δημόσιοι λειτουργοί διορίζονται και παύονται δια Β. Διατάγματος, επί τη προτάσει των επί των Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και του Δικαιοσύνης Υπουργού και δίδοσιν ενώπιον του οικείου Νομάρχου τον του δημοσίου υπαλλήλου όρκον. Σε περίπτωση δε απολύσεως ή θανάτου Μουφτή η Μωαμεθανική κοινότητα της περιφερείας του καλείται από τον οικείο Νομάρχη να υποδείξει τον διάδοχό». (άρθρο2)

«Οι Μουφτήδες, εκτός της ήδη ανεγνωρισμένης εκάστου περιφερείας, έχουσι γνωμοδοτικήν αρμοδιότητα επί παντός ζητήματος θρησκευτικού, κληρονομικού ή του οικογενειακού των Μωαμεθανών δικαίου, εκδίδουσι τας περί γάμου αδείας, παρεδρεύουσιν εις παν οικογενειακόν συμβούλιον Μωαμεθανών, παρ’ ώ έχουσι και την κατισχύουσαν ψήφον εν περιπτώσει ισοψηφίας, εξελέγχουσι την διαχείρισιν της τε κινητής και ακινήτου περιουσίας των Μωαμεθανικών φιλανθρωπικών και θρησκευτικών ιδρυμάτων, Τζαμίων, Τεκέδων κ.λ.π. υπό την επίβλεψιν της κατά τόπους Διοικητικής Αρχής, διορίζουσι και παύουσι τους διαχειριστάς αυτών, και προεδρεύουσιν αυτοδικαίως των εφορευτικών επιτροπών, των υπαρχόντων ή ιδρυθησομένων Μωαμεθανικών Σχολείων.
Ο Μουφτής Λαρίσσης εκδίδει και την κατά το Σέρρη άδειαν προς την έναρξιν του προσκυνήματος και την τέλεσιν πάσης θρησκευτικής των Μωαμεθανών τελετής». (άρθρο 8)

Συνεπώς ο Μουφτής δεν εκλέγεται από τη μουσουλμανική κοινότητα (άρθρο 2) αλλά απλά διατηρεί το συμβουλευτικό δικαίωμα υποδείξεως διαδόχου.

Με το νόμο αυτό αναγνωρίζονται Μουφτήδες Λάρισας, Φαρσάλων, Τρικάλων, Βόλου καθώς και σε κάθε πρωτεύουσα νομού ή επαρχίας εφ’ όσον έχουν πληθυσμό πάνω από 40.000. Οι Μουφτήδες αναγνωρίζονται ως δημόσιοι λειτουργοί, διορίζονται και παύονται διά Β. Διατάγματος. Λαμβάνουν μηνιαίο μισθό 250 δρχ. της Λάρισας και 150 δρχ. των Φαρσάλων, Τρικάλων και Βόλου. Το 1910 σε εφαρμογή του νόμου περί συστάσεως Μουφτείας σε πρωτεύουσα νομού με πάνω των 40.000 κατοίκων ιδρύεται Μουφτεία και στην Καρδίτσα. Δηλαδή οι μουσουλμάνοι θρησκευτικοί λειτουργοί μισθοδοτήθηκαν από το δημόσιο πολύ νωρίτερα από τους ορθοδόξους ιερείς.

1912-1913 ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ

Με τη συνθήκη του Λονδίνου (30 Μαΐου 1913) γνωστή και ως Βαλκανο-Τουρκική τερματίζεται ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος μεταξύ Ελλάδος, Σερβίας, Μαυροβουνίου, Βουλγαρίας αφ’ ενός και Τουρκίας αφ’ ετέρου. Η Συνθήκη αυτή χαρακτηρίζεται από τα συμβαλλόμενα μέρη ως «προκαταρκτική», δεδομένου ότι κάθε ένα μέρος των Συμμάχων θα σύναπτε ιδιαίτερη τελική Συνθήκη ειρήνης με την Τουρκία. Έτσι στις 1/14 Νοεμβρίου 1913 (Νόμος ΔΣΗ ΦΕΚ 14 Νοεμβρίου 1913) υπογράφεται μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας η Συνθήκη των Αθηνών (δεύτερη συνθήκη μετά την πρώτη του 1881) βάσει της οποίας παραχωρούνται τώρα ευρύτατα δικαιώματα στους μουσουλμάνους κατοίκους των νέων προσαρτώμενων περιοχών της χώρας. Μεταξύ των άλλων (άρθρο 11) προβλέπονται:
Πρώτον η εκλογή του Μουφτή να γίνεται από τους μουσουλμάνους της περιφέρειάς τους, ενώ ο Αρχιμουφτής να διορίζεται από το Βασιλέα των Ελλήνων μεταξύ τριών υποψηφίων, εκλεγομένων και υποδεικνυομένων από όλους τους Μουφτίδες της Ελλάδος.
Δεύτερον η Ελληνική Κυβέρνηση να ανακοινώνει την εκλογή του Αρχιμουφτή στον Σεΐχ-ούλ-Ισλαμάτον (Τούρκος πνευματικός αρχηγός, δεύτερος στην ιεραρχία μετά το Σουλτάνο) στην Κωνσταντινούπολη δια της Ελληνικής Πρεσβείας, ώστε ο προαναφερθείς να αποστέλλει στο νεοεκλεγέντα Αρχιμουφτή «μανσούριο», δηλαδή επίσημο διορισμό για να εκτελεί τα καθήκοντά του.
Τρίτον, το όνομα της Αυτής Αυτοκρατορικής Μεγαλειότητας του Σουλτάνου να μνημονεύεται ως Χαλίφης στις δημόσιες προσευχές. Επιπλέον προβλέπονταν πολλές άλλες διατάξεις για τους Έλληνες μουσουλμάνους με συνέπεια τη μη υπαγωγή τους στην ελληνική δικαιοσύνη παρά το γεγονός ότι ήταν Έλληνες υπήκοοι.

1913 ΕΝΩΣΗ ΚΡΗΤΗΣ ΜΕΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ

Οι συνεχείς μετά το 1821 επαναστάσεις των Κρητών αλλά και οι αιματηρές τους συγκρούσεις με τους μουσουλμάνους και τουρκοκρήτες επηρεάζουν τη ζωή των μουσουλμάνων της Κρήτης δημιουργώντας τους κλίμα ανασφάλειας. Αποτέλεσμα αυτής της καταστάσεως είναι η σταδιακή μετακίνηση των μουσουλμάνων από την ύπαιθρο προς τα μεγάλα αστικά κέντρα της βόρειας Κρήτης με στόχο την αναχώρησή τους κυρίως προς τα παράλια της Μ. Ασίας και Συρίας.
Το ρεύμα αναχωρήσεως εντείνεται μετά:
α. την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Λονδίνου στις 14 Μαΐου 1913 (ΦΕΚ Α τευχ. 229 17/11/1913) με την οποία ο Αυτοκράτορας των Οθωμανών παραιτείτο πάντων των κυριαρχικών και άλλων δικαιωμάτων του επί της Κρήτης και
β. την ένωση της νήσου την 1/12/1913 μετά της Ελλάδος.
Λόγω της επικρατούσης ρευστής καταστάσεως μετά το 1821 στη νήσο αλλά και της αναχωρήσεως των τελευταίων Μουσουλμάνων από την Κρήτη με την ανταλλαγή των πληθυσμών (Συνθήκη Λωζάνης) ουδέποτε υπήρξε θέμα Μουφτή και Μουφτείας στην Κρήτη.

1920-1922 Η ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ

Το Μάιο του 1920 και ενώ η Δυτική Θράκη είναι υπό Συμμαχική Διοίκηση, με αφορμή επαναστατικού κινήματος εναντίον του Σουλτάνου, εκραγέντος στην Ανατολική Θράκη υπό του Τούρκου συνταγματάρχου Τζαφέρ Ταγιάρ, Διοικητού Α΄ Σώματος Στρατού ενισχυμένου με 12.000 περίπου Βουλγάρους, η Ελληνική Στρατιά Θράκης υπό το στρατηγό Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη διατάσσεται να προελάσει στην Ανατολική Θράκη.

Σε αυτή τη χρονική περίοδο κατά την οποίαν η κατάσταση στα Βαλκάνια είναι ρευστή μετά τη λήξη των Βαλκανικών πολέμων και του Α΄ Παγκοσμίου, ομόφωνα από την Ελληνική βουλή, ( κυβέρνηση Ελευθερίου Βενιζέλου 14/5/1917 έως 4/11/1920), ψηφίζεται ο Νόμος 2345/1920 (ΦΕΚ τευχ.Α 8 Ιουλίου 1920) χαρακτηριζόμενος ως προσωρινός εν όψει υπογραφής της συνθήκης των Σεβρών (10/08/1920) η οποία θα ρύθμιζε οριστικά τα της τύχης της Τουρκίας.
Ο νόμος αυτός ρυθμίζει το καθεστώς των μουσουλμάνων θρησκευτικών λειτουργών στην ελληνική επικράτεια και αν και χαρακτηρίστηκε ως προσωρινός, στην πράξη υπήρξε ο μακροβιότερος.
Ίσχυσε για 70 ολόκληρα χρόνια 1920-1990.
Ο Ν.2345/1920 προβλέπει μεταξύ άλλων και τα εξής:
-Τη διαδικασία εκλογής Αρχιμουφτή από τους εν ενεργεία μουφτήδες της ελληνικής επικράτειας και ότι «ενασκεί πάντα τα εκ του παρόντος νόμου δικαιώματα αυτού και τα εκ του Ιερού Μουσουλμανικού δικαίου (Σερή) προσήκοντα αυτώ θρησκευτικά καθήκοντα…»
-Την εκλογή των Μουφτήδων από τους εγγεγραμμένους μουσουλμάνους στους βουλευτικούς εκλογικούς καταλόγους της περιφέρειας εκλογής του Μουφτή.
-Την οικονομική κρατική αμοιβή Αρχιμουφτή και Μουφτήδων
-Τη διάκριση των Μουφτήδων σε τρεις τάξεις Α, Β και Γ
-Τον καθορισμό του αριθμού, της τάξης και της περιφέρειας των Μουφτειών με Βασιλικό Διάταγμα και
-Την ίδρυση στην Αθήνα Ιερατικής Μουσουλμανικής Σχολής συντηρούμενη από το Κράτος για τη μόρφωση Μουφτήδων και Ιεροδικών.

Μέχρι τον Ιούλιο του 1920 ολοκληρώται η απελευθέρωση τόσο της Δυτικής όσο και της Ανατολικής Θράκης μέχρι τα υψώματα της Τσατάλζας προ των θυρών της Κωνσταντινούπολης. Τότε η ενιαία Θράκη αποτελεί τμήμα της Ελλάδας ως Γενική Διοίκηση με πρωτεύουσα την Αδριανούπολη απαρτιζόμενη από έξι νομούς: Αδριανουπόλεως, Έβρου, Καλλιπόλεως, Ραιδεστού, Ροδόπης και Σαράντα Εκκλησιών. Το καθεστώς αυτό εδραιώνεται λίγο αργότερα με τη Συνθήκη των Σεβρών (10 Αυγούστου 1920).
Ο πρώτος Γενικός Διοικητής Θράκης Αντ. Σαχτούρης απευθύνει από την Αδριανούπολη φιλελεύθερο διάγγελμα προς όλους τους Θρακιώτες ανεξαρτήτου φυλής και θρησκεύματος περί ισονομίας και ισοπολιτείας και υπόσχεται δε μεταξύ άλλων ότι «τα ήθη και έθιμα έσσονται σεβαστά, η δε θρησκευτική και εκπαιδευτική αυτών ελευθερία πλήρης».

Ήταν τόση η απήχηση της συνετής διοίκησης, ώστε στις εκλογές του ελληνικού κράτους της 1ης Νοεμβρίου 1920 να εκλεγούν 20 μουσουλμάνοι, 1 ισραηλίτης, 1 αρμένιος και 30 Έλληνες βουλευτές, οι οποίοι αντιπροσώπευαν την ενιαία Θράκη στην Ελληνική Βουλή. Ο σεβασμός δε της θρησκευτικής ελευθερίας αποδεικνύεται όχι μόνο από την αναγνώριση των 24 ήδη υπηρετούντων μουφτήδων αλλά και από τη χορήγηση σε αυτούς του προβλεπομένου μισθού σε εφαρμογή του Ν. 2345/1920.

Τα προαναφερθέντα γεγονότα περί μουφτήδων αποτέλεσαν μια παρένθεση και η πλήρης εφαρμογή του Ν.2345/1920 με την πάροδο του χρόνου ατόνησε, γιατί όλα ανατρέπονται μετά τη Μικρασιατική καταστροφή του 1922 και κυρίως μετά την ανταλλαγή πληθυσμών Ελλάδας –Τουρκίας με κριτήριο τη θρησκεία.

Ύστερα από την κατάργηση του Σειχ–ουλ-ισλαμάτου με την επικράτηση του Κεμαλισμού στην Τουρκία, η προβλεπόμενη θέση του Αρχιμουφτή δεν πληρώθηκε ποτέ. Ο τελευταίος Σεϊχ-ουλ-ισλμαλατος Μουσταφά Σαμπρί ζούσε εξόριστος στην Ελλάδα (Ξάνθη) από το 1922. Μετά από συνεχείς πιέσεις από το 1927 της Τουρκίας, η Ελλάδα τον εκδιώχνει τελικά το 1930, ως δείγμα καλής θέλησης κατά την προσπάθεια ενδυνάμωσης της Ελληνοτουρκικής φιλίας και αυτός καταφεύγει στην Αίγυπτο. Η Τουρκία κατά τις διαπραγματεύσεις για τη συνομολόγηση του Ελληνοτουρκικού συμφώνου Φιλίας της 30ης Οκτωβρίου 1930 (Ελευθέριος Βενιζέλος-Κεμάλ Ατατούρκ) δε θέτει καν θέμα Μουφτή.

1928 ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΔΩΔΕΚΑ (12) ΜΟΥΦΤΕΙΩΝ

Το 1928 με Πρόεδρο Δημοκρατίας τον Παύλο Κουντουριώτη, πρωθυπουργό τον Αλέξανδρο Ζαΐμη και υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων το Θεολόγο Νικολούδη και σε εκτέλεση των προβλεπόμενων από το άρθρο 8 του Ν.2345/1923 εκδίδεται ΠΔ (ΦΕΚ Α τευχ.5 2/1/1928) δημιουργίας δέκα (10) Μουφτειών. Συγκεκριμένα:
Α Τάξεως 2 Μουφτείες: Ιωαννίνων και Κομοτηνής
Β Τάξεως 5 Μουφτείες: Παραμυθιάς, Αλεξανδρούπόλης, Ξάνθης, Διδυμότειχου και Θεσσαλονίκης (Κιρκασίων)
Γ Τάξεως 3 Μουφτείες: Λαγκαδά, Μαργαριτίου και Σουφλίου.

Το ίδιο έτος με νέο ΠΔ (ΦΕΚ Α τευχ. 50 3/4/1928) οι Μουφτείες γίνονται δώδεκα (12) με δύο νέες Μουφτείες Β Τάξεως Ηγουμενίτσας και Φιλιατών.

