ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΠΕΡΙ ΑΜΥΝΑΣ ΚΑΙ ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗΣ: Τρίτη Ενότητα - Περίληψη: Νεώτερες στρατηγικές αντιλήψεις. Χερσαία, Ναυτική και αεροπορική στρατηγική σκέψη. Πυρηνική στρατηγική.

on Σάββατο, 07 Νοεμβρίου 2015. Posted in Ομιλίες

Επιμέλεια Ιπποκράτης Δασκαλάκης, Υπτγος ε.α., Μέλος ΕΛΙΣΜΕ

ΔΙΑΛΕΚΤΕΣ: ΜΑΡΤΖΟΥΚΟΣ – ΒΡΕΤΤΟΣ – ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ

Σκοπός Ενότητος
Να προσφέρει βασικές γνώσεις στη στρατηγική σκέψη στρατηγιστών (τέλη του 19ου και του 20ου  αιώνα) και στον τρόπο που οι θέσεις τους επηρέασαν τις πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις και τις συγκρούσεις της εποχής τους. Η ανάπτυξη των θέσεων τους έρχεται σε συνέχεια της κλασσικής σκέψεως των στρατηγιστών προηγουμένων εποχών αλλά εμπεριέχει και τις σημαντικές εξελίξεις της τεχνολογίας και πολιτικοκοινωνικές αλλαγές που επηρέασαν τη μορφή του πολέμου Αποκορύφωμα των τεχνολογικών εξελίξεων υπήρξε η ανακάλυψη των πυρηνικών όπλων που οδήγησε στη διαμόρφωση της πυρηνικής στρατηγικής που ενηλικιώθηκε στη διάρκεια του ψυχρού πολέμου. Στις παρακάτω παραγράφους μπορείτε να δείτε τα κύρια σημεία της ενότητος όπως παρουσιάστηκαν από τους διαλέκτες.

Νεώτερες στρατηγικές αντιλήψεις. Χερσαία, Ναυτική και Αεροπορική στρατηγική σκέψη (Αντιναύαρχος εα ΜΑΡΤΖΟΥΚΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ – Αντιπτέραρχος εα (Ι) ΒΡΕΤΤΟΣ  ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ)
Το κεφάλαιο προσεγγίζει την ιστορική εξέλιξη και διαμόρφωση της στρατηγικής σκέψεως (χερσαίας, ναυτικής και αεροπορικής) και ως εκ τούτου αποτελεί φυσική συνέχεια του προηγουμένου κεφαλαίου που αναπτύσσει την σκέψη κλασσικών στρατηγιστών όπως οι Clausewitz, Sun Tsu, Jomini, Delbruk κ.λπ. (ο Θουκυδίδης αν και κλασσικός στρατηγιστής εξετάζεται στην επομένη ενότητα, σε συνδυασμό με τον Πελοποννησιακό Πόλεμο). Ως επίγονοι των κλασσικών στρατηγιστών και χαρακτηριστικοί εκπρόσωποι της εξελίξεως της στρατηγικής σκέψεως επέζησαν οι Moltke, Schlieffen, Mahan, Corbett, Fuller, Liddell Hart, Douhet και Mitchell (δίχως το σύνολο των στρατηγιστών να εξαντλείται σ’ αυτούς).
Επισημαίνεται ότι ο μεγάλος αριθμός των ανομοιογενών παραμέτρων που υπεισέρχονται στην εκάστοτε λήψη πολιτικής ή στρατιωτικής αποφάσεως, καθώς και η δυναμική μεταβολή πολλών εκ των παραμέτρων αυτών, καθιστούν την όλη διαδικασία περίπλοκη. Η μελέτη της στρατηγικής και των εκπροσώπων της, ενώ δεν προσφέρει έτοιμες συνταγές λήψεως αποφάσεων (εξ άλλου ορισμένοι στρατηγιστές έχουν αποκλίνουσες απόψεις), αυξάνουν την γνώση, την εμπειρία και προσδίδουν την δυνατότητα αποκτήσεως στρατηγικής σκέψεως. Με τον τρόπο αυτό ο εκάστοτε αποφασίζων (πολιτικός, στρατιωτικός αλλά και διοικητικό στέλεχος, επιχειρηματίας κ.λπ.) διαθέτει μία εργαλειοθήκη από την οποία χρησιμοποιεί το κατάλληλο για την εκάστοτε περίσταση εργαλείο (παρέχονται περιθώρια αυτοσχεδιασμού), αποκτά σχετική ευχέρεια στον διαχωρισμό του επουσιώδους από το ουσιώδες, καθώς και στην στρατηγική μεσομακροπρόθεσμη σχεδίαση και θεώρηση των πραγμάτων.
