Απόψεις μη Μελών

Ευάγγελος Βενιζέλος: Επικίνδυνες «αντιδιαστολές» με την αιγιαλίτιδα ζώνη

on Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Όπως γράφεται, αυτή τη στιγμή, στον επίσημο διαδικτυακό τόπο του υπουργείου Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας «Η Ελλάδα κατά την κύρωση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας ( ν. 2321/1995) δήλωσε ρητά ότι επιφυλάσσεται να ασκήσει σε οιοδήποτε χρόνο το δικαίωμά της να επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της μέχρι τα 12 ν.μ. Ως αντίδραση προς τη νόμιμη αυτή θέση της Ελλάδας, η τουρκική Βουλή εξουσιοδότησε με ψήφισμά της (8/6/1995) την τουρκική κυβέρνηση, εν λευκώ και στο διηνεκές, να κηρύξει πόλεμο (casus belli) στην Ελλάδα (εξουσιοδότηση για χρήση και στρατιωτικών μέσων κατά της Ελλάδας) σε περίπτωση που η τελευταία επεκτείνει την αιγιαλίτιδα ζώνη της πέραν των 6 ν.μ.».

Η τουρκική αυτή απειλή χρήσης βίας που παραβιάζει κατάφωρα το διεθνές δίκαιο, αναφέρεται προφανώς στις θαλάσσιες περιοχές που ενδιαφέρουν την Τουρκία, η οποία στο μεν Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο μέχρι τον κόλπο της Αττάλειας έχει αιγιαλίτιδα ζώνη 6 ν.μ., άλλου όμως ( Μαύρη Θάλασσα και το μεγαλύτερο μέρος της Αν. Μεσογείου) η χωρική της θάλασσα έχει επεκταθεί στα 12 ν.μ. . Η τουρκική αυτή θέση συνδέεται με τον βασικό της ισχυρισμό ως προς την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας (και της ΑΟΖ που συμπίπτει από πλευράς έκτασης με την υφαλοκρηπίδα σε θάλασσες, όπως η Μεσόγειος). Ο ισχυρισμός αυτός αφορά την δήθεν ύπαρξη «ειδικών συνθηκών» στο Αιγαίο που το καθιστούν «ημίκλειστη» θάλασσα. Ο ισχυρισμός αυτός επεκτείνεται, με προσαρμογές, και σε τμήμα της Ανατολικής Μεσόγειου με στόχο την πλήρη αμφισβήτηση ή έστω τον δραστικό περιορισμό της επήρειας του νησιωτικού συγκροτήματος Καστελλόριζου κατά την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.

Μετά τα δραματικά γεγονότα του 1974 η Ελλάδα προέβη, ήδη από το 1977, σε οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας με την Ιταλία με βάση την τότε ισχύουσα Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (που δεν προέβλεπε την έννοια της ΑΟΖ). Η οριοθέτηση αυτή έγινε εκτός Αιγαίου και του κρίσιμου για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου, με την Ιταλία να έχει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.μ. και την Ελλάδα αιγιαλίτιδα ζώνη 6 ν.μ. . Η έκταση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ υπολογίζεται από την ακτή ( γραμμές βάσεις ) και όχι από το τέλος της αιγιαλίτιδας ζώνης. Η δε οριοθέτηση των ζωνών αυτών στις οποίες αναγνωρίζονται κυριαρχικά δικαιώματα, δεν αποκλείει τη μεταγενέστερη επέκταση της αιγιαλίτιδας ζώνης που συνιστά περιοχή επί της οποίας ασκείται κυριαρχία του παράκτιου κράτους. Η Ελλάδα έχει προτείνει τη μετατροπή της ελληνοϊταλικής σύμβασης σε σύμβαση οριοθέτησης και της ΑΟΖ παρά τα προβλήματα που η σύμβαση αυτή έχει ως προς την πλήρη επήρεια των Διαποντίων Νήσων και των Στροφάδων. Αυτό δεν έχει ακόμη επιτευχθεί.

Το ίδιο συνέβη και το 2009 με την ισορροπημένη σύμβαση οριοθέτησης όλων των θαλάσσιων ζωνών μεταξύ Ελλάδος και Αλβανίας. Η Αλβανία είχε και έχει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.μ. και η Ελλάδα αιγιαλίτιδα ζώνη 6 ν.μ., αλλά αυτό δεν επηρέασε την ορθή οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών. Μετά την υπογραφή της συμφωνίας εμφανίστηκαν, λόγω της αλλαγής των εσωτερικών πολιτικών συσχετισμών, οι αλβανικές αντιρρήσεις με τη μορφή απόφασης του Συνταγματικού Δικαστηρίου και άσκησης ποινικής δίωξης (που τελικά αρχειοθετήθηκε) κατά των προσώπων που διαπραγματεύθηκαν και υπέγραψαν τη συμφωνία εκ μέρους της Αλβανίας λόγω, υποτίθεται, έλλειψης πληρεξουσιότητας. Προσθέτω ότι στην Αν. Μεσόγειο και η Αίγυπτος, με την οποία μετέχουμε από το 2013 στην τριμερή συνεργασία με την Κύπρο, έχει αιγιαλίτιδα ζώνη 12 ν.μ.

Γιατί άραγε επί τόσα χρόνια η Ελλάδα, υπό διάφορες κυβερνήσεις, δεν προέβη σε μερική επέκταση των χωρικών της υδάτων στα 12 ν.μ. στο Ιόνιο και ευρύτερα σε περιοχές εκτός τουρκικού ενδιαφέροντος; Προφανώς για να μη αποδεχθεί τον τουρκικό ισχυρισμό περί «ειδικών συνθηκών» στο Αιγαίο και να μη διαφοροποιήσει την άσκηση της κυριαρχίας της από περιοχή σε περιοχή είτε για λόγους «νομικούς» είτε για λόγους «πραγματικούς».

Ακολουθώντας την ίδια λογική, η Ελλάδα δεν αποδέχθηκε ποτέ τη διαφοροποίηση του μήκους των χωρικών της υδάτων μεταξύ χερσαίων περιοχών και νησιών στο Αιγαίο. Είναι προφανές ότι οποιοσδήποτε περιορισμός της αιγιαλίτιδας ζώνης των νησιών συνεπάγεται κατά μείζονα λόγο αποδοχή της μειωμένης επήρειας τους ως προς την έκταση της υφαλοκρηπίδας και της ΑΟΖ.

Δεν είμαι οπαδός της ιστορικής ακινησίας και δεν πιστεύω ότι ο χρόνος λειτουργεί εξ ορισμού υπέρ μας. Είμαι οπαδός του διαλόγου στον οποίο όμως πρέπει η Ελλάδα να προσέρχεται με πλήρη προετοιμασία, σαφή στρατηγική και κρατική συνέχεια. Κατά τη θητεία μου στο Υπουργείο Εξωτερικών, με τους εξαιρετικούς χειριστές που υπήρχαν, επεδίωξα οι διερευνητικές επαφές με την Τουρκία να έχουν ως αντικείμενό τους όχι μόνο το Αιγαίο αλλά και την Ανατολική Μεσόγειο ( όπου και το συγκρότημα Καστελλόριζου), να έχουν ως αντικείμενο όχι μόνο την υφαλοκρηπίδα αλλά και την ΑΟΖ καθώς τώρα πλέον όλες σχεδόν οι οριοθετήσεις διεθνώς αφορούν και τα δυο, να έχουν ως αντικείμενο τον προσδιορισμό του κανόνα αναφοράς με δεδομένο ότι η Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (UNCLOS) κωδικοποιεί γενικώς παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου. Υπήρξαν ενδείξεις περιθωρίου συζήτησης για όλα αυτά. Ακόμη πιο σημαντική κίνηση ήταν η νομοθέτηση με το άρθρο 156 του ν. 4001/2011 των απώτατων εξωτερικών ορίων της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ (έως την οριοθέτησή τους ). Πρόκειται για το νόμο με βάση τον οποίο προκηρύχθηκαν και αρχίζουν να διεξάγονται οι έρευνες για υδρογονάνθρακες στο Ιόνιο και νότια της Κρήτης. Το 1999 είχα, ως Υπουργός Ανάπτυξης, αγωνιστεί και επιτύχει να μείνει ανοικτή η εκμετάλλευση του Πρίνου, με ένα νομικό σχήμα που συγκέντρωσε ευρύτατη πλειοψηφία.