1947 ΕΝΩΣΗ ΔΩΔΕΚΑΝΗΣΩΝ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Στις 10 Φεβρουαρίου 1947 υπογράφεται στο Παρίσι συνθήκη ειρήνης μεταξύ των Συνασπισμένων Δυνάμεων (22 χώρες συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας) και της Ιταλίας η οποία κυρώνεται από την Ελλάδα με το ΝΔ 423/1947 (ΦΕΚ 226 Α 22 /10/1947). Με τη συνθήκη αυτή η Ιταλία εκχωρεί στην Ελλάδα με πλήρη κυριότητα τα νησιά της Δωδεκάνησου και τις παρακείμενες νησίδες.

Στο άρθρο 19 της άνω συνθήκης αναφέρονται οι υποχρεώσεις του κράτους στο οποίο εκχωρούνται εδάφη από την Ιταλία ( όπως και η περίπτωση Δωδεκανήσων) σε θέματα Ιθαγένειας, Πολιτικών και Αστικών Δικαιωμάτων, «Συμφώνως προς τους θεμελιώδεις αυτού Νόμους άνευ διακρίσεως φυλής, φύλου, γλώσσης ή θρησκείας…» δηλαδή τήρηση γενικά των βασικών αρχών του διεθνούς δικαίου.

Στη συνθήκη αυτή δε συμμετέχει η Τουρκία και ουδεμία ιδιαίτερη αναφορά γίνεται για μουσουλμανική μειονότητα και Μουφτή. Επομένως κανένα ενδιαφέρον δε δικαιούται να έχει η Τουρκία για οποιοδήποτε θέμα επί της Δωδεκανήσου. Μάλιστα ο προϋπάρχων της εκχωρήσεως των Δωδεκανήσων Μουφτής της Ρόδου ουδέποτε αναγνωρίσθηκε από το Ελληνικό κράτος και μετά το θάνατό του το 1974 δεν αντικαταστάθηκε.

1952 ΤΡΕΙΣ (3) ΜΟΥΦΤΕΙΕΣ

Τελικά επειδή εξέλειπαν οι λόγοι υπάρξεως των δώδεκα Μουφτειών και πάντοτε βάσει του Ν. 2345/1920 που αναφέρει ότι;
«ο αριθμός, η τάξις και η περιφέρεια των εν τω Κράτει Μουφτειών καθορίζονται δια Βασιλικού Διατάγματος»
εκδίδεται στις 9/12/1952 ΒΔ (ΦΕΚ Α τευχ.5 9-1-1953 Πρωθυπουργός Αλέξανδρος Παπάγος και Υπουργός Θρησκευμάτων και Παιδείας Κων. Καλλίας) στο οποίο καθορίζονται οι περιφέρειες τριών Μουφτειών και ο βαθμός του αντίστοιχου Μουφτή ως Δημοσίου Υπαλλήλου ως εξής:
α. Μία θέση Μουφτή Κομοτηνής επί βαθμό 8ο (Γραμματέας Β΄)
β. Μία θέση Μουφτή Ξάνθης επί βαθμό 9ο (Ακολούθου)
γ. Μία θέση Μουφτή Διδυμότειχου επί βαθμό 9ο (Ακολούθου)
Η θέση των περιφερειών ισχύει μέχρι σήμερα.

ΦΩΤΟ-2)
(

ΦΩΤΟ-3)

1991 ΝΕΟΣ ΝΟΜΟΣ ΜΟΥΦΤΕΙΩΝ ΘΡΑΚΗΣ

Κατά την δεκαετία του 1980 μια μερίδα μουσουλμάνων της Θράκης επικαλούμενοι την ελευθερία της θρησκευτικής λατρείας και παρακινούμενη από το Τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής, ζητά οι Μουφτήδες να μη διορίζονται από το κράτος αλλά να εκλέγονται με ψηφοφορία βάσει του Ν.2345/1920, ο οποίος όπως προαναφέρθηκε ουδέποτε εφαρμόσθηκε.

Ειδικά μετά το θάνατο των γηραιών διορισμένων μουφτήδων Ξάνθης και Κομοτηνής το θέμα εκλογής μουφτήδων αρχίζει να παρουσιάζει έντονη κινητικότητα, υποστηριζόμενο φανερά πλέον από το Τουρκικό Προξενείο της Κομοτηνής, τους μουσουλμάνους βουλευτές της Θράκης και την Άγκυρα.
Η έντονη πλέον πρόθεση μερίδας του μουσουλμανικού κόσμου της Θράκης να προχωρήσει σε εκλογές για ανάδειξη μουφτήδων, αναγκάζει την κυβέρνηση, για να προλάβει τις εξελίξεις, να εκδώσει την 24/12/1990 Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου περί «Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών» η οποία Πράξη λόγω του επείγοντος καταχωρείται αυθημερόν στο ΦΕΚ Α υπ αριθμ. 5/1990 με υπογραφή Προέδρου Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Καραμανλή, Πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Μητσοτάκη, Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων Βασίλειου Κοντογιαννόπουλου, Εξωτερικών Αντώνιου Σαμαρά κ.α. Το ΠΔ κυρώνεται με τον ψηφισθέντα από τη Βουλή Ν.1920/1991 (ΦΕΚ Α υπ αριθμ. 11 4/2/1991).
Σύμφωνα με το νόμο αυτό:

- Καταργείται ο επί 70 χρόνια προαναφερθείς «προσωρινός» Ν. 2345/1920 και κάθε άλλη διάταξη για θέματα που ρυθμίζονταν με αυτό το νόμο.
- Οι Μουφτήδες διορίζονται και είναι Δημόσιοι Υπάλληλοι με βαθμό και αποδοχές Γενικού Διευθυντή.
- Οι Μουφτείες θεωρούνται δημόσιες υπηρεσίες και αλληλογραφούν στην επίσημη γλώσσα του κράτους.
- Ο αριθμός και οι περιφέρειες των Μουφτειών μεταβάλλονται με ΠΔ
- Στην ειδική Παιδαγωγική Ακαδημία Θεσσαλονίκης ιδρύεται Ιερατικό Μουσουλμανικό τμήμα για εκπαίδευση Θρησκευτικών λειτουργών και το σημαντικότερο,
- «Ο Μουφτής ασκεί στην περιφέρειά του τα καθήκοντα που προβλέπονται από τις διατάξεις της παρούσης καθώς και τα θρησκευτικά καθήκοντα που απορρέουν από τον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο», (άρθρο 5). Δηλαδή αναγνωρίζεται με νόμο το δικαίωμα του Μουφτή να είναι ιεροδικαστής εφαρμόζοντας την «σαρία» κατά παράβαση του Ελληνικού Συντάγματος.

2018 ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗ ΜΟΥΦΤHΔΩΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ ΚΑΙ ΞΑΝΘΗΣ
Τον Αύγουστο του 2018 μια σημαντική αλλαγή γίνεται στο θέμα των Μουφτήδων της Θράκης. Συγκεκριμένα με τον Νόμο 4559/2018 Άρθρο 48 παρ.4 (ΦΕΚ Α τ.142/03.08.2018 Πρόεδρος Δημοκρατίας Προκόπης Παυλόπουλος και Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων Κωνσταντίνος Γαβρόγλου) «οι Μουφτήδες και οι Τοποτηρητές Μουφτήδες αποχωρούν υποχρεωτικά από την υπηρεσία μόλις συμπληρώσουν το 67ο έτος της ηλικίας τους, θεωρουμένης σε κάθε περίπτωση ως ημερομηνίας συμπλήρωσης του ορίου αυτού η 30η Ιουνίου του έτους αποχώρησης», με αποτέλεσμα την άμεση αντικατάσταση των δύο βασικών Μουφτήδων της Ελλάδος, δηλαδή της Κομοτηνής και της Ξάνθης.
Σημειωτέον ότι από το 1949 μέχρι σήμερα μόνον τρία πρόσωπα ανά Μουφτεία έχουν αναλάβει τα συγκεκριμένα καθήκοντα: Στη Μουφτεία Κομοτηνής ο Χατζή Χαφούζ Χουσεΐν Μουσταφά (1949-1985), ο Ρουστού Ετέμ, ως τοποτηρητής από τον Ιούνιο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1985 και ο Μέτσο Τζεμαλί (1985-2018) και στη Μουφτεία Ξάνθης ο Μουσταφά Χιλμή Αγγά (1949-1989), ο Μεχμέτ Εμίν Αγγά, ως τοποτηρητής (1990-1991), και ο Μεχμέτ Εμίν Σινίκογλου (1991-2018).
Σε εφαρμογή του Νόμου «βιαίας» συνταξιοδοτήσεως των Μουφτήδων, η Αποκεντρωμένη Διοίκηση Μακεδονίας Θράκης, με τις υπ’ αριθμ 14475 και 14478 της 16ης Αυγούστου 2018 αποφάσεις της, αναθέτει, προσωρινά και μέχρις αναλήψεως καθηκόντων από διορισμένους Μουφτήδες, τα καθήκοντα Τοποτηρητή στις Μουφτείες Κομοτηνής και Ξάνθης στους Τζιχάτ Χαλήμ του Μπιλάλ και Μπιλάλ Καρά Χαλήμ του Μπεχρή, αντιστοίχως.

Η ενέργεια της ξαφνικής αλλά και εσπευσμένης συνταξιοδότησης και αντικατάστασης των δύο Μουφτήδων Κομοτηνής και Ξάνθης σχολιάστηκε:
α. Από μια μερίδα της κοινής γνώμης ως ένα γεγονός συνδεόμενο με την αιφνιδιαστική απελευθέρωση στις 14 Αυγούστου 2018 των δύο Ελλήνων στρατιωτικών, οι οποίοι είχαν συλληφθεί από τους Τούρκους στην παραμεθόριο περιοχή της Καστανιάς του Έβρου την 1η Μαρτίου 2018, και
β. Από τους δυο εκτάκτως συνταξιοδοτηθέντες Μουφτήδες Τζεμαλή Κομοτηνής και Σινίκογλου Ξάνθης με την έκδοση του παρακάτω Δελτίου Τύπου στις 12 Σεπτεμβρίου 2018:

«Η Κυβέρνηση αποφάσισε πρόσφατα, όπως είναι ευρύτερα γνωστό, την παύση από τα καθήκοντά μας ως θρησκευτικών λειτουργών της Μουσουλμανικής Θρησκευτικής Κοινότητας της πατρίδας μας. Τα καθήκοντά μας, που ασκούμε επί δεκαετίες, ως διακονία και όχι ως προς κατ’ εξουσιασμό των ομοθρήσκων μας, χάριν των συμφερόντων της μουσουλμανικής μειονότητας και της Πατρίδας μας. Πρόκειται για ιστορικά πρωτόγνωρη ενέργεια, η οποία θέτει σε σοβαρή διακινδύνευση τα εθνικά συμφέροντα στην ευαίσθητη περιοχή της Θράκης, ενώ παράλληλα παραβιάζει, κατά την άποψή μας, ευθέως τη θρησκευτική ελευθερία της Μουσουλμανικής Θρησκευτικής Κοινότητας. Η καθαίρεσή μας αποτελεί, δίχως αμφιβολία, προϊόν διαπραγμάτευσης της Κυβέρνησης με την ηγεσία της γειτονικής χώρας και αποτελεί απαράδεκτο συμβιβασμό που υπονομεύει το εθνικό συμφέρον

Τις πολιτικά και θρησκευτικά ανεπίτρεπτες αυτές αποφάσεις για την απόλυσή μας αναγκαστήκαμε να προσβάλουμε, μέσω ειδικευμένης στα αντικείμενα αυτά Δικηγορικής Εταιρείας, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας με άσκηση αιτήσεων ακυρώσεως. Είμαστε εξάλλου υποχρεωμένοι να αναδείξουμε το ζήτημα στα αρμόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δεδομένου ότι η παύση μας προσβάλλει, επιπλέον, κατά την ορθότερη άποψη, το ενωσιακό δίκαιο και κυρίως την Οδηγία 2000/78/ΕΚ για την ίση μεταχείριση στην απασχόληση και την εργασία».

(ΦΩΤΟ 6)

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

Η αδράνεια, η ατολμία αλλά και η ευθυνοφοβία της κρατικής εξουσίας για έγκαιρη αντιμετώπιση και λύση του προβλήματος, δηλαδή του δικαιώματος ελευθερίας της θρησκευτικής λατρείας της ελληνικής μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης χωρίς όμως να παραβιάζονται οι αρχές της ισοπολιτείας και της ισονομίας όλων των Ελλήνων ανεξαρτήτου φύλου, φυλής, γλώσσας και θρησκείας. άφησαν ένα μεγάλο κενό που το εκμεταλλεύτηκε μια μερίδα μουσουλμάνων, οι οποίοι υποστηριζόμενοι και καθοδηγούμενοι από το Τουρκικό Προξενείο Κομοτηνής, τους Έλληνες μουσουλμάνους Βουλευτές αλλά και την Άγκυρα να πετύχουν ένα μέρος της μουσουλμανικής μειονότητας να παρουσιάζεται ως τουρκική, κατά παράβαση της Συνθήκης της Λωζάνης και να επιβάλουν την εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου (Σαρία).

Ο προαναφερθείς Ν.1920/1991 όχι μόνο δεν έδωσε λύση στα προβλήματα που είχαν δημιουργήσει οι παλαιότερες νομοθεσίες για τις σχέσεις Μουσουλμάνων Θρησκευτικών Λειτουργών και κράτους αλλά περιέπλεξε ακόμη περισσότερο το πρόβλημα, ιδίως μετά τη δικαίωση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο μιας ολιγάριθμης μερίδας μουσουλμάνων να δεχθούν ως «ιδιώτη Μουφτή» αυτόν που εξέλεξαν δια ανατάσεως της χειρός κατά τη διάρκεια προσευχής Παρασκευής σε τζαμί. Οι ιδιώτες Μουφτήδες που επεκράτησε να ονομάζονται «ψευδομουφτήδες», αν και δεν κατέχουν θέση δημόσιου λειτουργού και ως εκ τούτου δεν έχουν δικαίωμα δικαιοπραξιών, έχουν αναπτύξει έντονη δραστηριότητα τόσο στο εσωτερικό της χώρας όσο και στο εξωτερικό παρουσιαζόμενοι ως «Τούρκοι Μουφτήδες» και υποστηρικτές του παλαιομουσουλμανισμού».

Μάλιστα στη Διάσκεψη Θρησκευτικού Τουρισμού που οργανώθηκε στην Τουρκία 23-24 Νοεμβρίου 2010 μετείχαν από τη Δυτική Θράκη οι δύο «εκλεγμένοι» Μουφτήδες Κομοτηνής και Ξάνθης, οι οποίοι φρόντισαν μετά το πέρας της διασκέψεως να φωτογραφηθούν με τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο και η φωτογραφία τους να δημοσιευθεί στα Διεθνή και Τουρκικά ΜΜΕ, προκειμένου να εδραιώσουν τη θέση τους στη διεθνή γνώμη.