Τα διδάγματα του Ναπολέοντα προσαρμοσμένα στη βιομηχανική εποχή ως μορφή επιθετικού πολέμου, με σκοπό μια γρήγορη έκβασή του με μια μάχη καταστροφής του εχθρού εφαρμόστηκαν, από τα μέσα του 19ου αιώνα μέχρι και τον Α΄ΠΠ, στην πρωσο-γερμανική στρατιωτική σκέψη από τους  Χέλμουτ φον Μόλτκε τον πρεσβύτερο και τον Άλφρεντ φον Σλήφεν. Οι Πρώσοι μεταρρυθμιστές ανέλαβαν να μεταμορφώσουν σε εθνικό στρατό ένα στρατό της εποχής του δεσποτισμού και για το σκοπό αυτό εφάρμοσαν μια καινούργια μορφή καθολικής στράτευσης, πολύ πιο ριζοσπαστική από όσες είχαν εφαρμοστεί μέχρι τότε.
Ο Μόλτκε ήταν προορισμένος να εκμεταλλευθεί πλήρως τις παραδοσιακές απόψεις και αρχές που είχαν δημιουργηθεί στη διάρκεια των απελευθερωτικών πολέμων. Ως αρχηγός του επιτελείου από 1857-1887, έχοντας να αντιμετωπίσει το αδιέξοδο που του είχαν επιβάλει τα καινούργια όπλα και τα εκτεταμένα σύνορα, ανέπτυξε ένα σχέδιο υπερκέρασης του αντιπάλου με μια συνεχή αλληλουχία κινήσεων  στρατηγικού και επιχειρησιακού επιπέδου των δυνάμεων , τη συγκέντρωσή τους , τη κίνησή τους και την εμπλοκή τους σε στρατηγικό και επιχειρησιακό επίπεδο.
Ο Σλήφεν, που  διαδέχτηκε τον Μόλτκε  (1891-1906) υπήρξε ο πιο γνωστός και αμφιλεγόμενος στρατηγιστής της εποχής του.  Πολύ σημαντικός ως δάσκαλος και υπέρμαχος  της στρατηγικής περικύκλωσης την οποία θεωρούσε και ως τη μόνη αποτελεσματική μέθοδο για τη διεξαγωγή του πολέμου. Το βασικό του πρόβλημα ήταν η επιλογή αντιπάλου (αρχικής επίθεσης ) σε περίπτωση διμέτωπου αγώνα, αφού γνώριζε ότι η εν λόγω απόφαση θα είχε σημαντικές πολιτικές συνέπειες και ενδεχομένως να περιόριζαν εξαιρετικά τις διπλωματικές επιλογές.
Στο περίπλοκο περιβάλλον της στρατηγικής σκέψης στο διάστημα μεταξύ Α΄ΠΠ και Β΄ΠΠ  μεταξύ των  κορυφαίων πρωτοπόρων στο θέμα των αρμάτων μάχης ήταν ο Φούλερ και ο Λίντελ Χαρτ.
Μολονότι ο Φούλερ έχει συνδεθεί άδικα με την άποψη ότι οι χερσαίες δυνάμεις  έπρεπε να αποτελούνται ολοκληρωτικά από μηχανοκίνητες μονάδες αρμάτων μάχης, το ενδιαφέρον του από τις αρχές του 1920 για την εκμηχάνιση ήταν μέρος του ευρύτερου ενδιαφέροντός του για την επίδραση της τεχνολογίας και της επιστήμης στον πόλεμο. Πίστευε ότι το μέλλον ανήκει στους ολιγάριθμους επαγγελματικούς στρατούς αναπτύσσοντας την εικόνα μιας χερσαίας μάχης μεταξύ εκμηχανισμένων μονάδων ανάλογης με μια ναυμαχία. Στο πεζικό έδινε ένα δευτερεύοντα ρόλο της  προστασίας των γραμμών επικοινωνιών.