Στην εξωτερική πολιτική σημασία έχει να εξυπηρετείται η εθνική στρατηγική και να είναι σαφείς οι προτεραιότητες που συνδέονται με ζητήματα εθνικής ασφάλειας και άμυνας. Κινήσεις εντυπωσιασμού, προχειρότητες, επικοινωνιακοί αντιπερισπασμοί μπορεί να είναι πολύ βλαπτικοί όταν αποκλίνουν από τα παραπάνω κριτήρια. Η προαναγγελία, υπό τέτοιες ενδοκυβερνητικές συνθήκες και μετά από παραίτηση του Υπουργού Εξωτερικών, της μερικής επέκτασης της αιγιαλίτιδας ζώνης στα 12 ν.μ. εκτός του Αιγαίου και του κρίσιμου τμήματος της Ανατολικής Μεσογείου, δεν προσφέρει πρακτικά τίποτα, ενώ συνιστά - δυστυχώς και ανεξαρτήτως προθέσεων - αποδοχή και ενίσχυση του βασικού τουρκικού ισχυρισμού περί «ειδικών συνθηκών» και προσχώρηση στην τουρκική πρακτική του διαφοροποιημένου μήκους των χωρικών υδάτων. Τέτοια θέματα δεν προσφέρονται για μικροκομματικά ή ενδοκυβερνητικά παίγνια. Το εθνικό συμφέρον είναι πολύ απαιτητική υπόθεση. - 

Πηγή: https://www.evenizelos.gr/mme/articlesinthepress/419-articles2018/5873-ta-nea-ev-venizelos-epikindynes-antidiastoles-me-tin-aigialitida-zoni.html 

Γεωργία Χριστίνα Τσαούση, Αναλύτρια ΕΛΙΣΜΕ : Ο ρωσικός παράγων στα Βαλκάνια,

on Παρασκευή, 19 Οκτωβρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Η άσκηση ήπιας ισχύος (soft power) είναι η ικανότητα μιας χώρας να πείθει τις άλλες να κάνουν αυτό που θέλει χωρίς την χρήση βίας ή εξαναγκασμού. Η Σερβία έχει αποτελέσει τον κύριο σύμμαχο της Ρωσίας στα Βαλκάνια για αρκετούς αιώνες. Μέσα από στρατηγικές ήπιας ισχύος η Μόσχα έχει διατηρήσει την παρουσία της στην περιοχή μέσα από την διπλωματία, τις ενεργειακές συμφωνίες και το εμπόριο. Το 2014 το ρωσικό δίκτυο Sputnik απέκτησε την δική του θέση στα σερβικά Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης.
Η πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Theresa May και ο Πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Donald Tusk εξέφρασαν την ανησυχία τους για την διαρκώς αυξανόμενη επιρροή του Κρεμλίνου στην περιοχή. Απώτερος σκοπός της Ρωσίας αποτελεί η αποσταθεροποίηση της περιοχής και η υπονόμευση της ένταξης των χωρών της Βαλκανικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Έρευνες δείχνουν πως ο σερβικός πληθυσμός επιθυμεί την ένταξη στην Ε.Ε. κατά 50,9% ενώ κατά 67,2% την συμμαχία με την Ρωσία. Σήμερα ο ρωσικός σταθμός εκπέμπει και σε άλλες βαλκανικές χώρες όπως το Μαυροβούνιο και η Republika Srpska (Σερβική Δημοκρατία της Βοσνίας), η οποία αποτελεί ημιαυτόνομη περιοχή της Βοσνίας.

Με την αποχώρηση της Μεγάλης Βρετανίας από την Ευρωπαϊκή Ένωση δημιουργούνται κενά τα οποία οι Ρώσοι τεχνηέντως επιδιώκουν να εκμεταλλευθούν προς όφελός τους. Για τον λόγο αυτό η Ε.Ε. έχει δομήσει ισχυρά μέτρα για τις προ ενταξιακές χώρες, όπως είναι η Σερβία, η Αλβανία, το Κόσοβο, το Μαυροβούνιο και η ΠΓΔΜ. Ιδιαίτερα για την περίπτωση της ΠΓΔΜ η Ρωσία έχει διασαφηνίσει πως είναι αντίθετη με την προσχώρηση της χώρας στο ΝΑΤΟ, όπως και με την ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων γενικότερα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Το αποτέλεσμα του «αποτυχημένου δημοψηφίσματος» στα Σκόπια, όπως το χαρακτήρισε η Μόσχα, αποτελεί μια νίκη της τελευταίας απέναντι στη Δύση. Δημιουργούνται επομένως οι κατάλληλες προϋποθέσεις για την περαιτέρω αποσταθεροποίηση της περιοχής, προς όφελος της ρωσικής επέκτασης.

Πριν από τέσσερα χρόνια, το 2014, έκδηλα η Ρωσία υποχρέωσε την Ουκρανία να αποστραφεί της Ευρωπαϊκής Ένωσης, κάτι το οποίο επέφερε την έντονη λαϊκή δυσαρέσκεια, με αποτέλεσμα την προσάρτηση της Κριμαίας από τους Ρώσους χρησιμοποιώντας στρατιωτική βία. Σήμερα η Ουκρανία δηλώνει φιλοευρωπαϊκή χώρα ενώ παράλληλα επιζητεί την εκκλησιαστική της χειραφέτηση από την Μόσχα.
Η Ρωσία έχει επικεντρωθεί στα Δυτικά Βαλκάνια και παρά τις όποιες δηλώσεις της περί φιλίας και αλληλεγγύης προς αυτά παρατηρείται η απουσία του οικονομικού παράγοντα. Το εμπόριο με την εν λόγω περιοχή έχει μειωθεί σημαντικά. Το 2016 το εμπόριο με την Σερβία (σύμμαχο της Ρωσίας) κυμαινόταν σε ποσοστό του 6,7%, ενώ το εμπόριο της Σερβίας με την Ε.Ε. την ίδια περίοδο άγγιζε το 64,4%. Μέσα από το ενεργειακό παιχνίδι η Ρωσία προσπαθεί να διεισδύσει στα Βαλκάνια με τον αγωγό Turkish Stream, ενώ τα σχέδια υλοποίησης του αγωγού South Stream κατέρρευσαν το 2014. Το γεγονός πως χώρες των δυτικών Βαλκανίων ενδέχεται να ενταχθούν στο ΝΑΤΟ και να ενισχυθεί η αμερικανική κυριαρχία αποτελεί τον βασικό παράγοντα διαμόρφωσης της ρωσικής εξωτερικής πολιτικής.
Ανέκαθεν τα Βαλκάνια λόγω της στρατηγικής τους θέσης αποτελούσαν το μήλον της έριδος ανάμεσα στη Δύση και την Ρωσία. Σίγουρα το αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από την αποφασιστικότητα των δρώντων αλλά και από την προτεραιότητα που θα δοθεί σε πάγια άλυτα ζητήματα των Βαλκανίων.


ΠΗΓΕΣ
http://www.kathimerini.gr/958559/article/epikairothta/kosmos/ta-valkania-h-ee-kai-to-paixnidi-ths-rwsias 
http://www.kathimerini.gr/988513/opinion/epikairothta/politikh/ti-epidiwkei-h-rwsia-sthn-pgdm 
https://www.foreignaffairs.com/reviews/capsule-review/2004-05-01/soft-power-means-success-world-politics 
https://www.theguardian.com/politics/2018/jan/10/western-balkans-backsliding-on-democracy-says-lords-committee 
https://www.geopolitica.ru/en/article/russias-geopolitical-interests-balkans 
http://www.foreignaffairs.gr/articles/71106/edward-p-joseph-kai-sinisa-vukovic/to-stoixima-toy-mayroboynioy-sto-nato 
http://bankingnews.gr/index.php?id=298172 
http://www.capital.gr/carnegieeurope-eu/3252493/oi-taktikes-tis-rosias-sta-dutika-balkania 

Γιώργος Λυκοκάπης*: Τα «φλερτ» των Σαουδαράβων δοκιμάζουν την υπομονή του Τραμπ

on Δευτέρα, 08 Οκτωβρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

  
Το πολιτικό θρίλερ διαδραματίζεται τις τελευταίες μέρες στην Τουρκία. Ο Σαουδάραβας δημοσιογράφος Τζαμάλ Χασόγκι, φέρεται «εξαφανισμένος». Προηγήθηκε η επίσκεψη του στο προξενείο της Σαουδικής Αραβίας στην Κωνσταντινούπολη και από τότε αγνοείται. Τα τελευταία χρόνια ζούσε αυτοεξόριστος στις ΗΠΑ, φοβούμενος την οργή του πρίγκηπα Σαλμάν. Είχε διαφωνήσει έντονα με την πολεμική εμπλοκή του διαδόχου στην Υεμένη.