(ΦΩΤΟ-4)
Κατά την πρόσφατη επίσημη επίσκεψή του ο Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας κ. Ερντογάν (7-8 Δεκεμβρίου 2017) όχι μόνο συναντήθηκε με τους «Ψευδομουφτήδες» στη Θράκη αλλά στις επίσημες συναντήσεις του με τον Έλληνα Πρόεδρο της Δημοκρατίας και τον Πρωθυπουργό έθεσε θέμα όχι μόνο Μουφτήδων αλλά και Αρχιμουφτή, εξισώνοντας έμμεσα την εκλογή τους με την εκλογή του Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, παραβιάζοντας με αυτό τον τρόπο διεθνή θεμελιώδη αρχή της μη επεμβάσεως στα εσωτερικά ξένης χώρας.

(ΦΩΤΟ-5)
Μετά την επίσκεψη του Τούρκου Πρόεδρου στην Ελλάδα, η κυβέρνηση έσπευσε να προαναγγείλει την πρόθεσή της να ικανοποιήσει κατά κάποιον τρόπο τις μακρόχρονες πιέσεις της Άγκυρας για το θέμα Μουφτήδων, ώστε να μην υπάρχει διαταραχή των σχέσεων κράτους και Μουφτήδων.

Τελικά ψηφίζεται ο Ν 4511/2018 (ΦΕΚ Α υπ αριθ. 2 15/1/2018) ο οποίος τροποποιεί ορισμένα άρθρα του ισχύοντος Ν.1920/1991, προκειμένου να βρεθεί μία «μέση λύση» μεταξύ «σαρίας» και ελληνικής νομοθεσίας. Με το νόμο αυτό δεν αλλάζουν οι θέσεις και ο αριθμός των Μουφτειών (Ξάνθη, Κομοτηνή, Διδυμότειχο), ούτε η διαδικασία διορισμού των Μουφτήδων.

Για την εκδίκαση όμως των προβλεπόμενων υποθέσεων από το Μουφτή, με το νόμο αυτό απαιτείται τα διάδικα μέρη να υποβάλουν αίτηση ενώπιον του Μουφτή ότι δέχονται η υπόθεσή τους να εξεταστεί βάσει του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου (σαρία), ειδάλλως αν και ένας από τα διάδικα μέρη δε συμφωνεί η εκδίκαση θα γίνεται στα αστικά δικαστήρια, όπως προβλέπει η ελληνική νομοθεσία. Επίσης σε περίπτωση κληρονομίας για να εξεταστεί το θέμα από το Μουφτή, ο διαθέτης θα πρέπει να έχει συντάξει ενώπιον συμβολαιογράφου δήλωση τελευταίας βούλησης κατά τον τύπο δημόσιας διαθήκης με αποκλειστικό περιεχόμενό της τη ρητή επιθυμία του να υπαχθεί η κληρονομική του διαδοχή στον Ιερό Μουσουλμανικό Νόμο.

Η διαδικασία διορισμού Μουφτή παραμένει η ισχύουσα από το Ν1920/1991, κινείται δε από τον κατά τόπο αρμόδιο Νομάρχη, ο οποίος και αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας την ανάδειξή του.
Οι προϋποθέσεις υποβολής υποψηφιότητας για τη θέση του Μουφτή είναι οι εξής:
1. Κατοχή Ελληνικής ιθαγένειας.
2. Μουσουλμανική πίστη
3. Κατοχή πτυχίου ανώτατης ισλαμικής σχολής (ημεδαπής που δεν υπάρχει σήμερα ή αλλοδαπής) ή κατοχή διπλώματος Ιτζαζέτ Ναμέ ή προϋπηρεσία ως Ιμάμης τουλάχιστον επί μία δεκαετία.
4. Διάκριση για το ήθος και τη θεολογική του κατάρτιση.
5. Να μη συντρέχουν τα κωλύματα διορισμού των άρθρων 21-23 του υπαλληλικού κώδικα,

Την υποψηφιότητα εξετάζει σε πρώτο βαθμό ενδεκαμελής επιτροπή με πρόεδρο το Νομάρχη, συντάσσει πρακτικό το οποίο υποβάλλεται στον Υπουργό Παιδείας και Θρησκευμάτων, ο οποίος και επιλέγει τον επικρατέστερο κυρίως από προσόντα ήθους και θεολογικής κατάρτισης για να επακολουθήσει διορισμός με ΠΔ.

Σήμερα στη Θράκη υπάρχουν:
Τρεις διορισμένοι Τοποτηρητές Μουφτήδες.
- Τζιχάτ Χαλήμ του Μπιλάλ στη Μουφτεία Κομοτηνής
- Μπιλάλ Καρά Χαλήμ του Μπεχρή στη Μουφτεία Ξάνθης.
- Οσμάν Χαμζά του Αλή Οσμάν στη Μουφτεία Διδυμοτείχου, διορισμένος το 2017 από τον υπουργό Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων.
Δύο «εκλεγέντες» ιδιώτες «ψευδομουφτήδες».
- Ισμαήλ Σερήφ ιδιώτης Μουφτής στην Κομοτηνή
- Αχμέτ Μετέ ιδιώτης Μουφτής στην Ξάνθη.

Η επιμονή της Άγκυρας για εκλογή των Μουφτήδων αποβλέπει στον έλεγχο της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης και γιατί όχι σε δεύτερο στάδιο και των αλλοδαπών μουσουλμάνων σε όλη την χώρα μέσω της θρησκείας, διότι ελέγχοντας τους Μουφτήδες μπορεί να ελέγχει τους ιμάμηδες και μέσω αυτών τους πιστούς σε κάθε γειτονιά και χωριό.

Το πρόβλημα όμως είναι πολύπλοκο αφού υπεισέρχονται πολλοί παράγοντες, διεθνείς συμβάσεις και συμφωνίες, νόμοι, ήθη και έθιμα, Ιερός Μουσουλμανικός Νόμος, το διαφορετικό κοινωνικό- οικονομικό-μορφωτικό επίπεδο και γλώσσα των τριών κατηγοριών μουσουλμάνων Θράκης (Τουρκογενείς, Πομάκοι και Ρομά «Αθίγγανοι») που δεν επιλύεται απλά με την ψήφιση ενός νόμου αν δεν ληφθούν υπόψη τρεις βασικοί παράγοντες:

Πρώτος, η καθημερινή αλλαγή της σύνθεσης του πληθυσμού της χώρας, κυρίως στα μεγάλα αστικά κέντρα με την εγκατάσταση μεγάλου αριθμού μουσουλμάνων «προσφύγων» από Ασία και Αφρική.

Δεύτερος, η εφαρμογή του Συντάγματος (άρθρο 4) σύμφωνα με το οποίο «οι Έλληνες είναι όλοι ίσοι ενώπιον του νόμου και οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα και υποχρεώσεις» θέματα που δεν αναγνωρίζει ο Ιερός Μουσουλμανικός Νόμος (σαρία) και

Τρίτος, η τήρηση από την Ελλάδα, ως χώρα της Ε.Ε., όλων των Ευρωπαϊκών υποχρεώσεών της που απορρέουν από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την «Προστασία των Δικαιωμάτων των Ανθρώπων (ΕΣΔΑ)», βάσει της οποίας όλοι είναι ίσοι ανεξαρτήτως φύλου, φυλής, γλώσσας και θρησκείας, προκειμένου να μην εκτίθεται η Ελλάδα κατά την προσφυγή μουσουλμάνων στο Ευρωπαϊκό δικαστήριο (Στρασβούργο) όταν πιστεύουν ότι αδικούνται με την εφαρμογή του Ιερού Μουσουλμανικού Νόμου.

Αθήνα 20 Φεβρουαρίου 2019
*Υποστράτηγος ε.α. Σπυρίδων Δ. Κουρκούμπας
Μέλος Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ι.Σ.ΜΕ)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΟΥΦΤΗ. Διπλωματική εργασία μεταπτυχιακής φοιτήτριας Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Αικατερίνης Σμαροπούλου.
2. Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΟΥΦΤΗ ΚΑΙ Ο ΙΕΡΟΣ ΝΟΜΟΣ ΤΟΥ ΙΣΛΑΜ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΝΝΟΜΟ ΤΑΞΗ. Μεταπτυχιακή εργασία φοιτητού Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης Βασιλείου Κουφογιάννη.
3. ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΙΚΗ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ ΤΗΣ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗΣ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΘΡΑΚΗ 1923-1955 Άρθρο Ηλία Νικολακόπουλου ejournals.epublishing.ekt.gr/index.php/deltiokms/article/viewFile/2618/2383.pdf
4. ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ Σάββατο 23 -Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017
5. ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΟ ΒΗΜΑ Κυριακή 24 Δεκεμβρίου 2017
6. ΟΙ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΕΣ ΣΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΥΝΘΗΚΕΣ –ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΑ
7. ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ-ΣΥΜΦΩΝΙΕΣ ΚΑΙ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ Εκδόσεως ΓΕΣ/1980 Ταξιάρχου Χαραλ. Γ. Νικολάου
8. Ο ΘΕΣΜΟΣ ΤΟΥ ΜΟΥΦΤΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΑΛΛΟΔΑΠΗ ΕΝΝΟΜΟ ΤΑΞΗ Σταμάτη Χρ. Γεογούλη Εκδόσεις Σάκουλα 1993
9. ΟΙ ΑΡΜΟΔΙΟΤΗΤΕΣ ΤΟΥ ΜΟΥΦΤΗ ΚΑΙ Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ Ζαφείρη Μέκου Εκδόσεις Σάκουλα 1991
10. Η ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΙΚΗ ΜΕΙΟΝΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΘΡΑΚΗΣ Νεοφύτου Γονατά και Παρασκευά Κυλωνιάδη Κομοτηνή 1985Άρθρο Άγγελου Συρίγου. Αναπληρωτής Καθηγητης Πάντειου Πανεπιστημίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστημών.
11. ΟΙ ΑΝΑΦΕΡΟΜΕΝΟΙ ΝΟΜΟΙ , ΒΔ ΚΑΙ ΠΔ στο κείμενο.
12. Αρθογραφία Άγγελου Συρίγου αναπληρωτή καθηγητού του Διεθνούς Δικαίου και της Εξωτερικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. 

Ιωάννης Μπαλτζώης: Οι Αμερικανοί αυξάνονται στην Συρία και απειλούν με διχοτόμηση την Τουρκία.

on Τρίτη, 12 Φεβρουαρίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Με μια ανάρτησή του στο αγαπημένο του twitter στις 19 Δεκεμβρίου 2018, ο πρόεδρος Τραμπ αιφνιδίασε τους πάντες. Αφού διαπίστωσε ότι οι ΗΠΑ είχαν «νικήσει το Ισλαμικό Κράτος στη Συρία», που ήταν ο μόνος λόγος παραμονής τους στη Συρία, ανακοίνωσε ότι οι αμερικανικές δυνάμεις (περίπου 2.200 άνδρες) θα αναχωρήσουν σύντομα. Η ξαφνική αυτή αλλαγή της αμερικανικής πολιτικής ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, τόσο εντός όσο και εκτός των ΗΠΑ, ιδιαίτερα από το Πεντάγωνο και από το Ισραήλ. Μετά από όλα αυτά, η αποχώρηση θα γίνει σταδιακά και υπό κάποιες προϋποθέσεις, ανάλογα με τις γεωπολιτικές εξελίξεις. Και ενώ κάποια οπλικά συστήματα αποσύρονται, αποκαλύπτεται να συμβαίνουν περίεργα και αλλοπρόσαλλα πράγματα.
Η αποχώρηση των ΗΠΑ από τη βορειοανατολική Συρία εξακολουθεί να μην συμβαίνει. Σε πρόσφατη συνέντευξή του στο CBS, ο πρόεδρος Τραμπ είπε και πάλι ότι τα στρατεύματα θα φύγουν, αλλά το Πεντάγωνο στην πράξη κάνει το αντίθετο. Αν και μερικές εκατοντάδες μαχητών του Ισλαμικού Κράτους παραμένουν ακόμη σε θύλακες βορείως του Ευφράτη και κοντά στα σύνορα με το Ιράκ, εκτιμάται ότι δεν αποτελούν αξιόμαχη απειλή. Επίσης, υπάρχει η εκτίμηση πως θα μπορούσαν να εξαλειφθούν με μικρής και μεσαίας κλίμακας επιχειρήσεις των ΗΠΑ, με τους συμμάχους του SDF (Syrian Demokratic Forces), δηλαδή τους Κούρδους της Συρίας και μετριοπαθείς αραβικές φυλές. Οπότε οι ΗΠΑ τότε θα μπορούσαν να αποσυρθούν από τη Συρία.
Οι Αμερικανοί ξανάρχονται και... απειλούν με διχοτόμηση την Τουρκία, Ιωάννης Μπαλτζώης
 
 
Όμως, εδώ είναι το παράδοξο. Οι δυνάμεις των ΗΠΑ στη Συρία συνεχίζουν να αυξάνονται, όπως και οι προμήθειές τους στην περιοχή. Κατά το τελευταίο δίμηνο, ο αριθμός των στρατιωτών των ΗΠΑ στη βορειοανατολική Συρία αυξήθηκε σχεδόν κατά 50%. Αντί των επίσημα αναγνωρισμένων 2.200 στρατιωτών, σήμερα υπάρχουν τουλάχιστον 3.000 στρατιώτες των ΗΠΑ στη βορειοανατολική Συρία. Νέα όπλα και εξοπλισμός καταφθάνουν καθημερινά.
 
Σύμφωνα με τις εκθέσεις του Συριακού Παρατηρητηρίου, οι ΗΠΑ έχουν μεταφέρει σημαντικό αριθμό εκτοξευτήρων και αντιαρματικών βλημάτων TOW, καθώς και μεγάλου διαμετρήματος πολυβόλων, παρόλο που δεν υπάρχει πλέον προφανής αναγκαιότητα χρήσης τους. Μάλιστα, το Συριακό Παρατηρητήριο έχει καταγράψει, εκτός από την αύξηση στρατιωτικού προσωπικού, και την άφιξη τουλάχιστον 1130 φορτηγών, που μετέφεραν πυρομαχικά, οπλισμό και υλικοτεχνικό εξοπλισμό στις υφιστάμενες βάσεις του Διεθνούς Συνασπισμού.
 
Οι δυνάμεις που αφίχθηκαν στη Συρία είναι άνδρες των Ειδικών Δυνάμεων των ΗΠΑ, που όπως ανέφερε το αμερικανικό Πεντάγωνο έχουν σκοπό να οργανώσουν ειδική επιχείρηση για την τελική εξάλειψη των τελευταίων απομεινάντων τζιχαντιστών, που ευρίσκονται ακόμη σε θύλακες ανατολικά του Ευφράτη.
 
 

Ανεξήγητο στρατιωτικά 

Ο αμερικανικός στρατός άρχισε να αποσύρει κάποιο εξοπλισμό μη απαραίτητο, αλλά όχι ακόμα στρατεύματα. Όμως, ο αριθμός των αμερικανικών στρατευμάτων στη Συρία έχει φθάσει σήμερα πάνω από 3.000 στρατιώτες. Σύμφωνα δε, με τρεις αξιωματούχους του Πενταγώνου, όπως αναφέρει η εφημερίδα New York Times, αυτή είναι μια συνήθης πρακτική, κατά την οποία προστίθενται προσωρινά ειδικά στρατεύματα, με σκοπό να προστατεύσουν και να διευκολύνουν τη διαδικασία απομάκρυνσης των δυνάμεων που αποσύρονται.
 
