Παρουσίαση του βιβλίου: Χημικά και Βιολογικά Όπλα - Υπαρκτή Ασύμμετρη Απειλή, Βασίλης Γιαννακόπουλος

on Τρίτη, 05 Νοεμβρίου 2013. Posted in Βιβλιοπαρουσιάσεις

Συγγραφείς: Βασίλης Γιαννακόπουλος - Γιώργος Καρυστινός

Εισαγωγή

Στις 21 Αυγούστου 2013, η διεθνής κοινότητα πληροφορήθηκε το θάνατο περίπου 1.300 Σύριων πολιτών, από τη χρήση χημικών όπλων με γόμωση νευροτοξικού αερίου σαρίν, στα προάστια της Δαμασκού. Η πληροφορία επιβεβαιώθηκε αρχικά από τους Γιατρούς Χωρίς Σύνορα και στη συνέχεια από μια ομάδα εμπειρογνωμόνων του ΟΗΕ, η οποία βρισκόταν ήδη στη συριακή πρωτεύουσα για την έρευνα προηγούμενων καταγγελιών χρήσης χημικών όπλων, στη διάρκεια του συριακού εμφύλιου.
Λίγες ημέρες αργότερα, η υπόθεση έλαβε τεράστιες διαστάσεις. Η Ουάσιγκτον κατηγόρησε το αλαουιτικό καθεστώς και αποφάσισε να προχωρήσει σε μια συμβολική στρατιωτική ενέργεια κατά του καθεστώτος Assad, αναπτύσσοντας αεροναυτικές δυνάμεις στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Ακολούθησε η αντίδραση της Μόσχας και η ανάπτυξη ρωσικών ναυτικών δυνάμεων στην ίδια περιοχή, για την υποστήριξη του συριακού καθεστώτος, καθώς υποστήριζε ότι η χρήση χημικών όπλων της 21ης Αυγούστου 2013 πραγματοποιήθηκε από Σύριους αντικαθεστωτικούς. Μέσα σε ελάχιστα 24ωρα, οι δύο υπερδυνάμεις έφθασαν στα πρόθυρα μιας σύγκρουσης. Μιας σύγκρουσης η οποία απασχόλησε σοβαρά τη διεθνή κοινότητα και ιδιαίτερα τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, λόγω των απρόβλεπτων συνεπειών που πιθανόν θα προκαλούσε σε περιφερειακό επίπεδο.
Το αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα, η κατάσταση άρχισε να εξομαλύνεται, τουλάχιστον προσωρινά, καθώς ακολούθησε η ρωσική πρόταση καταστροφής του συριακού χημικού οπλοστασίου και η υπό όρους αποδοχή της, τόσο από τον Αμερικανό πρόεδρο Barack Obama όσο και από το Σύριο πρόεδρο Bashar al-Assad. Αυτή είναι μια από τις πολυάριθμες περιπτώσεις, που η ανθρωπότητα «πλήρωσε ακριβά» την ύπαρξη και τη χρήση των όπλων μαζικής καταστροφής και συγκεκριμένα των χημικών όπλων. Ωστόσο, η απειλή του χημικού οπλοστασίου της Συρίας δεν εξουδετερώθηκε, καθώς δεν είναι απίθανο αφενός να επαναληφθούν παρόμοιες χημικές επιθέσεις εντός του συριακού εδάφους ή σε γειτονικές χώρες, αφετέρου ένα μέρος αυτών των όπλων να περάσει στην κατοχή τρομοκρατικών οργανώσεων. Ακόμη κι αν καταστραφεί το χημικό οπλοστάσιο των συριακών ενόπλων δυνάμεων, η απειλή των χημικών και βιολογικών όπλων θα υφίσταται, καθώς ένας άγνωστος αριθμός κρατικών και μη κρατικών δρώντων συνεχίζουν να τα αναζητούν, να τα εμπορεύονται, να τα αναπτύσσουν και να τα αποθηκεύουν.
Σκοπός αυτού του βιβλίου είναι αφενός να αναδείξει το μέγεθος της υφιστάμενης απειλής των βιοχημικών όπλων και τη σημαντική πιθανότητα χρησιμοποίησής τους στο μέλλον, αφετέρου να ενημερώσει τόσο τους πολίτες όσο και τους άμεσα ενδιαφερόμενους του τομέα της άμυνας, της υγείας, της ακαδημαϊκής κοινότητας και της πολιτικής, για τα είδη των χημικών και βιολογικών όπλων, την εξέλιξή τους, τα υφιστάμενα χημικά, βιολογικά και βαλλιστικά οπλοστάσια, αλλά και για τους βασικούς προτεινόμενους τρόπους προστασίας από αυτά.