Αξιωματούχοι της τουρκικής κυβέρνησης κατηγόρησαν τις ίδιες τις προξενικές αρχές της Σαουδικής Αραβίας, ως υπεύθυνες για την απαγωγή του δημοσιογράφου. Ο πρίγκηπας Σαλμάν αρνήθηκε την οποιαδήποτε ευθύνη και κάλεσε την τουρκική αστυνομία να πραγματοποιήσει έλεγχο στο προξενείο.

 Η

Μοιάζει αδιανόητο οι διπλωματικές υπηρεσίες ενός πάμπλουτου κράτους να λειτουργούν ως κοινοί μαφιόζοι. Όμως η Σαουδική Αραβία έχει αρνητικό ιστορικό προηγούμενο. Δεν αναφερόμαστε στις συνεχιζόμενες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιώματων και στους βομβαρδισμούς αμάχων στην Υεμένη.

Πριν έναν χρόνο ο πρίγκηπας Σαλμάν είχε κρατήσει όμηρο, στην κυριολεξία, τον Λιβανέζο πρωθυπουργό Χαρίρι, κατά την επίσημη επίσκεψη του στο βασίλειο. Ο Σαουδάραβας διάδοχος εξανάγκασε τον Λιβανέζο πρωθυπουργό να ισχυριστεί πως το Ιράν και η λιβανέζικη οργάνωση Χεζμπολάχ είχαν οργανώσει την δολοφονία του! Η κρίση αποσοβήθηκε μετά τις παρεμβάσεις δυτικών κυβερνήσεων και ο Σαάντ Χαρίρι επέστρεψε σώος και αβλαβής στον Λίβανο.

Στο σπίτι του κρεμασμένου

Μπορούμε να χαρακτηρίσουμε τις αντιδράσεις της τουρκικής κυβέρνησης ήπιες, με δεδομένη την σοβαρότητα της υπόθεσης. Σίγουρα η αντίδραση του Ταγίπ Ερντογάν θα ήταν διαφορετική εάν, για παράδειγμα, πρωταγωνιστούσαν στην υπόθεση Ισραηλινοί ή Αμερικανοί. Ο μονάρχης Σαλμάν θα μπορούσε βεβαια να απαντήσει στις αιτιάσεις του Τούρκου πρόεδρου με την λαϊκή ρήση «στο σπίτι του κρεμασμένου δεν μιλάνε για σκοινί«.

Οι τουρκικές μυστικές υπηρεσίες έχουν στήσει μία «βιομηχανία απαγωγών» των οπαδών του ιμάμη Γκιουλέν σε όλο τον κόσμο. Ο αντιπρόεδρος της τουρκικής κυβέρνησης Μποζντάγ ομολόγησε τον περασμένο Απρίλιο, πως η ΜΙΤ έχει προχωρήσει σε απαγωγές 80 Τούρκων «γκιουλενιστών» από χώρες του εξωτερικού. Είναι επίσης κοινό μυστικό πως η διπλωματία της «ομηρίας», έχει γίνει πάγια πρακτική της Άγκυρας.

Η Τουρκία προχωρεί σε αυθαίρετες συλλήψεις πολιτών δυτικών χωρών, απαιτώντας εκβιαστικά διπλωματικά ανταλλάγματα από τις κυβερνήσεις τους. Ο ίδιος ο Τούρκος πρόεδρος ενθαρρύνει δημοσίως αυτές τις πρακτικές. Αποκαλεί μονίμως τους συλληφθέντες «γκιουλενιστές» και «υποστηρικτές του PKK». Προφανώς ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν δεν έχει πρόβλημα με αυτές τις πρακτικές του Ταγίπ Ερντογάν.

Έχει όμως με τις φιλοδοξίες του Τούρκου προέδρου να ηγεμονεύσει πολιτικά στον αραβικό κόσμο. Τον θεωρεί «αποστάτη»διότι, αν και σουνίτης μουσουλμάνος, έχει άριστες σχέσεις με τους «αιρετικούς» σιίτες του Ιράν. Ο Σαουδάραβας μονάρχης ήταν έτοιμος να υποκινήσει πραξικόπημα για την ανατροπή του εμίρη του Κατάρ, του έτερου σουνίτη «αποστάτη» στον ισλαμικό κόσμο. Όμως η παρουσία της τουρκικής στρατιωτικής βάσης στο εμιράτο «φρέναρε» τα σχέδια του.

Ανίερη συμμαχία

Ο διεθνής τύπος έχει καιρό επισημάνει την «ανίερη συμμαχία» της Σαουδικής Αραβίας και του Ισραήλ. Οι δύο χώρες έχουν, ατύπως, συγκροτήσει κοινό μέτωπο κατά του μεγάλου τους εχθρού, του σιιτικού Ιράν. Παρόλα αυτά ο Τούρκος πρόεδρος αποφεύγει μία «κατά μέτωπο» επίθεση έναντι του Σαουδάραβα πρίγκηπα. Δεν είναι αφελής. Γνωρίζει την ιστορική πρωτοκαθεδρία του Ριάντ στον σουνιτικό, ισλαμικό κόσμο. Δεν παραβλέπει επίσης μία σημαντική γεωπολιτική λεπτομέρεια.

Συγκεκριμένα έχουμε, για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία, μία ετερόκλητη συμμαχία του Ριάντ και της Μόσχας. Την περίοδο της ΕΣΣΔ οι σχέσεις των δύο κρατών ήταν σχεδόν εχθρικές. Η Σαουδική Αραβία θεωρούσε τους Άραβες εθνικιστές ηγέτες, που τότε μεσορανούσαν, ως «πειθήνια όργανα» των Ρώσων κομμουνιστών.

 

Αρκεί να επισημάνουμε πως η πρώτη επίσκεψη του Σαουδάραβα ηγεμόνα στην Μόσχα, πραγματοποιήθηκε μόλις τον περασμένο Οκτώβριο. Μπορεί ο Ρώσος πρόεδρος Πούτιν να έχει άριστες σχέσεις με την Τουρκία και το σιϊτικό Ιράν, αλλά έχει κάνει σημαντικά ανοίγματα στους ιστορικούς συμμάχους των ΗΠΑ στον ισλαμικό κόσμο.

Εκτός της Σαουδικής Αραβίας πρέπει να σημειώσουμε και την περίπτωση του Πακιστάν. Μόσχα και Ριάντ συνεργάζονται αρμονικά στον ΟΠΕΚ, παρόλο που η Ρωσία δεν είναι μέλος του οργανισμού. Κρατούν από κοινού τις τιμές του πετρελαίου σε υψηλά επίπεδα. Αυτή η συνεργασία έχει προκαλέσει μεγάλη ενόχληση στον Λευκό Οίκο. Ο Αμερικανός πρόεδρος μίλησε από το βήμα του ΟΗΕ για «πετρελαϊκή κερδοσκοπία εις βάρος των ΗΠΑ», φωτογραφίζοντας τις πρακτικές της Σαουδικής Αραβίας.

Ο Αμερικανός πρόεδρος βλέπει με οργή τη Σαουδική Αραβία να κάνει «ενεργειακές μπίζνες» με την Ρωσία, παραβλέποντας τις αντιδράσεις του. Σε συνέντευξη του ο Μοχάμεντ μπιν Σαλμάν σημείωσε με νόημα, πως το πάμπλουτο βασίλειο παραμένει καλός πελάτης της αμερικανικής βιομηχανίας όπλων. Απέδωσε τις αντιδράσεις του Αμερικανού προέδρου σε «παρεξήγηση δύο καλών φίλων«.

Χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα η στήριξη ΗΠΑ

Όμως η δυσπιστία παραμένει. Ο βασιλιάς Σαλμάν έχει δημοσίως δηλώσει πως επιδιώκει την απεξάρτηση της οικονομίας του Ριάντ από το πετρέλαιο. Μοιάζει να επιδιώκει και την απεξάρτηση του από τον σφικτό εναγκαλισμό με τις ΗΠΑ, ακόμα και αν δεν το ομολογεί δημοσίως.

Δεν μπορεί να ξεχάσει την «ενδοτική» στάση του Μπαράκ Ομπάμα στο ζήτημα του Ιράν. Μοιάζει να μη θεωρεί πλέον δεδομένο, ότι η αμερικανική υποστήριξη θα συνεχιστεί στο διηνεκές. Γνωρίζει πως οι ΗΠΑ δεν εξαρτώνται πλέον ενεργειακά από την Μέση Ανατολή, όπως στο πρόσφατο παρελθόν. Επομένως παίρνει τα μέτρα του και σφυρηλατεί νέες συμμαχίες.