Η εξήγηση στρατιωτικά δεν έχει νόημα. Δηλαδή, δεν απαιτούνται 1.000 επιπλέον στρατιώτες, για να εξασφαλισθεί η αποχώρηση μιας μάχιμης δύναμης 2.000 ανδρών από φιλικό και ελεγχόμενο έδαφος και χωρίς να διεξάγονται επιχειρήσεις. Ιδιαίτερα, όταν μιλάμε για μάχιμα στρατεύματα, εμπειροπόλεμα, με γνώσεις και εθισμό στο τακτικό περιβάλλον που δρούσαν μέχρι τώρα. Οι νεοφερμένοι δεν θα προσέφεραν μεγαλύτερη ασφάλεια από τα ήδη εμπειροπόλεμα στρατεύματα των ΗΠΑ και δη ειδικών δυνάμεων, άρα δεν τίθεται θέμα ασφάλειας για την απόσυρσή τους.
 
Την εξήγηση, την αποκαλύπτει η εφημερίδα New York Times. Συγκεκριμένα, αποκαλύπτει ότι τα όπλα και τα πυρομαχικά προορίζονται τελικά για τους Κούρδους της Συρίας, το YPG (και κατ’ επέκταση και το ΡΚΚ), οι οποίοι με την έγκριση των ΗΠΑ, δημιουργούν τον τακτικό στρατό τους, για αντιμετώπιση μελλοντικών απειλών. Στις απειλές αυτές μπορεί να προστεθεί και μια ενδεχόμενη εισβολή τουρκικών στρατευμάτων στη βορειοανατολική Συρία, όπως κατ΄επανάληψη απειλούν οι Τούρκοι.
 
Με Α/Τ εκτοξευτήρες τύπου TOW στην κατοχή του YPG, να δούμε αν τα τουρκικά άρματα θα μπορέσουν να προελάσουν με την άνεση των προηγουμένων επιχειρήσεων «Ασπίδα του Ευφράτη» στην περιοχή Γιαραμπλούς και «Κλάδος Ελαίας» στο Κουρδικό καντόνι του Αφρίν, στη βορειοδυτική Συρία.
 
 

 Χάρτης  της Συρίας σήμερα. Ανατολικά του Ευφράτη (με κίτρινο) ΗΠΑ και SDF (Κούρδοι). Δυτικά του Ευφράτη (με κόκκινο) ο Συριακός Αραβικός στρατός (Άσαντ) με τους συμμάχους του Ρωσία  και Ιράν. Με γαλάζιο οι περιοχές Γιαραμπλούς και Αφρίν, που έχουν εισβάλει οι  Τούρκοι. Με πράσινο η επαρχία της Ιντλίμπ. 

Η "Διχοτόμηση"  της Τουρκίας 

Φαίνεται ότι την πρακτική του προέδρου Τραμπ, για την ανακοίνωση σημαντικών και όχι μόνο θεμάτων, ακολουθεί και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, ο Μάικ Πομπέο. Με πρόσφατη ανάρτησή του στο twitter, δημοσίευσε έναν παγκόσμιο χάρτη, στον οποίο με έντονο χρώμα είχε τα κράτη που είχαν ταχθεί στο πλευρό των ΗΠΑ στην προσπάθειά τους για αποκαθήλωση του προέδρου της Βενεζουέλας και τη στήριξη και ανάληψη της εξουσίας του προσφάτως αυτοανακηρυχθέντος προσωρινού προέδρου της Βενεζουέλας, του αγνώστου μέχρι σήμερα Χουάν Γκουαϊδό.
Ο Χάρτης του Μάικ Πομπέο που δείχνει όμως την Τουρκία διχοτομημένη.
Δεν θα αναφερθούμε στα αίτια της διένεξης αυτής και της τραγικής κατάστασης που ευρίσκεται ο λαός της Βενεζουέλας, αλλά στον χάρτη του Πομπέο, που προκάλεσε σοκ στην Τουρκία. Στις χώρες που δεν στηρίζουν την πολιτική των ΗΠΑ κατά της Βενεζουέλας συμπεριλαμβάνεται και η Τουρκία. Στον χάρτη αυτόν, η τελευταία παρουσιάζεται κομμένη στην μέση. Ναι, κατά περίεργο τρόπο, ο χάρτης της Τουρκίας είναι κατασκευασμένος έτσι, που η Τουρκία έχει κοπεί περίπου στη μέση. Τυχαίο; 
 
Προφανώς όχι, γιατί κανένας χάρτης δεν παρουσιάζει έτσι την Τουρκία και είναι σαφώς έτσι κατασκευασμένος για να μεταδώσει μηνύματα. Φυσικά, τα μηνύματα απευθύνονται προς τον πρόεδρο Ερντογάν και την αλλοπρόσαλλη πολιτική που ακολουθεί. Η ανάρτηση αυτή ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων, με την εφημερίδα Yeni Shafak, την εφημερίδα ναυαρχίδα και όργανο του προέδρου Ερντογάν, να πρωτοστατεί στις διαμαρτυρίες με άρθρο και χαρακτηριστικό τίτλο «Μετά τη Βενεζουέλα έρχεται η σειρά της Τουρκίας;». 

Δύναμη αποσταθεροποίησης 

Μάλιστα, η Yeni Şafak συνεχίζει και σε πρόσφατο άρθρο της με τίτλο «Terör cephesi tehdit etti», που σημαίνει «Το μέτωπο της τρομοκρατίας απείλησε«, κάλυψε το θέμα της πρόσφατης συνάντησης επτά χωρών στην Ουάσινγκτον. Εκεί, αποφάσισαν να στείλουν δυνάμεις τους στην περιοχή ανατολικά του Ευφράτη, που ελέγχουν οι Δυνάμεις του Συνασπισμού, ΗΠΑ και SDF (YPG και αραβικά μετριοπαθή φύλλα), για να αποτρέψουν την εισβολή στην περιοχή του τουρκικού στρατού, ο οποίος είναι συγκεντρωμένος και έτοιμος στα σύνορα εδώ και εβδομάδες.
 
Πρόκειται για τις ΗΠΑ, την Αίγυπτο, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ιορδανία, τη Σαουδική Αραβία και την Αγγλία, όπου οι υπουργοί Εξωτερικών μετά τη συνάντηση στην Ουάσινγκτον εξέδωσαν κοινό ανακοινωθέν, στο οποίο, μεταξύ άλλων, αναφέρουν την Τουρκία ως «δύναμη αποσταθεροποίησης της περιοχής».
 
Επίλογος-Εκτιμήσεις.  
Η πολιτική της Τουρκίας, ένα κράτος-μέλος του ΝΑΤΟ, σύμμαχος των ΗΠΑ, που έχει συνάψει στρατηγική συμμαχία με τους μεγαλύτερους εχθρούς των ΗΠΑ, τη Ρωσία και το Ιράν, είναι απαράδεκτη και απαγορευτική για τη γεωστρατηγική των ΗΠΑ. Διαπράττει ακόμη και το απίστευτο. Αγοράζει το ρωσικό αντιαεροπορικό σύστημα S-400, ταυτόχρονα με την αγορά του αεροπορικού υπερόπλου των ΗΠΑ, του Α/Φ F-35, κάτι που παραβιάζει όλες τις κόκκινες γραμμές των ΗΠΑ.
 
Ακόμη, μετά τις εισβολές βορειοδυτικά του Ευφράτη σε Γιαραμπλούς και Αφρίν, οι οποίες είχαν την έγκριση και την ανοχή ΗΠΑ και Ρωσίας, απειλεί να εισβάλλει και βορειοανατολικά του Ευφράτη και να σχηματίσει Ζώνη Ασφαλείας βάθους 40 χλμ, για να προστατευθούν από τους τρομοκράτες. Μια τέτοια πρόθεση δεν την επιτρέπουν ούτε οι ΗΠΑ ούτε και η Ρωσία. Θυμίζουμε ότι τρομοκράτες για την Τουρκία είναι οι Κούρδοι της Συρίας, του YPG. Βέβαια, οι ΗΠΑ δεν έχουν πάρει ακόμη τις τελικές τους αποφάσεις για το πώς θα αντιδράσουν τελικά με την απείθαρχη Τουρκία, καθόσον δεν θέλουν να χαρίσουν την πολύτιμη γεωπολιτικά Τουρκία, στον μεγάλο αντίπαλο τη Ρωσία. Γι’ αυτό εξάλλου συνεχίζεται ακόμη η περίοδος χάριτος. 
 
Τόσο το θέμα της Συρίας, όσο και το θέμα της συμμαχίας των Τούρκων με τη Ρωσία και το Ιράν είναι τα καυτά θέματα που κυριαρχούν στην τουρκική εξωτερική πολιτική και σημείο τριβής με τις ΗΠΑ. Η απόφαση του προέδρου Τραμπ για απόσυρση των αμερικανικών στρατευμάτων από τη Συρία, δεν έχει αρχίσει ακόμη να υλοποιείται. Όπως δήλωσε πρόσφατα ο πρόεδρος Τραμπ, αυτό θα αρχίσει να υλοποιείται όταν εξαλείψει πλήρως το Ισλαμικό Κράτος και εκτίμησε ότι θα αρχίσει να υλοποιείται περί το τέλος Απριλίου. 
Παρ’ όλα αυτά, μέχρι τώρα όχι μόνο δεν έχει αρχίσει η απόσυρση, αλλά αντιθέτως υπήρξε ενίσχυση των αμερικανικών στρατευμάτων, κατά 50% της υφιστάμενης δύναμης, φθάνοντας περίπου άνω των 3.000 ανδρών. Οι δικαιολογίες του Πενταγώνου δεν πείθουν και όπως φαίνεται οι Αμερικανοί δεν θα αποχωρήσουν πλήρως από τη Συρία, αλλά θα παραμείνουν σε υψίστης σημασίας βάσεις ανατολικά του Ευφράτη, όπως πχ η βάση της Αλ Τανφ και όπου αλλού απαιτείται. 
Όταν και αν αρχίσουν να αποσύρονται από κάποιες περιοχές, τότε οι άλλες χώρες της συμφωνίας της Ουάσινγκτον θα τους αντικαταστήσουν. Οι Κούρδοι της Συρίας όχι μόνο δεν εγκαταλείπονται, αλλά αντίθετα ενισχύονται με σύγχρονα οπλικά συστήματα, πυρομαχικά και διάφορα συστήματα. Έτσι, ο εφιάλτης της Τουρκίας, η δημιουργία κρατικής κουρδικής οντότητας, έστω και αυτόνομης, στο πλαίσιο ενός νέου συριακού κράτους, λαμβάνει σάρκα και οστά, στο άμεσο μέλλον. 
Η Τουρκία, με την απατηλή αίσθηση της αναδυόμενης αυτοκρατορίας και της μετάλλαξής της σε μεγάλη περιφερειακή δύναμη της ευρύτερης περιοχής, διαπιστώνει ότι οι σχεδιασμοί της βουλιάζουν στους βάλτους της Συρίας. Καταλαβαίνει ότι αιτία της αποτυχίας της είναι ένας ανυπότακτος λαός, οι Κούρδοι που αντιστέκονται και τους χαλούν τα σχέδια. Είναι οι Κούρδοι που διατηρούν την προοπτική δημιουργίας κρατικής οντότητας και δη με τη στήριξη των ΗΠΑ, αλλά και κρατών της Δύσης. 
Η αυθάδης και προκλητική στάση της Τουρκίας και η πολιτική του να ακροβατείς πατώντας σε δύο βάρκες πάνω σε ταραχώδη ύδατα είναι επικίνδυνη και ίσως αποβεί πλήρως καταστροφική. Οι γεωπολιτικές εξελίξεις στην περιοχή είναι ραγδαίες και ολοκληρωτικές. Σε ό,τι αφορά την εισβολή που απειλεί η Τουρκία, φαίνεται ότι μάλλον δεν μπορεί να υλοποιηθεί, τουλάχιστον υπό τις παρούσες συνθήκες. Ο δε χάρτης του Πομπέο στέλνει το μήνυμα κινδύνου στον πρόεδρο Ερντογάν, αλλά το θέμα είναι αν το αντιλαμβάνεται, κυριευμένος από ματαιοδοξία, αλαζονεία και αίσθημα ανωτερότητας. Και μάλλον δεν το αντιλαμβάνεται. 
* Ο Ιωάννης Αθαν. Μπαλτζώης είναι αντιστράτηγος ε.α., πρώην Ακόλουθος Άμυνας στο Τελ Αβίβ, πρώην Αξιωματικός επιχειρήσεων της ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligence School (U.S. Army), με Μεταπτυχιακό (M.Sc.) στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών (ΕΛΙΣΜΕ). 

Ιωάννης Αναστασάκης*: Τουρκία: Διάρρηξη του εθνικού ιστού και εσωτερικοί τριγμοί στο τουρκικό οικοδόμημα

on Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Στις 08 Φεβρουαρίου του 2018, το υπουργείο Εσωτερικών της Τουρκίας, απελευθέρωσε σε κοινή πρόσβαση, μία ηλεκτρονική εφαρμογή στο διαδίκτυο, με την χρήση της οποίας ο κάθε τούρκος υπήκοος μπορεί να βρίσκει το γενεαλογικό του δένδρο. Να εντοπίζει δηλαδή τους προγόνους του καθώς και τον τόπο καταγωγής τους. Το ενδιαφέρον και η περιέργεια του τουρκικού κοινού ήταν τόσο μεγάλη που τις πρώτες ώρες έπεσε το διαδίκτυο.


Όπως μου επιδείχθηκε στο κινητό τηλέφωνο τούρκου συναδέλφου, η καταγραφή ξεκινάει από τις αρχές του 19ου αιώνα και βασίζεται στα δημοτολόγια και τις επίσημες καταγραφές που

εντοπίστηκαν.

Σύμφωνα με πληροφορίες, η συγκέντρωση των απαραίτητων πληροφοριών, η διασταύρωση και η επεξεργασία των στοιχείων, καθώς και η συμπλήρωση της ηλεκτρονικής πλατφόρμας, διάρκεσε 15 χρόνια περίπου. Θα πρέπει επομένως να δεχθούμε ότι τόσο η σύλληψη της ιδέας όσο και η ολοκλήρωσή του έργου, ήταν απόφαση του καθεστώτος Ερντογάν, αφού αυτός διαφεντεύει την Τουρκία όλα αυτά τα χρόνια.

Όλη αυτή η δουλειά δεν έγινε τυχαία, αλλά υπήρχε δόλιος Στρατηγικός στόχος. Εκτιμάται όμως, από τις παρενέργειες που παρουσιάστηκαν, ότι είχαν συνεκτιμηθεί επίσης και κάποιες επιπλέον παράπλευρες επιπτώσεις.

Α. Το στρατηγικό όφελος για την Τουρκία

Ο «φαινόμενος» λόγος για τον οποία δαπανήθηκαν σημαντικά κονδύλια και εργατοώρες, ήταν η οργάνωση της κοινωνίας. Επάνω στην ηλεκτρονική εφαρμογή με το γενεαλογικό δένδρο του κάθε τούρκου πολίτη, κουμπώνουν άλλες εφαρμογές όπως τα φορολογικά, τα κληρονομικά, το κτηματολόγιο, το on line δημοτολόγιο και άλλα. Καταπολεμείται η διαφθορά και νοικοκυρεύεται ο δημόσιος Τομέας.