Ο σημαντικότερος λόγος, για τον οποίο αποφασίσαμε την συγγραφή του παρόντος πονήματος, που ξεκίνησε στα τέλη του 2012, ήταν η διαφαινόμενη τοπική και περιφερειακή απειλή του συριακού χημικού οπλοστασίου, στη διάρκεια της εμφύλιας σύγκρουσης. Δυστυχώς, τα γεγονότα επαλήθευσαν τις ανησυχίες μας. Σήμερα, το θέμα των χημικών όπλων απασχολεί σχεδόν καθημερινά τα ΜΜΕ και προβληματίζει τη διεθνή κοινότητα.
Πέρα από την υφιστάμενη χημική απειλή, είναι υπαρκτή και η βιολογική απειλή. Το 2003, στο Λονδίνο, συνελήφθησαν έξι άτομα με την κατηγορία της προετοιμασίας διεξαγωγής τρομοκρατικής βιολογικής επίθεσης με ρικίνη. Το 2005, στο Αφγανιστάν, σύμφωνα με μια έκθεση των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών προς τον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, ανακαλύφθηκαν δύο εργαστήρια ανάπτυξης βιολογικών όπλων της Al Qaeda, τα οποία διέθεταν μικροβιολογικό εξοπλισμό και ήσαν στελεχωμένα με ειδικά εκπαιδευμένο προσωπικό. Από το 2001, συνεχίζεται έως σήμερα η αποστολή επιστολών σε Αμερικανούς αξιωματούχους και όχι μόνο, με την τοξική ουσία ρικίνη. Μάλιστα, σε ένα από τα τελευταία περιστατικά (2013), οι σπόροι ρικίνης αγοράσθηκαν διαδικτυακά από την ιστοσελίδα του eBay.
Το βιβλίο αποτελείται από εννέα ενότητες. Στην πρώτη ενότητα, επιχειρείται η περιγραφή της ασύμμετρης απειλής των όπλων μαζικής καταστροφής (Weapons of Mass Destruction – WMD), καθώς και οι βασικές μορφές των ασύμμετρων απειλών. Επίσης, επιχειρείται η μαθηματική προσέγγιση και ο υπολογισμός του μεγέθους και της πιθανότητας εκδήλωσης της εν λόγω απειλής.
Στη δεύτερη και τέταρτη ενότητα, αναφέρονται οι χημικοί και βιολογικοί παράγοντες. Δηλαδή, οι δηλητηριώδεις ουσίες και οι παθογόνοι μικροοργανισμοί, που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή των χημικών και βιολογικών όπλων, αντίστοιχα.
Στην τρίτη και πέμπτη ενότητα, αναφέρεται η εξέλιξη και η χρήση των χημικών και βιολογικών όπλων, αντίστοιχα, από την αρχαιότητα έως σήμερα. Φυσικά, δίνεται ιδιαίτερη έμφαση στα γεγονότα του συριακού εμφυλίου πολέμου, που σχετίζονται με τη χρήση των χημικών όπλων.
Στην έκτη ενότητα, περιγράφεται η σχέση των βιοχημικών όπλων με την τρομοκρατία, ενώ, στην έβδομη ενότητα, παρουσιάζεται η παγκόσμια κατάσταση των χημικών και βιολογικών οπλοστασίων, που διαθέτει ένας αριθμός κρατικών δρώντων, σύμφωνα με στοιχεία που είδαν επανειλημμένα το φως της δημοσιότητας ή με επίσημα έγγραφα τρίτων χωρών ή επίσημων διεθνών οργανισμών. Περισσότερες λεπτομέρειες αναφέρονται για τις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου, λόγω γειτονίας με την Ελλάδα, ενώ δίνεται και ιδιαίτερη έμφαση στο χημικό οπλοστάσιο του Bashar al-Assad.
Στην όγδοη ενότητα, αναφέρεται μια σειρά βασικών μέτρων προστασίας και οδηγιών του Οργανισμού για την Απαγόρευση των Χημικών Όπλων (Organization for the Prohibition of Chemical Weapons – OPCW), προκειμένου ο μέσος πολίτης να αντιληφθεί πως θα πρέπει να αντιδράσει σε περίπτωση εκδήλωσης μιας χημικής ή βιολογικής επίθεσης.
Τέλος, η ένατη ενότητα περιλαμβάνει τις εκτιμήσεις, τα συμπεράσματα και επιπρόσθετα σχόλια περί της υπαρκτής βιοχημικής απειλής, τόσο από κρατικούς όσο και από μη κρατικούς δρώντες. Επιπλέον, παρατίθενται περιπτώσεις ανάδυσης βιοχημικών απειλών, χωρίς την εμπλοκή βιολογικών και χημικών όπλων.