«Ουδείς πιο αχάριστος απο τον ευεργετηθέντα«, θα μπορούσε να έλεγε ο πρόεδρος Τραμπ, για τις πρακτικές της Σαουδικής Αραβίας. Πάγια θέση της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής ήταν η υποστήριξη του πάμπλουτου βασιλείου. Ο πρόεδρος Τραμπ όχι μόνο δεν παρέκκλινε από αυτήν την παράδοση, αλλά έχει προσφέρει την αμέριστη στήριξη του σε όλα τα αιτήματα των Σαουδαράβων.

Σιωπά για τα εγκλήματα πολέμου του Ριάντ στην Υεμένη και στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στο εσωτερικό του βασιλείου. Αποσύρθηκε από την συμφωνία για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, μία μονομερή απόφαση που χειροκρότησε το Ριάντ. Είναι προφανώς ενοχλημένος όταν βλέπει να δοκιμάζουν την υπομονή του οι Σαουδάραβες με την ενεργειακή πολιτική τους.

Θα μπορούσε άραγε να φτάσει στο σημείο της ρήξης; Δηλαδή να επανεξετάσει την συμμαχία των ΗΠΑ με το βασίλειο, όπως έκανε με την περίπτωση του Πακιστάν; Μία σχετική πρόβλεψη μοιάζει παρακινδυνευμένη. Όμως μπορεί να το πράξει εύκολα, αν θέλει, ο Αμερικανός πρόεδρος. Δεν είναι απαραίτητο να θυμηθεί τον «σκοτεινό» ρόλο της Σαουδικής Αραβίας στις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου. Μπορεί απλά να καταδικάσει τις μαζικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων από την Σαουδική Αραβία. Οι οποίες πλέον σημειώνονται και εκτός του πάμπλουτου κράτους, όπως δείχνει η «εξαφάνιση» του δημοσιογράφου στην Κωνσταντινούπολη.

*Ο Γιώργος Λυκοκάπης είναι πολιτικός επιστήμονας. Τα ενδιαφέροντά του επικεντρώνονται στην ιστορία, την πολιτική και τις διεθνείς σχέσεις. 

Δημήτρης Ιωάννου*: Μεγάλα ψέματα για τα Μνημόνια

on Παρασκευή, 05 Οκτωβρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

(1ο): «Οι Ευρωπαίοι θυσίασαν την Ελλάδα για να σώσουν τις τράπεζές τους»

Τα οκτώ τελευταία χρόνια ζήσαμε μέσα στην ιδεολογική τρομοκρατία και στον υστερικό παραλογισμό σε τέτοιο βαθμό, ώστε πολλά από τα ψέματα και οι ανακρίβειες με τα οποία βομβαρδιζόμασταν κατέληξαν να θεωρούνται, από τους περισσότερους, αυταπόδεικτες αλήθειες. Είναι τραγικό ότι βγαίνοντας από αυτήν την περίοδο δεν έχουμε αντιληφθεί σε συλλογικό επίπεδο τι συνέβη και δεν έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε την απλή λογική για να ξεχωρίζουμε το ψεύδος από την αλήθεια – ιδιαίτερα για θέματα που αφορούν καθοριστικά την ίδια τη ζωή μας και το μέλλον μας.

Ψέμα πρώτο: Οι Ευρωπαίοι θυσίασαν την Ελλάδα για να σώσουν τις τράπεζές τους

Δυστυχώς, αυτό δεν είναι μόνο ψέμα, αλλά ενίοτε είναι και λάθος, με την έννοια ότι το αναπαράγουν και ορισμένα «φερέφωνα του διεθνούς κεφαλαίου» όπως οι FT, το Bloomberg ή ο Guardian, παρασυρόμενα προφανώς, και αυτά, από την ισχύ της «επαναστατικής» ιδεολογικής προπαγάνδας. Ο συγκεκριμένος ισχυρισμός, όμως, είναι ψευδής και λανθασμένος από δύο πλευρές.

Πρώτον, και κυριότερον, διότι όχι μόνο η Ελλάδα δεν «θυσιάστηκε» από την ευρωπαϊκή επέμβαση, την οποία άλλωστε εκλιπάρησε, αλλά αντιθέτως η ευρωπαϊκή επέμβαση την διέσωσε από τη μεγάλη –αδιανόητη ως προς το μέγεθός της– καταστροφή που την απειλούσε. Δεύτερον, και εξίσου σημαντικό: κανείς από όλους όσους έχουν διατυπώσει τον συγκεκριμένο ισχυρισμό περί «θυσίας» της Ελλάδας προς χάριν των τραπεζών, δεν έχει τη δυνατότητα να δώσει μία λογική περιγραφή για το ποια θα ήταν η εναλλακτική διαδικασία, δηλαδή η διαδικασία μέσω της οποίας η Ελλάδα θα διέφευγε κάθε κινδυνο και θα συνέχιζε να ζει με τον ίδιο τρόπο, ενώ θα είχαν «τιμωρηθεί» και επωμισθεί τα βάρη της χρεοκοπίας της οι ευρωπαϊκές τράπεζες.

Κανείς δεν έχει καταφέρει να περιγράψει μία λογική τέτοια εναλλακτική εκδοχή διάσωσης της Ελλάδας για τον πολύ απλό λόγο ότι, στον πραγματικό κόσμο, σε καμία στιγμή δεν υπήρχε τέτοια εναλλακτική δυνατότητα η οποία θα επέτρεπε στην Ελλάδα να συνεχίσει να έχει ένα ΑΕΠ 242 ή έστω 230 δισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ την ίδια στιγμή οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα υφίσταντο σοβαρές απώλειες από τα ελληνικά ομόλογα τα οποία η Ελλάδα, το 2010, δεν μπορούσε πλέον ούτε να εξυπηρετήσει ως προς τους τόκους τους, ούτε και να ανανεώσει στη λήξη τους με αναχρηματοδότηση μέσω δανεικών.

Ας αναρωτηθεί κανείς: εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση, ακολουθώντας το παράδειγμα του αμερικανικού Τreasury με τη Lehman Brothers το 2010, αποφάσιζε να «τιμωρήσει» τις ευρωπαϊκές τράπεζες επιτρέποντας στην Ελλάδα να αθετήσει τις δανειακές υποχρεώσεις της, δηλαδή να χρεοκοπήσει, ή, ακόμη, εάν η ίδια η Ελλάδα αποφάσιζε να δηλώσει μονομερή χρεοκοπία παύοντας να εξυπηρετεί το χρέος της, ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα; Το πιο πιθανό είναι ότι, στις συγκεκριμένες συνθήκες εκείνης της στιγμής, οι ευρωπαϊκές τράπεζες θα κατέρρεαν. Και τι θα γινόταν εάν οι ευρωπαϊκές τράπεζες κατέρρεαν; Φυσικά θα τις ακολουθούσε προς την ίδια κατεύθυνση και η ευρωπαϊκή οικονομία στο σύνολό της.

Στην κατάρρευση μάλιστα της ευρωπαϊκής οικονομίας θα συνέβαλε σημαντικά και μία άλλη διαδικασία, που θα είχε ξεκινήσει παράλληλα με την κατάρρευση των τραπεζών. Διότι εάν γινόταν φανερό πως ένα κράτος-μέλος της ευρωζώνης, το οποίο δεν μπορεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του έναντι των δανειστών του, χρεοκοπεί, άμεσο αποτέλεσμα θα ήταν πως οι αγορές θα καταλαμβάνονταν από πανικό και για τα υπόλοιπα κράτη-μέλη της ευρωζώνης που είχαν παρεμφερή προβλήματα, δηλαδή για την Πορτογαλία, την Ιρλανδία, την Ισπανία και την Ιταλία, και θα προσπαθούσαν να απαλλαγούν από τα ομόλογά τους. Το αποτέλεσμα θα ήταν ότι αυτή η παράλληλη διαδικασία απλώς θα επιτάχυνε την κατάρρευση των τραπεζών και την ολική καταστροφή της ευρωπαϊκής οικονομίας.