Χαρακτηριστικό εκπρόσωπο των στρατηγιστών του 20ου αιώνα αποτελεί ο Βρετανός Μπάζιλ Λίντελ Χαρτ (1895 – 1970) με κυριότερη θέση του την έμμεση προσέγγιση η οποία επιλέγει την παράκαμψη του ισχυρού αντιπάλου και την ενασχόληση με δευτερεύοντες (Υψηλή Στρατηγική) ή την μη μετωπική σύγκρουση με τα ισχυρά σημεία του αντιπάλου αλλά την παράκαμψη αυτών και την κύκλωσή τους σε μεταγενέστερο χρόνο (Στρατιωτική Στρατηγική). Ο Λίντελ Χάρτ (1895-1970) πίστευε  επίσης στη βαθμιαία μετατροπή του στρατού σε ένα «νέου είδους» ο οποίος θα δρούσε απεξαρτημένος από οδικές αρτηρίες και σιδηροδρομικές γραμμές, αλλά και στην ύπαρξη και του πεζικού ως αδιάσπαστο τμήμα των αρμάτων μάχης. Κύριο ενδιαφέρον του ήταν η δημιουργία στρατού που θα μπορούσε να νικά με ελάχιστο κόστος ή να εμποδίσει ή να αποτρέψει τον πόλεμο. Ο Λίντελ Χαρτ ανέπτυξε πέντε σημαντικές ιδέες κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου. Οι θέσεις του Λίντελ Χαρτ, παρά τις κατά καιρούς επικρίσεις, απασχολούν και προβληματίζουν διαχρονικά την εξέλιξη της στρατηγικής σκέψεως.
Ο Αξιωματικός του ΠΝ των ΗΠΑ Άλφρεντ Θάϊερ Μάχαν (1840 – 1914) αποτελεί τον κυριότερο εκπρόσωπο της θαλάσσιας και ναυτικής στρατηγικής. Για ευνοημένα γεωγραφικά παράκτια και νησιωτικά κράτη, η θαλάσσια και ναυτική ισχύς αποτελούν κατά τον Μάχαν το κλειδί της εθνικής τους ισχύος. Η συγκέντρωση των ναυτικών δυνάμεων και το επιθετικό τους πνεύμα αποτελούν χαρακτηριστικές θέσεις της ναυτικής στρατηγικής του Μάχαν του οποίου οι απόψεις ξεπέρασαν τα σύνορα της πατρίδος του, επηρέασαν σειρά ηγετών και επέδρασαν στις διεθνείς εξελίξεις.
Ο Βρετανός νομικός και ιστορικός Τζούλιαν Κόρμπετ (1854 – 1922) ασχολήθηκε επισταμένως με την ναυτική στρατηγική και οι απόψεις του είχαν μεγάλη απήχηση. Ο Κόρμπετ, σε αντίθεση με τον Μάχαν θεωρεί την ναυτική ισχύ ικανή αλλά όχι αναγκαία συνθήκη για την πολεμική νίκη, εισάγει την έννοια της διακλαδικής συνεργασίας, ορίζει διαφορετικά την έννοια της «συγκεντρώσεως των δυνάμεων» και θεωρεί ότι το θαλάσσιο Θέατρο Επιχειρήσεων προσφέρεται για περιορισμένο πόλεμο.
Η πολεμική αεροπορία εισήλθε στο προσκήνιο των επιχειρήσεων του Α΄ΠΠ με ελάχιστη εμπειρία, αλλά είχε αγγίξει με την φαντασία της πάρα πολλά. Μέχρι το τέλος του Α’ΠΠ σχεδόν κάθε είδους αποστολή που εκτελέστηκε –σε πρωτόγονη μορφή --μέχρι και τους πρόσφατους πολέμους είχε αρχίσει να ξεπροβάλλει… εντούτοις τα διδάγματα παρέμειναν θολά και αμφισβητείτο  η αποτελεσματικότητά της και η ουσιαστική της συμβολή στον πόλεμο.  Έτσι, στα χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο (WW II), τα πλεονεκτήματα της μοναδικότητας του αεροσκάφους αλλά και τα επανωτά ρεκόρ κάλυψης μεγάλων αποστάσεων με πρωτοποριακή ναυτιλία, έδωσαν μία αίγλη στην αεροπορία, που πήγαζε αφενός από την μεγάλη δημοσιότητα της εποχής και αφετέρου από τις συγγραφικές εργασίες των πρώτων κλασσικών θεωρητικών της αεροπορικής δύναμης για το πως πρέπει να σχεδιάζεται η διεξαγωγή πολέμου: των Douhet και Mitchell.
