Απόψεις μη Μελών

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ: Ερχεται «θερμός» Σεπτέμβριος με τη γείτονα

on Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

1--159

Την απελευθέρωση του ανθυπολοχαγού Αγγελου Μητρετώδη και του λοχία ΕΠΟΠ Δημήτρη Κούκλατζη επιτάχυναν η αμερικανοτουρκική κρίση και η προσπάθεια του Ταγίπ Ερντογάν να εξομαλύνει τις σχέσεις του με την Ε.Ε.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μήνας έντονων και περίπλοκων διπλωματικών διεργασιών προμηνύεται ο Σεπτέμβριος, καθώς κατά τη διάρκειά του αναμένεται να τεθούν επί τάπητος σειρά ζητημάτων τα οποία συνδέονται, εμμέσως ή ευθέως, με την «ποιότητα» των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Είτε πρόκειται για την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό ή την προσπάθεια εξισορρόπησης με την Αγκυρα ώστε να μειωθεί η ένταση στο Αιγαίο, είτε αφορά την κινητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, προεξοφλείται ότι ο Σεπτέμβριος μπορεί να αποβεί κρίσιμος.

Η απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών παραμονές του Δεκαπενταύγουστου, δημιούργησε τις τελευταίες ημέρες την προσδοκία ότι η ατζέντα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι δυνατόν να αλλάξει. Είναι γεγονός, το οποίο μπορεί να επιβεβαιωθεί τόσο από Ελληνες όσο και από Τούρκους αξιωματούχους, ότι η απελευθέρωση των δύο στρατιωτικών οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στους ανοιχτούς διπλωματικούς διαύλους ανάμεσα σε Αγκυρα και Αθήνα, ακόμα και κατά τη διάρκεια πολύ δύσκολων στιγμών στο Αιγαίο.

Οι δίαυλοι επικοινωνίας

Είναι διαχρονική η γνώση ότι η προώθηση αυτής της πολιτικής δεν αποτρέπει όλα τα προβλήματα, αλλά επιτρέπει την καλύτερη διαχείρισή τους. Τη διαχείριση από την ελληνική πλευρά είχαν προφανώς η ομάδα των διπλωματών στην οποία αναφέρθηκε ο υπουργός Εξωτερικών, αλλά και το Γραφείο του Πρωθυπουργού. Επρόκειτο, επίσης, για μια υπόθεση στην οποία ενεπλάκησαν, έστω ατύπως και μέσω δικών τους διαύλων, πολιτικοί από ολόκληρο το ελληνικό πολιτικό φάσμα.

Ωστόσο είναι απολύτως σαφές ότι την απελευθέρωση του ανθυπολοχαγού Αγγελου Μητρετώδη και του λοχία ΕΠΟΠ Δημήτρη Κούκλατζη επιτάχυνε και διευκόλυνε η αμερικανοτουρκική κρίση και η προσπάθεια του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να εξομαλύνει τις σχέσεις του με την Ε.Ε. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι για την Αγκυρα η απελευθέρωση δύο στρατιωτικών, οι οποίοι επί της ουσίας δεν έκαναν κάτι παράνομο (μένει, βέβαια, να διακριβωθούν οι ακριβείς λεπτομέρειες της σύλληψής τους την 1η Μαρτίου), είναι μια κίνηση καλής θέλησης εξαιρετικά χαμηλού κόστους. Αλλωστε η πρώτη άμεση διπλωματική απάντηση της Αθήνας ήταν σε, εξίσου, συμβολικό τόνο, συγκεκριμένα με την «απεμπλοκή» των εγκαινίων του Γενικού Προξενείου στη Σμύρνη, παρουσία των υπουργών Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά και Μεβλούτ Τσαβούσογλου.

Η συγκεκριμένη συνάντηση των δύο ανδρών πιθανότατα δεν θα είναι η μοναδική που θα έχουν στους μήνες που έρχονται, εκτός απροόπτου, ενόψει πολιτικών εξελίξεων στην Αθήνα. Η 11η Σεπτεμβρίου είναι η πιθανότερη ημερομηνία κατά την οποία ο κ. Κοτζιάς θα υποδεχθεί στην Αθήνα την ειδική απεσταλμένη του γ.γ. του ΟΗΕ, Τζέιν Χολ Λουτ, λίγες ημέρες πριν από την αναχώρηση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα για την 73η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού στη Νέα Υόρκη. Αναμένεται να φανεί αν, όντως, ο κ. Τσίπρας έχει συνάντηση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Σε αυτό το πλαίσιο δεν θα πρέπει να αποκλείεται ούτε μια συνάντηση με τον κ. Ερντογάν που, εφόσον πραγματοποιηθεί, θα είναι η δεύτερη σε μόλις δύο μήνες.

Στη Νέα Υόρκη, αναμένονται, επίσης, πυκνές επαφές και εξελίξεις με σκοπό, βεβαίως, την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό. Σκοπός του ΟΗΕ είναι η ταχύτερη δυνατή δρομολόγηση των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, ώστε, ει δυνατόν, να έχει ανακοινωθεί η ημερομηνία έναρξής τους πριν από την εκκίνηση των αμερικανικών γεωτρήσεων της Exxon/Mobil στο οικόπεδο 10 της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ολα αυτά, βεβαίως, συνδέονται και με την τροπή που θα λάβουν τις επόμενες εβδομάδες οι διαρκώς επιδεινούμενες αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Ανεξάρτητα από την πορεία των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, η Ουάσιγκτον και η Αθήνα εμβαθύνουν διαρκώς τις δικές τους. Τον Σεπτέμβριο, η Διεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης θα είναι αφιερωμένη στις ΗΠΑ και στις δύο πλευρές εκφράζονται ελπίδες ότι η παρουσία αμερικανικών επιχειρήσεων θα δώσει ένα συνολικότερο σήμα. Ακόμα πιο έντονο φαίνεται ότι είναι το αμερικανικό ενδιαφέρον για την αμυντική συνεργασία. Οι συχνότερες μετασταθμεύσεις πλοίων αλλά και προηγμένων μαχητικών (όπως τα F-22 που στάθμευσαν στην 110 Πτέρυγα Μάχης στη Λάρισα για τρεις ημέρες, ενώ συμμετείχαν σε μικρή ad hoc εκπαίδευση με Ελληνικά F-16) μαρτυρούν μια τάση πυκνότερης και ουσιαστικότερης αμερικανικής παρουσίας στην Ελλάδα. Παράλληλα, οι Αμερικανοί επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στη βάση της Σούδας. Μάλιστα, πλέον, η ναυτική και η αεροπορική βάση συνδέονται οδικώς με απευθείας εσωτερικό δρόμο, επιταχύνοντας και τις πολύ συχνές αερομεταφορές προς τα πλοία του 6ου Στόλου που δένουν ή περνούν από εκεί. Αυτές οι, μικρές αλλά κρίσιμες, επενδύσεις περιλαμβάνουν και κάποια έμμεση βοήθεια στις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις. Εκτός από τη βοήθεια για την ανέγερση οικιών στον Ναύσταθμο του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στη Σούδα, οι Αμερικανοί συμβάλλουν και στη βελτίωση των υποδομών του νατοϊκού Πεδίου Βολής Κρήτης (ΠΒΚ).

Οι Αμερικανοί εκφράζουν εσχάτως ενδιαφέρον και για το Τυμπάκι, είτε πρόκειται για το υφιστάμενο αεροδρόμιο είτε γενικότερα για την προοπτική δημιουργίας ενός εμπορικού λιμανιού.

Τα Βαλκάνια

Ο Σεπτέμβριος θα είναι κρίσιμος και για τα Βαλκάνια. Την τελευταία ημέρα του Σεπτεμβρίου, στις 30, θα γίνει γνωστό εάν οι πολίτες της ΠΓΔΜ εγκρίνουν ή όχι τη συμφωνία των Πρεσπών, ανοίγοντας τον δρόμο για τα υπόλοιπα βήματα που απομένουν έως την τελική επικύρωση, η οποία θα πρέπει να γίνει στην ελληνική Βουλή. Αν και ουδείς προεξοφλεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, σειρά μετρήσεων αναπαράγει μια εικόνα μάλλον αναμενόμενη. Οι Σλαβομακεδόνες της ΠΓΔΜ είναι διχασμένοι, με τάση απόρριψης της συμφωνίας των Πρεσπών, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των Αλβανών την εγκρίνει. Η ημέρα της κρίσης (της συμφωνίας των Πρεσπών) για την Αθήνα αργεί ακόμα. Ωστόσο, εκτός Ελλάδος φαίνεται ότι υπάρχει ήδη έντονη ανησυχία για τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν αν πραγματοποιηθούν εκλογές πριν από την έγκριση της συμφωνίας από το Κοινοβούλιο. Εξέλιξη διόλου απίθανη, αν αναλογιστεί κάποιος ότι στα Σκόπια η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αξιωματική αντιπολίτευση είναι πιθανόν να μεταθέσει το χρονοδιάγραμμα τελικής επικύρωσης της συμφωνίας των Πρεσπών (δηλαδή μέσω συνταγματικής αναθεώρησης η οποία απαιτεί τα δύο τρίτα της Βουλής της ΠΓΔΜ) στους πρώτους δύο μήνες του 2019. Σε αυτή την περίπτωση τα πάντα είναι ανοικτά και ήδη στις Βρυξέλλες αλλά και στο Βερολίνο υπολογίζουν εάν «βγαίνουν τα κουκιά» σε σειρά μετεκλογικών σεναρίων στην Αθήνα. Σημαντική υποσημείωση σε αυτή τη συζήτηση είναι ότι αν η Αθήνα δεν κατορθώσει να εκπληρώσει αυτόν τον όρο, η είσοδος της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ με την προσωρινή ονομασία της θα πρέπει να θεωρείται πολύ πιθανή. 

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/980556/article/epikairothta/politikh/erxetai-8ermos-septemvrios-me-th-geitona 

BESA DEBATE: What’s Next for Turkey?

on Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Respondents: Mark Meirowitz, Katerina Dalacoura, Mark Lowen, Dimitrios Triantaphyllou, Gallia Lindenstrauss, Efrat Aviv, Vassilis Nedos, Burak Bekdil

Mark Meirowitz, Associate Professor, SUNY Maritime College, New York; BESA Non-Resident Research Associate

Turkey is clearly at a crossroads. With the enhanced presidency won and a majority in Parliament achieved (in coalition with the nationalist MHP party), President Erdoğan and the AKP party now have a tremendous opportunity to effectuate real change in Turkey. Having dedicated so much energy to achieving these electoral milestones, Erdoğan and the AKP can now focus on addressing Turkey’s challenges and issues. The Turkish society’s having to lurch from election to election was not helpful for stability. There is now, I believe, light at the end of the tunnel following the elections. The prospect of the termination of the state of emergency is extremely positive.

Further, the so far very effective discussions with the US concerning Syria, including the roadmap for Manbij, will hopefully usher in a period of improved Turkish-US relations (bearing in mind that Turkey must focus its energies on improving its relationship with the US, and should be very wary of relying on Russia to resolve Turkey’s defense needs). As for the relationship with Israel, Turkey and Israel need to dedicate their energies to reestablishing the progress they made after resolving their differences following the Mavi Marmara incident by returning ambassadors and restoring good relations.

I am optimistic about Turkey’s future but am also concerned about the pressing problems with the Turkish economy, which President Erdoğan and the Turkish government must tackle forthwith. Finally, Erdoğan and the AKP must resist the pressure that the nationalist MHP may bring to bear on key matters (such as how to resolve the Syria/Kurdish issue). With the election victory having brought enhanced freedom of action to navigate the many complex challenges that Turkey faces, Erdoğan and the AKP can accomplish great things for Turkey. I sincerely hope that they will do so.

Katerina Dalacoura, Associate Professor in International Relations, London School of Economics

Recep Tayyip Erdoğan’s outright victory in the first round of the presidential elections of June 24, 2018, and the success of the Justice and Development Party (AKP) in scoring 42.56% of the vote in the parliamentary elections held the same day, have deepened concerns for the future of democracy in Turkey. There are some silver linings, however, one of which is the performance of the opposition parties arrayed against the AKP during the election campaign. Over the past 16 years there has been a deepening realization among opponents of the AKP that no “big brother” (neither the now defanged military nor any other) will rescue them from the dominance of the AKP and the master political tactician who leads it.

In the lead-up to the most recent elections, the Republican People’s Party (CHP), the newly-established “Good” (İYİ) party, the Kurdish People’s Democratic Party (HDP), and the small but significant Islamist Felicity (Saadet) party attempted to bridge their ideological and ethnic divisions, strike political deals, and conduct a dynamic campaign. To defeat the AKP over the coming years, they will need to do more to overcome the fault line between Turks and Kurds; send strong feelers out to the Islamist camp; extend their activities at the local level throughout the country; and listen to the voters more attentively. But their successes in these elections are already significant: the AKP’s percentage was reduced and it lost its majority; it will be forced henceforth to rely on the Nationalist Movement Party (MHP) to get things done.

All the major opposition parties secured representation in parliament, where some of the decisive political battles of the next five years will be conducted. There is still a long way to go for the establishment of a full-blown democracy in Turkey, but one of the indispensable requirements for it is seems to have been put in place.

Mark Lowen, BBC Turkey Correspondent

Recep Tayyip Erdoğan has achieved absolute power: head of the executive, as well as head of state; and able to appoint ministers and most senior judges, dissolve parliament, and issue decrees. Everything from the intelligence agency to the state theater has been put under his control. After ninety-five years of a parliamentary system, pro-government media call him the “first president” of the new constitutional framework. Turkey is to all intents and purposes in its Second Republic.

The opposition calls it “one-man rule.” The concentration of powers in his hands makes him by far the most powerful leader of Turkey since the republic’s founding father, Ataturk. His choice of ministers, particularly placing the Finance and Treasury brief in the hands of his son-in-law, Berat Albayrak, reinforces that impression.

The benefit, as far as he’s concerned, is streamlined decision-making and less chance of conflict among the branches of government. The risk is that Erdoğan no longer has anyone to blame but himself if things turn bad – particularly on the economic front. That is now the main concern: soaring inflation, a plummeting currency, and foreign investment drying up. It was the reason why the president called early elections in the first place – to secure victory before a crash. But the changes he’s enacted since his victory have done nothing to calm markets.

The big unknown now is foreign policy: whether Erdoğan will soften his antagonistic rhetoric towards the west and try to repair Turkey’s traditional alliances, or continue to pivot Turkey away from Europe and towards Russia and the Gulf. If a financial crisis hits hard, he may face renewed pressure to improve relations with the big investors of the Netherlands and Germany.

On the domestic security front, there’s every chance that military operations against Kurdish groups in northern Syria will continue, as well as the crackdown on perceived opponents within the country. The continuation in post of the Foreign and Interior Ministers suggests no major change.

The “new Turkey” is full of unknowns. As ever, half the country relishes it while the other is terrified of it.

Dimitrios Triantaphyllou, Associate Professor in International Relations, Kadir Has University, Istanbul

The victory of Recep Tayyip Erdoğan in the first round of the presidential elections in Turkey on June 24 as well as the domination of the AKP-MHP People’s Alliance in Parliament signals the birth of Turkey’s Second Republic, marked by Erdogan’s inauguration on July 9. After 95 years of variants of a parliamentary system in place with relatively clear separations between executive, legislative, and judicial power, the new presidential system implies a concentration of power in the hands of the president. Irrespective of Erdoğan’s ideological proclivities, which entail a mix of conservatism, nationalism, and Sunni Islamism, the governance of a country like Turkey has always been a polarizing affair supported by a national security veneer that has historically perceived the country as facing the challenges of the modern world on its own.

In today’s increasingly fluid world, in which the edifice of the rules-based international order is being dismantled piecemeal by the very powers that created it in the first place on the heels of WWII, Turkey’s traditional instincts of fear of insecurity, encirclement, and meddling by great powers in its domestic affairs have been reinforced. As a result, on the domestic front, Erdoğan’s fight with the secular and west-leaning establishment that has been the political, administrative, and economic bedrock of the country will continue in order to ensure the consolidation and legitimacy of the new presidential system as well as Erdoğan’s hold on power.

In terms of relations with the rest of the world, the new Turkey’s foreign policy will become even more transactional than it already is, as the country will continue to seek a greater role for itself in regional and global affairs commensurate with the image and discourse of a conservative, Islamist leader in defense of the national interest. As a result, its relations with traditional allies and partners will become increasingly frayed and difficult to manage.

Gallia Lindenstrauss, Research Fellow, Institute for National Security Studies and a visiting fellow at the Bipartisan Policy Center, Tel Aviv

The results of the elections in Turkey, which solidified the alliance between the Justice and Development Party (AKP) and the Nationalist Movement Party (MHP), will mean the continuation of a harsh stance on the Kurdish issue inside Turkey and towards the Syrian branch of the Kurdish underground, the PYD.

In terms of other areas of foreign policy, while we are witnessing some attempts to reset relations with the US, there are good reasons to believe that many of the existing sources of tensions in bilateral relations will remain in place – the S-400 deal between Turkey and Russia and the growing calls in Congress to halt the supply of the F-35 to Turkey, the ramifications of the US withdrawal from the Iran deal, the question of Fethullah Gülen’s extradition from the US, and the fate of US citizens in prison in Turkey.

In terms of Turkey’s relations with the EU, it is not expected that there will be any advancement in the accession process, and the current Austrian presidency of the EU may be quite challenging for Turkey. With regard to Turkish-Israeli relations, the tensions surrounding the May 2018 crisis are still in place, and the return of ambassadors to Ankara and Tel Aviv in the near term seems uncertain.

Efrat Aviv, Lecturer in the Department of Middle Eastern Studies, Bar-Ilan University; BESA Fellow

The most important outcome of the Turkish elections is that Recep Tayyip Erdoğan will become Turkey’s first executive president with significantly increased powers. The branches of the Turkish government are now set to begin implementing a series of constitutional amendments approved in a referendum last year. Under the new system, the re-elected Erdoğan will be able to appoint vice presidents, ministers, high-level officials, and senior judges, as well as dissolve parliament, issue executive decrees, impose a state of emergency, and issue new laws – something he was previously able to do only under a state of emergency, but will now have the right to do as executive president. AKP supporters believe the new system will allow Turkey to be governed in a more efficient and stable manner in the long run, but ignore the increasing authoritarianism of the president and his party. Now that Erdoğan’s domestic and foreign policies were “proven right” by the election results, that authoritarianism will grow stronger – a danger it would be a bitter mistake to ignore.

The fate of Turkey’s volatile economy is critical, and much will depend on how Erdoğan handles it. The depreciating currency, which has lost about 20% of its value against the dollar since the start of the year, along with rising inflation and the current account deficit, the high exchange rate, and high interest rates, will remain the most urgent issue. I see no indications that Erdoğan will reverse course on his populist economic agenda despite his attempts to calm down the society and the business sector. To cite Emine Erdoğan’s latest provocation, the president’s approach is like carrying a Hermès handbag when all you can afford is a Waikiki one. On top of the economic issue is Erdoğan’s tough relationship with the West and especially with “fascist and cruel” Europe. I expect no change in Erdoğan’s foreign “policy,” so internal tensions will remain. Again, Erdoğan believes his harsh, non-stop criticism of the West was an efficient tool to help him gain popularity. The election results did nothing to encourage him to change that policy.

Growing polarization inside Turkish society is worrisome, as are social problems such as violence against women, child abuse, mass arrests, and unjust trials, as well as Erdoğan’s promise to apply capital punishment after the elections. This will put the government in a difficult spot internationally by attracting criticism, especially from the West, over human rights and democratic standards in the country. Human rights conditions in Turkey will almost certainly worsen. For instance, lawsuits like the one filed against the farmer protestors who participated in the recent “potatoes protest” in Adana – the suit filed on the grounds that they had insulted Erdoğan – will probably be more common from now on.

As Turkey’s current foreign policy consists of no doctrine nor unified ideology but is based on immediate interests and needs, the Turkish involvement in Syria will continue and Erdoğan’s fight against PKK will be increased, especially in view of AKP’s alliance with MHP. Erdoğan has to keep on implementing the policies he followed in the last few years in order to remain MHP’s ally. True, Muharrem Ince’s emergence signaled that there could be a credible alternative to Erdoğan, surpassing current CHP leader Kemal Kilicdaroglu. But Ince has no official position within CHP and the opposition as a whole does not seem strong enough to face Erdoğan, especially not as an executive president.

Vassilis Nedos, Diplomatic and Defense correspondent, Kathimerini, Athens

Does Turkey have a 21st century Ataturk? A large share of Turks, especially the ones who feel increasingly alienated or even segregated, would find it very difficult to accept this. Others would feel this is probably quite accurate in concrete terms. But all would discover resemblances. At the elections of June 24th, Recep Tayyip Erdoğan managed to consolidate his power not only for five more years but for an unforeseeable period of time.