Το απλό ερώτημα, λοιπόν, είναι το εξής: εάν η ευρωπαϊκή οικονομία είχε καταστραφεί εξαιτίας της Ελλάδας, εάν δηλαδή η Ευρώπη είχε προτιμήσει, ακολουθώντας την προπαγανδιστική ρητορική, να αυτοκτονήσει, επιλέγοντας να «θυσιάσει» τις τράπεζές της, αντί να «θυσιάσει» την Ελλάδα, εμείς τι θα είχαμε να περιμένουμε από αυτό; Μήπως, δηλαδή, μέσα στη γενικευμένη καταστροφή, η ελληνική οικονομία θα είχε παραμείνει αλώβητη και θα μπορούσαν οι Έλληνες να συνεχίσουν να ζουν όπως ζούσαν και προηγουμένως, έως το 2009, χωρίς να αισθάνονται κανένα πρόβλημα και καμιά ανησυχία για τα προβλήματα και τα βάσανα των Ευρωπαίων;

Φυσικά και όχι. Εκείνο που θα συνέβαινε σε μία τέτοια περίπτωση είναι πως η Ελλάδα θα επηρεαζόταν άμεσα και δραστικά από την ευρωπαϊκή κρίση (την οποία θα είχε προκαλέσει με την χρεοκοπία της), ώστε και αυτή η ίδια θα κινδύνευε να επιστρέψει στην εποχή του λίθου, ενώ το ΑΕΠ της θα είχε εξαϋλωθεί. Χωρίς αμφιβολία θα είχε βρεθεί στην τραγική εκείνη κατάσταση όπου, για μακρύ χρονικό διάστημα, δεν θα υπήρχαν φάρμακα, δεν θα υπήρχαν καύσιμα και δεν θα υπήρχαν και τρόφιμα. Αυτό θα ήταν η συνέπεια της φαντασιώδους προσπάθειας να «σωθεί» η Ελλάδα και να «τιμωρηθούν» οι ευρωπαϊκές τράπεζες: αφού πρώτα θα κατέρρεε η ευρωπαϊκή οικονομία, στη συνέχεια η χώρα μας θα είχε μεταβληθεί σε κρανίου τόπο.

Στην πραγματικότητα, ο μόνος δρόμος που υπήρχε, τη συγκεκριμένη στιγμή του 2010, προκειμένου να απομειωθούν και να αποφευχθούν οι τρομακτικές απειλές που ορθώνονταν τόσο απέναντι στην οικονομία της ευρωζώνης όσο και της Ελλάδας, ήταν ο συγκεκριμένος δρόμος που ακολουθήθηκε. Και αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι κανείς ποτέ δεν έχει μπορέσει να δώσει, πέραν συνθημάτων και προπαγάνδας, μία λογική και πειστική περιγραφή για το τι θα μπορούσε να γίνει εναλλακτικά, και οι συνέπειες να είναι μικρότερες.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι θα ήταν τρομερό θράσος από οποιονδήποτε εκπρόσωπο της αντιμνημονιακής παραφροσύνης να ισχυριστεί ότι δεν θα κατέρρεε η ευρωπαϊκή οικονομία ως αποτέλεσμα μιας ελληνικής χρεοκοπίας του 2010. Ας θυμίσουμε ότι ακόμα και το 2015, και παρά το γεγονός ότι τα πράγματα πλέον είχαν αλλάξει, και οι Ευρωπαίοι είχαν πάρει όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε να αφοπλίσουν την χρηματοπιστωτική «βόμβα» που λεγόταν Ελλάδα, οι εγχώριοι οπαδοί της αντιμνημονιακής παραφροσύνης επέμεναν πως η σωτηρία και η επιβίωση της Ευρώπης βρίσκονταν στα χέρια των Ελλήνων, οι οποίοι αν αποφάσιζαν να αθετήσουν τις υποχρεώσεις τους θα μπορούσαν να τινάξουν όλη την ευρωπαϊκή οικονομία στον αέρα! Και με αυτή την παρανοϊκή σκέψη κατά νου προχώρησαν στο καταστροφικό, όσο και γελοίο, δημοψήφισμα του Ιουλίου του 2015.

(2): Το ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε 25% εξαιτίας των Μνημονίων

Τα οκτώ τελευταία χρόνια ζήσαμε μέσα στην ιδεολογική τρομοκρατία και στον υστερικό παραλογισμό σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλά από τα ψέματα και τις ανακρίβειες με τις οποίες βομβαρδιζόμασταν κατέληξαν να θεωρούνται, από τους περισσότερους, αυταπόδεικτες αλήθειες. 
 Είναι τραγικό ότι βγαίνοντας από αυτήν την περίοδο δεν έχουμε αντιληφθεί σε συλλογικό επίπεδο τι συνέβη και δεν έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε την απλή λογική για να ξεχωρίζουμε το ψεύδος από την αλήθεια – ιδιαίτερα για θέματα που αφορούν καθοριστικά την ίδια την ζωή μας και το μέλλον μας.

Ψέμα δεύτερο: το ΑΕΠ της Ελλάδας μειώθηκε 25% εξαιτίας των Μνημονίων
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ το 2008 το (ονομαστικό) ΑΕΠ της Ελλάδας είχε φτάσει στα 242 δισ. ευρώ. Αντίθετα το 2017 είχε μειωθεί στα 174 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μία μείωση περίπου 28%, με έτος βάσης το 2008. (Τα μεγέθη είναι αντίστοιχα περίπου και για τις πραγματικές, αποπληθωρισμένες, τιμές). Στηριγμένοι σε αυτό οι επικριτές των Mνημονίων ισχυρίζονται πως αιτία της μείωσης του ΑΕΠ είναι η πολιτική λιτότητας», η οποία επιβλήθηκε με τα τρία, μέχρι σήμερα, σταθεροποιητικά προγράμματα της ελληνικής οικονομίας. Πρόκειται μάλλον για την πλέον διαδεδομένη πεποίθηση αλλά επίσης και για το μεγαλύτερο ψεύδος της αντιμνημονιακής προπαγάνδας.

Στην πραγματικότητα όχι μόνο τα Μνημόνια δεν ευθύνονται για τη μείωση του ελληνικού ΑΕΠ αλλά, όλως αντιθέτως, η ύπαρξή τους ήταν ο λόγος για τον οποίο η μείωση περιορίστηκε μόνο στο 28% και δεν πήρε καταστροφικές διαστάσεις που θα μπορούσαν να είχαν οδηγήσει τη χώρα στην πλήρη διάλυση και τον λαό της στον εξανδραποδισμό.

Βέβαια η άποψη ότι τα Μνημόνια ευθύνονται για την πτώση του ΑΕΠ θα μπορούσε να ήταν ορθή και βάσιμη σε μία περίπτωση. Στην περίπτωση, δηλαδή, που θα κρινόταν ηθικό και αποδεκτό, και θα εφαρμοζόταν πλήρως, το εξής μέτρο: όλες οι άλλες χώρες της ευρωζώνης αναγνωρίζοντας έμπρακτα την πολιτισμική, ανατομική και βιολογική υπεροχή των Ελλήνων, και υποκλινόμενοι σε αυτήν, να έκριναν απαραίτητο και αναγκαίο να επιβάλουν ετήσιο κεφαλικό φόρο σε όλους ανεξαιρέτως τους πολίτες τους προκειμένου να συγκεντρώνουν ένα ποσό 40 έως 50 δισεκατομμυρίων ευρώ ανά έτος, το οποίο θα το διέθεταν στους Έλληνες, με τη μορφή δωρεάς, για να μπορούν αυτοί να καλύπτουν όσες ανάγκες της διαβίωσής τους δεν μπορούσαν να καλύψουν με τη δική τους εργασία και το προϊόν της.

Όσοι, εθισμένοι και παρασυρμένοι από την αντιμνημονιακή προπαγάνδα, νιώθουν την ανάγκη να εξοργιστούν και να αγανακτήσουν με τα παραπάνω, ας μην το κάνουν πριν λάβουν υπ’ όψιν τους το εξής: η πεποίθηση ότι τα Μνημόνια φταίνε για τη συρρίκνωση του ελληνικού ΑΕΠ μετά από το 2010 στηρίζεται στον ισχυρισμό πως βασική αιτία υπήρξε η μείωση των δαπανών του δημοσίου, δηλαδή η απότομη (υποτίθεται) μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων. Τι ακριβώς όμως θα είχαν να αντιπροτείνουν οι υποστηρικτές μιας άλλης πολιτικής, που δεν θα έφερνε την ύφεση, δεν μας το έχουν πει ποτέ με κάποιους αριθμούς και με συγκεκριμένα δεδομένα. Δεν το έχουν πει ποτέ διότι στην πραγματικότητα δεν έχουν τίποτα να πουν που να μην είναι ακραία παράλογο, έως και παρανοϊκό.