Για τον Ντουέ, το αεροσκάφος, λόγω της ταχύτητάς του και της δυνατότητάς του να πετά σε διάφορα υψόμετρα, ήταν εκ φύσεως ένα επιθετικό όπλο το οποίο η άμυνα (είτε στον αέρα με άλλα αεροσκάφη είτε στο έδαφος με αντιαεροπορικά όπλα) δεν μπορούσε να σταματήσει.  Συνεπώς, ο επιτιθέμενος  θα μπορέσει να αποκτήσει τον εναέριο έλεγχο – ο εναέριος έλεγχος, ορίζεται ως η ικανότητα του να πετά κάποιος ενώ ταυτόχρονα εμποδίζει τον εχθρό να πετάξει.  Η απόκτηση του εναέριου ελέγχου είναι αναγκαία και ικανή προϋπόθεση για τη νίκη σε ξηρά και θάλασσα.
Ο Mitchell Αμερικανός Πτέραρχος και ήρωας του WW I, πίστευε ότι η τεχνολογική υπεροχή των α/φ θα κέρδιζε συνεχώς έδαφος σε σύγκριση με τα άλλα οπλικά συστήματα, ότι τα μαχητικά αεροπλάνα είχαν να παίξουν σημαντικό ρόλο σε ένα μελλοντικό πόλεμο και ότι το ηθικό του πληθυσμού ήταν κάτι το εύθραυστο.
Οι Douhet και Mitchell ήταν και οι δύο υποστηρικτές της επιθετικής φύσης της αεροπορικής δύναμης.
Πέραν των όσων υποστήριζε ο Douhet, ο Μίτσελ πίστευε ότι για να χρησιμοποιηθεί η αεροπορική δύναμη έπρεπε πρώτα να ηττηθεί η αεροπορία του αντιπάλου.  Σε μια εποχή που ο στρατιωτική δύναμη ενός κράτους μετριόταν με τη δύναμη του πολεμικού στόλου που διέθετε, ο Mitchell πίστευε και εξέφραζε ότι η αεροπορική ισχύς θα υποβαθμίσει σημαντικά τα πολεμικά πλοία.
Τέλος, ο Mitchell θεωρούσε ότι η σωστή δράση της αεροπορίας εστιάζεται στην συγκέντρωση της δυνάμεώς της σε αποφασιστικό σημείο αλλά και ότι ο διαιρεμένος έλεγχος της από τον  στρατό και το ναυτικό θα έχει ως αποτέλεσμα μια χαώδη κατάσταση.

Ενδεικτικά ζητήματα και ερωτήματα τα οποία εξετάζονται κατά τη διάρκεια του σεμιναρίου  είναι τα ακόλουθα:
1)Ο ρόλος της δημιουργικής φαντασίας και του ηθικού στην πρώσο-γερμανική στρατηγική σκέψη.
2)Η επιρροή της γαλλικής επανάστασης στον Μόλτκε.
3)Η αιτία αναζήτησης της γρήγορης νίκης για τον Σλήφεν.
4)Οι απόψεις Σλήφεν και οι αντιθέσεις με τις θεωρίες Κλαούζεβιτς και Μόλτκε.
5)Σε ποιο βαθμό η θαλάσσια στρατηγική του Μάχαν αποτελεί διαχρονική πρόταση για κάθε ναυτικό έθνος;
6)Ποια είναι τα ισχυρά και τα αδύναμα σημεία της ναυτικής στρατηγικής των Μάχαν και Κόρμπετ;
7)Η σύγχρονη ναυτική στρατηγική δικαιώνει περισσότερο τον Μάχαν ή τον Κόρμπετ;
8)Ο ρόλος της τεχνολογίας και της επιστήμης για τις θεωρίες εκμηχάνισης του Φούλερ.