Όμως το καθεστώς Ερντογάν, όπως σχολιάζουν φίλοι και εχθροί του, είναι βουτηγμένο στη διαφθορά. Επομένως ο πραγματικός σκοπός υλοποίησης του προγράμματος δεν είναι τόσο το νοικοκύρεμα του Δημοσίου, αλλά η στρατηγική χρησιμοποίησή του στο εσωτερικό και στο εξωτερικό της Τουρκίας.

Με την εφαρμογή αυτή, εκατομμύρια τούρκοι ενημερώθηκαν έκπληκτοι ότι οι πρόγονοί τους, παππούδες ή προπάπποι, είτε είχαν γεννηθεί, είτε κατάγονταν από εθνότητες που σήμερα βρίσκονται εκτός Τουρκίας, κυρίως από Συρία, Αρμενία και Βαλκάνια ή είναι κουρδικής ή εβραϊκής καταγωγής.

Τόσος ήταν ο σκανδαλισμός της τουρκικής κοινωνίας από τα στοιχεία που είδαν το φως της δημοσιότητας, ώστε όταν στις 08-02-2018 κατέρρευσε η εφαρμογή από την μεγάλη επισκεψιμότητα, πολλές εξέχουσες προσωπικότητες της Τουρκίας πρότειναν να μπει φραγή στην ελεύθερη πρόσβαση στα γενεαλογικά στοιχεία, διότι αποτελούσαν κίνδυνο διάσπασης του κοινωνικού ιστού.

Άλλωστε για πολλά χρόνια τα στοιχεία αυτά ήταν απόρρητα και είχαν χαρακτηριστεί ως «κίνδυνος για την εθνική ασφάλεια της Τουρκίας». Τα στοιχεία βέβαια ήταν γνωστά στις αρμόδιες κρατικές Υπηρεσίες, αλλά οι πολίτες ενημερώνονταν, αν δεν είχαν οικογενειακές μνήμες καταγωγής τους, μόνο αποσπασματικά όταν κατατάσσονταν στο στρατό ή όταν διεκδικούσαν κάποια υψηλόβαθμη θέση στο τουρκικό Δημόσιο.

Παρά τις αντιδράσεις, η ηλεκτρονική εφαρμογή αποκαταστάθηκε στις 14-02-2018 με διασφαλισμένη την ελεύθερη πρόσβαση των πολιτών. Αυτό είναι μία επιπλέον ατράνταχτη απόδειξη ότι εξυπηρετεί στρατηγικούς σχεδιασμούς του καθεστώτος Ερντογάν.

Β. Εκμετάλλευση στο εσωτερικό της Τουρκίας

Γιατί άραγε το καθεστώς Ερντογάν προωθεί την ηλεκτρονική εφαρμογή της γενεαλογικής καταγωγής, παρά τις όποιες προειδοποιήσεις από τους τούρκους διανοούμενους και από άλλες εξέχουσες προσωπικότητες; Δεν φοβάται το ράγισμα της εθνικής συνείδησης των τούρκων υπηκόων;

Όπως αναφέρουν διεθνείς αλλά και τούρκοι αναλυτές, ένα μεγάλο μέρος του τουρκικού πληθυσμού για πρώτη φορά τον Φεβρουάριο του 2018 ενημερώθηκε για τις εθνικές και θρησκευτικές καταβολές του. Ήταν πραγματικό σοκ για τους περισσότερους. Μεγαλύτερη έκπληξη ήταν για τους εθνικιστές, συμπεριλαμβανόμενων των Γκρίζων Λύκων, που πάντοτε υπερηφανεύονταν για την «καθαρή τούρκικη καταγωγή τους και την θρησκευτική τους παράδοση».

Σημειώνεται ότι τα θέματα της γενεαλογίας και της εθνικής καταγωγής ήταν πάντοτε αντικείμενα σχολιασμού στην τουρκική κοινωνία, αλλά αυτές οι συζητήσεις κρατούνταν πάντοτε μυστικές. Στην τουρκική κοινωνία θεωρείτο «στίγμα» για όλη την οικογένεια το να έχει κάποιος πρόγονος ασπαστεί το Ισλάμ, δηλαδή να έχει αλλαξοπιστήσει και να μην είναι γνήσιος μουσουλμάνος ή γνήσιος τούρκος.

Μετά την αποδέσμευση των στοιχείων, ακολούθησε ένα κύμα υποτιμητικών σχολίων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και στα κατά 90% ελεγχόμενα από το καθεστώς μέσα ενημέρωσης. Τα σχόλια αυτά είναι του τύπου:

«οι κρυπτο-έλληνες, οι κρυπτο-αρμένιοι, οι εβραίοι που ζουν στη χώρα αποκαλύφθηκαν», ή «οι προδότες θα μάθουν τελικά την καταγωγή τους», και άλλα παρόμοια.

Γιατί λοιπόν ο Ερντογάν αποφάσισε την αποδέσμευση των μέχρι τότε απόρρητων στοιχείων και προσωπικών δεδομένων;

Η μεγάλη αγωνία για τον Ερντογάν και το καθεστώς που επιχειρεί να επιβάλει στην Τουρκία, είναι οι επερχόμενες προεδρικές εκλογές. Όπως έχει πολλάκις και ποικιλοτρόπως αναλυθεί, το αποτέλεσμα των εκλογών αυτών θα είναι ζήτημα ζωής και θανάτου για τον Ερντογάν. Μέχρι στιγμής έχει συνεταιριστεί με τα εθνικιστικά κόμματα όπως τους Γκρίζους Λύκους, για να εξασφαλίσει την πολυπόθητη πλειοψηφία.

Ο Ερντογάν δεν ξεχνάει ότι στο τελευταίο Δημοψήφισμα για την Συνταγματική αναθεώρηση και την ανάληψη υπερεξουσιών από τον ίδιο, είχε συγκεντρώσει ποσοστό μόνο 51%, έχοντας χάσει την πλειονότητα των αστικών κέντρων, όπου κυρίως δραστηριοποιούνται εθνικιστικές Οργανώσεις.

Παρά την επιβολή και διατήρηση από το 2016 μέχρι σήμερα του Στρατιωτικού Νόμου, την απόκτηση του 90% των μέσων ενημέρωσης και την προσπάθεια διαχείρισης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, ο Ερντογάν δεν νοιώθει ασφαλής να προχωρήσει σε εκλογές, αν δεν έχει προηγουμένως εξασφαλίσει για το κόμμα του το AKP, ένα αμιγές ποσοστό της τάξης του 70%, όπως έχει διαρρεύσει από μέλη του επιτελείου του. Δεξαμενή «αναρρόφησης» ψηφοφόρων είναι τα εθνικιστικά κόμματα.

Ο Ερντογάν ακόμα γνωρίζει ότι οι εθνικιστές είχαν στο παρελθόν συνεργαστεί με τον Κεμάλ για την οργάνωση του Κοσμικού – Κεμαλικού Κράτους. Εξ ανάγκης λοιπόν συνεργάζεται σήμερα μαζί τους, αλλά στην πραγματικότητα δεν τους έχει εμπιστοσύνη ότι θα του παρέχουν υποστήριξη και μετά τις εκλογές, όπως αυτός την επιθυμεί.

Με την στρατηγική κίνηση της αποδέσμευσης των οικογενειακών – γενεαλογικών στοιχείων, χτυπά ύπουλα τους συνεταίρους του τα εθνικιστικά κόμματα και βέβαια τους Γκρίζους Λύκους. Τούτο διότι τα πρώην μέλη των εθνικιστικών αυτών κομμάτων, που δεν έχουν αμιγώς τουρκική εθνική και μουσουλμανική καταγωγή, μετά την διαγραφή τους από τα εθνικιστικά κόμματα, βρίσκουν ασφαλές λιμάνι προστασίας στους φιλόξενους κόλπους του AKP. Σύμφωνα με πληροφορίες, δραστηριοποιούνται στην Τουρκία περίπου 36.000 TROLLs που οι περισσότεροι πριμοδοτούνται από το AKP. Αυτοί χρησιμοποιούνται συστηματικά για να τρολλάρουν στα κοινωνικά δίκτυα, είτε απειλώντας τους αντιπάλους, είτε υποστηρίζοντας την ένταξη στο μεγάλο και δυνατό κόμμα το AKP.

Επισημαίνεται ότι σε πολλές οικογένειες στην Τουρκία, οι παππούδες ή οι γονείς, ακόμα και εάν ήξεραν για την καταγωγή τους, το κρατούσαν κρυφό και δεν ενημέρωναν τα παιδιά τους για να τα προστατεύσουν. Για να προστατευτούν λοιπόν και να αποφύγουν τον κοινωνικό εξευτελισμό που συνεπάγεται η αποδέσμευση των οικογενειακών στοιχείων, είναι μονόδρομος η ένταξή τους στο ισχυρό κόμμα AKP. Ο Ερντογάν τους εγγυάται ασφάλεια προσωπική, οικογενειακή, περιουσιακή και επαγγελματική.

Μία σημαντικότατη αλλαγή συντελείται σήμερα στην κοινωνία της Τουρκίας. Συνδετικός ιστός της κοινωνίας δεν είναι πλέον η εθνική καταγωγή και η θρησκευτική συνείδηση, οι δύο δηλαδή σημαντικοί παράγοντες που οδήγησαν σε γενοκτονίες στο παρελθόν, αλλά η συμμετοχή στο πολιτικό κόμμα ΑΚP. Είναι η προσφορά του Ερντογάν προς τον ανομοιογενή λαό της Τουρκίας, που στην ουσία τον διαφοροποιεί από τον Κεμάλ και τις πρακτικές που αυτός εφάρμοσε. Γνωρίζοντας την εθνοτική σύσταση της Τουρκίας, αυτό μεταφράζεται σε εκατομμύρια ψηφοφόρους.

Γ. Εκμετάλλευση στο εξωτερικό

Το καθεστώς, με εύσχημο τρόπο προτρέπει τους έλκοντες καταγωγή από Ελλάδα, Συρία, Αρμενία, Ισραήλ, να επισκεφτούν τον τόπο καταγωγής των προγόνων τους και να αγοράσουν εκεί περιουσία. Με τον τρόπο αυτό το καθεστώς Ερντογάν, σε δεύτερο χρόνο θα προστρέξει σε υποστήριξή τους για να διεκδικήσουν προνόμια από τις χώρες καταγωγής τους. Είναι ένα έξυπνο σχέδιο της εξωτερικής πολιτικής της Γείτονος για τη δημιουργία ερεισμάτων, το οποίο θα αξιοποιήσει στη συνέχεια για την υποστήριξη διεκδικήσεων.

Για την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση των υπό δημιουργία ερεισμάτων, με εύσχημο τρόπο ομαδοποιεί σε Συλλόγους τους πολίτες, σύμφωνα με την καταγωγή τους. Με τη μεθόδευση αυτή έχουν δημιουργηθεί ή πρόκειται να δημιουργηθούν Σύλλογοι που έλκουν την καταγωγής τους από συγκεκριμένες περιοχές των χωρών στην περιφέρεια της Τουρκίας.

Για την Ελλάδα συγκεκριμένα, ομαδοποιούνται οι πολίτες με καταγωγή από περιοχές όπως την Μακεδονία, την Κρήτη, την Θεσσαλία και αλλού.

Κατά την συζήτηση του γράφοντα με τον G.Ο., ένα τούρκο πολίτη που ζει και εργάζεται στην Κωνσταντινούπολη, άκουσε ότι:

«Έμαθα πως η οικογένεια του πατέρα μου κατάγεται από τη Θεσσαλονίκη. Η οικογένεια της μητέρας μου από την Αδριανούπολη (Edirne). Κατά μία έννοια είμαι Μακεδόνας στην καταγωγή. Έχουμε βρεθεί περίπου 17.000 Μακεδόνες μόνο στην Κωνσταντινούπολη (Istanbul) και 80.000 σε όλη την Τουρκία. Θα οργανωθούμε σε Συλλόγους».

Τα ανωτέρω νούμερα αναγράφονται με επιφύλαξη, αλλά είναι όπως αναφέρθηκαν από το τούρκο συνομιλητή και πιθανόν σύμφωνα με δημοσιογραφικές αναφορές στη γειτονική χώρα. Ο συγκεκριμένος πρωτοστατεί στην ίδρυση Συλλόγου «Μακεδόνων» στην Κωνσταντινούπολη.

Αντιλαμβάνεται ο καθένας τις δυνατότητες χρησιμοποίησης αυτού του «εργαλείου» στην εξωτερική πολιτική της Τουρκίας. Οι Σύλλογοι αυτοί, με την υποστήριξη του καθεστώτος Ερντογάν, σύντομα θα ξεφυτρώσουν και δεν θα είναι μουσουλμανικοί που θα θέλουν να λέγονται τουρκικοί όπως στη Θράκη μας, αλλά θα είναι τουρκικοί που θα θέλουν να λέγονται Μακεδονικοί. Και βέβαια θα διεκδικούν το δικαίωμα να έχουν λόγο για τη Μακεδονία την χώρα των προγόνων τους. Ταυτόχρονα βέβαια θα εμφανιστούν αντίστοιχοι Σύλλογοι καταγόμενων από την Κρήτη, τη Θράκη, τη Θεσσαλία, ίσως και την Ήπειρο. Η ίδια Στρατηγική ισχύει για όλες τις χώρες της πρώην Οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Με αυτά που έρχονται, διερωτάται κανείς αν είναι έτοιμα τα επιτελεία που διαχειρίζονται την εξωτερική Πολιτική της χώρας μας να αντιμετωπίσουν την κατάσταση ή μήπως το θέμα θα αγνοηθεί μέχρι να φουντώσει και κάποια άλλη επόμενη κυβέρνηση θα αναγκαστεί να βγάλει τα κάστανα από τη φωτιά;

Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει επίσης οι αρμόδιες Υπηρεσίες να παρακολουθούν και να αναλύουν το μαζικό ρεύμα εξαγοράς ακινήτων από τούρκους υπηκόους. Και τούτο διότι δεν πρέπει να θεωρείται ότι είναι μία άδολη οικονομική συναλλαγή για την εισαγωγή κεφαλαίων και την απόκτηση «χρυσής visa» και Άδεια Ευρωπαϊκής (Ελληνικής) παραμονής. Η αφελής παραδοχή ότι είναι όλοι κατατρεγμένοι από το καθεστώς Ερντογάν και βρίσκουν καταφύγιο στη Ελλάδα είναι επικίνδυνο για την εσωτερική ασφάλεια της χώρας μας. Τουλάχιστον δεν ανήκουν όλοι οι τούρκοι αγοραστές σε αυτή την κατηγορία.

Δ. Παράπλευρες προσεγγίσεις

Παρακολουθώντας το ξεδίπλωμα της Στρατηγικής Ερντογάν με αιχμή του δόρατος το γενεαλογικό, δημιουργούνται σκέψεις για παράπλευρες προσεγγίσεις.