This makes Erdoğan the master of the game. He makes the rules, he bends the rules, he breaks the rules, and then he remolds the rules. In terms of internal power balance, it seems that he will remain unchallenged, as the old Kemalist order is toothless. So the answer to the question “what comes next” can only be answered with another set of questions. Can clear-cut, pro-Western parties and actors exert influence in Turkish society? Is there a (politically) able-bodied opposition to stop the authoritarian outbreak?

On a geopolitical scale, the question is whether Turkey can a) be effectively re-anchored and fully engaged to the West, b) deepen its new partnerships with Russia and Iran, or c) try to balance them all. In the meantime, it is projecting power in both the eastern Mediterranean and the Aegean Sea, producing tensions with all littoral states. Τhe current “hunting expedition” for natural resources in the eastern Mediterranean will test the resolve of Ankara’s power projection in the region because it will bring Turkey into friction not only with the littoral states, but with Western powers that have presences and economic interests there.

Burak Bekdil, Ankara-based columnist, fellow at the Middle East Forum, and regular contributor to the Gatestone Institute and Defense News

On June 24th, more than 56 million Turks went to the ballot box to elect their president and members of parliament. The election results pleased (and saddened) all players. President Recep Tayyip Erdoğan won the presidential race with 52.6% of the vote, slightly up from 51.8% he won in 2014. More than 25 million Turks endorsed their support for the Islamist strongman who has ruled Turkey since 2002.

Erdoğan’s ruling Justice and Development Party (AKP) won 42.6% of the vote, down from 49.5% in last parliamentary elections in November 2015. But the AKP, in alliance with the Nationalist Movement Party (MHP), won 344 seats in the new 600-seat house, a clear majority. The MHP, whose popularity was estimated at 7-8% in polls, won a surprising 11.1%, another winner and now Erdoğan’s indispensible coalition partner. It should be noted that without the MHP in alliance, Erdoğan’s AKP would fall short of a parliamentary majority with its 293 seats.

The Kurdish People’s Democratic Party (HDP) is another winner as it narrowly passed the national threshold of 10% for parliamentary representation (with 11.7% of the national vote). The Kurdish bloc is now the third-largest power in the Turkish parliament.

Finally, Erdoğan’s main presidential rival, Muharrem Ince of the main opposition Republican People’s Party (CHP), a secular, social democratic grouping, was also a winner as he took a surprising 30.6% of the national vote (against Erdoğan’s 52.6%), significantly higher than his party’s 22.6%. Ince may not have challenged Erdoğan as he claimed he would, but he has proven to be his only serious future challenge.

The Turks chose to go on with Erdoğan, making, at the same time, a clear choice to blend his neo-Ottoman Islamism with MHP’s ethnic Turkish nationalism. This Islamist/nationalist bloc now makes up 53.7% of Turkish voters. That same ideological blend will guide Turkey’s foreign policy in the years ahead.

View PDF

@BosporusReport
@marklowen
@DTriantaphyllou
@GLindenstrauss
@NedosVassilis
@tzogopoulos

 
 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ Α. ΜΗΤΚΑΣ*: Αποψη: Μακεδόνων παραμυθία

on Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

skopje-thumb-large

  «Διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για ν’ ακούσουμε το διάγγελμα του πρωθυπουργού». Ετσι απροετοίμαστο με βρήκε, καθ’ οδόν προς μια εκδήλωση, η ανακοίνωση της «συμφωνίας». Κι όσο προχωρούσαμε σε αναγνώριση γλώσσας με αστερίσκους και σε αναγνώριση ιθαγένειας με υποσημειώσεις, το αίσθημα του εμπαιγμού και το σφίξιμο στο στομάχι όλο και δυνάμωνε. Απώλεια οριστική και αμετάκλητη. Ετσι άραγε να ένιωθαν οι δύο παππούδες, ο Περικλής κι ο Αριστείδης, όταν, εικοσάχρονοι στο Μοναστήρι, άκουγαν τον τότε Ελληνα πρωθυπουργό να τους ανακοινώνει από το μπαλκόνι του ελληνικού προξενείου ότι το αποτέλεσμα των εθνικών αγώνων του 1904-12 τους έβρισκε υπηκόους του Βασιλείου της Σερβίας;

Διακόπτουμε λοιπόν την πολύχρονη εθνική προσπάθεια να πείσουμε τη διεθνή κοινότητα ότι η γλώσσα και η ιθαγένεια των βορείων γειτόνων μας δεν είναι μακεδονική. Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του όλου εγχειρήματος, το γράψαμε και το συμφωνήσαμε erga omnes για να μας στοιχειώνει στο διηνεκές. Τόσα χρόνια ποιος έλεγε αλήθεια και ποιος έκανε προπαγάνδα;

Διακόπτουμε και τις όποιες ατομικές προσπάθειες να πείσουμε καλόπιστους και κακόπιστους συνομιλητές για τη διαφορά μεταξύ Ελλήνων Μακεδόνων και Σλαβομακεδόνων. Υποστέλλουμε τις σημαίες και υποχωρούμε.

Οι παππούδες στο Μοναστήρι είχαν να κάνουν με Βούλγαρους, Σέρβους, Αρβανίτες και Τούρκους. Μερικές δεκαετίες αργότερα, οι Βούλγαροι έγιναν Σλαβομακεδόνες και από σήμερα, με τη δική μας βούλα, Μακεδόνες. Εκπληκτική πορεία σε έναν μόνο αιώνα.

Τόσο η καταγωγή μου όσο και το γεγονός ότι σήμερα υπηρετώ το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, που φέρει τον εμβληματικό τίτλο του ιδρυτή τής σύγχρονης επιστήμης, του μεγαλύτερου Μακεδόνα φιλοσόφου Αριστοτέλη, με έδρα την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, αποτελούν προσωπικό φορτίο που γεννά αισθήματα τεράστιας περηφάνιας αλλά και συνακόλουθου καθήκοντος. Αντιλαμβάνομαι το επιχείρημα όσων αξιώνουν ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων, αλλά σπανίως πρόκειται για αυτούς που φέρουν ανάλογα φορτία. Η εμπειρία δείχνει ότι για να λειτουργήσεις έτσι, πρέπει ή να μη διαθέτεις ή να έχεις για κάποιον ακαθόριστο λόγο απολέσει αυτά τα «πατριωτικά βαρίδια», που ομολογώ εμένα ακόμη με παρασέρνουν.

Γι’ αυτό δεν μπορώ να πανηγυρίσω για «τη νίκη του πραγματισμού έναντι της ακρότητας». Επιχειρώ νηφάλια να προβλέψω εάν σε δέκα ας πούμε χρόνια από σήμερα θα μπορώ να ισχυρίζομαι ότι η Θεσσαλονίκη είναι η πρωτεύουσα της Μακεδονίας, δίχως να αισθάνομαι ότι προκαλώ σύγχυση σε κάθε έστω καλοπροαίρετο συνάδελφό μου, όπου γης, που δεν είναι υποχρεωμένος ούτε τα νομικά κείμενα και τις συμφωνίες να διαβάσει ούτε να γνωρίζει παρά ελάχιστα για την ελληνική Ιστορία και τίποτε για το «Μακεδονικό».

Ούτε η αισιόδοξη ανάγνωση που αναφέρεται στα κείμενα και τις επιφυλάξεις που «κατορθώσαμε» να επιβάλουμε με αναπαύει ούτε οι ακραίες και φανατικές αντιρρήσεις με βρίσκουν σύμφωνο.

Πρέπει όμως να κάνουμε μια αναγκαία παραδοχή: Δεν αναγιγνώσκουμε με τον ίδιο τρόπο όλοι οι Ελληνες τα πράγματα, αφού δεν μας αγγίζουν το ίδιο. Με άλλη μεζούρα μετράμε τους φόβους, τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας αναφορικά με το Μακεδονικό όσοι είμαστε Μακεδόνες, έτσι όπως οι Κύπριοι ή οι Μικρασιάτες είναι πολύ πιο ευαίσθητοι με ό,τι συμβαίνει στους δικούς τους τόπους καταγωγής. Και φυσικά αλλιώς γευόμαστε και τις ήττες μας. Πιο έντονα, πιο επώδυνα, πιο βαθιά.

Σαν να θάμπωσε η λάμψη, το κλέος, η περηφάνια, σαν να στέρεψε μια παλιά πηγή, σαν να πνίγεται η φωνή της ράτσας που πρέπει να αντηχεί μέσα μας. Δεν είμαι ο μόνος που το νιώθει, και η αίσθηση αυτής της κάθε άλλο παρά αναπόφευκτης απώλειας είναι αβάσταχτη.

Η ιστορική αποτίμηση αυτών των στιγμών θα κρίνει, όπως συνήθως, τις πράξεις των πολιτικών προσώπων. Αν όμως τεθεί το ερώτημα, τι έπραξε η πνευματική ηγεσία αυτού του τόπου, δηλώνω πως, σε ό,τι με αφορά, έδωσα τον αγώνα με συνέπεια και μετριοπάθεια, ακολουθώντας την εθνική γραμμή. Και τώρα νιώθω προδομένος και βαθιά απογοητευμένος από την πολιτική ηγεσία.

* Ο κ. Περικλής Α. Μήτκας είναι πρύτανης του ΑΠΘ.

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/ 

 

Γιώργος Στρατόπουλος: Γιατί είναι λάθος η «καθαρή» έξοδος

on Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

1323
Στη συζήτηση για την «καθαρή έξοδο» κινδυνεύουμε να πέσουμε στην παγίδα του δίπολου μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Και στον δημόσιο διάλογο και στην πολιτική διαχείριση της χώρας.

Το αδιαμφισβήτητο ζητούμενο είναι η χώρα και η κοινωνία να βαδίσουν σε έναν ευοίωνο δρόμο, με διασφαλισμένες τις προϋποθέσεις για οικονομική ανάπτυξη και ευημερία με κοινωνική συνοχή. Αυτή η πορεία δεν είναι μαύρο-άσπρο. Δεν απαιτεί μαγκιά, αλλά καλοσχεδιασμένη, συνεχή, συστηματική προσπάθεια.

Κι ενώ όλοι διδαχτήκαμε ότι μάγοι δεν υπάρχουν, πάλι μια μαγική συνταγή αναζητούμε για την έξοδο από τα μνημόνια –«καθαρή έξοδο» την ονομάζουν κάποιοι. Ενώ θα έπρεπε να επιδιώκουμε την «υπεύθυνη έξοδο», τη συνετή διαδικασία που διασφαλίζει τα συμφέροντα της χώρας και υπηρετεί με το βέλτιστο τρόπο την πορεία προς οικονομική ανάπτυξη και ευημερία της κοινωνίας.

Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν τα βασικά. Το ζήτημα της «καθαρής εξόδου» είναι, πρωτίστως, ζήτημα βέλτιστης διαχείρισης του χρέους με προεκτάσεις στα δημοσιονομικά (χαμηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους => ανάγκη για χαμηλότερα πλεονάσματα), τον τραπεζικό κλάδο (χαμηλότερο κόστος χρήματος), τη ρευστότητα της οικονομίας και την ανάπτυξη που πάντα ενισχύεται όταν κάνουμε τα πράγματα σωστά.

Θέλουμε, επιδιώκουμε μείωση του χρέους;

Στην απόφαση του Eurogroup (Μάιος 2016 εδώ) στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, αναφέρεται ρητά:

«Liability management – early partial repayment of existing official loans to Greece by utilizing unused resources within the ESM programme to reduce interest rate costs and to extend maturities. Due account will be taken of exceptionally high burden of some Member States».

Δηλαδή, ένα εργαλείο για τη μείωση του χρέους είναι η χρήση των αδιάθετων κεφαλαίων του ESM, ώστε υφιστάμενα δάνεια του επίσημου τομέα με κοντινές λήξεις και σχετικά υψηλά επιτόκια να αντικατασταθούν από νέα δάνεια του ESM με μακρινές λήξεις και πολύ χαμηλά επιτόκια. Μια τέτοια αντικατάσταση έχει πολλαπλά οφέλη:

Α) Συνιστά έμμεσο κούρεμα χρέους: δάνεια που λήγουν σε 2-3 χρόνια αντικαθίστανται από δάνεια του ESM που λήγουν σε 30-50 χρόνια και φέρουν ελάχιστο επιτόκιο. Αυτό είναι ελάφρυνση.
Β) Μειώνονται οι τόκοι εξυπηρέτησης του χρέους, αφού ένα τμήμα του αντικαθίσταται από δάνεια με πολύ χαμηλό επιτόκιο. (Οι περισσότερες κοντινές λήξεις του επίσημου τομέα είναι δάνεια της ΕΚΤ και του ΔΝΤ με σχετικά υψηλό επιτόκιο).
Γ) Μειώνονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους βραχυπρόθεσμα. Διότι, για τα δάνεια που λήγουν σε 2-3 χρόνια και θα αντικατασταθούν από δάνεια του ESM, δε θα χρειαστεί να δανειστούμε από τις αγορές για να τα αναχρηματοδοτήσουμε.
Δ) Μειώνονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους μεσοπρόθεσμα, για τα επόμενα 7-8 χρόνια. Για παράδειγμα, αν ένα δάνειο που λήγει το 2019 αντικατασταθεί από δάνειο του ESM, δε θα χρειαστεί να δανειστούμε το 2019 από τις αγορές για να το αναχρηματοδοτήσουμε. Αλλά ούτε το 2024 θα χρειαστεί να δανειστούμε για να αναχρηματοδοτήσουμε το ομόλογο που, αν είχαμε δανειστεί το 2019, θα έληγε το 2024.

Μεγαλύτερη ανάλυση με ποσοτικές λεπτομέρειες για το ζήτημα αυτό θα βρείτε σε παλαιότερο άρθρο (Νοέμβριος 2016 εδώ¹). Το συμπέρασμα από τότε παραμένει ίδιο:

«… Δηλαδή, ακόμα και αν το 2018 έχουμε εξέλθει επιτυχώς στις αγορές, η αναχρηματοδότηση των υφιστάμενων δανείων με τα περισσευούμενα κεφάλαια του ESM είναι η πιο συνετή επιλογή, αντί να καταφύγουμε στις αγορές. Διότι στις αγορές δεν υπάρχει για την Ελλάδα δανεισμός τόσο εξαιρετικά προνομιακός, όσο τα δάνεια του ESM: διάρκεια 30-40 χρόνια με επιτόκιο <1%!»

Η ελάφρυνση του χρέους είναι προς το συμφέρον της χώρας. Και θα πρέπει η κυβέρνηση να έχει πολύ καλούς λόγους, εθνικής φύσεως, για να την απαρνηθεί.

Η προληπτική πιστοληπτική γραμμή ισοδυναμεί με ελάφρυνση χρέους!

Η προληπτική πιστοληπτική γραμμή (ΠΠΓ), αν παραβλέψουμε κάποιες επουσιώδεις τεχνικές λεπτομέρειες, συνιστά ελάφρυνση του χρέους κατά τρόπο ισοδύναμο εκείνου που περιγράφεται στην απόφαση του Eurogroup (5/2016): μακροπρόθεσμος χαμηλότοκος δανεισμός από τον ESM στη διάθεση της Ελλάδας, για να αναχρηματοδοτήσει δάνεια που λήγουν δύο χρόνια μετά το τέλος του 3ου Μνημονίου. Δεδομένου ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των λήξεων της διετίας 2019-2020 είναι δάνεια του επίσημου τομέα, η αναχρηματοδότηση αυτών των κοντινών λήξεων μέσω της πιστοληπτικής γραμμής από τον ESM δεν είναι παρά η έμμεση ελάφρυνση μέσω «Liability management», που περιγράφει η σχετική απόφαση του Eurogroup.

Επιπλέον, η προληπτική πιστοληπτική γραμμή πέραν των ευεργετικών αποτελεσμάτων στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, συνεισφέρει θετικά και στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, εξασφαλίζοντας χαμηλότερο κόστος δανεισμού στις ελληνικές τράπεζες.

Κι ακόμη ένα θετικό, η χρήση της ΠΠΓ μειώνει την ανάγκη για αποθεματικά κεφάλαια (cash buffer) και απελευθερώνει ρευστότητα στην οικονομία.

Προξενεί, λοιπόν, απορία η εμμονή της κυβέρνησης να απορρίπτει την προληπτική πιστοληπτική γραμμή και όσα θετικά συνεπάγεται. Γιατί αυτό ακριβώς σημαίνει η μαγική έκφραση «επιδιώκουμε καθαρή έξοδο».

Ο βρεγμένος την βροχή δεν τη φοβάται!

Υποθέτουμε βέβαια μια εύλογη εξήγηση για την απόρριψη της ΠΠΓ: η χορήγησή της συνεπάγεται υποχρεώσεις. Η Ελλάδα θα πρέπει να υπογράψει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μνημόνιο Κατανόησης (MoU) με όρους και δεσμεύσεις. Ουσιαστικά, η ΠΠΓ συνεπάγεται αυξημένο επίπεδο επιτήρησης της χώρας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Λέω αυξημένο, επειδή η χώρα θα βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης για πολλά χρόνια, ούτως ή άλλως.

Ποια είναι τα επαχθή μέτρα που δεν έχει υπογράψει ακόμα η κυβέρνηση και προσπαθεί να αποφύγει, αρνούμενη την ελάφρυνση του χρέους που προσφέρεται εμμέσως δια της Πιστοληπτικής Γραμμής;

Ωστόσο – ας είμαστε ρεαλιστές και ειλικρινείς!– αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που οι εταίροι παρέπεμπαν τα ουσιαστικότερα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους στη λήξη του προγράμματος. Ήθελαν να προσφέρουν ελάφρυνση με αντάλλαγμα δεσμεύσεις της Ελλάδας για την περίοδο μετά τη λήξη του 3ου προγράμματος.

Ολα αυτά τα γνωρίζαμε ήδη από τις συνεδριάσεις του Eurogroup για το χρέος, δεν φέρνει τίποτα καινούργιο η ΠΠΓ.

Είναι, λοιπόν, ακατανόητη η απροθυμία της κυβέρνησης για την ΠΠΓ. Η χώρα, εξαιτίας αυτής της κυβέρνησης έχει ήδη αναλάβει πολύ βαριές δεσμεύσεις για μετά τη λήξη του 3ου προγράμματος. Αυτή η κυβέρνηση έχει συμφωνήσει και υπογράψει για μετά το Μνημόνιο οδυνηρά μέτρα που δεν δέχτηκε να εφαρμόσει τα τρία χρόνια του δικού της Μνημονίου.

1. Η μη μείωση των κύριων συντάξεων ήταν η σημαία της. Μείωσε τις επικουρικές, κατήργησε το ΕΚΑΣ, αύξησε τις εισφορές περίθαλψης σε κύριες και επικουρικές, μείωσε το αφορολόγητο (άρα μείωσε τις συντάξεις) και μείωσε την αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων με αλλεπάλληλες αυξήσεις στους έμμεσους φόρους. Τις κύριες συντάξεις, όμως, σε ονομαστικό επίπεδο δεν τις πείραξε. Υπέγραψε, όμως, τεράστια μείωσή τους (1% του ΑΕΠ) για το 2019.

2. Ο υπουργός Οικονομικών, σύμφωνα με δηλώσεις του, θα παραιτούνταν αν μειωνόταν το αφορολόγητο. Τελικά, και ο ίδιος και η κυβέρνησή του αλλά κυρίως οι φορολογούμενοι διαπίστωσαν ότι το 3ο Μνημόνιο έφερε μείωση του αφορολόγητου της τάξης των 900€ (από 9545€ ->8636€) και κανείς δεν παραιτήθηκε. Ο ίδιος υπουργός όμως συμφώνησε και υπέγραψε τεράστια μείωση του αφορολόγητου κατά 3.000€ (από 8636€ -> 5685€) για το 2020, όταν πια δεν θα έχουμε Μνημόνια!

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποια είναι τα επαχθή μέτρα που δεν έχει υπογράψει ακόμα η κυβέρνηση και προσπαθεί να αποφύγει, αρνούμενη την ελάφρυνση του χρέους που προσφέρεται εμμέσως δια της Πιστοληπτικής Γραμμής;

Και μόνο μια απάντηση μπορώ να διατυπώσω. Δεν υπάρχουν μέτρα προς αποφυγήν, απλώς είναι έτοιμη η νέα αυταπάτη. Δεν είναι η ελληνική κυβέρνηση που αποφασίζει, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν θέλει να αποφύγει μέτρα και επιτήρηση, απλώς δεν μπορεί να σκεφτεί άλλο σλόγκαν, άλλη προπαγάνδα για την προεκλογική περίοδο.