Το 2009 ήταν ένα έτος στο οποίο δεν είχαμε Μνημόνιο. Ήταν επίσης ένα έτος στο οποίο δανειστήκαμε αφειδώς με αποτέλεσμα να έχουμε ένα δημοσιονομικό έλλειμμα ίσο με το 15,6% του ΑΕΠ. Εν τούτοις τη χρονιά εκείνη το ΑΕΠ δεν αυξήθηκε. Αντιθέτως, μάλιστα, μειώθηκε, έστω και οριακά. Ανακύπτει λοιπόν το ερώτημα: ήταν πολιτική λιτότητας» η πολιτική που το δημιούργησε και ήταν μικρό το έλλειμμα του 15,6% και, γι’ αυτό, θα έπρεπε να έχουμε ένα μεγαλύτερο έλλειμμα για να υπάρχει ανάπτυξη; Το επόμενο έτος, 2010, το δημοσιονομικό έλλειμμα, λόγω της ουσιαστικής χρεοκοπίας η οποία εν τω μεταξύ είχε επέλθει, μειώθηκε κατά 5% και, αντίστοιχα, σχεδόν άλλο τόσο, μειώθηκε και το ΑΕΠ.

Αν παρακαλουθήσουμε τη λογική των αντιμνημονιακών θα πρέπει να υποθέσουμε πως για να είχε η οικονομία το 2010 μία στοιχειώδη ανάπτυξη 2% αντί για 10% έλλειμμα, που έφερε μείωση του ΑΕΠ 5%, ή 15% έλλειμμα που έφερε στασιμότητα του ΑΕΠ, θα έπρεπε να είχε υπάρξει ένα (αναπτυξιακό!) δημοσιονομικό έλλειμμα τουλάχιστον 20-25% του ΑΕΠ! Δηλαδή μία χώρα που μόλις είχε χρεοκοπήσει, και δεν μπορούσε πλέον να εξυπηρετήσει και να αποπληρώσει το χρέος της, προκειμένου να επιτύχει μία ελάχιστη ανάπτυξη 2% και με δεδομένο ότι το χρέος της ήταν ήδη μεγαλύτερο από το ΑΕΠ της, θα έπρεπε να δανεισθεί (δηλαδή να της το χαρίσουν γιατί δεν επρόκειτο να το αποπληρώσει ποτέ) ένα υπερδεκαπλάσιο ποσό από την αύξηση του ΑΕΠ που θα επετύγχανε! Αυτή είναι η «αναπτυξιακή» πολιτική που έχουν κατά νου οι αντιμνημονιακοί. Τη μη εφαρμογή μιας τέτοιας παρανοϊκά παράλογης πολιτικής την ονομάζουν «λιτότητα»! Και προσπαθούν να μας πείσουν (ακόμη και ακαδημαϊκοί οικονομολόγοι) πως υπήρχε κάποια «επεκτατική αναπτυξιακή» πολιτική, ή κάποια πιο «ήπια» προσαρμογή, που όμως δεν εφαρμόσθηκαν και γι’ αυτό κατέρρευσε το ελληνικό ΑΕΠ! (Πλην όμως δεν μας δίνουν ποτέ ένα μικρό αριθμητικό παράδειγμα πώς μπορούσε να γίνει αυτό).

Εάν όμως η δημοσιονομική πολιτική δεν μπορούσε να σώσει το ελληνικό ΑΕΠ από την κατάρρευση (εφ’ όσον για να αυξηθεί το ΑΕΠ κατά 1 ευρώ, το χρέος θα έπρεπε να αυξηθεί το λιγότερο κατά 10 ευρώ), και αν το ΑΕΠ είχε ήδη αρχίσει να μειώνεται ακόμα και πριν από τη σύναψη των Μνημονίων, τότε ποια ήταν η αιτία της κατάρρευσης του; Η απάντηση σε αυτό είναι πολύ απλή: ο τρόπος που ζούσε η Ελλάδα στη δεκαετία 2000 έως 2010 ήταν ένας τρόπος παράλογος και αφύσικος.

Το επίπεδο εισοδήματος το οποίο απολάμβαναν οι Έλληνες δεν αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες δημιουργίας εισοδήματος της ελληνικής οικονομίας. Αντιστοιχούσε στην εντατική «μόχλευσή» της με δανεικά. Για τον λόγο αυτόν, το παρά φύσιν και τεχνητό επίπεδο εισοδημάτων που απολάμβαναν οι κάτοικοι της χώρας και η ελληνική οικονομία άρχισε, αναπόφευκτα, να καταρρέει μόλις προσέγγισε ένα σημείο καμπής λόγω του ότι δεν μπορούσε να αναχρηματοδοτηθεί το υπέρογκο πλέον χρέος. Αυτό, άλλωστε, οδήγησε στην ανάγκη σύναψης της συμφωνίας για τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας.

Για να αντιληφθεί βεβαίως κανείς τους ακριβείς λόγους αυτής της κατάρρευσης, θα πρέπει, σε αντίθεση με τους αντιμνημονιακούς, να παραδεχτεί ότι και στην Ελλάδα ισχύουν οι νόμοι της φυσικής και οι κανόνες της αριθμητικής που ισχύουν σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο. Εφ’ όσον λοιπόν αποδεχτεί κάποιος, έστω και με βαριά καρδιά, ότι η Ελλάδα είναι μία κανονική χώρα σαν όλες τις άλλες της παγκόσμιας κοινότητας, και έχει τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με αυτές, τότε είναι σε θέση να προσεγγίσει το ζήτημα διαφορετικά.

Κατ’ αρχήν, λοιπόν, θα πρέπει να γίνει σαφές ότι όποιος υποστηρίζει την άποψη πως τα Μνημόνια είναι η αιτία για τη μείωση του ΑΕΠ κατά 28%, υποστηρίζει, συνεκδοχικά αλλά και αναπόφευκτα, και κάτι άλλο. Ότι το επίπεδο εθνικού εισοδήματος των 240 δισεκατομμυρίων ευρώ του 2009 ήταν φυσιολογικό, αντιστοιχούσε στις πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας και, συνεπώς, εξίσου φυσιολογικός ήταν και ο τρόπος που ζούσαμε τότε. Ασχέτως εάν στη διάρκεια μιας δεκαετίας το μεν ελληνικό δημόσιο δανείσθηκε 200 δισεκατομμύρια ευρώ, το δε τραπεζικό σύστημα άλλα 60, (αμφότεροι από το εξωτερικό), τα οποία στη μεγάλη τους πλειοψηφία διοχετεύθηκαν για να τροφοδοτήσουν την κατανάλωση, είτε ως εισοδήματα (μισθοί, συντάξεις κ.λπ.), είτε ευθέως ως καταναλωτικά δάνεια.

Εάν, πάλι, κάποιος δεν τα πηγαίνει πολύ καλά με τους αριθμούς και με τα οικονομικά μεγέθη, θα πρέπει να πιστεύει ότι ήταν πολύ φυσιολογικό για έναν λαό να ζει με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο όπου 50ρηδες, απόφοιτοι ΣΤ΄ Δημοτικού, συνταξιοδοτούνταν από τις ΔΕΚΟ με σύνταξη 2.600 ευρώ τον μήνα και με 100.000 εφ’ άπαξ, όπου στα δημόσια νοσοκομεία (που δεν είχαν καν διπλογραφικό λογιστικό σύστημα) φορτηγά άδειαζαν τεράστιες ποσότητες φαρμάκων τα οποία στην συνέχεια κανείς δεν ήξερε πού πήγαιναν και τι γινόντουσαν, και όπου υπήρχαν εκατοντάδες εταιρείες του Δημοσίου που κανείς δεν γνώριζε ούτε με τι ασχολούνται, ούτε που βρίσκονταν, ούτε που βρίσκονταν οι υπαλληλοι τους που δεν ήταν ποτέ στα γραφεία τους. (Οι οποίοι, πάντως, ακόμη μισθοδοτούνται κανονικά σε άλλα μετερίζια του Δημοσίου, πλέον. Ευτυχώς με λιγότερα, γιατί τους έκοψε τους μισθούς ή άκαρδη τρόικα).