Για παράδειγμα, ο Έντι Ράμα ηγέτης της Γείτονος, φίλης και συμμάχου Αλβανίας, με την υποστήριξη του Σουλτάνου Ερντογάν, θέτει θέμα «περιουσιών των Τσάμιδων». Είναι άραγε αυτογενής διεκδίκηση ή μήπως είναι ο «λαγός» του Ερντογάν, ώστε να προκληθεί η εξάντληση της όποιας επιχειρηματολογίας από την ελληνική πλευρά; Έτσι στη συνέχεια, το επιτελείο Ερντογάν γνωρίζοντας τις εθνικές μας θέσεις θα προετοιμάσει το φάκελο διεκδίκησης περιουσιών, βλέπε εδαφών, των επιμέρους τουρκικών εθνικών Συλλόγων που σήμερα δημιουργούνται;

Οι αλυτρωτικές επίσης διεκδικήσεις των Σκοπιανών, με εμφανή υποστήριξη του Ερντογάν, μήπως είναι πλοκάμι της ίδιας τουρκικής Στρατηγικής σχεδίασης που θα υποστηριχθεί από τους Μακεδονικούς Συλλόγους που ιδρύονται στην Τουρκία;

Έχει άραγε σκεφτεί Έλληνας διαπραγματευτής, πολιτικός, διπλωμάτης, εμπειρογνώμονας, ότι οι τουρκικές αναφορές για τροποποίηση της Συνθήκης της Λωζάννης, είναι δυνατόν να μην εστιάζουν σε άμεση αλλαγή συνόρων στα δυτικά της Τουρκίας, αλλά αρχικά να αναφέρονται στα σχετικά Άρθρα της Συνθήκης που περιγράφουν τα θέματα «ανταλλαγής πληθυσμών και περιουσιών»; Επόμενο βήμα βέβαια θα είναι η αλλαγή συνόρων, σύμφωνα με τα νέα δεδομένα που δημιουργεί η Τουρκία.

Από συζητήσεις με τούρκους εμπειρογνώμονες, καθίσταται σαφές ότι έχουν μελετήσει τα σχετικά Άρθρα της Συνθήκης της Λωζάννης, μέχρι κεραίας. Ο αναγνώστης/μελετητής των Άρθρων αυτών, εντοπίζει αρκετά πατήματα για πιθανές διεκδικήσεις.

Μία παράμετρος που έγινε γνωστή από τους τούρκους συνομιλητές στον γράφοντα, είναι ότι μέσα από τα γενεαλογικά στοιχεία που έχουν καταγραφεί, είναι δυνατός ο εντοπισμός των προγόνων του που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν περιουσίες στην Τουρκία το 1922 και με την επίδειξη αποδεικτικών στοιχείων να διεκδικηθούν αποζημιώσεις από τους νόμιμους κληρονόμους τους! Άλλωστε έχουν ήδη εκδοθεί Αποφάσεις αποζημιώσεων ελλήνων-ελληνοκυπρίων από τα Διεθνή δικαστήρια και επομένως η Τουρκία αντιλαμβάνεται ότι πλέον ισχύει το δεδικασμένο και επιχειρεί να το εκμεταλλευτεί προς όφελός της, ως παράμετρο της Στρατηγικής της σχεδίασης.

Με ανοικτό αυτό το ενδεχόμενο αποζημιώσεων των ελλήνων προσφύγων από την Τουρκία του Ερντογάν, είναι αναμενόμενο ότι σε επόμενο στάδιο θα υποβληθούν αντίστοιχα αιτήματα αποζημιώσεων από Τούρκους υπηκόους προς την Ελλάδα.

Μία άλλη επιπλέον παράμετρος που χρήζει προσοχής είναι η συναισθηματική προσέγγιση. Για παράδειγμα αναφέρονται τα συναισθήματα που εξέφρασε ο G.E. υψηλόβαθμος Τούρκος αξιωματούχος που τον τελευταίο χρόνο για λόγους προσωπικής ασφάλειας κατοικεί εκτός Τουρκίας:

«γνώριζα αόριστα ότι είχα κάποια μακρινή ελληνική καταγωγή. Από τον περασμένο Φεβρουάριο γνωρίζω ότι η οικογένεια του πατέρα μου κατάγεται από την Κρήτη και της μητέρας μου από τη Θεσσαλία. Επισκέφτηκα ήδη στην Κρήτη το χωριό των προγόνων μου και ένοιωσα τέτοια συγκίνηση που δεν είχα ξανανιώσει στη ζωή μου».

Η σύζυγος του ανωτέρω διατηρούσε πιο ουδέτερη προσέγγιση, ενώ το τέκνο τους που φοιτά σε ευρωπαϊκό πανεπιστήμιο, είναι της άποψης ότι τα πατρογονικά πρέπει να ανήκουν στην Τουρκία.

Πως άραγε θα εκφραστούν στο μέλλον αυτής της μορφής συναισθήματα και ποιος τρίτος παίκτης, ίσως η Ελλάδα ή η Τουρκία, η ΕΕ ή οι ΗΠΑ και πιθανόν άλλοι, θα επιχειρήσει να τα εκμεταλλευτεί;

Παλιρροϊκό κύμα αναμένεται να χτυπήσει τις ελληνικές παραλίες ως επακόλουθο του ισχυρού σεισμού που είναι η δημοσιοποίηση στην Τουρκία των γενεαλογικών δεδομένων τον Φεβρουάριο του 2018. Η γενικότερη απορία που εκφράζεται είναι εάν: «Έχουσιν γνώσιν οι Φύλακες», όπως επισημαίνεται ως δήλωση επαγρύπνησης, σε επίκαιρη ευαγγελική φράση που αναφέρεται στην ανάσταση του Χριστού.

(Σχόλιο: Για λόγους προσωπικής τους ασφάλειας, δεν αναφέρονται τα ονόματα των Τούρκων υπηκόων που εκφράζουν απόψεις στην παρούσα Ανάλυση).

(*) Ο αντιπτέραρχος (Ι)εα Ιωάννης Αναστασάκης, δραστηριοποιείται ως στρατηγικός αναλυτής, στο Περιφερειακό Παρατηρητήριο: «Ασφάλεια για την Οικονομική Ανάπτυξη στην Ανατολική Μεσόγειο & την Μέση Ανατολή».

Regional Observatory: Security for Economic Development (ROSED) (a Pool of experts on Eastern Mediterranean & Middle East).

Επικοινωνία: Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε. 

Ιωάννης Μπαλτζώης*: Περί Στρατηγικής ... και Τουρκίας

on Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

Η Τουρκία του προέδρου Ερντογάν σήμερα είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα στην διεθνή γεωπολιτική σκηνή, μιας αναθεωρητικής, επιθετικής και συνάμα αλαζονικής δύναμης, με σκοπούς και επιδιώξεις επικίνδυνες για το γεωπολιτικό 
περιβάλλον της ανατολικής Μεσογείου και ιδιαίτερα για τα γειτονικά της κράτη. Για να μπορέσουμε να αντιληφθούμε ποια η εφαρμοζόμενη Στρατηγική της, ώστε να μπορούμε να την ερμηνεύσουμε, να την προβλέψουμε και να λάβουμε τα κατάλληλα μέτρα αντιμετώπισής της, κρίνεται σκόπιμο να αναφερθούμε στην ερμηνεία των όρων της Στρατηγικής.


Η Στρατηγική, είναι η πολιτική που σχεδιάζεται και εφαρμόζεται για συγκεκριμένες καταστάσεις και έναντι συγκεκριμένου κράτους ή αντιπάλου γενικά, Είναι ένας τρόπος σκέψης, που επιτρέπει την ταξινόμηση και ιεράρχηση των συμβαινόντων και στην συνέχεια την επιλογή των πλέον αποτελεσματικών τρόπων ενεργείας, καθόσον σε κάθε κατάσταση (πολιτική, διπλωματική, στρατιωτική, οικονομική) αντιστοιχεί ιδιαίτερη Στρατηγική.
 Περί Στρατηγικής και... Τουρκίας
 
Μορφές Στρατηγικής
Α. Η Άμεση ή Κλασσική Στρατηγική
Ο βασικός θεωρητικός της σύγχρονης Στρατηγικής είναι αναμφισβήτητα ο Πρώσος στρατηγός και συγγραφέας Καρλ Φον Κλαούζεβιτς (1870-1930), ο οποίος είναι ο πρώτος που μελέτησε τον πόλεμο ως κοινωνικό φαινόμενο και τον τοποθέτησε σε φιλοσοφική βάση. Τις θεωρίες του τις διατύπωσε στο γνωστό και περίφημο σύγγραμμα τουVom Kriege (Περί Πολέμου), όπου το έργο του αυτό είχε μεγάλη επιρροή στην εξέλιξη της θεωρίας του πολέμου, σε όλα τα δυτικά κράτη και διδάσκεται μέχρι σήμερα στις στρατιωτικές ακαδημίες αλλά και σε σχολές διοίκησης επιχειρήσεων και μάρκετινγκ. Ο Κλαούζεβιτς υποστήριξε ότι ο πόλεμος είναι μια άμεση πολιτική πράξη που εκφράζει την θεμελιώδη και χαρακτηριστική πραγματικότητα της πολιτικής: Την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο.
Ο πόλεμος απαντά αναγκαστικά σε ένα πολιτικό σχέδιο και επομένως κατά τον Κλαούζεβιτς «είναι η συνέχεια της πολιτικής με άλλα μέσα». Ανέλυσε την φύση του πολέμου και προσδιόρισε τον σκοπό, το είδος και την μορφή του. Καθόρισε ότι η επιδίωξη των πολεμικών επιχειρήσεων είναι είτε η κατάληψη της χώρας του αντιπάλου, είτε συγκεκριμένου εδαφικού χώρου, ο οποίος θα διατηρηθεί μονίμως (βλέπε εισβολή και κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου από την Τουρκία, από το 1974 μέχρι σήμερα), ή θα χρησιμοποιηθεί ως διαπραγματευτικό ατού στις ειρηνευτικές συνομιλίες. Διαχώρισε την Στρατηγική από την Τακτική, η δε θεωρία του διαπνέεται από το πνεύμα της εκμηδένισης του αντιπάλου. (1)
 
Β. Η Στρατηγική της Έμμεσης Προσέγγισης
Ο Βρετανός αξιωματικός, σερ Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ (1895-1970) ήταν θεωρητικός, ιστορικός και συγγραφέας 26 βιβλίων στρατιωτικών θεμάτων. Ως Λοχαγός κατά τον Α’ΠΠ, συμμετείχε στη Μάχη του Σομμ και τραυματίστηκε τρεις φορές. Το τάγμα του καταστράφηκε σχεδόν την πρώτη ημέρα της επίθεσης, όταν μεγάλο μέρος του στρατού υπέστη τη βαρύτερη απώλεια στη βρετανική ιστορία, περίπου 60.000 αντρών. Οι εμπειρίες του, τον επηρέασαν βαθιά για το υπόλοιπο της ζωής του. Έτσι αμφισβήτησε την θεωρία του Κλαούζεβιτς, καθόσον θεώρησε ότι η Άμεση Στρατηγική εμπεριέχει πολλού κινδύνους , διότι ποτέ δεν είναι βέβαιο ότι μια οιαδήποτε κρατική οντότητα διαθέτει την απαραίτητη ισχύ για την επίτευξη της νίκης.
Στο σπουδαίο σύγγραμμα του «Η Στρατηγική της Έμμεσης Προσέγγισης»(2), ο Λίντελ Χάρτ, με την θεωρία του υποστηρίζει την επίτευξη αποφασιστικού αποτελέσματος με στρατιωτική νίκη, όπου οι Ένοπλες Δυνάμεις μιας χώρας χρησιμοποιούν έμμεσες ενέργειες. Δηλαδή πρόκειται για ενέργειες προς τον τελικό σκοπό δια της τεθλασμένης, με επιδίωξη την προσβολή του ασθενούς δια του ισχυρού. Μια θεωρία που υποστηρίζει ότι η τεθλασμένη είναι συντομότερη της ευθείας. Και οι δύο προαναφερθέντες θεωρίες θεωρούνται παρόμοιες, έχουν ως βασικό στοιχείο την στρατιωτική ισχύ και είναι γεωγραφικού χαρακτήρα.
 
Γ. Η Έμμεση Στρατηγική
O Γάλλος στρατηγός, διανοητής, συγγραφέας και στρατιωτικός στρατηγιστής Αντρέ Μποφρ (1902-1975) με το σύγγραμμά του «Αποτροπή και Στρατηγική» (3), διατύπωσε την θεωρία περί Έμμεσης Στρατηγικής, με το και διαφέρει από τις δύο προηγούμενες. Αποτελεί την πλέον σύγχρονη μορφή Στρατηγικής, διότι επεκτείνεται πέραν του γεωγραφικού χώρου και της χρησιμοποίησης ένοπλης δύναμης. Είναι η Στρατηγική που απαντά στα προβλήματα που θέτει η διεθνής κατάσταση, κυρίως όπως διαμορφώθηκε τις τελευταίες δεκαετίες.
Κατά τον στρατηγό Μποφρ, το αποφασιστικό αποτέλεσμα επιδιώκεται όχι αποκλειστικά με την στρατιωτική νίκη, αλλά με ενέργειες λιγότερο άμεσες, είτε στον πολιτικό, διπλωματικό, οικονομικό κλπ τομέα, είτε στο στρατιωτικό, όπου οι Ένοπλες Δυνάμεις (στρατιωτική ισχύς) χρησιμοποιούνται σε πολυμορφικές διαδοχικές ενέργειες, ή σταδιακά και περιστασιακά, αλλά όχι αποφασιστικής σημασίας. Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τέτοιας Στρατηγικής, είναι η Στρατηγική που εφάρμοσε ο Χίτλερ στο διάστημα 1936-1939, που ανάγκασε την Γαλλία και ιδίως την Βρετανία να τον αντιμετωπίσουν με την απαράδεκτη και ηττοπαθή πολιτική του κατευνασμού (Appeasement), με αποτέλεσμα αντί για ειρήνη να καταλήξουν στον καταστροφικό Β’ΠΠ. Ο στρατηγός Μποφρ έγραψε 9 βιβλία στρατιωτικής φύσης και πέθανε στο Βελιγράδι το 1975, κατά την διάρκεια διάλεξης του.
 
H Τουρκική Στρατηγική
Η Στρατηγική της Τουρκίας εδράζεται σε δύο εθνικές αντιλήψεις. Είναι ο Εθνικός Όρκος (Misak I Mili), η «μυστική διαθήκη» του ιδρυτή της Τουρκικής δημοκρατίας του Μουσταφά Κεμάλ, για τις μελλοντικές εθνικές διεκδικήσεις της Τουρκίας, που θα είναι απαράβατες γεωστρατηγικές επιδιώξεις για κάθε τουρκική κυβέρνηση και την Εθνική Θέαση (Mili Gorus), του μέντορά του Ερντογάν, του Νεσμετζίν Ερμπακάν και αφορά το πολιτικό Ισλάμ και την ανάληψη της διακυβέρνησης της χώρας από Ισλαμικό κόμμα. Σε ότι αφορά το τελευταίο ο Ερντογάν, ο αγαπημένος «πρίγκηπας της Κωνσταντινούπολης» για τον δάσκαλό του Ερμπακάν, όχι μόνο το επέτυχε, αλλά κατόρθωσε για 16 χρόνια τώρα να το εδραιώσει, με αποτέλεσμα σήμερα να έχουμε μια νέα Τουρκία με πολίτευμα Ισλαμική δημοκρατία και απόλυτο κυρίαρχο Σουλτάνο, τον πρόεδρο Ερντογάν.
 