Κι επειδή η πυξίδα που οδηγεί την πορεία και τις επιλογές της κυβέρνησης είναι ο εκλογικός κύκλος και όχι το εθνικό συμφέρον, επιλέγει ξανά τη φαντασίωση της άσπιλης, ανέμελης, ανεξάρτητης και εθνικά υπερήφανης εξόδου. Ξανά αυταπάτες, δηλαδή!

Η στάση της κυβέρνησης στο ζήτημα της ΠΠΓ έχει ευρύτερες διαστάσεις και εκπέμπει ανησυχητικά μηνύματα για την επικείμενη διαπραγμάτευση για το χρέος. Η κυβέρνηση θέτει ως προτεραιότητα το αφήγημα της «καθαρής εξόδου» και δείχνει διατεθειμένη να θυσιάσει ακόμα και μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, αν αυτά συνοδεύονται από περιορισμούς και υποχρεώσεις που σκοτεινιάζουν το αφήγημα.

Πάλι δηλαδή, σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της χώρας σχεδιάζονται με κύριο γνώμονα… τα ψηφαλάκια. Σα να μην πέρασε μια μέρα από τον αντιμνημονιακό ανένδοτο, σα να μη διδαχτήκαμε τίποτα από τα τοξικά παιχνίδια με τα δημοψηφίσματα…

Μόνο που τώρα, με όσα πάθαμε το 2015, μόνο οι αμετανόητοι πιστεύουν πως μπορεί να κερδηθεί εθνική αξιοπρέπεια με αυταπάτες και καραγκιοζιλίκια.

Σημειώσεις
¹ Οι λήξεις των δανείων του ιδιωτικού τομέα που αναφέρονται στο σχετικό link δεν ενσωματώνουν την πράξη αναχρηματοδότησης του ομολόγου λήξης 2019, που έγινε τον Ιούλιο του 2017 και το swap των ομολόγων που έγινε τον Νοέμβριο 2017.

Πηγή: Protagon

Θόδωρος Σκυλακάκης*: «Μακεδονία του Ίλιντεν»: Είστε με τα καλά σας κ. Τσίπρα!

on Σάββατο, 19 Μαΐου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

Η εξέγερση του Ίλιντεν - προφήτη Ηλία - έγινε στις 20 Ιουλίου 1903 (με το Ιουλιανό ημερολόγιο), ανήμερα του Προφήτη Ηλία και ήταν έργο της Εσωτερικής Μακεδονο-Αδριανουπολιτικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΑΕΟ-VMRO), του προγόνου των σημερινών ακραίων εθνικιστών των Σκοπίων. Το βασικό της σύνθημα ήταν «Η Μακεδονία για τους Μακεδόνες» και πολιτικό της πρόγραμμα η δημιουργία μιας αυτόνομης (στην αρχή και ανεξάρτητης στη συνέχεια) Μακεδονίας, που θα περιλάμβανε και το σύνολο της μετέπειτα ελληνικής Μακεδονίας, με ηγετικό και κυρίαρχο το σλαβομακεδονικό στοιχείο. Πρόκειται για την εξέγερση που γέννησε τον Μακεδονισμό που υιοθέτησε πολύ αργότερα ο Τίτο και μετά το 1991 στην πιο επιθετική μορφή του το κράτος των Σκοπίων, ιδίως επί Γκρουέφσκι. Χρειάζεται να υπάρχει απόλυτη έλλειψη αντίληψης της ιστορίας ή ακραία αδιαφορία και κυνισμός (χωρίς να αποκλείεται βέβαια να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα), για να γίνει αποδεκτή από την ελληνική πλευρά έστω και η ιδέα μιας τέτοιας «λύσης».

Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Η κοινά αποδεκτή ελληνική θέση, τουλάχιστον μετά το Βουκουρέστι, ήταν ότι το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» υπονοεί αλυτρωτισμό και χρειάζεται για να ζήσουν οι δύο λαοί ομαλά ο αλυτρωτισμός αυτός να εγκαταλειφθεί από την πλευρά των Σκοπίων, με μια ουδέτερη ονομασία, που προσπαθούμε να επιτύχουμε με τα ονόματα που κατά καιρούς έχουν συζητηθεί στο πλαίσιο της λεγόμενης σύνθετης ονομασίας. Με την ονομασία «Μακεδονία του Ίλιντεν» η πλευρά των Σκοπίων στέλνει το μήνυμα ότι η συγκεκριμένη χώρα υιοθετεί -και ζητά και την ελληνική μάλιστα συνυπογραφή- το ιστορικό σχέδιο του VMRO, «η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Υιοθετεί δηλαδή τον αλυτρωτισμό στην πιο ανόθευτη και προφανή μορφή του. Και μάλιστα όχι σε κάποια παράγραφο του Συντάγματος αλλά στην ίδια την ονομασία του γειτονικού κράτους.

Διαβάζω ότι η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει θετικά την συγκεκριμένη πρόταση γιατί όπως διαρρέει «η εξέγερση είχε οικονομικο-κοινωνικό χαρακτήρα με τη συμμετοχή αγροτών και οι τότε εξεγερμένοι είχαν καλέσει Έλληνες και Αλβανούς για να λάβουν μέρος». Δεν ξέρω γιατί το κάνουν αυτό! Πιθανώς καθώς η συγκεκριμένη οργάνωση (VMRO) είχε στη γένεσή της πρωτόγονα αναρχο-κομουνιστικά χαρακτηριστικά και τους αισθάνονται κάπως σαν πολιτικούς προγόνους. Μην ξεχνάμε άλλωστε και την σχέση ΚΚΕ και σλαβομακεδόνων την περίοδο του μεσοπολέμου αλλά και του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.

Προσωπικά έχοντας ασχοληθεί με το Μακεδονικό από την εποχή του 1991 και έχοντας αποκαλύψει πολλές άγνωστες πτυχές του (στο βιβλίο μου «Στο όνομα της Μακεδονίας», που έγραψα το 1995 με πρόλογο Κωνσταντίνου Μητσοτάκη), ήμουν πάντοτε και παραμένω υποστηρικτής μιας λογικής λύσης που θα εξομαλύνει τις σχέσεις των δύο χωρών, με βάση όμως την ειλικρινή εγκατάλειψη από την πλευρά των Σκοπίων του «μακεδονισμού», δηλαδή του αλυτρωτισμού των σλαβομακεδόνων γειτόνων μας.

Εδώ όμως αντί για εγκατάλειψη του αλυτρωτισμού τον κάνουμε φλάμπουρο erga omnes!

Ήμαρτον κύριε Τσίπρα!

* Ο κ. Θόδωρος Σκυλακάκης είναι Προέδρος της Δράσης.

Μελέτης Η. Μελετόπoυλος: Τί προβέπει το σύνταγμα;

on Κυριακή, 13 Μαΐου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών


verve231 via Getty Images

Η παραφιλολογία στα μμε και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, βασίζεται σε παρερμηνεία των συνταγματικών προβλέψεων. Εδώ ας μας επιτραπεί μία παρένθεση: στην χώρα μας όλοι περιμένουν αν ακούσουν γνωματεύσεις συνταγματολόγων αντί να διαβάσουν το σαφέστατο σύνταγμα της χώρας, που δεν χρειάζεται ούτε ερμηνείες ούτε διαμεσολαβήσεις ειδικών.


Σε μία δημοκρατία οι πολίτες οφείλουν να έχουν ιδία άποψη για το σύνταγμα και όχι να εκχωρούν (και) αυτήν την τόσο κρίσιμη λειτουργία στους συνταγματολόγους, πολύ περισσότερο όταν κάποιοι εξ αυτών εγκαταλείπουν την επιστημονική τους ουδετερότητα ή και χρησιμοποιούν την επιστημονική τους ιδιότητα για να γίνουν. βουλευτές και υπουργούς διαφόρων κομμάτων

Τι προβλέπει λοιπόν το σύνταγμα;Εάν ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας αποφασίσει να εγκαταλείψει την εξουσία για τους δικούς του λόγους και υποβάλει την παραίτησή του (κάτι ασφαλώς καθόλου βέβαιο), ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Π. Παυλόπουλος καλεί με την σειρά τους αρχηγούς των κομμάτων (Τσίπρα, Μητσοτάκη, Κουτσούμπα, Γεννηματά, Λεβέντη κλπ.) και τους αναθέτει διερευνητική εντολή. Δηλαδή τους δίνει το δικαίωμα να κάνουν διαπραγματεύσεις με τα άλλα κόμματα της Βουλής, με σκοπό να διαπιστώσουν εάν θα μπορούσαν να σχηματίσουν άλλη κυβέρνηση που θα ελάμβανε ψήφο εμπιστοσύνης στην βουλή.

Εφ’ όσον ο Π.Παυλόπουλος διαπιστώσει ότι ουδείς μπορεί να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση (κάτι πιθανότατο με τους σημερινούς συσχετισμούς), συγκαλεί σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών. Εκεί είναι φανερό ότι ο πρόεδρος θα καταβάλει προσπάθεια να συμφωνήσουν οι πολιτικοί αρχηγοί στον σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης ή κυβέρνησης συνασπισμού, ιδίως μάλιστα εάν τα spreads ανέρχονται ραγδαία ή το χρηματιστήριο καταρρέει ή η χώρα βρίσκεται ακόμα μία φορά στα πρόθυρα τέταρτου μνημονίου ή θερμού επεισοδίου με την Τουρκία. Εκεί θα αναζητηθεί προσωπικότητα κοινής αποδοχήςή θα ανακληθεί στην ενεργό υπηρεσία ο Κώστας Καραμανλής, ίσως το μόνο πρόσωπο που έχει την εμπιστοσύνη και του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ.
 
Εάν αυτά δεν γίνουν, τότε θα διαλυθεί η Βουλή και θα διεξαχθούν εκλογές με υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον κ.Σακελλαρίου ή άλλον ανώτατο δικαστικό. Επειδή το αποτέλεσμα των εκλογών προφανώς δεν θα αποδώσει αυτοδυναμία, το σενάριο της οικουμενικής ή ευρείας συνθέσεως κυβερνήσεως θα τεθεί εκ νέου επί τάπητος και μετά τις εκλογές. Θα σχηματισθεί λοιπόν μία βραχύβια κυβέρνηση, οικουμενική ή συνασπισμού, πάλι με πρωθυπουργό κοινής αποδοχής.
Βραχύβια διότι η νέα κυβέρνηση και η νέα βουλή που θα προκύψουν, είτε φέτος το καλοκαίρι είτε το αργότερο το φθινόπωρο του 2019 που λήγει η θητεία της παρούσης βουλής, θα έχουν ημερομηνία λήξεως την εκλογή νέου προέδρου της Δημοκρατίας την άνοιξη του 2020.

Στις δεύτερες εκλογές που θα ακολουθήσουν, θα ισχύσει το σύστημα της απλής αναλογικής, όπου το κάθε γκρουπούσκουλο θα έχει σοβαρές πιθανότητες να εκπροσωπηθεί στην βουλή, ιδίως εάν ο ΣΥΡΙΖΑ προλάβει και καταργήσει το όριο του 3%. Θ΄ακολουθήσει ρευστοποίηση του πολιτικού σκηνικού. Αλλά η προοπτική της απλής αναλογικής θα λειτουργήσει διαλυτικά για την όποια κυβερνητική σταθερότητα ήδη από τώρα.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι όσοι πολιτικοί αναλυτές, πολιτευτές, κομματικά στελέχη, οπαδοί κλπ. φαντασιώνονται μία συνήθη εναλλαγή των δύο «μεγάλων» κομμάτων στην εξουσία, και αναμένουν την επέλαση του κόμματός τους στην εξουσία και τα οφέλη της, ζουν ακόμα στο δικομματικό παρελθόν ή προβάλλουν τις επιθυμίες τους. Το ίδιο συμβαίνει και με την προσπάθεια, εσχάτως, μέρους των μμε να προβάλουν το μεταβαπτισμένο ΠΑΣΟΚ σε «εναλλακτική» λύση έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να αναβιώσει ο παλιός γνώριμός τους δικομματισμός.

Διότι ζούμε σε μία εντελώς νέα εποχή, που τα διάφορα πελατειακά κόμματα του παρελθόντος δεν μπορούν να εκφράσουν, όσες οβιδιακές μεταμορφώσεις και αν κάνουν. Η κοινωνική διαστρωμάτωση έχει αλλάξει βίαια, η μεσαία τάξη έχει καταστραφεί, η νεολαία μεταναστεύει μαζικά, η μαζική εισροή μεταναστών θέτει επί τάπητος υπαρξιακά προβλήματα ταυτότητας.

Τέλος, υπάρχουν και τα απρόβλεπτα: η χώρα υφίσταται άμεση απειλή εξ ανατολών, τα γεωπολιτικά δεδομένα έχουν ρευστοποιηθεί, οι διεθνείς γεωπολιτικές ισορροπίες ανατρέπονται. Σε αυτό το πλαίσιο, απλά δεν υπάρχουν γραμμικές εξελίξεις.

Γιώργος Γκορέζης* : Ο πολίτης του κόσμου στην ψηφιακή εποχή. Η Παρακαταθήκη του Μ. Αλεξάνδρου

on Τετάρτη, 07 Φεβρουαρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Με την είσοδο στον 21ον αιώνα ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι έφθασε σε ένα έσχατο σημείο εθνικιστικού συναισθήματος, την στιγμή που όφειλε από κάθε ορθολογιστική σκοπιά να το ξεπεράσει. Στις παγκόσμιες και περιλάλητες ενοποιητικές τάσεις ειρήνευσης αντιτάχθηκαν εθνικές εξαρτήσεις, αλλά και περιφερειακές και τοπικές πολιτικές . Μετά από τους καταστροφικούς μέχρι τώρα πολέμους που έγιναν για τη δόξα των εθνών, ήλθαν σαν το κερασάκι στη τούρτα οι καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η κατάργηση των αστικών ελευθεριών σε βαθμό πρωτάκουστης βίας και ωμότητας.


Η δύναμη διαδικτυακών εταιριών όπως Google και Facebook δίνουν δυνατότητες παρακολούθησης των πολιτών από το κράτος, που οδηγεί σ΄ ένα ιστό ολοκληρωτικού ελέγχου, που ούτε καν ο Αλντους Χάξλεϊ και ο Τζορτζ Όργουελ δεν είχαν φαντασθεί. Στη σημερινή ψηφιακή εποχή όλοι μας, είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε παίκτες ενός παγκόσμιου σκηνικού ( global players ). Είναι η πρώτη φορά που ο κατοικημένος πλανήτης απέβη ιστορική ενότητα, τόσο λόγω της διάδοσης της πληροφορικής και της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, αλλά κυρίως λόγω της απειλής των πυρηνικών όπλων, της εξάντλησης των υπόγειων πόρων, της καταστροφής του περιβάλλοντος και άλλων πλανητικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Το ζήτημα είναι πανανθρώπινο, τόσο αρνητικά όσο και θετικά, και θα έπρεπε αναγκαστικά να ευνοήσει τον κοσμοπολιτισμό.

Η έννοια «κοσμοπολιτισμός» και «πολίτης του κόσμου» πρωτογεννήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες σοφιστές, « είμαι πολίτης του κόσμου », διακηρύττει ο Διογένης. Κατόπιν οι στωικοί την ανήγαγαν σε επί αιώνες δεσπόζουσα διδασκαλία, που αψηφούσε τα σύνορα των λαών κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο. Ο Μέγας Αλέξανδρος επιχειρεί να ενώσει τους λαούς της αυτοκρατορίας του με το ίδιο ιδεώδες, και το Βυζάντιο πραγματοποιεί την οικουμενική ενότητα των πληθυσμών της επικράτειάς του. Αναβίωσε στην περίοδο της Αναγέννησης, και είναι καρπός της ορθολογικής δυτικής σκέψης, σε πείσμα κάθε θρησκευτισμού και μυστικισμού. Καθιερώθηκε να λέγεται « ότι ρίζωσε στην Ευρώπη και μόνο σ’ αυτή ». Ο πολίτης του κόσμου, ή κοσμοπολιτισμός είναι προϊόν τριών παραγόντων, ενότητας, ειρήνης και ελευθερίας, που ανάλογα με τις εποχές ερμηνεύθηκαν και αποτιμήθηκαν διαφορετικά.

Ο κοσμοπολίτης από αρχαιοτάτων χρόνων έβαζε σκοπό της ζωής του να ανακαλύψει τον κόσμο, να τον εξερευνήσει και δοθείσης της ευκαιρίας να τον κατακτήσει. Κατά δεύτερο λόγο, μέσα στους κόλπους αυτού του κόσμου πρέπει να βασιλεύει η ειρήνη. Στο διάβα των αιώνων η ειρήνη ήταν μια από τις πιο μύχιες λαχτάρες της ανθρωπότητας. O Έρασμος ήταν ο πρώτος που ανήγαγε σε απόλυτη πολιτική αρχή την αναγκαιότητα ενός απόλεμου κόσμου. Η ανοχή απέναντι σε άτομα με διαφορετική προέλευση και πίστη απορρέει από την επιταγή της ειρήνης, συστατικό του κοσμοπολιτισμού. Και κατά τρίτο λόγο στην καρδιά του ενωμένου και ειρηνευμένου σύμπαντος θα πρέπει να βασιλεύει η ελευθερία.

Ο κοσμοπολίτης πρέπει να είναι σε θέση να μετακινείται ελεύθερα και ανεμπόδιστα, να δρα ανενόχλητος, τόσο στο επίπεδο της πολιτικής συμμετοχής, όσο και στην ανάπτυξη της ατομικής του προσωπικότητας. Ο διεθνισμός είναι ψευδομόρφωμα του κοσμοπολιτισμού, μια ιδιαίτερη όψη οικουμενισμού. Τα παγκόσμια και ειρηνευτικά ζητήματα διέπουν την θεωρία των διεθνιστών, των « κόκκινων » (κομμουνιστών ), των « μαύρων » ( θρησκευόμενων ) και των « γκρίζων »(φιλελεύθερων). Αρχικά άλλαξε μόνο το λεξιλόγιο. Τη θέση του λίγο μεγαλόσχημου κοσμοπολίτικου συνθήματος « όλοι οι άνθρωποι να γίνουν αδέλφια » πήρε το πολεμικό σύνθημα του κομμουνιστικού μανιφέστου « προλετάριοι όλων των λαών ενωθείτε ».

Ακολούθησαν δύο επαναστάσεις κοσμοϊστορικής σημασίας, η ρωσική το 1917 και η Κινεζική το 1948, που επινοήθηκαν από τον Μαρξ. Βούλιαξαν και οι δύο στη δικτατορία, στο αστυνομικό κράτος, στην περιφρόνηση του ανθρώπου, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στο τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση. Όλη η ανθρωπότητα ζει σήμερα υπό την απειλή νέων δεδομένων. Για παράδειγμα, τα σύνορα δεν μπορούν να σταματήσουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Αυτό αψηφά τα δικαιώματα των λαών για αυτοδιάθεση, και δε σέβεται στα κράτη το δικαίωμα τους για ελεύθερη αξιοποίηση του πληθυσμού τους. Από θετικής σκοπιάς τα διαπλανητικά ταξίδια μας εισήγαγαν στη πλανητική εποχή, πράγμα που έχει συνέπειες και στη πολιτική μας εξέλιξη. Άλλο χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι το κυρίαρχο εθνικό κράτος, που θα πάσχιζε να λύσει τις πολιτικές συγκρούσεις με τα δικά του μέσα, έχασε το ρόλο του. Οι σημερινές πολιτικές συγκρούσεις δεν ξεσπούν για εδαφικές κτήσεις, αλλά για την πρόσβαση στη διεθνή αγορά.

Η παγκόσμια οικονομία οργανώνεται σε σχέση με προϊόντα και όχι με περιοχές. Το ζήτημα είναι πλέον η κατάκτηση των αγορών, όχι των εδαφών, και οι διεθνείς οικονομικές συγκρούσεις έχουν αντικαταστήσει τις αναμετρήσεις εθνών. Μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ολόκληρος ο κόσμος δομείται από πληθώρα εθνικών κρατών. Φαίνεται πως έχει επαληθευτεί η θέση του στρατηγού Ντε Γκωλ, σύμφωνα με την οποία « τα έθνη θα είναι το μόνο ζήτημα της πολιτικής, και οι απόπειρες να εγκαθιδρυθούν στη θέση τους διεθνείς ή υπερεθνικοί οργανισμοί θα αποδεικνύονται παιδικές ασθένειες ». Όποιες κι αν είναι οι προθέσεις και οι ιδέες που διέπουν τη δράση των πολιτικών αρχηγών, τα κράτη θεωρούνται a priori σαν δυνάμει εχθρικά, και οι οπαδοί τους σαν ύποπτοι. Οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι τα χαρακτηρίζουν « σαν παρανοϊκά τέρατα, που συγκρούονται σαν δεινόσαυροι και πτεροδάκτυλοι με μια αιμοβορία ολοένα και πιο παλαβή.