9)Οι πέντε (5) θεωρίες του Λίντελ Χαρτ
10)Ποια είναι τα ισχυρά και ποια τα αδύνατα σημεία της στρατηγικής προτάσεως περί εμμέσου προσεγγίσεως του Λίντελ Χαρτ;
11)Ποιος ο κυρίαρχος λόγος εμφάνισης των αεροπορικών θεωριών ;
12)Ποια η θεωρία του Ντουέτ και του Μίτσελ (λάθη και παραλείψεις)  για τον αεροπορικό πόλεμο  και ποιος ο ρόλος τους στον Β΄ΠΠ και στην εξέλιξη του αεροπορικού όπλου;
13)Επιβεβαιώθηκαν οι προσδοκίες των Μίτσελ και Ντουέτ για τη χρήση του αεροπλάνου ως κατ’ εξοχήν όργανο πολέμου ;  

Πυρηνική Στρατηγική (Υποστράτηγος εα  ΔΑΣΚΑΛΑΚΗΣ ΙΠΠΟΚΡΑΤΗΣ) 
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπήρξε αθόρυβος ανταγωνισμός των αντιπάλων για κατασκευή πυρηνικών όπλων, καίτοι δεν υπήρχε πλήρης συνειδητοποίηση της καταστροφικής ισχύος τους. Η κατασκευή από τους Αμερικανούς των πρώτων πυρηνικών όπλων και χρήση τους εναντίον της Ιαπωνίας το 1945 σηματοδοτεί την έναρξη της πυρηνικής εποχής. Η ανακάλυψη νέων όπλων με τρομακτική ισχύ οδήγησε στη συνεπακόλουθη ανάπτυξη της πυρηνικής στρατηγικής σκέψεως παράλληλα με τη διεξαγωγή του ψυχρού πολέμου. Η πυρηνική στρατηγική ή πυρηνική αποτροπή υπήρξε βασικό συστατικό του ψυχρού πολέμου με αμοιβαίες επιδράσεις μεταξύ τους. Η εποχή του αμερικανικού μονοπωλίου στα πυρηνικά όπλα (1945-1949) συμπίπτει με τη νηπιακή περίοδο της πυρηνικής στρατηγικής με πλήθος ερωτημάτων, διλημμάτων και φανταστικών σχεδίων να παρουσιάζονται παράλληλα με ανησυχίες και επιφυλάξεις. Φωνές μιλούσαν μέχρι και για το θάνατο της στρατηγικής και την αντικατάσταση της από την πυρηνική στρατηγική.
Η απόκτηση πυρηνικού όπλου από την ΕΣΣΔ (1949) οδηγεί σε λήξη το αμερικανικό μονοπώλιο αλλά ουσιαστικά η αμερικανική υπεροχή σε πυρηνικά όπλα και φορείς εξαπόλυσης τους παραμένει μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960. Συγχρόνως όμως ο σοβιετικός συνασπισμός διαθέτει συμβατική υπεροχή σε άνδρες και μέσα και επικρέμαται η απειλή σοβιετικής εισβολής στη Δυτική Ευρώπη. Σταδιακά αναπτύσσεται η δυτική στρατηγική σκέψη που βασίζεται σε αποτροπή πιθανής σοβιετικής απειλής με τη χρήση πυρηνικών όπλων.  Είναι γεγονός ότι η αμερικανική πυρηνική υπεροχή επιτρέπει την αποτροπή της συμβατικής σοβιετικής υπεροχής με την απειλή χρήσεως πυρηνικών όπλων. Παρά την αμερικανική υπεροχή πυρηνικής ισχύος, η κρίση της Κούβας (1962) αποκαλύπτει τα όρια και τις αδυναμίες της πυρηνικής στρατηγικής και εμφανίζει στρατηγικά διλήμματα στις ηγεσίες των δύο υπερδυνάμεων της εποχής. Η συνειδητοποίηση της σοβιετικής υστέρησης αναγκάζει το Κρεμλίνο να ενισχύσει τις προσπάθειες κατασκευής του πυρηνικού οπλοστασίου και των μέσων εξαπόλυσης των πυρηνικών όπλων (Α/Φ, πύραυλοι, υποβρύχια, πυροβόλα). Ο ανταγωνισμός στην κατάκτηση του διαστήματος της δεκαετίας του 1960 αποτελεί μια κεκαλυμμένη πτυχή του ανταγωνισμού στην κατασκευή πυραυλικών φορέων και αναπτύσσονται παράλληλα. Η απόκτηση πυρηνικής ισορροπίας μεταξύ των δύο αντιπάλων τη δεκαετία του 1970 οδηγεί σε αναζήτηση νέων πυρηνικών επιλογών δηλαδή στην ανανέωση της πυρηνικής στρατηγικής σκέψεως. Νέα δόγματα υιοθετούνται και αξιολογούνται από τους αντιπάλους με τη βασική αναξιοπιστία της απειλής χρήσεως πυρηνικών όπλων -ένεκα της αμοιβαίας εξασφαλισμένης καταστροφής (MAD)- να παραμένει.