Στην πράξη όμως ποια η εθνική Στρατηγική που εφαρμόζεται σήμερα από την Τουρκία; Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι οι τρεις μορφές που αναφέρθηκαν προηγουμένως είναι δυνατόν να εφαρμοσθούν εξολοκλήρου ή ακόμη και να συνδυαστούν. Έτσι, αναλύοντας την εφαρμοζόμενη Στρατηγική της Τουρκίας, με όλες τις μορφές της, τα τελευταία χρόνια, διαπιστώνουμε ότι κάνει χρήση συστηματικών μεθόδων πολιτικής, διπλωματικής, οικονομικής και στρατιωτικής ισχύος όπως: Συνεχείς βερμπαλισμοί και απειλές, εκφοβισμοί, αμφισβητήσεις εθνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων άλλων χωρών,διάφορες μορφές υβριδικού πολέμου,απίστευτη περιφρόνηση και καταπάτηση του Διεθνούς Δικαίου, απίστευτες θεωρίες με σκοπό την διεκδίκηση χερσαίου και θαλάσσιου χώρου, γκριζοποίηση περιοχών χωρίς καμιά νομική ισχύ, χρήση στρατιωτικών μέσων διαδοχικά και συνεχώς κατά κρατών-στόχων, συνεχείς στρατιωτικές ασκήσεις με σκοπό την παρενόχληση και την επίδειξη ισχύος, την συστηματική και συνεχή παραβίαση εθνικού εναερίου χώρου γειτονικών χωρών (Ελλάδα), καθώς και υπέρπτηση επί εθνικών νησίδων (Ελλάδα) και γενικά μια συμπεριφορά που επιδεικνύει ιδιαίτερα προς την Ελλάδα και τελευταία προς την Κύπρο και αποδεικνύει τις παράνομες επιδιώξεις της.
 
Μια συμπεριφορά πειρατική, κράτους ταραξία, κράτους εισβολέα σε τρεις ανεξάρτητες χώρες και που επιδίδεται συνεχώς χωρίς τιμωρία, σε αυτό το θέατρο του παραλόγου και επικινδυνότητας, σε όλη την περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Έτσι θα λέγαμε ότι τελικά η Στρατηγική που εφαρμόζει σήμερα η Ερντογανική Τουρκία ουσιαστικά είναι η Έμμεση Στρατηγική του στρατηγού Αντρέ Μποφρ, συνδυαστικά με τις δύο άλλες, της Άμεσης και της Έμμεσης Προσέγγισης. Δηλαδή κάνει χρήση περισσότερο άλλων μέσων, παρά άμεσων στρατιωτικών μέσων, τα οποία χρησιμοποιούνται κατά βάση ως μέσα εκφοβισμού και ως επίδειξη ισχύος, αφήνοντας να εννοηθεί ότι θα κάνει χρήση αυτών των στρατιωτικών μέσων, αν δεν επιτευχθούν οι γεωστρατηγικές της επιδιώξεις.
 
Πάντως όποια και αν είναι η μορφή της Στρατηγικής της Τουρκίας, ο σκοπός παραμένει ο ίδιος και είναι η επίτευξη των στόχων που καθόρισε η Πολιτική του Σουλτάνου Ερντογάν, για μια μεγάλη Τουρκία, μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη, που θα επηρεάζει άμεσα την ευρύτερη περιοχή και θα καταστεί ηγέτιδα δύναμη του Σουνιτικού Ισλαμικού κόσμου. Θα πρέπει επιτέλους να αντιληφθούμε ότι αποτελεί άμεση απειλή για τον Ελληνισμό (Ελλάδα και Κύπρο) και μέγα κίνδυνο για απώλεια εθνικών κυριαρχικών μας δικαιωμάτων και εδαφών, αν δεν αντιμετωπισθεί κατάλληλα και ομόψυχα από όλους τους Έλληνες. Δηλαδή όχι στην μέχρι τώρα εφαρμοζόμενη πολιτική κατευνασμού του θηρίου, αλλά μια νέα εθνική Παν-Ελληνική Στρατηγική (μαζί Ελλάδα και Κύπρος), με κυρίαρχη την πολιτική της Αποτροπής (Containment), με ψυχραιμία και αποφασιστικότητα, χωρίς φοβικά σύνδρομα και ανεπίτρεπτες ηττοπάθειες. Και όπως αναφέρει και ο Νικολό Μακιαβέλι στον «Ηγεμόνα» του, για την επιβίωση μας θα πρέπει να οικοδομήσουμε μαζί, “ισχυρό Στρατό και ισχυρές Συμμαχίες”.
 
* Ο Ιωάννης Αθαν. Μπαλτζώης είναι αντιστράτηγος ε.α., πρώην Ακόλουθος Άμυνας στο Τελ Αβίβ, πρώην Αξιωματικός επιχειρήσεων της ECMM στον πόλεμο της Βοσνίας, Απόφοιτος Tactical Intelligence School (U.S. Army), με Μεταπτυχιακό (M.Sc.) στην Γεωπολιτική Ανάλυση, Γεωστρατηγική Σύνθεση και Σπουδές Άμυνας και Διεθνούς Δικαίου του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μέλος του Δ.Σ. του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών.

Πηγές:
(1). Clausewitz, C. von: Περί του πολέμου. Μετάφρ. Νατάσα Ξεπουλιά. 6η έκδοση, «Βάνιας», Θεσσαλονίκη 1999 (επανέκδοση: 2 τόμοι, «Ελευθεροτυπία – Βάνιας», Αθ. 2010).
(2). Strategy: the indirect approach, third revised edition and further enlarged London: Faber and Faber, 1954 (ΈχειμεταφραστείκαισταΕλληνικά).
(3). Deterrence and Strategy (London: Faber, 1965 [Dissuasion et stratégie Paris, Armand Colin, 1964])
Copyright © 2013 Αnalysts for Change | Powered by Blogger

Ιωάννης Αναστασάκης*- LIBERAL: Ακιντζί: Ο επιδέξιος διαπραγματευτής των υπονόμων

on Τρίτη, 04 Δεκεμβρίου 2018. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

 
Κατά την προεκλογική του εκστρατεία ο Ταγίπ Ερντογάν επισκέφτηκε την αμυντική βιομηχανία της Τουρκίας και παρουσίασε στο ευρύ κοινό το νέο υπερόπλο τουρκικής ανάπτυξης, το οπλισμένο επιθετικό αερόχημα (attack UAV) με το όνομα «Akinci». Η μετάφραση του ονόματος είναι: «raider = επιδρομέας», γεγονός που επισημαίνει τον επιθετικό προσανατολισμό του συγκεκριμένου όπλου που αναμένεται να πετάξει το 2020.
 
Ακιντζί: Ο επιδέξιος διαπραγματευτής των υπονόμων

Για όσους παρακολουθούν την σημειολογία που αρέσκεται να χρησιμοποιεί η τουρκική ηγεσία, πιθανόν δεν είναι τυχαίο ότι στο αερόχημα αυτό δόθηκε το όνομα «Akinci», το οποίο είναι το ίδιο με το επίθετο του Μουσταφά Ακιντζί (Mustafa Akinci). Αυτός είναι στην πραγματικότητα το υπερόπλο που η τουρκική ηγεσία έχει ήδη εξαπολύσει για να επιτύχει την μέσω της Κύπρου συνεκμετάλλευση των υδρογονανθράκων της Ανατολικής Μεσογείου. Ο Ακιντζί είναι ο Πρόεδρος του τουρκοκυπριακού τομέα (ψευδοκράτους) μέχρι το 2020 που είναι οι επόμενες προγραμματισμένες προεδρικές εκλογές των τουρκοκυπρίων.

Για τις αναμενόμενες εξελίξεις στην περιοχή, είναι ενδιαφέρον να εξεταστούν τα ενδεχόμενα, αν ο Μουσταφά προτίθεται να εργαστεί εποικοδομητικά για το συμφέρον των συμπατριωτών του τουρκοκυπρίων ή για το συμφέρον της Τουρκίας ή και για το συμφέρον τρίτων δυνάμεων, όπως για παράδειγμα των βρετανών.

Ο διαπραγματευτής των υπονόμων

Κατά τη διάρκεια μιας περιφερειακής κλειστής συνάντησης διεθνών εμπειρογνωμόνων για θέματα διεθνούς ασφάλειας, ο γράφων ήταν αυτήκοος μάρτυρας της προσπάθειας Άγγλων ειδικών, να προωθήσουν τον Μουσταφά Ακιντζί με κολακευτικά σχόλια για την διαπραγματευτική του δεινότητα. Η προσπάθεια έλαβε χώρα σε χρόνο άσχετο με τις διαπραγματεύσεις για το Κυπριακό και ενώ το θέμα αυτό δεν περιλαμβανόταν στην ατζέντα της συγκεκριμένης συνάντησης. Ειδικότερα αναφέρθηκε ότι για την επίλυση του Κυπριακού: «ο καταλληλότερος τουρκοκύπριος διαπραγματευτής είναι ο Μουσταφά Ακιντζί και αυτή η κρίση στηρίζεται στην επιτυχή κατάληξη των συνομιλιών για το αποχετευτικό δίκτυο της Λευκωσίας». Η συζήτηση επί του θέματος δεν πήρε μεγάλη έκταση, αλλά η αναφορά στον Ακιντζί επισημάνθηκε ως μη τυχαία, από τους παρευρισκόμενους στην διεθνή αυτή συνάντηση. Πολλοί σχολίασαν ότι η εμβόλιμη παρέμβαση για τον Ακιντζί ήταν εμφανώς προσχεδιασμένη αλλά επίσης άσχετη και άκαιρη με τα θέματα της ημερήσιας διάταξης, που είχαν σχέση με την παράνομη διακίνηση στρατιωτικού υλικού.

Για την ιστορία, μετά την τουρκική εισβολή στο νησί το 1974, οι διαπραγματεύσεις για το αποχετευτικό δίκτυο της Λευκωσίας ήταν, η πρώτη προσπάθεια επίσημων συνομιλιών των Ελληνοκυπρίων και των τουρκοκυπρίων, που κατέληξε μάλιστα σε συμφωνία. Το πρόβλημα που είχε δημιουργηθεί ήταν ότι στην Λευκωσία το αποχετευτικό δίκτυο βρισκόταν υπό κατασκευή όταν η «πράσινη γραμμή» χώρισε τον Ελληνοκυπριακό από τον τουρκοκρατούμενο τομέα. Ένα μέρος μάλιστα των εγκαταστάσεων είχε καταστραφεί από τους βομβαρδισμούς. Το δίκτυο δεν ήταν δυνατόν να λειτουργήσει ανεξάρτητα στους δύο τομείς της πόλης, εκτός αν επιτυγχάνετο μία συμφωνία για την ολοκλήρωση των εργασιών προς όφελος του συνόλου της πόλης της Λευκωσίας, δηλαδή τόσο του Ελληνοκυπριακού όσο και του τουρκοκυπριακού τομέα.

Επικεφαλής της τουρκοκυπριακής αντιπροσωπείας ήταν ο Μουσταφά Ακιντζί και της Ελληνοκυπριακής ήταν ο τότε Δήμαρχος Λευκωσίας Λ. Δημητριάδης. Οι συνομιλίες άρχισαν το 1978, οι εργασίες κατασκευής και αποπεράτωσης του δικτύου ξανάρχισαν το 1980 και το τελικό τρίτο στάδιο του έργου ολοκληρώθηκε το 1995. Επισημαίνεται ότι η χρηματοδότηση του όλου έργου έγινε με χρήματα από την Διεθνή Τράπεζα (World Bank), την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (European Economic Community) και τους Ελληνοκυπρίους. Η πρώτη αυτή επιτυχημένη κατάληξη συνομιλιών μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων που έλαβε χώρα μετά την τουρκική εισβολή και κατοχή της Β. Κύπρου, θεωρείτε διεθνώς από πολιτικούς και διπλωματικούς κύκλους, ως μία ισχυρή ένδειξη της αποτελεσματικότητας που μπορεί να επιτευχθεί με συνεννόηση, για την επίλυση ζωτικών θεμάτων.

Δεν πρέπει να περνάει απαρατήρητη η προσπάθεια προβολής και καταξίωσης του Μουσταφά Ακιντζί από διεθνείς εμπειρογνώμονες, κυρίως άγγλους και η προώθησή του ως τον καταλληλότερο και πλέον επιδέξιο συνομιλητή για την επίλυση του Κυπριακού ζητήματος. Στο πλαίσιο του επιχειρηματικού ανταγωνισμού των εταιρειών στην Ανατολική Μεσόγειο, η αγγλικών συμφερόντων ομάδα British Petroleum και Shell, διαγκωνίζεται με την Αμερικανο-ευρωπαϊκών κυρίως συμφερόντων Exxon, Total, Eni. Οι εταιρείες αυτές, μέσα από τη διαδικασία των συνομιλιών για την επίλυση του Κυπριακού αλλά και το μέλλον των Βρετανικών Βάσεων στο νησί, επιδιώκουν να αποκτήσουν ερείσματα και προνομιακή μεταχείριση.

Τουρκοκύπριος Πατριώτης;

Υπάρχουν έντονες «αποχρώσες ενδείξεις» ότι ο Ακιντζί, στην αρχή τουλάχιστον της πολιτικής του καριέρας, αντέδρασε σε ζητήματα που δημιουργήθηκαν στη Βόρεια Κύπρο ως αποτέλεσμα της τουρκικής εισβολής και στρατιωτικής κατοχής στο νησί. Συγκεκριμένα αντέδρασε για το γεγονός ότι οι τουρκοκύπριοι που υπηρετούν ως αξιωματικοί στο στρατό, έχουν καταληκτικό βαθμό αυτόν του Συνταγματάρχη, αποκλειόμενης της προαγωγής τους σε στρατηγούς. Επιπλέον αυτού, ο Ακιντζί αντέδρασε στο γεγονός ότι οι δημόσιοι υπάλληλοι στον τουρκοκυπριακό τομέα πληρώνονται απευθείας από την Κεντρική Τουρκική κυβέρνηση και ακόμα ότι ο Αρχηγός της Πυροσβεστικής στην κατεχόμενη Βόρεια Κύπρο ορίζεται με απόφαση του Τούρκου στρατιωτικού Διοικητή. Δήλωσε δημόσια ότι θα έπρεπε ο Αρχηγός να είναι τουρκοκύπριος και να επιλέγεται από τους τουρκοκύπριους. Για τις δηλώσεις του αυτές ο Ακιντζί αντιμετώπισε πολιτικές διώξεις από το Τουρκοκατοχικό κατεστημένο.

Το ερώτημα είναι εάν συνεχίζει μέχρι σήμερα να είναι ένας τουρκοκύπριος πατριώτης ή αν έχει προσαρμοστεί σε γενικότερες επιδιώξεις και συμφέροντα. Αξίζει να επισημανθούν γεγονότα και δηλώσεις που σηματοδοτούν ή προκαθορίζουν τις επικείμενες εξελίξεις: 

Στις 23-11-2017 ο Πρόεδρος Ν. Αναστασιάδης, σε εκδήλωση που διοργανώθηκε στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, όταν ρωτήθηκε για τον Μουσταφά Ακιντζί, απάντησε: «Είναι ένας τουρκοκύπριος πατριώτης που φαίνεται ότι ενδιαφέρεται για το καλό της Κύπρου. Αυτό φάνηκε και στο αρχικό στάδιο των συνομιλιών του Κραν Μοντανά, όπου οι συνομιλίες πήγαιναν ικανοποιητικά, μέχρι το σημείο που μεσολάβησε η Τουρκία και τις κατέστρεψε».