Δεν αναγνωρίζουν νόμο ανώτερο από τη βούληση τους. Οι συμφωνίες είναι κουρελόχαρτα που αχρηστεύονται με κάθε νέο συσχετισμό δυνάμεων. Δεν μπορούν να αγαπήσουν και στερούνται συνειδήσεων ». Και εμείς τα άτομα, εμείς η ανθρωπότητα εξαρτιόμαστε ολοκληρωτικά από την παραφροσύνη, τη μανία και την ωμότητα αυτών των τεράτων. Η τύχη του πλανήτη βρίσκεται στα χέρια τους. Κάθε μείωση της ισχύος του ενός κράτους, συνεπάγεται την αύξηση της ισχύος του άλλου. Συνεπώς τα κράτη δεν σταματούν τους εξοπλισμούς τους, και ωθούν έτσι μια χιλιετή παράδοση ως το σουρεαλισμό, στο βαθμό που μια παρτίδα όπλων μετά την άλλη κατασκευάζεται όχι για να χρησιμοποιηθεί αλλά για να καταστραφεί. Αυτή η πρωτοκαθεδρία του εθνικού κράτους έχει σαν συνέπεια να εμποδίζει τους πολιτικούς άνδρες να αφιερωθούν κατά προτεραιότητα στα καθήκοντα που επιβάλλονται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, ή τουλάχιστον σε μεγάλες περιοχές του κόσμου : εγγύηση και διατήρηση της ειρήνης, προστασία του περιβάλλοντος με κάθε τρόπο, έλεγχος του κλίματος, της δημογραφικής έκρηξης, των μεταναστεύσεων, της πείνας.

Τα κυρίαρχα κράτη που συνέλαβαν πάντως τον επείγοντα χαρακτήρα αυτών των προβλημάτων, δεν είναι ικανά να περάσουν στο στάδιο της διακυβερνητικής συνεργασίας, που είναι ο μόνος τρόπος επίλυσης των προβλημάτων. Οι εθνικοί εγωισμοί είναι πιο ισχυροί από την αναγκαιότητα επίλυσης των προβλημάτων. Ζούμε σήμερα σ’ ένα κόσμο τεχνικά και επιστημονικά ενοποιημένο, αλλά πολιτικά ανοργάνωτο. Δεν βλέπουμε να εμφανίζονται νέοι οικουμενικοί οραματισμοί, πολιτισμένες απόψεις για διακρατικές σχέσεις. Οι προτάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση είναι συγκεχυμένες και χωρίς λάμψη. Ακόμα και αυτός ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αποσκοπεί, μέσα από το φενακισμό της κυριαρχίας του διεθνούς δικαίου, να επιβάλει το δικό του μηχανισμό παγκόσμιας επιβολής σαν όργανο προώθησης του συμφέροντος των μεγάλων δυνάμεων. Για πρώτη φορά τίθεται στους ανθρώπους, στις κυβερνήσεις και στους διανοητές το πρόβλημα να βρουν, μέσα από την πολιτική πρακτική μιας οικουμενικής οργάνωση της ανθρωπότητας που ευνοείται από το ψηφιακό περιβάλλον, να επωμιστούν το σκληρό έργο της παγκόσμιας ειρήνης.

Το έργο της παρουσίασης μιας πολιτικής θεωρίας με τη μορφή οικουμενικής πολιτικής, όπως ο Αριστοτέλης την παρουσίασε και όπως την έκανε βίωμα ο Μέγας Αλέξανδρος. Θα πρέπει αυτό να το αναλάβει ένας κλασικός της πολιτικής σκέψης του μέλλοντος, ένας κλασικός κοσμοπολίτης. Σε όλη την υφήλιο το Ίντερνετ σήμερα υπηρετεί τους ανθρώπους, αλλά δεν είμαστε πολίτες του κόσμου.-

*Ο Γιώργος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α., συγγραφέας, αρθρογράφος, πολιτικός και στρατιωτικός αναλυτής.

Μελέτης Η. Μελετόπουλος: Η στρατηγική και οι αντιφάσεις των Σκοπίων

on Σάββατο, 03 Φεβρουαρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Ο Ζάεφ δεν ελέγχει την Βουλή των Σκοπίων και δεν μπορεί να επιβάλει εύκολα μία λύση που θα προβλέπει την κατάργηση του ψευδο-αλυτρωτισμού. Δεν μπορεί κάν να επιβάλει σύνθετη ονομασία. Οι αντιδράσεις των κομμάτων και οι λαϊκές συγκεντρώσεις στα Σκόπια την περασμένη εβδομάδα έδειξαν του λόγου το ασφαλές. Η κυρίαρχη θέση της σκοπιανής κοινής γνώμης και των κομματικών μηχανισμών είναι ή «Μακεδονία» σκέτο ή τίποτα.

 


Ognen Teofilovski / Reuters

Στην πραγματικότητα, ο Ζάεφ προσπαθεί να δώσει στην Ελλάδα ασήμαντα και εύκολα αντιστρέψιμα ανταλλάγματα-καθρεφτάκια γιά ιθαγενείς, όπως ονομασίες δρόμων και αεροδρομίων, που αλλάζουν με μία απόφαση του τοπικού νομάρχη. Ούτε τις απαράδεκτες γιά τον ευρωπαϊκό πολιτικό πολιτισμό αλυτρωτικές διατάξεις σκοπεύει ή μπορεί να καταργήσει, ούτε γενικώτερα την κυρίαρχη ιδεολογία του κρατιδίου του να ακυρώσει.

Ο Ζάεφ βλέπει ότι η Ελλάδα πιέζεται από τους δυτικούς συμμάχους της να βρεθεί μία φόρμουλα, ώστε να ενταχθεί η FYROM στο ΝΑΤΟ, με σκοπό να εμποδισθεί η προσάρτησή της στην ρωσσική σφαίρα επιρροής. Έτσι διακατέχεται από την ψευδαίσθηση ότι η Ελλάδα είναι η αδύναμη πλευρά και άρα ο επισπεύδων.

Εξάλλου υπάρχουν και ευρύτερες αγκυλώσεις που δεν επιτρέπουν στον Ζάεφ να φανεί διαλλακτικός προς την Ελλάδα. Ο Ζάεφ δεν έχει αποσπάσει την ομοφωνία του πολιτικού συστήματος της χώρας του γιά την προσχώρηση στο ΝΑΤΟ, διότι και η φιλορωσσική μερίδα των Σκοπίων είναι ισχυρή αλλά και η αλβανική συνιστώσα δεν τάσσσεται ομόθυμα υπέρ μίας άμεσης λύσης. Οι Αλβανοί δεν βλέπουν ευνοϊκά το όνομα «Μακεδονία» που δεν τους εκφράζει. Επίσης θα προτιμούσαν την προσκόλλησή τους σε μία διηυρυμένη Αλβανία, παρά μία σταθεροποίηση των Σκοπίων υπό την σλαυομακεδονική κυριαρχία.

Ολα αυτά αποτελούν παράγοντες που βραχυκυκλώνουν την πιθανότητα εξεύρεσης λύσης. Αλλά μία «λύση» όπως την επιθυμούν οι σκοπιανοί, θα ήταν δυσλειτουργική και γιά το ΝΑΤΟ, εντός του οποίου θα ήταν εξαιρετικά δυσάρεστο να υπάρχουν δύο μέλη με σοβαρά ανοιχτά μεταξύ τους ζητήματα. Αρκεί το ελληνοτουρκικό προηγούμενο ως μόνιμη πληγή στην λειτουργία της νατοϊκής συμμαχίας. Υπάρχουν εναλλακτικές φόρμουλες στρατιωτικοπολιτικής σύνδεσης μεταξύ ΝΑΤΟ και FYROM που μπορούν να υποκαταστήσουν εν μέρει μία άμεση ένταξη.

Καλύτερα η ελληνική κυβέρνηση να αναβάλει την διαπραγμάτευση γιά το προσεχές μέλλον (και με άλλον διαμεσολαβητή). Αυτό δεν σημαίνει απαραιτήτως κακές διπλωματικές σχέσεις με την FYROM. Απεναντίας, η εν τω μεταξύ ανάπτυξη φιλικών διακρατικών σχέσεων ίσως αποδώσει ένα καλύτερο πλαίσιο συζήτησης σε μία άλλη στιγμή.

*Μελέτης Η. Μελετόπουλος
Διδάκτωρ Οικονομικών και Κοινωνικών Επιστημών του Παν/μιου της Γενεύης, εκπαιδευτικός και Λυκειάρχης της Ιονίου Σχολής

Δημήτρης Νεζερίτης *: Το άγνωστο παρασκήνιο της κρίσης στα Ιμια

on Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Η κρίση των Ιμίων, η σοβαρότερη από πολλών ετών που διετάραξε τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, έχει μια ουσιώδη διαφορά από τις περιστασιακές αναφλέξεις της θερμοκρασίας στις διμερείς ελληνοτουρκικές σχέσεις, τις οποίες με ελαφρότητα χαρακτηρίζουμε κρίσεις, ενώ στην πραγματικότητα δεν πρόκειται παρά για τουρκικές δραστηριότητες που αποσκοπούν στην υπόμνηση και υπογράμμιση πάγιων θέσεων της Αγκυρας και δεν αποτελούν καμιά ιδιαίτερη εξέλιξη στις σχέσεις Αθηνών - Αγκυρας.
Η κρίση των Ιμίων (η οποία έφτασε στο αποκορύφωμά της στις 30 και 31 Ιανουαρίου του 1996) συνιστούσε μια ποιοτική μεταβολή στις κατά καιρούς επιδεινώσεις των ελληνοτουρκικών σχέσεων. Από τη μια μεριά, αποτελούσε για πρώτη φορά μια ευθεία αμφισβήτηση της ελληνικής εδαφικής κυριαρχίας επί συγκεκριμένου νησιωτικού εδάφους. Αμφισβήτηση που έχει πολύ μεγαλύτερη πρακτική σημασία από εκείνη του εύρους τού - άυλου - εναέριου χώρου ή της μη υπό αξιοποίηση υφαλοκρηπίδος. Ακόμη και το θέμα του εύρους των χωρικών υδάτων έχει ήσσονα σημασία.

Διότι στην περίπτωση των χωρικών υδάτων η τουρκική προσπάθεια έγκειται στην προσπάθεια αποτροπής επεκτάσεως της ελληνικής κυριαρχίας επί θαλάσσιας περιοχής. Στην περίπτωση των Ιμίων η τουρκική επιδίωξη ήταν η μείωση του εύρους του ελληνικού εδάφους, αρχικά στην περιοχή των Ιμίων και μετά, ό,τι μπορέσουμε να αρπάξουμε. Και στο κάτω-κάτω στην περίπτωση των χωρικών υδάτων, παρά τις προπαγανδιστικές περιστασιακές κορόνες, η Τουρκία έχει, πιστεύω, καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Ελλάς δεν πρόκειται να προχωρήσει στη μονομερή επέκτασή τους, όσο και αν για προφανείς λόγους δεν πρόκειται να το παραδεχθεί δημόσια.

Από την άλλη μεριά, η κρίση των Ιμίων αποτέλεσε πλέον μονόδρομο για την τουρκική στάση. Η πολιτική που επεξεργάστηκε η Αγκυρα και προκάλεσε την κρίση - γιατί οι τουρκικοί ισχυρισμοί περί απροβλέπτου και μη επιδιωχθείσης κρίσεως δεν είναι παρά παραμύθια για πολύ μικρά παιδιά - αποτέλεσε πλέον και το πλαίσιο για την όλη περαιτέρω πολιτική της συμπεριφορά έναντι της Ελλάδας στον χώρο του Αιγαίου. Μπορεί η κρίση να μην είχε τα επιδιωχθέντα, τότε, από την Τουρκία αποτελέσματα. Η πολιτική όμως αυτή προδιέγραψε και την όλη μετέπειτα στάση της Τουρκίας. Περί αυτών, όμως, αργότερα.

Αξίζει τον κόπο να αναλογιστεί κανείς τις συνθήκες που επικρατούσαν τόσο στην Τουρκία όσο και στην Ελλάδα όταν η κρίση στα Ιμια διαμορφώθηκε και ξέσπασε. Μια τέτοια μελέτη της καταστάσεως έρχεται απλώς να επιβεβαιώσει την πάγια αρχή ότι η Τουρκία σπανιότατα ενεργεί εν θερμώ και ότι περιμένει την κατάλληλη στιγμή για την εκδήλωση των πολιτικών - ή στρατιωτικών - πρωτοβουλιών της.

Την άνοιξη του 1995 η Ελλάς είχε άρει τις αντιρρήσεις της σε ό,τι αφορούσε τη σύναψη Συμφωνίας Τελωνειακής Ενώσεως μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ενώσεως και της Τουρκίας. Σε αντάλλαγμα εξασφάλισε από τους εταίρους την προώθηση της ενταξιακής διαδικασίας της Κύπρου. Η εκτίμηση που επικρατούσε στους κύκλους των επαϊόντων του ελληνικού υπουργείου Εξωτερικών ήταν ότι μπορούσαμε να προσβλέπουμε σε μια μακρά περίοδο υφέσεως στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, μια και το πιο πρόσφατο σημείο τριβής - οι ελληνικές αντιρρήσεις - είχε εκλείψει. Η κατασκευή αυτή θα ήταν λογική αν η ετέρα πλευρά ήταν η Σουηδία. Για μία, όμως, χώρα σαν την Τουρκία, βασική αρχή της οποίας στις διεθνείς της σχέσεις είναι «τα δικά μου είναι δικά μου, τα δικά σου υπόκεινται σε διαπραγμάτευση», αυτή η θεωρία ήταν υπερβολικά, για μην πω επικίνδυνα, αισιόδοξη.
 
Υπήρξε όντως μια ύφεση μετά την άρση των ελληνικών αντιρρήσεων. Αυτή όμως αφορούσε περισσότερο τις σχέσεις μεταξύ των Αθηνών και διαφόρων κατ' ιδίαν κρατών της ΕΕ. Τα κράτη αυτά ήθελαν πάση θυσία να προωθηθεί η Συμφωνία της Τελωνειακής Ενώσεως, με την ελπίδα - η οποία ως γνωστόν πεθαίνει τελευταία, κυρίως μεταξύ των εθελοτυφλούντων - ότι η Αγκυρα θα ικανοποιείτο με όσα θα κέρδιζε μέσω της Συμφωνίας αυτής και θα εγκατέλειπε την επιδίωξή της να καταστεί πλήρες μέλος της ΕΕ. Συνεπώς, έβλεπαν με ιδιαίτερη ενόχληση την αρνητική ελληνική στάση, η οποία, νόμιζαν, αποστερούσε την Ευρώπη ενός σχετικά ανέξοδου μέσου ικανοποιήσεως της Αγκυρας. Το ότι τα ανωτέρω αποτελούσαν όνειρα φθινοπωρινής νυκτός προέκυψε σαφέστατα από τα λεχθέντα του τότε υφυπουργού Εξωτερικών κ. Οϊμέν. Σε δείπνο της ισπανικής προεδρίας επί τη ολοκληρώσει της διαδικασίας εγκρίσεως της Τελωνειακής Ενώσεως, ο ανωτέρω, απαντών στα συγχαρητήρια των παρισταμένων, αφού μας ευχαρίστησε, πρόσθεσε «και τώρα ξεκινάμε το επόμενο στάδιο, την πλήρη ένταξη της Τουρκίας στην Ευρώπη». Η έκφραση στα πρόσωπα των παρισταμένων θα άξιζε να είχε απαθανατιστεί...
 
Οι καθαυτό ελληνοτουρκικές σχέσεις δεν παρουσίασαν καμιά ουσιαστική μεταβολή κατά το μεσοδιάστημα μεταξύ της άρσεως των ελληνικών αντιρρήσεων για την προώθηση της Συμφωνίας Τελωνειακής Ενώσεως και την επικύρωση αυτής από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Αν υπήρξε κάποια μεταβολή, αυτή ήταν για το χειρότερο, με την παρασχεθείσα εξουσιοδότηση από τη Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση στην τουρκική κυβέρνηση να κάνει χρήση παντός μέσου σε περίπτωση επεκτάσεως των ελληνικών χωρικών υδάτων - το περίφημο casus belli. Ταύτα, επ' ευκαιρία της επικυρώσεως από την Ελληνική Βουλή της Συμβάσεως περί του Δικαίου της Θαλάσσης.
 
Το 1995 η Αθήνα δεν ήθελε να πολυασχολείται με τα ελληνοτουρκικά. Οι εξελίξεις στα Βαλκάνια και κυρίως οι σχέσεις με την πΓΔΜ απορροφούσαν όλο το ενδιαφέρον. Παράλληλα, η βαθμιαία επιδείνωση της υγείας του πρωθυπουργού Ανδρέα Παπανδρέου και η αναπόφευκτη αποστασιοποίησή του από τα τρέχοντα θέματα είχαν ως αποτέλεσμα την προϊούσα ημιπαράλυση του κυβερνητικού μηχανισμού, λαμβανομένου μάλιστα υπ' όψιν του υφισταμένου συγκεντρωτικού πρωθυπουργοκεντρικού συστήματος διακυβερνήσεως του ελληνικού κράτους.
 
Θεωρητικώς, η Τουρκία θα έπρεπε να έχει αντίστοιχα κυβερνητικά προβλήματα. Οι τελευταίες εκλογές δεν είχαν δώσει την πλειοψηφία σε κανένα κόμμα και οι έδρες ήταν λίγο-πολύ ισάριθμα μοιρασμένες μεταξύ των κομμάτων της κυρίας Τσιλέρ (DYP), του Γιλμάζ (Anavatan) και του διαδόχου και εκφραστού του κεμαλικού κατεστημένου CHP, αρχηγός του οποίου τη στιγμή εκείνη ήταν ο Μπαϊκάλ. Το αβυσσαλέο μίσος που χώριζε Τσιλέρ - Γιλμάζ δυσχέραινε εξαιρετικά κάθε προσπάθεια συνεργασίας των δύο αυτών κομμάτων -που είχαν κοινές καταβολές - και συνεπώς ο Μπαϊκάλ ήταν ο λογικός σύμμαχος του ενός ή του άλλου. Εκείνη τη στιγμή πρωθυπουργός ήταν η κυρία Τσιλέρ και υπουργός Εξωτερικών ο Μπαϊκάλ. Συνασπισμός αβέβαιος και ασταθής, με την προοπτική των εκλογών να πλανάται πάνω από το τουρκικό πολιτικό στερέωμα.
 
Η Τουρκία όμως, όπως και πολλά άλλα κράτη - αλλά όχι η Ελλάς - έχει το προτέρημα να διαθέτει καλά οργανωμένη και εν πολλοίς ανεξάρτητη από την εκάστοτε κυβέρνηση δημόσια διοίκηση και συνεπώς ο κρατικός μηχανισμός λειτουργούσε αποτελεσματικά ακόμη και σε περιπτώσεις πολιτικής αστάθειας. Ακόμη δε περισσότερο σε θέματα εθνικής εξωτερικής πολιτικής, όπου, έν πάση περιπτώσει, η κατά περίπτωσιν κυβέρνηση δεν είναι παρά ο διεκπεραιωτής ειλημμένων ήδη από το σύνολο της πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας της χώρας αποφάσεων.
 
Η κρίση των Ιμίων άρχισε τελείως σαν υπόθεση ρουτίνας πριν από τις ημέρες των Χριστουγέννων. Ενα τηλεγράφημα από το υπουργείο μάς πληροφορούσε ότι ένα τουρκικό εμπορικό σκάφος είχε εξοκείλει στη νησίδα Ιμια και είχε αρνηθεί τη βοήθεια ελληνικού σκάφους να το ρυμουλκήσει, επικαλούμενο ότι η νησίδα όπου είχε εξοκείλει ήταν τουρκικό εθνικό έδαφος. Το υπουργείο ζητούσε να φέρουμε τη δύστροπη συμπεριφορά του κυβερνήτη εις γνώσιν των τουρκικών Αρχών και να τους ζητήσουμε να δώσουν οδηγίες στο τουρκικό σκάφος να δεχθεί τη βοήθειά μας για να μη διαλυθεί από την εποχική κακοκαιρία και έχουμε θύματα.

Διερωτώμαι τι θα είχε γίνει αν αφήναμε το σκάφος έρμαιο στα κύματα του Νοτίου Αιγαίου χειμωνιάτικα. Πιθανότατα θα έστελνε η Τουρκία πλέον ένα ρυμουλκό, για να προκαλέσει δική μας αντίδραση, στην οποία θα απαντούσε επικαλούμενη δική της κυριότητα. Το σχέδιο ήταν πολύ καλά στημένο.
 