Το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1980 συνοδεύεται από μια επιτάχυνση των αμερικανικών προσπαθειών αντιμετώπισης της σοβιετικής ενίσχυσης σε κάθε επίπεδο. Εικάζεται ότι την περίοδο 1983-4, με την κορύφωση του ανταγωνισμού, κορυφώθηκε η πιθανότητα έκρηξης πυρηνικού πολέμου. Συγχρόνως όμως υπήρξε και κατανόηση του αδιέξοδου του πυρηνικού ανταγωνισμού αλλά και των κινδύνων ανεξέλεγκτης εξαπόλυσης πυρηνικών πληγμάτων. Το γεγονός αυτό οδήγησε από τη δεκαετία του 1960 σε υπογραφή συνθηκών περιορισμού των χρήσεων των πυρηνικών όπλων αλλά και στη καθιέρωση διαδικασιών ασφαλείας και ελέγχου αυτών. Παράλληλα και άλλες χώρες απόκτησαν πυρηνικά όπλα καθώς αυτά θεωρείται ότι εξασφαλίζουν την εθνική επιβίωση εκάστου κράτους αλλά και τη συμμετοχή του στην ομάδα των «μεγάλων δυνάμεων». Το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του 1980 νέες συνθήκες περιορισμού των πυρηνικών όπλων μεταξύ ΗΠΑ και ΕΣΣΔ συνομολογούνται ενώ αρχίζουν να φαίνονται τα πρώτα σημάδια κόπωσης του σοβιετικού στρατοπέδου. Ακολουθεί η ξαφνική κατάρρευση της ΕΣΣΔ και η λήξη του ψυχρού πολέμου με χιλιάδες πυρηνικά όπλα να παραμένουν στα οπλοστάσια των αντιπάλων.
Σήμερα τα πυρηνικά όπλα συμμετέχουν ενεργά στο στρατηγικό σχεδιασμό όλων των χωρών που έχουν την πολυτέλεια διάθεσης τους. Ουδεμία χώρα έχει αποκλείσει τη χρήση πυρηνικής ισχύος ενώ συχνά αναφέρεται κεκαλυμμένα και η απειλή εξαπόλυσης πρώτου πλήγματος για τη διαφύλαξη των εθνικών συμφερόντων και επιβίωσης. Οι κατέχοντες προσπαθούν απεγνωσμένα να εμποδίσουν τη διεύρυνση του αριθμού των χωρών που διαθέτουν πυρηνικά όπλα. Αντίθετα αριθμός κρατών θεωρούν την απόκτηση πυρηνικών όπλων ως βασικό εθνικό στόχο για την εξασφάλιση τους και την προώθηση των συμφερόντων τους. Όλοι οι κατέχοντες προετοιμάζονται για ενδεχόμενη περιορισμένη χρήση πυρηνικών όπλων κατά των αντιπάλων τους ενώ οι μεγάλες δυνάμεις διαθέτουν πληθώρα παγκοσμίων σχεδίων, στόχων και πυρηνικών επιλογών για να υποστηρίξουν τις στρατηγικές τους επιδιώξεις. Παράλληλα όμως ελλοχεύει και ο κίνδυνους διάχυσης των όπλων μαζικής καταστροφής σε τρομοκράτες, σε ανεύθυνα κράτη αλλά και η τυχαία εκτόξευση ως αποτέλεσμα ανεπαρκών διαδικασιών ελέγχου.
Συμπερασματικά η πυρηνική στρατηγική σκέψη συνεχίζει να αναπτύσσεται παράλληλα με τις διεθνείς εξελίξεις και τεχνολογικές καινοτομίες. Η αλήθεια είναι ότι η πυρηνική στρατηγική σκέψη στέκεται και σήμερα αδύναμη να αντιμετωπίσει τις σύγχρονες ασύμμετρες απειλές και τις νέες μορφές πολέμου. Αναμφισβήτητα, οι πολιτικές και στρατιωτικές ηγεσίες πρέπει να μάθουν να αξιολογούν και να εκμεταλλεύονται ορθά τις δυνατότητες –αλλά και αδυναμίες- αυτού του τρομερού πυρηνικού οπλοστασίου καθόσον αναπόφευκτα η πυρηνική στρατηγική θα συνεχίσει να αποτελεί βασικό (και ύστατο πυλώνα) της στρατηγικής σκέψης και αποτροπής.