Όποιος λοιπόν πιστεύει τα προηγούμενα μπορεί κάλλιστα να υποστηρίζει και ότι το επίπεδο εισοδήματος που κατάφερε να μετρήσει η χώρα το 2008 ήταν φυσιολογικό, κανονικό και διατηρήσιμο και όλα αυτά δεν είχαν καμία σχέση με τα δανεικά που είχαν εισρεύσει στο ελληνικό οικονομικό κύκλωμα και είχαν καταναλωθεί την προηγούμενη δεκαετία! Και για τον λόγο αυτό δικαιούται επίσης να πιστεύει ότι η οποιαδήποτε μείωση του ΑΕΠ προέκυψε στην συνέχεια δεν μπορεί παρά να ήταν μία βάναυση επέμβαση

Για όσους, βεβαίως, δεν πιστεύουν όλους τους παραπάνω παραλογισμούς είναι πιο εύκολο να δώσουν απάντηση στο ερώτημα γιατί και πώς ξεκίνησε η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας το 2009, πριν ακόμα μπούμε στα Μνημόνια. Ο λόγος είναι απλός. Είναι κάτι που ισχύει και για άτομα, και για επιχειρήσεις, και για εθνικές οικονομίες. Πρόκειται για το ότι κανείς δεν μπορεί να γίνει πλούσιος με δανεικά χρήματα, ιδιαίτερα μάλιστα εάν χρησιμοποιεί τα δανεικά όχι για επένδυση που θα αυξησει την παραγωγική του δυνατότητα, αλλά για κατανάλωση. Σε αυτή την περίπτωση κάποια στιγμή η δανειοληπτική ικανότητα εξαντλείται, το χρέος γίνεται χιονοστιβάδα και επέρχεται η κατάρρευση και η χρεοκοπία. Αυτή είναι μία πάρα πολύ απλή αλήθεια η οποία όμως, για κάποιο περίεργο λόγο, δεν είχε περάσει ποτέ από το μυαλό των Ελλήνων πολιτών που ψήφιζαν τους πολιτικούς στην εξουσία, αλλά και των Ελλήνων πολιτικών που διαχειρίζονταν την ελληνική οικονομία.

Υπάρχουν δύο τρόποι για να τροφοδοτείται η κατανάλωση σε μία οικονομίια–και έχουν πολύ μεγάλη διαφορά ο ένας από τον άλλον. Ο πρώτος είναι να τροφοδοτείται η κατανάλωση με –ένα μέρος από– τα εισοδήματα που δημιουργεί η παραγωγική οικονομία. (Το άλλο μέρος θα πρέπει να πηγαίνει στην αποταμίευση - επένδυση για να υπάρχει διαχρονική ισορροπία, δηλαδή ανάπτυξη). Ο άλλος τρόπος είναι να τροφοδοτείς την κατανάλωσή σου μέσω δανεικών. Ο τρόπος αυτός είναι άφρων και προσιδιάζει κυρίως σε μωρούς και φαυλόβιους. Πρώτον διότι τα δανεικά στοιχίζουν και δεύτερον, και κυριότερο, διότι κάποια στιγμή πρέπει να αποπληρωθούν, και εάν δεν μπορείς να τα αποπληρώσεις επέρχεται η πτώχευση.

Η ελπίδα ότι θα δανείζεσαι συνεχώς όλο και περισσότερο για να αποπληρώνεις τα παλαιότερα δάνεια, και να έχεις να καταναλώνεις και στο μέλλον, είναι μία ελπίδα η οποία σπανιότατα έχει ευοδωθεί στην ανθρώπινη ιστορία. Πάντως αυτός δεν είναι τρόπος για να προχωράει η οικονομία ενός ευρωπαϊκού έθνους στον 21ο αιώνα έστω κι αν το πίστευε και το πιστεύει μεγάλο μέρος του ελληνικού κοινού αλλά και μεγάλη μερίδα «οικονομικών επιστημόνων».

Όπως για κάθε ζωντανό οργανισμό, έτσι και για την οικονομία υπάρχουν ορισμένοι κανόνες με βάση τους οποίους αυτή λειτουργεί. Πράγμα που σημαίνει πως μία οικονομία για να μεγεθύνεται ποσοτικά και να αναπτύσσεται ποιοτικά οφείλει να κατανέμει διαχρονικά το προϊόν της με συγκεκριμένο τρόπο μεταξύ κατανάλωσης και επένδυσης.

Στην Ελλάδα της δεκαετίας 2000-2010, όμως, δεν συνέβαινε κάτι παρόμοιο. Για παράδειγμα: ενώ η ιδιωτική κατανάλωση στις άλλες χώρες της ευρωζώνης καλύπτε το 55% του ΑΕΠ, στην Ελλάδα αυτό το ποσοστό ήταν σχεδόν 70%. Σε συνδυασμό με την κατανάλωση του δημοσίου τομέα ξεπερνούσε το 90% του ΑΕΠ, πράγμα το οποίο και πάλι ήταν περίπου 20 μονάδες υψηλότερα από το αντίστοιχο ποσοστό στις άλλες χώρες της ευρωζώνης. Δηλαδή ο Έλληνας ουσιαστικά δεν αποταμίευε αλλά κατανάλωνε σχεδόν το σύνολο του εισοδήματός του!

Γιατί υπήρχε αυτό το παράδοξο φαινόμενο; Ο βασικός λόγος στον οποίο οφειλόταν ήταν το ότι με την εισοδηματική πολιτική που είχε ακολουθηθεί από την είσοδο της Ελλάδας στην ευρωζώνη και μετά ο Έλληνας πολίτης (ως «οικονομούν άτομο») είχε χάσει την αντίληψη της πραγματικότητας όσον αφορά τη διαδικασία και τους μηχανισμούς αύξησης του εισοδήματός του. Δηλαδή δεν θεωρούσε πως η αύξηση του εισοδήματος του ήταν συνάρτηση της εργασίας του, της παραγωγικότητάς του, της αποταμιευσης και της επένδυσής του, διότι με τις πολιτικές που είχαν εφαρμοσθεί στην συγκεκριμένη περίοδο, τα εισοδήματα των περισσότερων διογκώνονταν χωρίς να αλλάζει τίποτα στην παραγωγικότητά τους.

Το ελληνικό Δημόσιο δανειζόταν για να προσλαμβάνει νέους δημοσίους υπαλλήλους και να δίνει αυξήσεις στους υπάρχοντες, να χρηματοδοτεί πρόωρες συνταξιοδοτήσεις και παχυλά εφ’ άπαξ και να δίνει και αυξήσεις στους συνταξιοδοτούμενους χωρίς τίποτα από όλα αυτά να έχει κάποια σχέση με την παραγωγικότητα της ελληνικής οικονομίας και με τις δυνατότητες της.

Φυσιολογικά, λοιπόν, αλλά και μοιραία, στη συνείδηση των Ελλήνων εδραιώθηκε η πεποίθηση ότι αυτός είναι ο ευρωπαϊκός τρόπος να αναπτύσσεται κανείς: να παίρνει συνεχώς αυξήσεις, ακόμη και αν δεν αλλάζει καθόλου τον τρόπο με τον οποίο ζει, εργάζεται, παράγει και δημιουργεί αγαθά και υπηρεσίες. Συνεπώς, δεν υπήρχε λόγος για αποταμίευση και όλα τα εισοδήματα μπορούσαν να διοχετευθούν στην κατανάλωση. (Πράγμα που εν πολλοίς συνεχίζεται και σήμερα και επειδή φυσικά δεν υπάρχουν καθόλου διαθέσιμα εγχώρια κεφάλαια για επένδυση ελπίζουμε πως την ανάπτυξη που περιμένουμε θα τη φέρουν οι ξένοι κεφαλαιούχοι που θα έρθουν τρέχοντας να επενδύσουν στην ελληνική οικονομία!).

Ο τρόπος με τον οποίο κατανέμονταν τα εισοδήματα των Ελλήνων μεταξύ κατανάλωσης και αποταμίευσης αλλά και η πεπλανημένη αντίληψή τους για το πώς αυξάνεται το προσωπικό και το εθνικό εισόδημα είχαν σοβαρές παρενέργειες όσον αφορά τη διάρθρωση στην οποία είχε αποκρυσταλλωθεί η ελληνική οικονομία. Χαρακτηριστικά: ενώ στις οικονομίες της ευρωζώνης η απασχόληση στο λιανικό και στο χονδρικό εμπόριο καλύπτουν ένα ποσοστό 10 έως 12% του συνολου, στην Ελλάδα, το 2010, αυτό το ποσοστό είχε ξεπεράσει το 18% για τον απλό λόγο ότι οι Έλληνες κατανάλωναν όλα τους τα εισοδήματα.