Αυτά όμως είναι θέματα που τα σκέπτεται κανείς κατόπιν εορτής. Τη στιγμή εκείνη θέλαμε απλώς να ξεμπερδεύουμε με μια υπόθεση ρουτίνας - όπως τη βλέπαμε. Πρώτα απ' όλα όμως είχαμε την ανθρώπινη περιέργεια να δούμε πού είναι η νησίδα αυτή. Ο ναυτικός ακόλουθος δήλωσε άγνοια, κατέβασε τους χάρτες του και με αρκετή δυσκολία εντόπισε τις δύο κουκκίδες που αποτελούσαν το σύμπλεγμα των Ιμίων.
 
Εξοπλισμένος με τις γεωγραφικές αυτές γνώσεις, ο σύμβουλος πρεσβείας κ. Κουγιού πήγε στο τμήμα αερο-ναυτιλιακών υποθέσεων του τουρκικού υπουργείου για να ζητήσει από τον τμηματάρχη να ειδοποιήσουν το σκάφος να δεχθεί τη βοήθειά μας. Ο κ. Banguoglu, άριστος γνώστης των θεμάτων του, με προϋπηρεσία στην Αθήνα, απήντησε ότι οι τουρκικές Αρχές ήταν εν γνώσει του θέματος, ότι θα ειδοποιούσαν τον κυβερνήτη να δεχθεί ελληνική βοήθεια και πρόσθεσε ότι, πάντως, οι νησίδες αποτελούσαν τουρκικό έδαφος. Ο κ. Κουγιού αντέταξε ότι ήταν ελληνικές, αλλά η συζήτηση δεν είχε συνέχεια μια και ο συνομιλητής μας δεν επέμεινε.
 
Το πράγμα θα μπορούσε να είχε μείνει εκεί αν από τουρκικής πλευράς η όλη ιστορία δεν ήταν προκατασκευασμένη. Η υπόθεση δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να αφεθεί να παρέλθει χωρίς να ξεσπάσει κρίση. Συνεπώς, λίγες μέρες αργότερα, μας περιήλθε από το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών μια ρηματική διακοίνωση που έλεγε λίγο-πολύ τα εξής - τέτοιες διατυπώσεις δεν ξεχνιούνται:
 
«Το υπουργείο Εξωτερικών της Τουρκικής Δημοκρατίας παρουσιάζει τις προσρήσεις του στην πρεσβεία της Ελληνικής Δημοκρατίας και αναφερόμενο στην πρόσφατη συζήτηση μεταξύ των κ.κ. Κουγιού και Banguoglu περί του σκάφους ...., επιθυμεί να επιβεβαιώσει ότι οι εν λόγω νησίδες αποτελούν τουρκικό έδαφος και είναι εγγεγραμμένες στο κτηματολόγιο (σ.σ. στην Τουρκία κτηματολόγιο υπάρχει από την οθωμανική εποχή) της επαρχίας Μαγνησίας υπ' αριθ. .... και ....».
 
Συναγερμός
Εάν η Τουρκία δεν είχε αποστείλει τη ρηματική αυτή διακοίνωση, το θέμα δεν θα είχε δημιουργηθεί. Ο προφορικά διατυπωμένος από τον τούρκο τμηματάρχη ισχυρισμός περί δήθεν τουρκικής κυριότητος επί των βραχονησίδων δεν θα είχε ληφθεί περισσότερο σοβαρά υπ' όψιν από ό,τι ο αντίστοιχος του κυβερνήτη τού σκάφους. Η αποστολή όμως ενός γραπτού κειμένου άλλαζε τελείως την κατάσταση. Διότι η ρηματική διακοίνωση αποτελεί τον πλέον επίσημο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ κρατών, τα αναφερόμενα σε αυτήν είναι δεσμευτικά για την πλευρά που τη συντάσσει και η αντίδραση σε αυτήν πρέπει να πάρει τον ίδιο δεσμευτικό χαρακτήρα, δηλαδή μια απαντητική ρηματική διακοίνωση.
 
Οπως μπορούσε να κρίνει κανείς κατόπιν εορτής, η τουρκική αυτή κίνηση μόνο κέρδη μπορούσε να αποφέρει στην Αγκυρα. Αν η ρηματική διακοίνωση έμενε τυχόν αναπάντητη, τούτο θα αποτελούσε πλέον σιωπηρά αποδοχή εκ μέρους της Ελλάδος του τουρκικού ισχυρισμού περί κυριότητος επί των νησίδων. Αν πάλι - όπερ και το φυσιολογικό - εδίδετο απάντηση, τότε δυοίν θάτερον: είτε θα άνοιγε συζήτηση περί του καθεστώτος των βραχονησίδων η οποία, με τουρκική πρωτοβουλία, θα επεξετείνετο και θα μπορούσε να οδηγήσει σε συζήτηση περί του καθεστώτος μεγάλου τμήματος του Αιγαίου. Είτε, σε περίπτωση ελληνικής αρνήσεως να συζητήσει τα του εδάφους της, θα προχωρούσαμε σε θερμότερη κρίση.
 
Αυτά όμως ήταν συμπεράσματα που μπορούσε να εξαγάγει κανείς μόνο αργότερα, όταν είχε την πλήρη εικόνα.
Αποστείλαμε το κείμενο της τουρκικής ρηματικής διακοινώσεως στην Αθήνα, ζητώντας να μας δώσουν συγκεκριμένα στοιχεία που θεμελίωναν την ελληνική κυριαρχία στις νησίδες. Σε μια εσωτερική συζήτηση που είχαμε στην πρεσβεία, είχα παρατηρήσει ότι το θέμα δεν θα έπρεπε να είναι δύσκολο να ξεκαθαρίσει γιατί, όπως θυμόμουν από τις πανεπιστημιακές μου ημέρες, είχαμε διδαχθεί ότι τα θαλάσσια σύνορα της Ελλάδος στο Νότιο Αιγαίο ήταν οριοθετημένα, όπερ δεν συνέβαινε προκειμένου περί του Βορείου Αιγαίου.
 
Η απάντηση από το υπουργείο δεν άργησε να μας περιέλθει. Η αλληλουχία των γεγονότων βάσει επίσημων διακρατικών συμφωνιών ήταν ολοκληρωμένη και σε ό,τι μας αφορούσε δεν άφηνε περιθώρια αμφισβητήσεων ως προς την εγκυρότητα των τίτλων κυριότητος της Ελλάδος επί των βραχονησίδων! Εκχώρηση των Δωδεκανήσων από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στην Ιταλία - Ιταλοτουρκικό πρωτόκολλο που καθόριζε σαφώς την οροθετική γραμμή στη θάλασσα μεταξύ των δύο κρατών, από το οποίο προέκυπτε σαφώς ότι οι νησίδες Ιμια ήταν εντός της περιοχής ιταλικής κυριαρχίας - Συνθήκη των Παρισίων με την οποία τα Δωδεκάνησα παρεχωρούντο στην Ελλάδα. Από νομικής απόψεως η θέση της Ελλάδος ήταν άψογη.
 
Η απάντησή μας αυτή διαβιβάστηκε - γραπτώς και προφορικώς - στο τουρκικό υπουργείο από τον πρεσβευτή - σύμβουλο της πρεσβείας, τον μακαρίτη, αγαπητό και εκλεκτό συνάδελφο Παναγιώτη Βλασσόπουλο. Ο συνομιλητής του, αφού τον άκουσε, απήντησε ότι θα μετέφερε αυτά όπου έδει και, εν τω μεταξύ, «θα ήθελε να του δώσει τις πρώτες, εκ του προχείρου, αντιδράσεις της τουρκικής πλευράς». Και ακολούθησε μια ολόκληρη σειρά επιχειρημάτων - η οποία, όπως απεδείχθη, αποτελούσε και το σύνολο της τουρκικής επιχειρηματολογίας.
 
Η θερμοκρασία άρχισε σιγά-σιγά να ανεβαίνει, κυρίως μετά τη διαρροή στον ελληνικό Τύπο των συμβάντων και τη βαθμιαία εκατέρωθεν ενίσχυση της στρατιωτικής παρουσίας στην περιοχή. Η ανάρτηση της ελληνικής σημαίας, η αρπαγή της από «δημοσιογράφους» σε εντεταλμένη υπηρεσία, όλα ενίσχυαν την ατμόσφαιρα της αυξανομένης κρίσεως, η οποία ενισχύετο και από τη, μερικές φορές εμπρηστική, αρθρογραφία του Τύπου.
Θυμάμαι ότι οι ξένοι συνάδελφοι ήταν ελαφρώς αποσβολωμένοι από την εξέλιξη της υποθέσεως. Τους ήταν αδιανόητο πώς ήταν δυνατόν δύο κράτη να ευρίσκονται ουσιαστικά επί ποδός πολέμου - για τι;
 
Η ενημέρωση των ξένων συναδέλφων αποτελούσε πρωταρχικό έργο μας. Και η ουσία των ενημερώσεων ήταν διττή: αφενός μεν να εξηγήσουμε το νομικώς ορθόν της θέσεώς μας σε ό,τι αφορούσε τα Ιμια και επίσης να τονίσουμε πως το θέμα δεν ήταν τόσο αν η τουρκική διεκδίκηση αφορούσε μια-δυο «ασήμαντες» νησίδες, αλλά ότι η τουρκική αξίωση τοποθετείτο στο ευρύτερο πλαίσιο των αξιώσεών της κατά της Ελλάδος.
 
Ευτυχώς, η Ελλάς είχε αποκτήσει επιτέλους νέα κυβέρνηση και έτσι το συναίσθημα του καραβιού που έπλεε χωρίς κυβερνήτη είχε αρχίσει να εκλείπει. Η νέα όμως κυβέρνηση χρειαζόταν οπωσδήποτε λίγο χρόνο για να οργανωθεί και να αρχίσει να λειτουργεί με άνεση. Και η Τουρκία επείγετο...
 
Δεν υπάρχει καλύτερη απόδειξη για το ότι η όλη υπόθεση ήταν καλώς προετοιμασμένη από τουρκικής πλευράς από το διάβημα που μου έγινε από τον υπουργό Εξωτερικών. Ο κ. Μπαϊκάλ με εκάλεσε και, περιστοιχιζόμενος από την υπηρεσιακή ηγεσία του υπουργείου «του», μου ανέπτυξε την τουρκική επιχειρηματολογία σε ό,τι αφορούσε τα Ιμια. Ηταν πανομοιότυπη με όσα είχε αναφέρει «εκ του προχείρου» ο συνομιλητής τού Βλασσόπουλου. Ούτε για τον τύπο δεν είχαν κρατήσει ένα τουλάχιστον επιχείρημα σαν εφεδρικό, για να δείξουν πως το έψαξαν το θέμα. Η καλά προετοιμασμένη θέση απλώς επαναλαμβάνετο.
 
Παρενθετικά σημειώνω ότι η τουρκική επιχειρηματολογία ήταν ασθενεστάτη. Σε σημείο που ένα από τα βασικά σημεία της ήταν η επίκληση των «ιδιαζουσών πολιτικών συνθηκών» (δηλαδή η ύπαρξη στην Ιταλία του επιθετικού φασιστικού καθεστώτος) όταν υπεγράφη το ιταλο-τουρκικό πρωτόκολλο χαράξεως των θαλάσσιων συνόρων.
 
Και μια φαιδρή νότα: Κατά τη διάρκεια του διαβήματος καθόμουν στον ίδιο καναπέ πλάι στον κ. Μπαϊκάλ. Ο ίδιος διάβαζε από το αντίγραφο της ρηματικής διακοινώσεως, της οποίας στη συνέχεια μου επέδωσε το πρωτότυπο. Πρόσεξα ότι πάνω στο αγγλικό κείμενο από το οποίο διάβαζε ο συνομιλητής μου, οι ξένες γλώσσες του οποίου ήταν περιορισμένης εμβελείας, υπήρχε σε διάφορα σημεία γραμμένη με μολύβι η μετάφραση στα τουρκικά ορισμένων λέξεων του αγγλικού κειμένου από το οποίο διάβαζε ο υπουργός. Ετσι, για να καταλαβαίνει τι έλεγε...
 
Η θερμοκρασία πάντως ανέβαινε συνεχώς, με αποκορύφωμα τη συγκέντρωση στην περιοχή ισχυρότατων ναυτικών δυνάμεων. Στη φάση αυτή μου ζητήθηκε και επισκέφθηκα τον μόνιμο υφυπουργό Εξωτερικών κ. Οϊμέν - για τους γνωρίζοντες την τουρκική πραγματικότητα, πραγματικό «αφεντικό» του υπουργείου και χαράζοντα την πολιτική του - με σκοπό να του υπογραμμίσω τους κινδύνους που ενείχε η συγκέντρωση σε τόσο μικρό χώρο τόσο ισχυρών δυνάμεων με σοβαρό ενδεχόμενο να προκληθεί ανάφλεξη εκ τυχαίου γεγονότος και να ζητήσω τη λήψη μέτρων που θα οδηγούσαν σε αποκλιμάκωση της εντάσεως και απομάκρυνση του άμεσου κινδύνου. Ο συνομιλητής μου απάντησε εκφράζοντας ενδιαφέρον για επιστροφή στην προγενεστέρα κατάσταση - στο περίφημο status quo ante.
Είναι χαρακτηριστικό πως μετά τη συνάντησή μας, ο κ. Οϊμέν εξηφανίσθη από το υπουργείο. Ηταν - εκ των υστέρων - προφανές πως ήθελε να αποφύγει οποιαδήποτε περαιτέρω επαφή που θα μπορούσε να υπονομεύσει τα τουρκικά σχέδια.
 
Και τη νύχτα τα σχέδια αυτά εκδηλώθηκαν με την απόβαση των τούρκων στρατιωτών στη μια νησίδα. Η πρώτη ενημέρωση μου έγινε από τον διευθυντή του Γραφείου Τύπου κ. Σταθουλόπουλο και αφού ξυπνήσαμε το προσωπικό της πρεσβείας παρακολουθήσαμε την εξέλιξη της κρίσεως, ενημερώνοντας στο μέτρο του δυνατού την Αθήνα και βλέποντας με ανακούφιση την εκτόνωσή της.
 
H κρίση βέβαια δεν έληξε με την εκτόνωση αυτή, απλώς μετεφέρθη σε άλλα επίπεδα. Η Τουρκία εξέφρασε την έντονη δυσφορία της με την εκφρασθείσα εκ μέρους τής Ευρωπαϊκής Ενώσεως αλληλεγγύη προς την Ελλάδα, διεμαρτυρήθη επειδή η Ρώμη υποστήριξε την ελληνική ερμηνεία του ιταλο-τουρκικού πρωτοκόλλου, επαναλαμβάνοντας την αιωνίαν επωδόν «τι ανακατεύονται οι τρίτοι σε ελληνοτουρκικά θέματα», και συνέχισε τις πιέσεις. Θυμάμαι διάβημα του διευθυντού ελληνοτουρκικών θεμάτων κ. Gokce επειδή έλληνας βοσκός είχε επιστρέψει στα Ιμια με τις κατσίκες του. Σε παρατήρησή μου ότι κάτι τέτοιο συνέβαινε και παλαιότερα και συνεπώς αντεπεκρίνετο στο συμφωνηθέν status quo ante, μου απήντησε πως κατ' αυτούς το status quo ante ανεφερόταν στη χρονικά αμέσως προ της εντατικοποιήσεως της κρίσεως στιγμή και όχι παλαιότερα, ότε όντως επεσκέπτετο ο βοσκός τα Ιμια.
 
Ορισμένες ερωτήσεις:
Πού αποσκοπούσε η Τουρκία με την πρόκληση της κρίσεως;
Κατά τη γνώμη μου, ο στόχος ήταν απλός: επιθυμούσε να προκληθεί μια περιορισμένη σύρραξη με έναν σχετικό αριθμό θυμάτων και από τις δύο πλευρές, αποτέλεσμα της οποίας θα ήταν να πέσουν κυριολεκτικά οι πάντες πάνω στην Ελλάδα και στην Τουρκία για να αποτρέψουν ευρύτερη σύρραξη και να τις υποχρεώσουν να καθίσουν σε ένα δωμάτιο και να «τα βρουν», επιτέλους, για όλα τα θέματα του Αιγαίου, δίκην διαδικασίας εκλογής του Πάπα. Η συνολική αυτή διαπραγμάτευση σίγουρα δεν θα ήταν προς όφελος της Ελλάδος. Εφόσον η σκέψη αυτή είναι σωστή, είναι προφανές πως η Τουρκία δεν επέτυχε τον επιδιωκόμενο στόχο.
 
Τι προκάλεσε την Τουρκία να δημιουργήσει τη συγκεκριμένη αυτή στιγμή το θέμα των Ιμίων;
Πιστεύω πως το έναυσμα έδωσε μια απόφαση που υιοθετήθηκε στην Αθήνα το καλοκαίρι του 1995, η οποία ανακοινώθηκε με τις συνήθεις στην Ελλάδα τυμπανοκρουσίες, περί εποικισμού διάφορων ακατοίκητων βραχονησίδων. Ο «εποικισμός» αυτός προέβλεπε, αν θυμάμαι καλά, ανέγερση εικονοστασίου, τοποθέτηση κάποιου λιμενικού υπαλλήλου και κάτι παρεμφερείς συμβολικές ενέργειες. Για την Τουρκία οι ενέργειες αυτές δεν μπορούσαν παρά να είναι τμήμα ευρύτερου σχεδίου υπογραμμίσεως της ελληνικής κυριαρχίας σε όλο το Αιγαίο. Εξ ου και έπρεπε να προκληθεί μια κρίση που θα απέτρεπε την επέκταση και την εδραίωση της ελληνικής αυτής κυριαρχίας.
 
Και αφού δεν επετεύχθη ο στόχος της περιορισμένης συρράξεως με τις ανωτέρω συνέπειες;
Τότε η Τουρκία έθεσε σε εφαρμογή το μακρυτέρας διαρκείας σχέδιο αμφισβητήσεως της ελληνικής νησιώτικης κυριαρχίας. Εφηύρε τις γκρίζες ζώνες στο Αιγαίο, αμφισβήτησε την ελληνικότητα της Γαύδου και άλλα πολλά γνωστά από την τωρινή καθημερινότητα. Εφόσον δεν μπόρεσε να γίνει το short cut για την επίτευξη της αρεστής από την Τουρκία διευθετήσεως, ακολουθήθηκε πλέον η μάχη φθοράς. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Τουρκία έχει τεράστια αποθέματα υπομονής.
 
Μήπως τα ανωτέρω αποτελούν υπερβολές;
Λίγο μετά την κρίση, όταν η Τουρκία είχε δημιουργήσει θέμα γκρίζων ζωνών, μίλαγα με τον εκπρόσωπο του τουρκικού υπουργείου Εξωτερικών, πρεσβευτή Ακμπέλ (σε αντίθεση με εμάς οι Τούρκοι τοποθετούν στη θέση του εκπροσώπου Τύπου παλαιό και σοβαρό πρεσβευτή). Η Αγκυρα είχε αναφέρει ότι η Ελλάς έπρεπε να αποδείξει την κυριότητά της επί των μη ρητά κατονομαζόμενων σε διεθνή κείμενα νησίδων. Ακολούθησε ο εξής διάλογος
 
Εγώ: Τι θέλετε να πείτε; Οτι η Ελλάς πρέπει να σας αποδείξει τους τίτλους κυριότητός της;
Ακμπλεκ: Ακριβώς.
 
Εγώ: Γιατί; Τι είστε εσείς; Ποιοι είστε εσείς;
Ακμπέλ: Είμαστε μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη και έχουμε λέγειν στο τι γίνεται και τι υπάρχει στην περιοχή μας.
Παρακάμπτω την απάντησή μου που δεν διεκρίνετο για την ευγένειά της. Νομίζω όμως ότι η ανωτέρω στιχομυθία απαντά στο ερώτημα.
 
Και ο τελικός απολογισμός;
Είναι γνωστό ότι οι χειρισμοί της ελληνικής κυβερνήσεως στο θέμα των Ιμίων επεκρίθησαν από διαφόρους που θα προέκριναν τη λύση της δυναμικής αντιμετωπίσεως της κρίσεως. Πιστεύω ότι η γραμμή που ακολουθήθηκε, δηλαδή η εκτόνωση του προβλήματος με ειρηνικά μέσα, ήταν κατά πολύ η καλύτερη, για την ακρίβεια η μόνη ενδεδειγμένη. Μια δυναμική επιλογή, ανεξαρτήτως βραχυπρόθεσμου αποτελέσματος, ουσιαστικά έπαιζε το παιχνίδι των Τούρκων που την επεδίωκαν για να επακολουθήσει στη συνέχεια η «επίλυση» του όλου θέματος του Αιγαίου.
 
*Ο κ. Νεζερίτης ήταν πρεσβευτής στην Αγκυρα την επίμαχη περίοδο.