Στις 18-02-2018 ο Μουσταφά Ακιντζί σε δήλωσή του στο CNN-Turk είπε: «Αν η Ελληνοκυπριακή πλευρά δεν είναι έτοιμη για λύση του Κυπριακού, τότε πρέπει να καταλήξει σε συμφωνία με τους Τουρκοκύπριους για το θέμα του φυσικού αερίου». Η δήλωση αυτή είναι «στο μάτι του ταύρου» δηλαδή στο ψητό, δημοσιοποιώντας τις ενδόμυχες επιδιώξεις που είναι η εκμετάλλευση των υδρογονανθράκων.

Στις 01-03-2018 ο Ακιντζί σε πολυκαναλικό τηλεοπτικό μήνυμά του δήλωσε: «Οι Τουρκοκύπριοι δεν επιθυμούν να προσαρτηθούν τα κατεχόμενα και να γίνουν η 82η επαρχία της Τουρκίας, όπως δεν επιθυμούν να γίνουν μειονότητα των Ελληνοκυπρίων. … Οι Τουρκοκύπριοι πρέπει να ελέγχουν όλες τις δομές τους».

Στις 16-04-2018 προγραμματίστηκε δείπνο μεταξύ Ακιντζί και Προέδρου Αναστασιάδη, για ανεπίσημη συζήτηση με σκοπό την μετά από εννέα μήνες επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων με απώτερο σκοπό την εξεύρεση λύσης μέσα στο 2018. Συγκεκριμένα γι’ αυτή τη συνάντηση γράφτηκε: «επίλυση μέσα στο 2018 ή χορός με τον μαρμαρωμένο βασιλιά».

Στις 12-06-2018 ο Ακιντζί παραβρέθηκε στην τελετή για το άνοιγμα του αγωγού φυσικού αερίου που μέσω Τουρκίας διοχετεύει αέριο από το Αζερμπαϊτζάν στην Ευρώπη. Συμμετείχε μάλιστα στην φωτογραφία που διανεμήθηκε στον τύπο, σαν να ήταν μέλος της επίσημης Τουρκικής αντιπροσωπίας.

Στις 14-07-2018 ο Ακιντζί, υπογράφοντας ως Πρόεδρος της Τουρκικής Δημοκρατίας Βόρειας Κύπρου, στέλνει επιστολή στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ με αφορμή τη συζήτηση για την ανανέωση της Ειρηνευτικής Δύναμης ΟΥΝΦΙΚΥΠ. Σε αυτή την επιστολή υποστηρίζει ότι: «Είναι νόμιμη η Τουρκική εισβολή στο νησί και ότι η τουρκική παρουσία δεν πρέπει να θεωρείται ως έκφραση επιθετικότητας, αλλά ως μέσο πρόληψης βίας κατά των Τουρκοκυπρίων».

Στις 20-07-2018 ο Ακιντζί κάνοντας δηλώσεις για την επέτειο της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο, ανέφερε ότι: «Ήταν μία σωτήρια επέμβαση, που άνοιξε το δρόμο για την επιστροφή του εκλεγμένου ηγέτη της Ελληνοκυπριακής κοινότητας και ανατροπή της χούντας στην Ελλάδα».

Συμπερασματικά φαίνεται ότι τους τελευταίους μήνες ο Μουσταφά Ακιντζί πλευρίζει πολιτικά την Τουρκία, αποστασιοποιούμενος από αμιγώς τουρκοκυπριακές απόψεις του παρελθόντος. Ίσως αυτό να οφείλεται στο αποτέλεσμα των πρόσφατων Προεδρικών εκλογών και της παντοδυναμίας Ερντογάν. Ίσως πάλι να είναι προϊόν οικονομικών συμφερόντων ή ένας πολιτικός ελιγμός επιβίωσης. Οψόμεθα.


* Ο αντιπτέραρχος (Ι)εα Ιωάννης Αναστασάκης είναι εμπειρογνώμονας/ στρατηγικός αναλυτής, που ασχολείται με την Περιφερειακή Ασφάλεια για την Οικονομική Ανάπτυξη, με επίκεντρο τα Βαλκάνια και τη Μέση Ανατολή. Regional Observatory: Security for Economic Development – (ROSED).

 

Δημήτρης Απόκης*: Για έναν ουσιαστικό στρατηγικό διάλογο Ελλάδας – ΗΠΑ.

on Δευτέρα, 19 Νοεμβρίου 2018. Posted in Τουρκία - Βαλκάνια - Εύξεινος Πόντος

 

Είναι πραγματικά τραγική και δείχνει την πλήρη απουσία στρατηγικής της χώρας, τόσο απέναντι στην αναθεωρητική στρατηγική της Τουρκίας του Ταγίπ Ερντογάν, όσο και στο χειρισμό μιας πολύ καλής συγκυρίας στις σχέσεις της Ελλάδας με τις Ηνωμένες Πολιτείες, η κατάσταση που επικρατεί σε αυτά τα δύο κρίσιμα για το εθνικό συμφέρον μέτωπα, όταν μάλιστα επίκειται και η, με με τυμπανοκρουσίες, έναρξη του στρατηγικού διαλόγου Ελλάδας και Ηνωμένων Πολιτειών.

Είναι απογοητευτικό ότι αντί να έχει ξεκινήσει μια ουσιαστική συζήτηση, ένα intellectual debate, για τη διαμόρφωση και υλοποίηση μιας εθνικής στρατηγικής σε αυτά τα δύο μέτωπα, εκείνο επικρατεί είναι appeasement (κατευνασμός) απέναντι στην Άγκυρα και τον Ερντογάν, και εκτόνωση των μέσων ενημέρωσης και της πλειοψηφίας των αναλύσεων μέσα από την ήδη σε αποδρομή κόντρα της Ουάσιγκτον με τον Ερντογάν.

Αντί λοιπόν να καθίσουμε να προβληματιστούμε και να συζητήσουμε σοβαρά, έτσι ώστε να υπάρξει επιτέλους μια εθνική στρατηγική απέναντι στην Τουρκία και στις σχέσεις μας με τη νέα εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ, εναποθέτουμε τις ελπίδες μας και εκτονωνόμαστε, μέσα από το φιάσκο της δήθεν μη παράδοσης των μαχητικών αεροσκαφών F35 στην Τουρκία από τις ΗΠΑ, και ταυτόχρονα έχουμε γίνει υπερασπιστές ενός επικίνδυνου ισλαμιστή όπως είναι ο Γκιουλέν, πιστεύοντας ότι έτσι θα πληγεί ο επίσης επικίνδυνος ισλαμιστής και απολυταρχικός Ερντογάν. Το μόνο που λείπει σε όλη αυτό το θέατρο του παραλόγου είναι το αυτονόητο. Το πώς δηλαδή θα θωρακιστεί η χώρα στο νέο σκηνικό που αναδύεται με γοργούς ρυθμούς στη γειτονιά μας και την ευρύτερη περιοχή μας.

Ο Αμερικανός Πρόεδρος, σχολιάζοντας τις πληροφορίες, για πρόθεση της Ουάσιγκτον να δώσει τον Φετουλάχ Γκιουλέν στην Τουρκία, ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν είναι υπό εξέταση (αυτή τη στιγμή). Πανηγύρια στον ελληνικό τύπο και βαρύγδουπες αναλύσεις. Μόνο που ο Πρόεδρος Τράμπ, δεν σταμάτησε εκεί. Συνεχίζοντας τις δηλώσεις του για την Τουρκία και τον Ερντογάν, σημείωσε, “πάντα εξετάζουμε για οτιδήποτε μπορούμε να κάνουμε για την Τουρκία”, συμπληρώνοντας ότι η Ουάσιγκτον, “έχει μια πολύ καλή στιγμή με την Τουρκία”, μετά την απελευθέρωση του Πάστορα Μπράνσον. Και ολοκλήρωσε, εγκωμιάζοντας τον Ερντογάν, “δυνατός άνδρας, σκληρός άνδρας, έξυπνος άνδρας”. Άραγε ποια θα ήταν τα αντίστοιχα επίθετα για τον κ. Τσίπρα, εάν τον θυμάται καν για οτιδήποτε άλλο από τα κοσμητικά επίθετα με τα οποία ο κύριος Πρωθυπουργός είχε στολίσει τον Αμερικανό Πρόεδρο, πριν τις προεδρικές εκλογές του 2016.

Γκιουλέν…

Και για να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, αφήνοντας στην άκρη τον ξαφνική αγάπη που έχει πιάσει κάποιους εδώ στην Ελλάδα με τον Γκιουλέν, και επιχαίρουν για το γεγονός ότι αποτελεί σημείο τριβής στις σχέσεις της Ουάσιγκτον με την Άγκυρα.

Οι πληροφορίες ότι η κυβέρνηση Τράμπ, εξετάζει, που το εξετάζει, το αίτημα της Τουρκίας για έκδοση του Φετουλάχ Γκιουλέν, ο οποίος είναι ένας Τούρκος Ισλαμιστής που είχε συνδράμει τα μέγιστα τον απολυταρχικό Ισλαμιστή Ερντογάν να εδραιώσει το λογικής Sharia, καθεστώς του στην Τουρκία, είναι ένα ενδιαφέρον γεγονός.

Η ιδέα έκδοσης του Γκιουλέν στην Τουρκία, θα μπορούσε να είναι δελεαστική. Ο ακραίος αυτός Ισλαμιστής έχει στήσει μια αυτοκρατορία Ισλαμικών σχολείων σε όλη την επικράτεια των ΗΠΑ, τα οποία μάλιστα χρηματοδοτούνται κατά ένα μέρος από χρήματα των Αμερικανών φορολογουμένων και τα οποία προωθούν τουρκικό εθνικισμό σε χιλιάδες Αμερικανούς και είναι η πύλη προπαγάνδας για τη επικράτηση του ακραίου Ισλαμικού νόμου της Sharia.

Σαφώς και δεν είναι σωστή κίνηση από την πλευρά της κυβέρνησης Τράμπ να κάνει τα χατίρια του ακραίου – απολυταρχικού Ισλαμιστή Ερντογάν, ο όποιος μάλιστα έχει πάψει να είναι αξιόπιστος σύμμαχος των ΗΠΑ εδώ και χρόνια. Μια τέτοια κίνηση θα τον αποθρασύνει ακόμη περισσότερο, έτσι ώστε να γίνει ακόμη πιο επιθετικός στην ευρύτερη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και όχι μόνο.

Την ίδια στιγμή όμως εκείνο που θα εξυπηρετήσει τα μέγιστα τα συμφέροντα των ΗΠΑ, είναι μια ενδελεχής έρευνα του Δούρειου Ίππου, στα σπλάχνα των ΗΠΑ, του δικτύου των σχολείων του Γκιουλέν, και τον καθόλα ύποπτων επιχειρηματικών δραστηριοτήτων του δικτύου του στις ΗΠΑ, με στόχο τη διάλυσή τους.

Κασόγκι…

Ένα επίσης πολύ σημαντικό κομμάτι στο πάζλ της έξυπνης στρατηγικής του Ερντογάν απέναντι στις ΗΠΑ, είναι και ο χειρισμός της υπόθεσης της δολοφονίας Κασόγκι, όπου ο επικίνδυνος Ισλαμιστής ηγέτης της Τουρκίας, έχει αναγάγει τον εαυτό του σε υπερασπιστή των δημοκρατικών ελευθεριών και όπως ο ίδιος είπε στην ομιλία του, την οποία βλακωδώς μετέδιδαν ζωντανά πριν λίγες εβδομάδες όλα τα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα, the conscious of humanity (συνείδηση της ανθρωπότητας).

Ο Ερντογάν, χρησιμοποιεί το γεγονός της δολοφονίας του δημοσιογράφου Κασόγκι στο Προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη, σε μια στιγμή που το Κογκρέσο στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι αυτό που αποκαλούμε “lame duck”, υπό αποχώρηση μέχρι να αναλάβει το εκλεγμένο στις πρόσφατες ενδιάμεσες εκλογές, τον Ιανουάριο, για να προωθήσει τα συμφέροντα της Τουρκίας, τιμωρώντας το μεγάλο αντίπαλό του για την ηγεσία του Σουνιτικού Ισλάμ, τον Οίκο τον Σαούντ της Σαουδικής Αραβίας.

Σε καμία περίπτωση μια μονομερής αντίδραση, θετική προς την Τουρκία, της Ουάσιγκτον στο θέμα αυτό δεν θα εξυπηρετήσει τα στρατηγικά συμφέροντα των ΗΠΑ και τη σταθερότητα της ευρύτερης περιοχής. Στη συγκυρία αυτή τα συμφέροντα των ΗΠΑ, και η σταθερότητα της περιοχής είναι πιο εξασφαλισμένα μέσω στήριξης της Σαουδικής Αραβίας, και όχι της Τουρκίας του Ερντογάν.

Η σωστή κίνηση για την Ουάσιγκτον σε αυτό το στρατηγικής, όπως εξελίσσεται, θέμα είναι η τιμωρία και των δύο με επιβολή μελετημένων κυρώσεων σε αυτούς που είναι υπεύθυνοι για την δολοφονία του Κασόγκι, και την ανακήρυξη του ιδεολογικού και φυσικού σύμμαχου του Ερντογάν, της τζιχαντιστικής Μουσουλμανικής αδελφότητας, ως τρομοκρατικής οργάνωσης.

Αυτά σε συνδυασμό με σοβαρά και μελετημένα αιτήματα και θέσεις, πρέπει να πάμε να πούμε σε ένα πραγματικά στρατηγικό διάλογο με τις ΗΠΑ. Διότι πολύ φοβάμαι ότι αντί να πούμε θα μας πούνε και θα ανοίξει ο δρόμος για σοβαρές απώλειες στο επίπεδο των εθνικών συμφερόντων και της εθνικής κυριαρχίας.

Αντί λοιπόν να ασχολούμαστε με ανούσιες φανφάρες εκτόνωσης, για την παράδοση των F35 στην Τουρκία, και τη μη έκδοση του Γκιουλέν από τις ΗΠΑ στην Τουρκία, ας καθίσουμε να μελετήσουμε με προσοχή τις εξελίξεις και το παιχνίδι στην περιοχή μας, για να διαμορφώσουμε επιτέλους μια σοβαρή και ουσιαστική στρατηγική με βάση το εθνικό συμφέρον της χώρας και στόχο την μακροπρόθεσμη επιβίωση της Ελλάδας και του Ελληνικού Έθνους.

*Ο Δημήτρης Απόκης, είναι Διεθνολόγος και Δημοσιογράφος, Απόφοιτος του The Paul H. Nitze, School of Advanced International Studies, The Johns Hopkins University, μέλος του The International Institute of Strategic Studies, και διετέλεσε επί σειρά ετών διαπιστευμένος ανταποκριτής στο Λευκό Οίκο, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και το Πεντάγωνο, στην Ουάσιγκτον. 

[12 3 4 5  >>