Ιωάννης Μάζης*: Οι χάρτες που όρισαν τη «γεωγραφική Μακεδονία».

on Δευτέρα, 29 Ιανουαρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ


του Ιωάννη Μάζη  – Ας εξετάσουμε πρωτίστως κάποιες επιχειρηματολογικές αφηγήσεις του δημοσίου διαλόγου σχετικά με το «συνετόν» του συμβιβασμού των Αθηνών εις μίαν ονομασία σύνθετη εμπεριέχουσα τον όρον «Μακεδονία». Η υπόθεση της ονομασίας των Σκοπίων είναι πρωτίστως και ουσιαστικώς κρίσιμη, για τους εξής λόγους: Πρώτον, ο όρος «Μακεδονία» per se αποτελεί τον κατ’ εξοχήν φορέα του σκοπιανού δήθεν αλυτρωτισμού. Εξ αυτού και μόνον θα χαλκευθεί η νομιμοποίησις της ανυπάρκτου εθνικώς «μακεδονικής ταυτότητος», ανυπάρκτου γλωσσολογικώς «μακεδονικής γλώσσης» και φυσικά της ανυπάρκτου […]

Ας εξετάσουμε πρωτίστως κάποιες επιχειρηματολογικές αφηγήσεις του δημοσίου διαλόγου σχετικά με το «συνετόν» του συμβιβασμού των Αθηνών εις μίαν ονομασία σύνθετη εμπεριέχουσα τον όρον «Μακεδονία». Η υπόθεση της ονομασίας των Σκοπίων είναι πρωτίστως και ουσιαστικώς κρίσιμη, για τους εξής λόγους:

Πρώτον, ο όρος «Μακεδονία» per se αποτελεί τον κατ’ εξοχήν φορέα του σκοπιανού δήθεν αλυτρωτισμού. Εξ αυτού και μόνον θα χαλκευθεί η νομιμοποίησις της ανυπάρκτου εθνικώς «μακεδονικής ταυτότητος», ανυπάρκτου γλωσσολογικώς «μακεδονικής γλώσσης» και φυσικά της ανυπάρκτου νομοκανονολογικώς «ορθοδόξου μακεδονικής εκκλησίας».
Δεύτερον, σημειωτέον ότι η ιστορική Μακεδονία της αρχαιότητας αντιστοιχεί σχεδόν πλήρως στο τμήμα της ελληνικής επικράτειας στην βόρειο Ελλάδα. Η έννοια της «γεωγραφικής Μακεδονίας» αποτελεί σε μεγάλο βαθμό κατασκευή Ρώσων, Γερμανών και Βουλγάρων χαρτογράφων τον ύστερο 19ο αιώνα. Σε χάρτες των μέσων του 19ου αιώνος, όπως του Γάλλου χαρτογράφου Ami Boue (1847, Βλ. σχετ. Χάρτη), ο όρος Μακεδονία δεν περιλαμβάνει τα Σκόπια, αλλά μόνο το όριο Μοναστηρίου-Αχρίδας και φυσικά την γνωστή μας Μακεδονία στην ελληνική επικράτεια.


Χάρτης Εθνολογικός του Ami Boué (1847) . Αντιθέτως σε χάρτες του ύστερου 19ου αιώνος δημιουργείται η «γεωγραφική Μακεδονία», η οποία σύμφωνα με μία διαστρεβλωτική αντίληψη μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους μοιράστηκε μεταξύ Ελλάδος, Σερβίας και Βουλγαρίας. Όμως δεν υφίστατο «Μακεδονία» ως διοικητική ή γεωγραφική ενότητα κατά την οθωμανική περίοδο. Επίσης εθνογραφικοί χάρτες, όπως αυτός του Γερμανού γεωγράφου Heinrich Kiepert (βλ. σχετ. Χάρτη), οι οποίοι έδειχναν υψηλά ποσοστά σλαβοφώνων, αποτελούσαν παραγγελία του βουλγαρικού εξαρχάτου στην Κωνσταντινούπολη.


Χάρτης των Βαλκανίων του Γερμανού γεωγράφου Heinrich Kiepert, 1882.

Δεν εξασφαλίζεται η ελληνική πλευρά

Τρίτον, τα ζητήματα της απαλοιφής από το Σύνταγμα των Σκοπίων των δήθεν «αλυτρωτικών» επιταγών του, δια της απαλοιφής των αντιστοίχων άρθρων, δεν αποτελούν, κατά κανένα τρόπο, εξασφάλιση για την ελληνική πλευρά. Ασφαλώς ένα κράτος έχει το απόλυτον δικαίωμα να δημιουργεί, αλλά και να αναθεωρεί τον συνταγματικό του χάρτη κατά: i) τα εθνικά του συμφέροντα, ii) τα ιδεολογικά του ζητούμενα και iii) τα πολιτικά και iv) τα γεωστρατηγικά του προτάγματα, όπως αυτό τα αξιολογεί.
Εάν, συνεπώς, το σκοπιανό πολυεθνοτικό (αλβανο-σλαβο-ρομανικό) μόρφωμα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ με σύνθετη ονομασία εμπεριέχουσα τον όρο «Μακεδονία» δεν θα έχει κανένα λόγο να μην τροποποιήσει εκ νέου το Σύνταγμά του προς την προϋπάρξασα δήθεν «αλυτρωτική» κατεύθυνση. Είναι λοιπόν φενάκη η διατυμπανιζομένη, από τους υποστηρικτές της υπάρξεως του όρου «Μακεδονία» στην «λύση» του ονοματολογικού, «διασφάλιση του αποκλεισμού των αλυτρωτικών διατάξεων από το νέο Σύνταγμα των Σκοπίων».
Έχει εισέτι υποστηριχθεί ότι εάν δεν καταλήξομε σε «σύνθετη ονομασία» (…με τον όρο «-Μακεδονία» άραγε εννοούν οι υποστηρίζοντες «λυσιν»;) τότε δεν θα υπάρξει «λύσις». Μα, αυτό ποιόν απειλεί; Την Ελλάδα ή τα Σκόπια τα οποία επείγονται να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ; Ας λάβουμε επίσης υπόψη την προ εβδομάδος προειδοποίηση του Γενικού Γραμματέα του ΝΑΤΟ Στόλτενμπεργκ προς την Σκοπιανή κυβέρνηση, η οποία αποκλείει την εισδοχή του κρατιδίου εις το ΝΑΤΟ με την συνταγματική των ονομασία. Και αυτά συμβαίνουν ενώ τα Σκόπια απαιτούν τον σφετερισμό της εθνικής ελληνικής ταυτότητος, της ελληνικής αυτοσυνειδησίας και της ελληνικής ιστορίας και μάλιστα με την επίσημη συναίνεση της…Ελλάδος;

Προτείνουν «καθρεφτάκια»

Και μας προτείνουν…«καθρεφτάκια και χάντρες για ιθαγενείς» προσφέροντάς μας την αλλαγή της ονομασίας του αεροδρομίου των και κάποιων οδών της πρωτευούσης των; Ο κος Μητσοτάκης είχε απόλυτο δίκαιο όταν ανέφερε προχθές ότι : «δεν θα διακινδυνεύσω τον διχασμό των Ελλήνων για να διαφυλάξω την ενότητα των Σκοπιανών». Μόνο που θα πρέπει να προχωρήσει θαρραλέα και στην αποκήρυξη του όρου «Μακεδονία» από την προερχομένη εκ του, επικινδύνως συγχροτιζομένου μετά του κου Σόρος και παταγωδώς αποτυχόντος επί 25ετίαν, «διαμεσολαβητού» του ΟΗΕ και να απαιτήσει την άμεση απομάκρυνση και αντικατάστασή του.
Τότε θα ευεργετούσε πρωτίστως το έθνος μας και τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του πολυεθνοτικού κρατιδίου των Σκοπίων και δευτερευόντως την μεγάλη παράταξη της οποίας επιδιώκει να ηγηθεί. Υπό το κράτος της εκφράσεως της λαϊκής βουλήσεως από το Συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης αλλά και του επομένου των Αθηνών, εις το Σύνταγμα, στις 4 Φεβρουαρίου, είναι αδύνατον η «μυστική διπλωματία» των Αθηνών να επιτρέψει εις τα πολιτικά κόμματα του Ελληνικού Κοινοβουλίου να «αυτοκτονήσουν» πολιτικώς. Άρα «λύσις» του προαναφερθέντος τύπου δεν νομίζω ότι θα υπάρξει.

Γιατί «Κεντροβαλκανική Δημοκρατία»

Επιμένω εδώ και πολύ καιρό, στην σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό και erga omnes, «Κεντροβαλκανική Δημοκρατία», διότι όλες οι άλλες δεν ανταποκρίνονται στην ιστορική πραγματικότητα, πράγμα που θα καταλήξει προϊόντος του χρόνου, όχι μόνον εις βάρος των ελληνικών εθνικών συμφερόντων, αλλά και εις βάρος των κρατικών συμφερόντων και του ιδίου του κρατιδίου των Σκοπίων.
Και αυτό διότι οι ισορροπίες στην Βαλκανική, από τούδε και εις το εξής, θα είναι άκρως επισφαλείς με πρώτα θύματα, εκείνα τα πολυεθνικά μορφώματα τα οποία δεν έχουν και δεν μπορούν να αποδείξουν βαθύτατες εθνικές ταυτότητες οι οποίες να αποτελούν κοινή εθνική συνείδηση και πεποίθηση του μωσαϊκού των λαών που τα συνιστούν. Επίσης η ονομασία «Κεντροβαλκανική Δημοκρατία» δεν διαγράφει ούτε καταπνίγει κάποια εθνοπολιτισμική ή γλωσσική ταυτότητα των συνιστωσών εθνοτήτων του κρατιδίου.
Εις τα ταξιδιωτικά έγγραφα των κεντροβαλκανίων πολιτών, η κάθε εθνότης θα μπορεί να αναφέρει την ταυτότητά της: Π.χ. ο εθνοτικώς αλβανογενής, θα μπορεί να αναφέρει:«Εθνικότης αλβανική», ο εθνοτικώς Σλάβος αντιστοίχως: «Εθνικότης σλαβική», ο εθνοτικώς Έλλην: «Εθνικότης ελληνική», κ.τ.λ. Επίσης το ίδιο το ΝΑΤΟ θα ήταν απολύτως ικανοποιημένο όταν στον κατάλογο των μελών του εγένετο εμφανές δια της ονομασίας αυτής, ότι ασκεί επιρροήν εις την κεντρική βαλκανική! Άρα, όλοι θα ήσαν ικανοποιημένοι.
 
* Καθηγητής, Πρόεδρος του Τμήματος Τουρκικών Σπουδών & Σύγχρονων
Ασιατικών Σπουδών, Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Γνωστικό αντικείμενο: Οικονομική Γεωγραφία και Γεωπολιτική Θεωρία

Μελέτης Η. Μελετόπουλος*: Η ΑΔΙΑΛΛΑΞΙΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΣΚΟΠΙΩΝ ΕΙΝΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΚΑ ΟΡΘΗ

on Τετάρτη, 24 Ιανουαρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Η σπουδή γιά επίλυση της διαφοράς με τα Σκόπια με βάση μία σύνθετη ονομασία που θα συμπεριλαμβάνει τον όρο «Μακεδονία», εκτός από αντίθετη με το κυρίαρχο λαϊκό αίσθημα, αποτελεί ταυτόχρονα μέγα διπλωματικό σφάλμα. Στην πραγματικότητα, η αδιαλλαξία της ελληνικής πλευράς αποκόμισε ωφέλη που παραγνωρίζουν όσοι επιθυμούν λύση πάση θυσία.

Στην εικοσιπενταετία που πέρασε από την ομόθυμη άρνηση του τότε πολιτικού συστήματος να αναγνωρίσει την FYROM ως Μακεδονία, το κρατίδιο των Σκοπίων αποδυναμώθηκε δραματικά. Παρέμεινε εκτός ΕΕ και ΝΑΤΟ, αιωρούμενο σε διπλωματικό κενό μεταξύ των διασταυρούμενων επιρροών των ισχυρών της περιοχής και εγκλωβισμένο στην υπανάπτυξη. Το καθεστώς Γκρούεφσκι επέβαλε μία γελοία αισθητική με υποτίθεται αρχαιοελληνικά πρότυπα, γιά να τεκμηριώσει την «καταγωγή» των συγχρόνων κατοίκων του κρατιδίου από τους αρχαίους Έλληνες της Μακεδονίας, ταυτόχρονα όμως διολίσθησε σε αυταρχικές και μονοκομματικές λογικές. Η δε αλβανική κοινότητα του Τετόβου διεκδίκησε την πολιτιστική, γλωσσική και αυτοδιοικητική της αυτονομία, σε βαθμό πού σήμερα το δυτικό τμήμα της FYROM είναι de facto ανεξάρτητο από τον κρατικό μηχανισμό που ελέγχουν οι Σλαύοι. Οι οποίοι στρέφονται προς την ομόγλωσση Βουλγαρία, προκειμένου να έχουν σανίδα σωτηρίας σε περίπτωση διαμελισμού του κρατιδίου.


Το γεγονός ότι πολλά κράτη αναγνώρισαν το κρατίδιο της FUROM με την συνταγματική του ονομασία δεν σημαίνει απολύτως τίποτα γιά την βιωσιμότητα και την οικονομική του ανάπτυξη. Η ισχύς ενός κράτους δεν προκύπτει από την αποδεκτή ή μη αποδεκτή ονομασία του αλλά από την οικονομική και αμυντική του ευρωστία, την κοινωνική συνοχή του, τις συμμαχίες του και την συμμετοχή του σε διεθνείς οργανισμούς. Αυτά όλα είναι ανύπαρκτα στην περίπτωση των Σκοπίων. Δεν αντιλαμβάνεται κανείς γιατί πρέπει η ελληνική πλευρά να σπεύσει να του τα προσφέρει.

Πολύ περισσότερο που το κρατίδιο τρέφει επισήμως αλυτρωτικές βλέψεις έναντι της Βόρειας Ελλάδας, που ασφαλώς δεν πρόκειται να εξαερωθούν επειδή θα απαλειφθούν τυπικά από το σύνταγμα της χώρας. Ο αλυτρωτισμός είναι κεντρικό στοιχείο της εθνικής ιδεολογίας και της διάχυτης κουλτούρας των Σλαύων κατοίκων του κρατιδίου, οι οποίοι κοινωνικοποιήθηκαν με άξονα ακριβώς αυτό το «παμμακεδονικό» ψευδοαλυτρωτικό ιδεολόγημα, που θα παραμείνει ζωντανό ακόμα και αν υποχρεωθούν να το αποκηρύξουν επίσημα.

Πέραν αυτού, η αποδοχή ονόματος όπως «Νέα Μακεδονία» ή «Άνω Μακεδονία» κλπ. θα οδηγήσει σε νέο κύκλο διεκδικήσεων από τα Σκόπια, που θα αρχίζουν από την απαίτηση να μην χρησιμοποιεί η Ελλάδα τον όρο Μακεδονία και τα συνθετικά της και θα τελειώνει στην απαίτηση απαγόρευσης του branding γιά τα ελληνικά μακεδονικά προϊόντα.

Την στιγμή που ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ στηρίζει απολύτως την ελληνική πλευρά αποκλείοντας την ένταξη των Σκοπίων χωρίς συμφωνία, δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος η Ελλάδα να είναι ο επισπεύδων.

*Διδάκτωρ Πανεπιστημίου Γενεύης

Μαρία Ευθυμίου: Έχουμε εθιστεί να είμαστε μωρά

on Σάββατο, 13 Ιανουαρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Συνέντευξη: ΝΟΤΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ
Συναντηθήκαμε σε ένα συμπαθητικό εστιατόριο στο Κουκάκι, στα μέσα Δεκεμβρίου. Στα δελτία ειδήσεων έπαιζαν «ψηλά» το ενδεχόμενο εκλογής μουφτή στη Θράκη, τo συνέδριο της Ν.Δ. και η πρωτοφανής κακοκαιρία στις ΗΠΑ. Ποια κακοκαιρία; Στην Αθήνα είχε λαμπρό ήλιο και θερμοκρασίες φθινοπώρου. Η ανάλαφρη διάθεσή μου γρήγορα βάρυνε όταν αρχίσαμε να συζητούμε για το μέλλον της χώρας. Η Μαρία Ευθυμίου ήταν ξεκάθαρη και με συγκεκριμένο σκεπτικό: η βαθιά και παρατεταμένη κρίση που περνάμε δεν μας έδωσε κανένα ουσιαστικό μάθημα. Η πλειονότητα του ελληνικού λαού δεν θέλει να αλλάξει, άρα οποιαδήποτε βελτίωση υπάρξει θα είναι προσωρινή. Δεν θα επιτρέψει να κάνουμε το άλμα που χρειάζεται. Εάν η δυσλειτουργία, η σήψη και η διάλυση παραταθούν, κάποιοι από τους γείτονές μας που εποφθαλμιούν θα μας διαμελίσουν και θα μας απορροφήσουν. Το να ακούς μια τέτοια μαύρη εκτίμηση από έναν άνθρωπο σοβαρό που σπάνια μιλάει στα Μέσα, αλλά έχει αφιερώσει τη ζωή του στη μελέτη της Ιστορίας, σου προκαλεί σύγκρυο.


– Μα δεν πιστεύετε ότι σιγά σιγά τα πράγματα θα πάνε καλύτερα, ιδιαίτερα αν υπάρξει μια πολιτική ηγεσία στον τόπο που θα ενισχύσει την ανάπτυξη;
– Με τα μυαλά και τη νοοτροπία που έχουμε σήμερα, δεν σωζόμαστε. Μπορεί για ένα χρονικό διάστημα λίγων ετών να έρθουν περισσότερα κεφάλαια στην Ελλάδα και να υπάρξει ανάκαμψη. Θα είναι, όμως, πρόσκαιρη. Και θα ξαναβυθιστούμε – εάν πράττουμε τα ίδια. Μεγάλη ευκαιρία μας έδωσε, προ τριακονταπενταετίας, η είσοδός μας στην Ευρωπαϊκή Ενωση. Εμείς, όμως, αντί να ταιριάξουμε με τα προηγμένα κράτη και να αλλάξουμε τα δυσλειτουργούντα σημεία μας, ενδιαφερθήκαμε μόνο για τα χρήματα. Οι πλούσιες και καλοδιοικούμενες χώρες, όμως, δεν έγιναν πλούσιες και καλοδιοικούμενες επειδή βρήκαν ξαφνικά χρήματα. Αμα ήταν έτσι, η Νιγηρία –που έχει πάμπλουτο υπέδαφος– θα ήταν μία από τις πιο πλούσιες και καλοδιοικούμενες χώρες του κόσμου. Δεν είναι θέμα πλούτου. Είναι πώς προσλαμβάνεις τον εαυτό σου και τη λειτουργία σου μέσα στην κοινωνία που ανήκεις. Είναι θέμα βαθύτατα πολιτικό, δηλαδή. Και αφορά όλη την κοινωνία, έναν έναν τον πολίτη.

– Ναι αλλά έχουμε προχωρήσει αρκετά τα τελευταία 30 χρόνια...
– Ασφαλώς. Αν δεις την Ελλάδα του ’49, όταν τελείωσε ο Εμφύλιος, ήταν μια χώρα καψαλισμένη από πάνω μέχρι κάτω. Η διαφορά εικόνας με σήμερα είναι τεράστια. Από τη δεκαετία του ’60 κιόλας είχε βελτιωθεί πολύ η χώρα. Και, βέβαια, μετά το ’80 ήρθαν πολλά χρήματα από την Ε.Ε. Aκοπα χρήματα. Τα οποία μας δίνονταν για να κάνουμε υποδομές, ώστε να μπορέσουμε να εκτοξεύσουμε την οικονομία μας και να συγκλίνουμε προς το ευρωπαϊκό επίπεδο. Εμείς διαχειριστήκαμε το πράγμα όπως το διαχειριστήκαμε. Χωρίς σοβαρότητα και αναμέτρηση με το μέλλον. Eτσι, ήρθε η κρίση. Και βλέπω γύρω μας χώρες που βρίσκονταν κάτω να ανεβαίνουν προς τα πάνω, ενώ εμείς που ήμασταν ψηλότερα να πέφτουμε συνεχώς. Σε όλους τους τομείς. Και πώς να μην κατρακυλάμε, όταν δεν θέλουμε να δούμε τον εαυτό μας και να αλλάξουμε. Eχουμε εθιστεί να είμαστε μωρά. Για όσα παθαίνουμε φταίνε πάντα οι άλλοι και ουδέποτε εμείς. Eτσι ανατρεφόμαστε και στις οικογένειές μας, όπου περιμένουμε οι γονείς μας να μας συντηρούν μέχρι τα γεράματά μας. Το ίδιο κάνουμε και με τις χώρες με τις οποίες μετέχουμε σε ευρύτερους συνασπισμούς. Περιμένουμε να μας νταντεύουν επίσης. Αενάως. Και να είμαστε, βέβαια, πάντοτε εν αγανακτήσει. Το να είμαστε «αγανακτισμένοι» είναι σταθερό σημείο μας. Eχουμε έφεση σ’ αυτό.

– Πώς θα ενηλικιωθούμε και θα γίνουμε πιο ισχυροί;
– Για να γίνουμε πιο ισχυροί, θα πρέπει να συνομιλήσουμε με τον εαυτό μας και να πορευτούμε στη ζωή μας με εντιμότητα. Και όχι να καταφεύγουμε στη θρασυδειλία που δείχνουμε, δηλαδή να κοιτάμε πόσα θα αρπάξουμε, βρίζοντας κι από πάνω, κατηγορώντας τους άλλους για τα δικά μας λάθη κι ανεπάρκειες. Δεν γίνεται με τέτοια αναξιοπρέπεια να πορευθεί μια κοινωνία. Πρέπει να γίνουμε γενναίοι. Γενναίος είναι αυτός που αναλαμβάνει την ευθύνη των πράξεών του και αποφασίζει να βασιστεί στις δυνάμεις του για να προχωρήσει. Να τηρήσει μιαν αντρίκια συμπεριφορά, όπως λέγαμε παλιά. Αλλά δεν νομίζω ότι θα συμβεί κάτι τέτοιο. Πολύ φοβάμαι ότι η μακρόσυρτη αδυναμία μας θα δώσει χώρο να απορροφηθούμε από άλλες δυνάμεις.

– Με βίαιο τρόπο εννοείτε;
– Eνα τμήμα της εξέλιξης αυτής αναπόφευκτα θα είναι βίαιο. Και θα μας οδηγήσει, σταδιακά, να χάσουμε την πολιτιστική μας ταυτότητα – την οποία, εξάλλου, οι ίδιοι αποποιούμεθα και για την οποία αδιαφορούμε. Oπως, π.χ., για τη γλώσσα μας.

– Θεωρείτε ότι η Τουρκία μπορεί να διαδραματίσει αυτό τον ρόλο;
– Η Τουρκία είναι μεγάλος παίκτης. Και εξ αυτού, εξαιρετικά επικίνδυνη. Πάντως, δεν θα είναι η Γερμανία αυτή που θα μας απορροφήσει, όπως λένε κάποιοι.

– Ναι, αλλά δεν βλέπω πολλούς να βγαίνουν και να τονίζουν ότι πρέπει να αλλάξουμε και να σοβαρευτούμε.Eχει λεχθεί σε όλους τους τόνους, από πολλούς και επί μακρόν. Εμείς, ωστόσο, δεν το ακούμε αυτό. Μας αρέσει να ζούμε μέσα στη συνωμοσιολογία: ότι όλοι μάς επιβουλεύονται, ότι μας ζηλεύουν για το ωραίο μας κλίμα, τη χαλαρή ζωή μας, τα ορυκτά μας κ.λπ. Μέχρι και σήμερα το ένα τρίτο του ελληνικού λαού πιστεύει ότι το ψεκάζουν. Οπότε τι συζητούμε; Από ποια βάση ξεκινάμε;

Αν βάλεις ταμπέλα «αριστερού», ό,τι και να κάνεις γίνεται ανεκτό.Η Μαρία Ευθυμίου θεωρεί ότι η χώρα συνεχίζει σήμερα να ταλανίζεται και να μην μπορεί να ξεπεράσει τον διχασμό και τις πληγές του Εμφυλίου. Μπορεί, λέει, ο Εμφύλιος να τελείωσε το ’49, πολιτικά, όμως, ο διχασμός μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς παρατείνεται, με μεταλλάξεις, μέχρι σήμερα. Μάλιστα, στη διάρκεια των δεκαετιών που κύλησαν, συνέβη μία ανατροπή: οι ηττημένοι του Εμφυλίου αναδείχθηκαν, μέσα από το λαϊκό αφήγημα, στους ηθικούς νικητές του. Μέσα στο υποσυνείδητο σημαντικού μέρους του ελληνικού λαού οι ηττημένοι του Εμφυλίου κατετάγησαν στα «παλικάρια», στους «κοινωνικά ευαίσθητους», στους «προοδευτικούς». Eτσι, στη Μεταπολίτευση, το οικοδόμημα της κοινωνίας περιστράφηκε υποδορίως γύρω από αυτό το αφήγημα. Ο καθένας παρουσίαζε τον εαυτό του ως «αριστερό», άρα ως «θύμα» της εκάστοτε «κακής κυβέρνησης» (που ο ίδιος πάντως εξέλεγε και παρωθούσε στα άθλια), ώστε να απαιτεί, υπό ιδεολογική κάλυψη, και άλλες παροχές και άλλες ασυδοσίες που δεν δικαιούνταν ούτε του αναλογούσαν.

Oπως αναφέρει στο τελευταίο βιβλίο της («Μόνο λίγα χιλιόμετρα. Ιστορίες για την Ιστορία», που γράφηκε σε συνεργασία με τον Μάκη Προβατά και κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο από τις εκδόσεις Πατάκη), με την αποκατάσταση της Δημοκρατίας, αντί ν’ αδράξουμε την ευκαιρία να επανεκκινήσουμε την κοινωνία μας σε μια νέα βάση, υγιή, βυθιστήκαμε στις αρρώστιες του παρελθόντος και είδαμε τον εαυτό μας σε αντιπαράθεση με τις προηγούμενες εποχές. Και καθώς αυτές οι προηγούμενες εποχές εμπεριείχαν πολύ και πολλές φορές υποκριτικό «πατριωτικό» λόγο, αποφασίσαμε ότι ο πατριωτισμός –το να πονάς δηλαδή και να φροντίζεις τη χώρα σου, να προστατεύεις την κοινωνία σου και το δημόσιο αγαθό– είναι «αντιδραστικό» και «φασιστικό», ενώ το να καταστρέφεις και να βανδαλίζεις τη δημόσια περιουσία της είναι «προοδευτικό».

Σημειώνει, στη συζήτησή μας, ότι, όπως λέει και ο Ζοζέ Σαραμάγκου, ο αριστερός λόγος σήμερα, αντί να υπερασπίζεται την αλήθεια, έχει γίνει η κολυμβήθρα του Σιλωάμ για την κάλυψη κάθε αθλιότητας. Αν προλάβεις και βάλεις την ταμπέλα του «αριστερού», ό,τι και να κάνεις γίνεται ανεκτό από μια κοινωνία που φοβάται να καταγγείλει το κακό μην τύχει και τη χαρακτηρίσουν, οι με την ταμπέλα «αριστερός» φασίστες, «φασιστική» και «αντιδραστική».

Και φέρνει σαν παράδειγμα την τραγωδία της Marfin. Τους τρεις νεκρούς –μια γυναίκα από τους οποίους ήταν, μάλιστα, έγκυος– που κάηκαν στο κέντρο της Αθήνας από ομάδες «αγανακτισμένων αριστερών», οι οποίοι φώναζαν ηρωικά «να καείτε, να καείτε, να πάτε να γ...τε». Επειδή εργάζονταν, ενώ θα έπρεπε, κατά τη γνώμη των «αριστερών» διαδηλωτών, να απεργούν. Λες κι η απεργία είναι υποχρεωτική. Και γι’ αυτούς τους τρεις ανθρώπους δεν μιλάμε καθόλου επειδή κάηκαν από «αριστερούς». Δεν υπάρχει καμία μνεία. Πουθενά. Ούτε καν μία πλακέτα έξω από το κτίριο όπου κάηκαν ζωντανοί. Αντίθετα, τον τραγουδιστή Παύλο Φύσσα που μαχαιρώθηκε στον Πειραιά από κάποιες εγκληματικές φασιστικές ομάδες τον θυμόμαστε και τον τιμούμε – και σωστά πράττουμε. Τον θυμόμαστε, όμως, και τον τιμούμε επειδή οι δολοφόνοι ήσαν φασίστες και όχι αριστεροί. Αυτή, όμως, η ηθική δεν μπορεί, ως κοινωνία, να μας πάει πουθενά.

Χαμηλές απαιτήσεις

Από το 2006 η Μαρία Ευθυμίου έχει δώσει χιλιάδες διαλέξεις σε όλη την Ελλάδα διδάσκοντας Παγκόσμια και Ελληνική Ιστορία. Δεκάδες χιλιάδες ανθρώπων έχουν προσέλθει στα μαθήματα αυτά για να μπορούν να ερμηνεύουν καλύτερα όσα συμβαίνουν γύρω τους.

Ως προς το θέμα της παιδείας, λέει πως στην κοινωνία έχει δημιουργηθεί ένα κλίμα χαμηλής απαιτητικότητας. Στα σχολεία όλοι οι μαθητές, έτσι κι αλλιώς, παίρνουν Α στο δημοτικό και 19 ή 20 στο γυμνάσιο, δουλέψουν δεν δουλέψουν, μάθουν δεν μάθουν. Εχουμε ένα απίθανο ποσοστό αριστούχων παγκοσμίως. Καμία σύγκριση με παλαιότερα. Ο απόφοιτος δημοτικού του σχολείου της γειτονιάς πριν από 40 χρόνια ήξερε πολύ περισσότερα από πολλούς αποφοίτους λυκείου σήμερα. Μετά το 1980 αποφασίσθηκε το κλίμα αυτό προκειμένου «να μην επιβαρυνθεί η ψυχή των παιδιών». Είναι κι αυτό άλλη μία έκφανση της δήθεν «αριστερής» πλευράς μας. Δηλαδή, του τίποτα.

Η συνάντηση
Το εστιατόριο «Η φάμπρικα του Ευφρόσυνου», το διάλεξε η Μαρία Ευθυμίου – της αρέσει και είναι κοντά στο σπίτι της, στο Κουκάκι. Ξεκινήσαμε το γεύμα με μια υπέροχη κολοκυθόσουπα βελουτέ και μοιραστήκαμε μια γευστική μερίδα ιτσλί πολίτικο (πλιγούρι γεμιστό με κιμά, κουκουνάρι και μπαχαρικά) και μια πολύχρωμη καροτοσαλάτα με μαϊντανό, φουντούκι, αμύγδαλο, λεμόνι, μηλόξιδο και λουκούμι φασκόμηλο. Ηπιαμε νερό και όχι αλκοόλ, γιατί και οι δύο θα πηγαίναμε απευθείας για δουλειά. Μας κέρασαν μια ζεστή μηλόπιτα. Ο λογαριασμός ήταν 35,90 ευρώ.

Oι σταθμοί της
1955
Γεννήθηκε στη Λάρισα.
1962
Εγκαταστάθηκε με την οικογένειά της στην Αθήνα.
1977
Πήρε πτυχίο από το Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1981
Ξεκίνησε να διδάσκει Ιστορία στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.
1982
Γεννήθηκε ο πρώτος γιος της.
1984
Ολοκλήρωσε το διδακτορικό της στη Σορβόννη. Γεννήθηκε ο δεύτερος γιος της.
2013
Ελαβε το Βραβείο Εξαίρετης Πανεπιστημιακής Διδασκαλίας στη μνήμη Β. Ξανθόπουλου - Στ. Πνευματικού.

Σάββας Ιακωβίδης: Ξεκάθαρα μηνύματα του Λαβρόφ προς τους διζωνικούς τυμπανιστές

on Σάββατο, 30 Δεκεμβρίου 2017. Posted in Απόψεις μη Μελών

Επιμέλεια: Γ. Δουδούμης, ΔΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Να πούμε ξανά και ωμά τα πράγματα με το όνομά τους: Η διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία είναι τουρκικής και αγγλικής έμπνευσης. Στοχεύει πρώτιστα στην εξυπηρέτηση των βρετανικών και τουρκικών συμφερόντων αναλώμασι των νόμιμων κατοίκων της Κύπρου. Η διζωνική τερατουργία δεν υπάρχει στην διεθνή νομολογία. Επιχειρήθηκε εφαρμογή της στο ρατσιστικό καθεστώς της Ν. Αφρικής και ο Ν. Μαντέλα ορθά την απέρριψε. Η διζωνική, καθ’ ομολογίαν ακόμα και του διαπρύσιου προαγωγού της, Ν. Αναστασιάδη, θα δώσει στην κατοχική Τουρκία ισχυρό βήμα για να εκβιάζει την Ευρώπη. Και θα οδηγήσει στην προτεκτορατοποίηση και ισλαμοποίηση της νήσου.

Η διζωνική, την οποία οι Αγγλοαμερικανοί με τη συνέργεια δικών μας ηγετών επιχειρείται να επιβληθεί στους νόμιμους κατοίκους της Κύπρου, δεν μπορεί να αγνοεί τις ευαισθησίες όπως και την πολιτική των γειτονικών χωρών και δη της Αιγύπτου και του Ισραήλ, χώρια η Ελλάδα, της οποίας ο στρατηγικός χώρος πρέπει να εκτείνεται και να φθάνει μέχρι τις ακτές της Αν. Μεσογείου. Με απλά λόγια: Η διζωνική, με τις ολέθριες υποχωρήσεις τουλάχιστον δύο Προέδρων, του Δ. Χριστόφια και του Ν. Αναστασιάδη, επιτρέπει στην Τουρκία να έχει ενεργό και αποφασιστικό ρόλο όχι μόνο στην Κύπρο και στην ΕΕ αλλά και στις εξελίξεις της Μέσης Ανατολής.

Επικίνδυνος Ερντογάν

Ο πρόεδρος Ερντογάν θεωρείται από τους Αμερικανούς και τους Δυτικούς ως ο πλέον αναξιόπιστος, απρόβλεπτος, αλαζόνας και επικίνδυνος σύμμαχος για το ΝΑΤΟ. Η επιτήδεια προσέγγιση του με τη Ρωσία, η αγορά των S-400 και η ενορχηστρωμένη από τον ίδιο αντίδραση των αραβικών και άλλων χωρών - περιλαμβανομένης, δυστυχώς, της Ελλάδος και της Κύπρου -  κατά της απόφασης του Αμερικανού προέδρου Τραμπ, να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, τον κατέστησαν αποδιοπομπαίο τράγο του διακρατικού και διεθνούς συστήματος. Άρα, «λύση» του Κυπριακού με τουρκικές προδιαγραφές επηρεάζει και παραβλάπτει ζωτικά εθνικά συμφέροντα πολλών και ειδικά μεγάλων χωρών, όπως π.χ., η Ρωσία, οι οποίες εμπλέκονται και διαδραματίζουν σοβαρό ρόλο στα πράγματα της Μέσης Ανατολής.
 
Η Μόσχα ανέκαθεν επιδιώκει να έχει σημαντικό ρόλο στις υποθέσεις των μεσογειακών χωρών. Βεβαίως, δεν παραγνωρίζει τις σφαίρες επιρροής ούτε την ισορροπία δυνάμεων και συμφερόντων στην περιοχή. Γνωρίζει ότι μετά την κρίση του Σουέζ και την δραστήρια εμπλοκή των ΗΠΑ στην περιοχή μας, η Κύπρος, είτε αρέσει είτε όχι, ανήκει στην σφαίρα επιρροής των αγγλοαμερικανικών συμφερόντων. Γι’ αυτό και η Μόσχα δεν επιδιώκει στρατιωτικές βάσεις στο νησί, παρά τις αφελείς εκκλήσεις διαφόρων αμαθών Κυπρίων πολιτικών, ιδιαίτερα μετά την κατάρριψη ρωσικού μαχητικού από τους Τούρκους ή την δολοφονία του Ρώσου πρέσβη στην Τουρκία. Η Μόσχα γνωρίζει τα όριά της αλλά ξέρει ταυτόχρονα την ισχύ της, η οποία καθορίζει και την πολιτική της στην περιοχή.
 
Σταθερή, βιώσιμη λύση
 
Η Ρωσία εδώ και δεκαετίες παραμένει σταθερή στις διακηρυγμένες περί Κύπρου θέσεις της, οι οποίες, βεβαίως, δεν αφίστανται της πολιτικής της να αποδυναμώσει την επιρροή των Αγγλοαμερικανών και του ΝΑΤΟ στην Μ. Ανατολή. Η λυκοφιλία της με τον σουλτάνο, η πώληση των S-400 στους Τούρκους, η υποστήριξη του δικτάτορα Άσαντ και οι βάσεις της στην Συρία είναι αποδείξεις του αυξημένου ρόλου τον οποίο ο πρόεδρος Πούτιν επιδιώκει να διαδραματίσει. Καθ’ ομολογίαν Αμερικανών αναλυτών, ο Ρώσος Πρόεδρος έκοψε ουσιαστικά το χορτάρι κάτω από τα πόδια ενός Τραμπ που, με την απόφασή του να αναγνωρίσει την Ιερουσαλήμ ως πρωτεύουσα του Ισραήλ, έστρεψε σχεδόν όλο τον κόσμο εναντίον του. Η Μόσχα επιδιώκει να πληρώσει το κενό ισχύος που οι ΗΠΑ άφησαν εξαιτίας της στόχευσης του ενδιαφέροντός τους προς την Άπω Ανατολή και δη προς την Κίνα.
 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο του ανανεωμένου και έντονου ρωσικού ενδιαφέροντος πρέπει να τοποθετηθούν και οι θέσεις, τις οποίες ο Υπουργός Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ, διατύπωσε σε αποκλειστική συνέντευξή του την περ. Κυριακή (24.12.2017), στην «Σημερινή». Ερωτηθείς μετά το ναυάγιο των συνομιλιών για το Κυπριακό, στο Crans-Montana, ο Λαβρόφ υπογράμμισε ότι η Μόσχα στηρίζει την συνέχιση του διαλόγου και πρόσθεσε:
 
«Η δική μας θέση αρχών είναι καλά γνωστή και εξακολουθεί να παραμένει αναλλοίωτη. Η αποκατάσταση της Κύπρου υπό την μορφήν ανεξάρτητου, κυρίαρχου, εδαφικά ακέραιου και ενωμένου κράτους ανταποκρίνεται στα συμφέροντα τόσο των ιδίων των Κυπρίων, όσο και στον στόχο διασφάλισης της ειρήνης και της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η οδός για την επίτευξη αυτού του στόχου περνάει μέσα από μια συνολική, δίκαιη, σταθερή και βιώσιμη λύση του Κυπριακού Προβλήματος».

Διεθνής με τους «πέντε»
 
«Εμείς θεωρούμε», προσθέτει ο Λαβρόφ, «ότι οι εσωτερικές πτυχές της διευθέτησης αποτελούν αποκλειστικό προνόμιο των ιδίων των πλευρών. Θα υποστηρίξουμε εκείνη την απόφαση, στην οποία θα καταλήξουν οι Κύπριοι μεταξύ τους, έχοντας υπόψη τα νόμιμα συμφέροντα και των δύο κυπριακών κοινοτήτων. Πιστεύουμε ότι είναι απαράδεκτες οιεσδήποτε προσπάθειες έξωθεν επιβολής έτοιμων αποφάσεων, όπως και η επιβολή τεχνητών χρονοδιαγραμμάτων.
 
»Κεντρική θέση στη διαδικασία διευθέτησης αποδίδουμε στον ΟΗΕ, επειδή ολόκληρη η διαδικασία των συνομιλιών πραγματοποιείται στη βάση των Αποφάσεων του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ. Για τον λόγο αυτό, μας φαίνεται λογική η πρότασή μας για τη συμμετοχή όλων των Μονίμων Μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, συμπεριλαμβανομένης, εννοείται, και της Ρωσίας, στη συζήτηση των διεθνών πτυχών της διευθέτησης, καθώς και σε μια Διεθνή Διάσκεψη για την Κύπρο».
Τι υπογραμμίζει η Μόσχα διά του Λαβρόφ; Υποστηρίζει «αποκατάσταση της Κύπρου υπό την μορφήν ανεξάρτητου, κυρίαρχου, εδαφικά ακέραιου και ενωμένου κράτους (το οποίο να) ανταποκρίνεται στα συμφέροντα τόσο των ιδίων των Κυπρίων, όσο και στον στόχο διασφάλισης της ειρήνης και της ασφάλειας στην Ανατολική Μεσόγειο. Η οδός για την επίτευξη αυτού του στόχου περνάει μέσα από μια συνολική, δίκαιη, σταθερή και βιώσιμη λύση του κυπριακού προβλήματος».
 
Προλείανση τουρκοποίησης
 
Οι ξεκάθαρες ρωσικές θέσεις όπως και η επιμονή της Μόσχας για συμμετοχή των πέντε μόνιμων μελών του ΣΑ σε διεθνή διάσκεψη για το Κυπριακό, συγκρούονται ευθέως με όσα ολέθρια ο Ν. Αναστασιάδης έχει αποδεχτεί στις συνομιλίες: Διζωνικό, δικοινοτικό κράτος ρατσιστικής και αντιδημοκρατικής σύνθεσης και υφής. Πενταμερής διάσκεψη με απουσία της νόμιμης και διεθνώς αναγνωρισμένης Κυπριακής Δημοκρατίας. Εκ περιτροπής προεδρία. Παραμονή όλων των εποίκων ως προλείανση της τουρκοποίησης της νήσου. Παραμονή τουρκικών στρατευμάτων και μετά από πιθανή λύση. Αριθμητική ισότητα και βέτο των Τ/κ σε όλες σχεδόν τις πτυχές του ομόσπονδου κράτους. Αναγνώριση «συναισθηματικής σύνδεσης» του κλέφτη ε/κ περιουσιών, κτλ. Γνωστού όντος ότι οι Τ/κύπριοι είναι ασφυκτικά ελεγχόμενοι από την Τουρκία, πρακτικά και ουσιαστικά η Τουρκία θα ελέγχει την Κύπρο – διά της υπογραφής μας.
 
Αυτή η κατάσταση πραγμάτων επηρεάζει αμεσότατα και τα ρωσικά συμφέροντα στο νησί καθώς και εκείνα του Ισραήλ, της Αιγύπτου και Ευρωπαίων εταίρων μας. Ο Λαβρόφ προβαίνει και σε μια νέα, σαφέστατη προειδοποίηση: «Πιστεύουμε», είπε, «ότι είναι απαράδεκτες οιεσδήποτε προσπάθειες έξωθεν επιβολής έτοιμων αποφάσεων, όπως και η επιβολή τεχνητών χρονοδιαγραμμάτων». Πρόκειται για ευθεία προειδοποίηση προς την Τουρκία όπως και προς όλους όσοι υποστηρίζουν τις τουρκικές θέσεις, εκτός αλλά και εντός Κύπρου και δεν αναφερόμαστε μόνο σε όσα ο πράκτορας της κατοχής και φίλος του Ν. Αναστασιάδη, Ακιντζί, δηλώνει σε ώτα ΔΗΣΑΚΕΛικά και Αναστασιαδικά επιτηδείως μη ακούοντα.
 
Οι δύο ίπποι του νέου Προέδρου
 
Οι δηλώσεις Λαβρόφ πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψη στο πλαίσιο των διακρατικών σχέσεων Κύπρου-Ρωσίας αλλά και της περιφερειακής και διεθνούς συγκυρίας, η οποία εμφανίζει μιαν αυξημένη αντιπαλότητα μεταξύ Μόσχας και Ουάσινγκτον στην περιοχή μας. Οι πιο πάνω θέσεις διατυπώνονται από μία χώρα η οποία και για τα δικά της συμφέροντα τηρεί μία διαχρονική στάση στο Κυπριακό, η οποία εξυπηρετεί και τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Κυπριακό όπως και σε πολλούς άλλους τομείς της διμερούς συνεργασίας.
 
Ουδείς πρέπει να παραβλέπει ή να υποτιμά ότι η Κύπρος ανήκει στην αγγλοαμερικανική σφαίρα επιρροής. Οι τυμπανιστές και κράχτες της διζωνικής εμφανίζονται να μη καταλαβαίνουν όσα δήλωσε ο Λαβρόφ. Ο νέος Πρόεδρος, ο οποίος θα εκλεγεί σε ένα μήνα, καλείται να ιππεύει επιτηδείως και ταυτόχρονα δύο ίππους, τον μεν ένα Αγγλοαμερικανό τον δε άλλον, Ρώσο. Απαιτείται τέχνη άριστου πολιτικού ακροβάτη, αξιόπιστου στην άσκηση πολιτικής, ικανού να εκτιμήσει σωστά εξελίξεις και συγκυρίες, να κτίσει στρατιωτικές συμμαχίες, να χρησιμοποιήσει τον ενεργειακό παράγοντα και να θωρακίσει την Κύπρο έναντι της τουρκικής αρπακτικότητας.  
Σημερινή

Θεόδωρος Καρυώτης*: «Ακόμη μια χαμένη ευκαιρία για την ΑΟΖ: Τα σενάρια μυστικής διπλωματίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.»

on Τετάρτη, 13 Δεκεμβρίου 2017. Posted in Απόψεις μη Μελών

Επιμέλεια Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

Θεόδωρος Καρυώτης*: «Ακόμη μια χαμένη ευκαιρία για την ΑΟΖ: Τα σενάρια μυστικής διπλωματίας μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας.»

Ο Αλέξης Παπαχελάς με την συνέντευξη που πήρε στο παλάτι του Ταγίπ Ερντογάν έδωσε την μεγαλύτερη βοήθεια στην ελληνική κυβέρνηση αποκαλύπτοντας με μεγάλη καθαρότητα το σύνολο της τουρκικής ατζέντας στις σχέσεις με την Ελλάδα.


Στην σημαντική όμως ερώτησή του για το Αιγαίο, ο Παπαχελάς είχε την δυνατότητα να αναφερθεί και στην ΑΟΖ, αλλά δεν το έπραξε. Είπε: «Εάν είχατε εσείς μια ιδεατή λύση για το Αιγαίο πως θα έμοιαζε, με τι θα έμοιαζε;», και ο Ερντογάν απάντησε:
«Στο Αιγαίο υπάρχουν αποστάσεις μεταξύ των νησιών που είναι αρκετά προβληματικές και θεωρώ ότι αυτά τα προβλήματα μπορούν εύκολα να ξεπεραστούν, Έχουμε θέματα στην οριοθέτηση του εναερίου χώρου και των θαλάσσιων συνόρων και στον καθορισμό της υφαλοκρηπίδας και νομίζω ότι υπάρχουν τα συγκεκριμένα θέματα που μπορούν εύκολα να ξεπεραστούν……… Το θέμα της οριοθέτησης των χωρικών υδάτων είναι πολύ σημαντικό σε αυτή τη φάση και εάν μπορέσουμε να ξεπεράσουμε τις προκλήσεις, νομίζω ότι θα έχουμε αντιμετωπίσει την διαδικασία για πάντα.»

Πάντως, εάν κάποιος που άκουγε τον Ερντογάν για πρώτη φορά, παρακολουθώντας την συνέντευξή του θα έφευγε με την εντύπωση ότι ήταν ένας ηγέτης υψηλού επιπέδου, με σημαντικά προσόντα και άριστα προετοιμασμένος. Η ελληνική πολιτική ηγεσία, που παρακολούθησε την μεγάλη δημοσιογραφική επιτυχία του Αλέξη Παπαχελά, κατάλαβε ότι έπρεπε να παρουσιαστεί ακόμα καλύτερα και φαίνεται ότι τα κατάφερε. Βέβαια, έπαιξε από την αρχή στο γήπεδο του Ερντογάν γνωρίζοντας ότι η Συνθήκη της Λωζάνης έπρεπε να προφυλαχτεί σαν κόρη οφθαλμού και η παρέμβαση του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας ήταν καθοριστική. Αξίζει να αναφέρουμε εδώ το σχόλιο της αυστριακής Der Standard:
«Ο Τούρκος Πρόεδρος καταλαμβάνει από μόνος του το μεγαλύτερο μέρος του λευκού καναπέ στην έδρα του Έλληνα οικοδεσπότη. Ο Προκόπης Παυλόπουλος κάθεται στη δεξιά γωνία του καναπέ. Ωστόσο η γλώσσα του σώματος απατά. Ο 67χρονος Έλληνας με τα άσπρα μαλλιά λογομαχεί απροσδόκητα έντονα με τον καλεσμένο από την Τουρκία.»
Ο ελληνικός λαός πρέπει να αισθάνεται υπερήφανος για τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας όταν είπε στον Ερντογάν: «Το θεμέλιο της φιλίας μας δεν είναι άλλο από τη Συνθήκη της Λωζάνης, η οποία καθορίζει τα σύνορα και την κυριαρχία της Ελλάδας και της ΕΕ και είναι για εμάς αδιαπραγμάτευτη. Δε χρειάζεται αναθεώρηση ούτε επικαιροποίηση. Καλύπτει απολύτως τα ζητήματα και δεν αφήνει περιθώριο για γκρίζες ζώνες, όπως για τις μειονότητες, στη θρησκευτική μουσουλμανική μειονότητα»
Ο δημοσιογράφος Μιχάλης Ιγνατίου με αυτό το σχόλιο συνόψισε, με ακρίβεια, το διήμερο της επίσκεψης του Τούρκου προέδρου στην πατρίδα μας:
«Η ελληνική ηγεσία έδωσε την ευκαιρία στον Ερντογάν να παίξει το ισλαμικό παιγνίδι του επί ελληνικού εδάφους. Δεν έπρεπε… Την ίδια στιγμή, και πέραν κάθε αμφιβολίας, αναγνωρίζω ότι ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Πρωθυπουργός στάθηκαν άξια προστατεύοντας και προβάλλοντας τις ελληνικές εθνικές θέσεις. Είναι θέσεις ορθές αυτές που εξέφρασαν, εθνικές και πατριωτικές, όχι εθνικιστικές. Η Ελλάδα δεν απειλεί κανένα, και δεν ζητά τίποτα από αυτά που χάθηκαν στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Δεν δέχεται την αλλαγή συνόρων, κάτι όμως που επιδιώκει η Τουρκία.»

Αλλά ξαφνικά, out of the blue, όπως θα έλεγε και ο ίδιος, πετάχτηκε ο γιός του Ανδρέα Παπανδρέου και με ύφος μεγάλου διπλωμάτη άσκησε κριτική στους χειρισμούς του Προκόπη Παυλόπουλου κατά την συνάντησή του με τον Ρετζέπ Ερντογάν λέγοντας:
«Οι Ελληνοτουρκικές σχέσεις, απαιτούν στρατηγική, σοβαρούς χειρισμούς και κυρίως, όχι αυτοσχεδιασμούς που μπορούν να βλάψουν τα εθνικά μας θέματα».

Ξεχνά ο γιός του μεγάλου Ανδρέα ότι πολέμησε την ΑΟΖ του άλλου μεγάλου Τάσσου Παπαδόπουλου και ζήτησε από την Κύπρο να μη κάνει την σωστή οριοθέτηση της ΑΟΖ με την Αίγυπτο για να μη ενοχλήσει την Τουρκία.

Η επιστροφή της Υφαλοκρηπίδας
Φαίνεται, δυστυχώς, ότι επανέρχονται τα σενάρια μυστικής διπλωματίας μεταξύ Αθήνας- Άγκυρας, που μας ταλαιπώρησαν τρεις δεκαετίες τώρα, για την υφαλοκρηπίδα. Έχουμε κάνει διερευνητικές επαφές από το 2002, δηλαδή για πάνω από 15 χρόνια και παραπάνω από 60 γύρους. Δηλαδή πόσους άλλους γύρους να κάνουμε;
Αυτή η ελληνική διαπραγματευτική ομάδα θα αρχίσει πάλι το τροπάριο της υφαλοκρηπίδας αντί να επιμείνει ότι ήρθε η ώρα η Ελλάδα να ανακηρύξει την ΑΟΖ και να την οριοθετήσει με την Κύπρο και την Αίγυπτο.
Δεν γνωρίζω τι διημείφθη στην κλειστή συνάντηση του Ερντογάν με τον Τσίπρα, αλλά χάσαμε άλλη μία ευκαιρία να θέσουμε δημόσια το θέμα της ΑΟΖ. Θα ήταν όντως πολύ τραγικό, εάν δεν συζητήθηκαν τα δυο μεγάλα θέματα για μας που καλύπτονται πλήρως από το UNCLOS, δηλαδή τα χωρικά ύδατα 12 ν.μ. (είμαστε το μόνο κράτος που διαθέτει 6 ν.μ.) και η ΑΟΖ.
Βέβαια πρέπει να λάβουμε υπόψη και την δημιουργική ασάφεια της πρώτης φοράς αριστεράς, διότι συνέβη κάτι πολύ παράξενο τρεις ημέρες πριν την άφιξη του τούρκου προέδρου στην Αθήνα. Ο Υπουργός Ενέργειας Γιώργος Σταθάκης σε ερώτηση, πού βρίσκεται το ζήτημα της οριοθέτησης της ΑΟΖ της Ελλάδας με την Κύπρο και την Αίγυπτο, απάντησε:
«Η οριστική και τελική οριοθέτηση των ΑΟΖ είναι επιβεβλημένη και νομίζω θα προχωρήσουμε πολύ σύντομα. Είναι μικρές κατά τη γνώμη μου οι διαφορές και σίγουρα μπορούμε να ολοκληρώσουμε την οριοθέτηση πολύ σύντομα».
Αλλά η κυβέρνηση φαίνεται να λέει άλλα πράγματα. Με ένα non paper που διακινεί το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να οριοθετήσει τις σχέσεις με την Τουρκία μετά τα όσα «καταιγιστικά» καταγράφηκαν την πρώτη ημέρα επίσκεψης του Ερντογάν στην Αθήνα.
Στο πλαίσιο αυτό μια παράγραφος του non paper αναφέρει:
Συμφωνήθηκε η – υπό την υψηλή εποπτεία των δύο ηγετών – επανέναρξη των συνομιλιών ΜΟΕΑ (με ενεργή συμμετοχή της στρατιωτικής ηγεσίας και της υπηρεσιακής ηγεσίας του ΥΠΕΞ) και η επανέναρξη των διερευνητικών συνομιλιών για την υφαλοκρηπίδα.
Η μας δουλεύουν ή δεν γνωρίζουν τι κάνουν.

Επίλογος
Η Τουρκία με επιθετικότητα και ασύστολο θράσος συνεχίζει για 43 χρόνια (όσο και η ηλικία του Πρωθυπουργού) μια επιθετική και επεκτατική πολιτική στο Αιγαίο και τα τελευταία χρόνια και στο σύμπλεγμα του Καστελόριζου, προβάλλοντας συνεχώς διεκδικήσεις, χωρίς να βασίζεται σε διεθνείς συνθήκες και παραβιάζοντας όλους τους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Όπως αναφέρει ο αείμνηστος Κωνσταντίνος Οικονομίδης, που υπήρξε Διευθυντής της Ειδικής Νομικής Υπηρεσίας του ΥΠΕΞ:
«Η επεκτατική συμπεριφορά της Τουρκίας, η οποία εμφανώς δεν συνάδει με την σύγχρονη εποχή, στηρίζεται κυρίως σε τρεις παράγοντες:
– στην ισχύ έναντι της χώρας μας,
– στην αδυναμία του διεθνούς συστήματος να επιβάλει την εφαρμογή των διεθνών κανόνων και
– στην αδιαφορία των Μεγάλων Δυνάμεων, οι οποίες εξακολουθούν πάντοτε να τοποθετούν το ατομικό τους συμφέρον υπεράνω του γενικού συμφέροντος της διεθνούς κοινότητας ως συνόλου.
Από την άλλη πλευρά, η χώρα μας, χωρίς σχέδιο και προγραμματισμό, δεν μπορεί παρά να ακολουθεί αμυντική πολιτική, πολλές φορές πυροσβεστικού χαρακτήρα. Μόνιμο χαρακτηριστικό της είναι η ατολμία με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ασκήσει νόμιμα δικαιώματα που της παρέχει το διεθνές δίκαιο και μερικές φορές και η υποχωρητικότητα.»
Οι αυξανόμενες τουρκικές προκλήσεις στο Αιγαίο Πέλαγος, τα σενάρια μυστικής διπλωματίας μεταξύ Αθήνας- Άγκυρας, που φαίνεται ότι τώρα επανέρχονται, και η εγκληματική αμέλεια των ελληνικών κυβερνήσεων να ανακηρύξουν μια Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) θέτουν σε κίνδυνο τα εθνικά κυριαρχικά μας δικαιώματα σε μια περίοδο που η Ελλάδα εμφανίζεται τρωτή απέναντι σε διεθνείς πιέσεις.
http://mignatiou.com/2017/12/akomi-mia-chameni-efkeria-gia-tin-aoz-ta-senaria-mistikis-diplomatias-metaxi-athinas-ke-agkiras/

*Καθηγητής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστημιακό Σύστημα Maryland των ΗΠΑ και ειδικός σε θέματα ΑΟΖ, δεδομένου ότι θεωρείται και ο πατέρας της ελληνικής ΑΟΖ. Διδάσκει Μακροοικονομία, Τραπεζική και Διεθνή Οικονομία. Υπήρξε μέλος της Ελληνικής Αντιπροσωπίας στη Διάσκεψη του ΟΗΕ για το Δίκαιο της Θάλασσας.

Maria Demertzis: The EU and the US: a relationship in motion

on Πέμπτη, 30 Νοεμβρίου 2017. Posted in Απόψεις μη Μελών

Επιμέλεια Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

Maria Demertzis: The EU and the US: a relationship in motion

Europe’s post-crisis recovery has been disappointing in comparison with the USA. But lower rates of inequality are staving off populism and bolstering support for globalisation. With the USA an increasingly unpredictable partner, the EU must address internal imbalances and build alliances to defend the multilateral order.


The legacy of the financial crisis has left a different trail in the EU economy by comparison to that of the US. Almost a decade after the start of what was undoubtedly the worst financial crisis in the last 50 years, the US has managed to restore financial stability and deliver a convincing path back to growth. The EU, by contrast, has not achieved a credible return to economic vigour. It is true that Europe has seen some renewed growth recently, but it remains weak and precarious. This is in part due to the EU’s weaker institutional resilience. High unemployment, particularly for the young, an excess of non-performing loans on banks’ balance sheets, and an incomplete banking union, all help explain the precarious nature of the stability and growth that we observe.
Despite these major economic challenges, Europe does have one important strength. Most European countries have always maintained relatively low levels of income inequality, certainly in comparison with the US. As the benefits of opening up their economies were shared more evenly, citizens found it easier to accept and endorse the benefits of globalisation. As a result, there has on the whole been support in Europe for closer cooperation between nations. In contrast, in the US and to some extent also the UK, the benefits of globalisation accrued only to a few. These societies became distinctively more polarised, giving rise to deep discontent. And this is, in my view, an important reason behind the electoral outcomes that we saw since 2016.
Nevertheless, there is no doubt that on both sides of the Atlantic the political trail of this last 10 years has been a rise in populism, inwardness and ultimately even protectionism. However, the way the two sides have dealt with such tendencies has been quite different.
In the US, the unexpected election of Trump has accelerated an earlier US trend, bringing its role as an anchor of the global system into question. And it is not just about withdrawing from a leadership position. Trump’s ‘America first’ rhetoric openly challenges a core tenet of multilateralism. This new philosophy was manifested in the recent withdrawal from the Paris agreement and the TPP, and also inspires the threat to impose indiscriminately high tariffs.
There are parallels in the UK, which voted in July 2016 to withdraw from the EU in order to craft its own trade agreements and find different ways of engaging with the rest of the world. The rhetoric of ‘taking back control’ is in line with this tendency to look inwards, protect one’s turf and adopt an antagonistic rather than cooperative position with others. Naturally, there are many difference with the US, but the UK’s decision to pursue Brexit fits this tendency to simply ‘withdraw’, as a way of doing better.
From the European perspective, the US election outcome and Brexit have changed geopolitical dynamics and challenged what the European Union considers its ‘natural alliances’. At the same time, however, the latest electoral outcomes in the Netherlands and France, along with the expected result in Germany, have shown an ability to contain populism. This has in turn brought new impetus to the debate on Europe’s need to unite. As a result, Europeans are now engaging in wide-ranging policy discussions on how to promote integration and improve the European Union’s world standing.
What should be the reinvigorated EU’s response to a more protectionist US? While economic and cultural ties with the US are very close, the EU also has strong relationships with the rest of the world. It has therefore a clear economic and political interest in preserving the multilateral trade system that has allowed all countries, big and small, to benefit from common rules and standards ensuring a level playing field.
However, though the EU is the largest trading bloc in the world, it cannot sustain a multilateral system on its own. In order to protect its interests, it will have to do more both inside and outside its borders. Externally, it needs to collaborate with partners around the world in defence of World Trade Organisation rules and fight to ensure international compliance. At the same time, the EU needs to foster relations with China and others, increasing diversity in its partnerships. Internally the EU also needs to do more. Implementing important reforms at both the national and EU level will be necessary to redress destabilising imbalances. And it is paramount to build up institutional resilience the lack of which has prevented the EU from taking quick and decisive action during the crisis.
Last, while the US position at the world stage remains uncertain and possibly antagonistic, the EU needs to be prepared for all possible outcomes. On the one hand, Europe must be capable of retaliating with tools that could be deployed bilaterally if the US imposes WTO-incompatible measures; on the other hand, Europe should also try to nurture a trans-Atlantic alliance that has always been the most natural of partnerships.

[12 3 4 5  >>