Επίσης κάτι αντίστοιχο συνέβαινε και με την οικοδομή η οποία στη συγκεκριμένη δεκαετία, ως ποσοστό του ΑΕΠ, είχε φτάσει να βρίσκεται στο ίδιο επίπεδο με εκείνο άλλων χωρών όπως η Ισπανία και ή Ιρλανδία όπου, όμως, η οικοδομή αποτέλεσε τη βασική αιτία των δικών τους προβλημάτων. Και φυσικά υπήρχε και το ελληνικό δημόσιο, μήτρα και γεννήτορας του πελατειακού κράτους και του παρασιτισμού στη χώρα, το οποίο ήταν –μακράν– το μεγαλύτερο μεν ως προς το ποσοστό του ΑΕΠ μέσα στην ευρωζώνη αλλά το μικρότερο όσον αφορά την παραγωγικότητά του και την προσφορά του στην κοινωνία. (Σύμφωνα με μελέτη της McKinsey απασχολούσε το μεγαλύτερο ποσοστό ενεργού πληθυσμού –22.3%– στην ευρωζώνη, έναντι μέσου όρου για 15 χώρες του ευρώ, 15,8%, και ενώ οι υπάλληλοί του είχαν τις μεγαλύτερες αυξήσεις αποδοχών στην πρώτη δεκαετία του 2000, παρήγαγαν το λιγότερο πραγματικό έργο σε όλη την ευρωζώνη). Υπήρχε δηλαδή μία τελείως ασύμμετρη και ασταθής διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας, η οποία οφειλόταν στον παθογενή τρόπο που αυτή λειτουργούσε.

Το γεγονός ότι τα Μνημόνια δεν ήταν η αιτία για την οποία το ΑΕΠ της Ελλάδας κατέρρευσε μπορεί να το αντιληφθεί κανείς εάν κάνει προσπάθεια να σκεφτεί λίγο και το εξής γεγονός: το ένα περίπου εκατομμύριο θέσεων εργασίας που χάθηκαν στην περίοδο από το 2010 μέχρι το 2015, όταν ξαναδημιουργούνται σταδιακά, δεν δημιουργούνται στις ίδιες δραστηριότητες και στους ίδιους κλάδους από όπου χάθηκαν. Δεν υπάρχουν πλέον τόσο πολλά καταστήματα λιανικού εμπορίου αλλά ούτε και τόσο πολλές θέσεις εργασίας στην οικοδομή. Εάν τα Μνημόνια ήταν η αιτία της συρρίκνωσης τότε η ελληνική οικονομία καθώς σιγά-σιγά θα έτεινε να επανέλθει στα προηγούμενα μεγέθη της μετά το τέλος των Μνημονίων, θα έπρεπε να ξαναδημιουργήσει τις θέσεις εργασίας στους ίδιος κλάδους από όπου είχαν χαθεί, πράγμα που δεν συμβαίνει και δεν πρόκειται να συμβεί.

Συνεπώς το ΑΕΠ της χώρας μειώθηκε δραστικά (και ευτυχώς λόγω της ύπαρξης των Μνημονίων δεν κατέρρευσε ολοκληρωτικά, όπως είχε την τάση και όπως θα ήταν φυσιολογικό να συμβεί) για δύο πολύ βασικούς λόγους, την ισχύ των οποίων κανείς στον κόσμο δεν θα μπορούσε να αλλάξει. Πρώτον διότι μία οικονομία δεν μπορεί να ζει εις το διηνεκές καταναλώνοντας στηριζόμενη στα δανεικά, περισσότερα από αυτά που μπορεί να δημιουργεί η εργασία των πολιτών της. Τα δανεικά θα πρέπει να χρησιμοποιούνται με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορούν να εξυπηρετήσουν και να αποπληρώσουν το δάνειο σε βάθος χρόνου. Εάν αυτό δεν συμβεί τότε ένα αποτέλεσμα είναι η χρεοκοπία. Ένας απαράβατος κανόνας που προκύπτει εξ αυτού για τα σώφρονα άτομα και τις σώφρονες κοινωνίες είναι πως τα δανεικά πρέπει να χρησιμοποιούνται μόνο για παραγωγικές επενδύσεις.

Στην περίπτωση της άφρονος, πελατειακής και παρασιτικής Ελλάδας η υπέρ δανειοδότηση και του δημοσίου και των τραπεζών χρησιμοποιήθηκε σχεδόν αποκλειστικά για να τροφοδοτήσει την κατανάλωση κατά τρόπο που ήταν μεσοπρόθεσμα καταστροφικός για την ελληνική οικονομία. (Με δεδομένο, μάλιστα, ότι η κατανάλωση αυτή δεν μπορούσε να τονώσει την ελληνική παραγωγή, η οποία δεν ήταν διεθνώς ανταγωνιστική, αποτέλεσμα ήταν η κατανάλωση να μετατρέπεται αυτόματα σε εισαγωγή αγαθών και για αυτό το λόγο υπήρχαν, σε μόνιμη βάση, τα «δίδυμα ελλείμματα». Το δημοσιονομικό έλλειμμα μετατρεπόταν σχεδόν αυτομάτως σε αντίστοιχου μεγέθους έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών).

Δεύτερον, διότι μία οικονομία για να μπορεί να λειτουργεί και να επιβιώνει πρέπει να έχει ορισμένα δομικά στοιχεία σταθερότητας και ισορροπίας. Αυτά αφορούν την αναλογία της κατανάλωσης με την αποταμίευση και την επένδυση στο ΑΕΠ, καθώς όμως και την ποσοστιαία αναλογία των διαφόρων κλάδων στο συνολικό ετήσιο εισόδημά της. Οικονομίες οι οποίες είχαν ενταχθεί στον διεθνή καταμερισμό εργασίας με ιδιαίτερη εξειδίκευση στο να καταναλώνουν εισαγόμενα είδη, χρηματοδοτώντας την κατανάλωσή τους με δανεικά, δεν έχουν παρατηρηθεί ποτέ στην παγκόσμια οικονομική ιστορία και ούτε πρόκειται να παρατηρηθούν, απλά διότι δεν μπορούν να υπάρξουν.

Τέτοιου είδους οικονομία προσπάθησε βεβαίως να δημιουργήσει η ελληνική κοινωνία στη δεκαετία 2000-2010, χωρίς όμως να τα καταφέρει, και οι λόγοι είναι προφανείς. Δεν μπορεί να αφιερώνεις στην κατανάλωση 20% του ΑΕΠ σου και 20% της απασχόλησής σου, περισσότερο από ό,τι αφιερώνουν οι ομοειδείς και εξ αντικειμένου ανταγωνίστριες με εσένα χώρες (δηλαδή οι χώρες της ευρωζώνης στην δική μας περίπτωση) και να ελπίζεις ότι το οικονομικό σου οικοδόμημα μπορεί να επιβιώσει. Η οικονομική διάρθρωση αυτή θα καταρρεύσει στο πρώτο φύσημα του ανέμου!

Όλοι εκείνοι που θεωρούν ότι η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας οφείλεται στην πολιτική του Μνημονίου και όχι στις δικές της διαρθρωτικές ανισορροπίες, για να είναι πειστικοί, θα έπρεπε να μας δείξουν και κάποιες άλλες οικονομίες, μεσαίου ή υψηλού εισοδήματος όπως η Ελλάδα, οι οποίες χρησιμοποιούν το 90% του ΑΕΠ για κατανάλωση, έχουν εξωτερικό χρέος μεγαλύτερο από το ΑΕΠ τους και, μονίμως, δημοσιονομικά ελλείμματα και ελλείμματα τρεχουσών συναλλαγών σταθερά πάνω από το 10%. Αν είχαν τη δυνατότητα να μας δείξουν έστω και μία τέτοια οικονομία, η οποία να υπάρχει και να επιβιώνει κάπου στον πλανήτη Γη, τότε ίσως να φαινόταν κάπως αληθοφανής και συζητήσιμος ο ισχυρισμός ότι η κατάρρευση κατά 28% του ελληνικού ΑΕΠ και η αύξηση της ανεργίας κατά ένα εκατομμύριο ήταν συνέπεια «της πολιτικής των Μνημονίων».

Εάν όμως δεν μπορούν να μας δείξουν μία άλλη τέτοια οικονομία που να έχει αυτά τα χαρακτηριστικά και να υπάρχει κάπου στον πραγματικό κόσμο –(ας μην κουράζονται, δεν υπάρχει πουθενά)– τότε πρέπει να σκεφτούν ότι έχουν κάνει ένα τραγικό λάθος. Το Μνημόνιο δεν φταίει σε τίποτα για τη μείωση του ΑΕΠ. Η μείωση του ΑΕΠ οφείλεται αποκλειστικά στον ανίκητο νόμο της βαρύτητας ο οποίος επιβάλλει ότι τίποτα που βρίσκεται ψηλά και δεν έχει στήριξη και γερές βάσεις στο έδαφος, δεν μπορεί να παραμείνει εκεί. Καθώς και ότι το αεροπλάνο της κατανάλωσης για να συνεχίσει να πετάει πρέπει να έχει το καύσιμο της παραγωγής – που στην Ελλάδα δεν υπήρχε.

Δυστυχώς, όμως, οι αντιμνημονιακοί δεν θα το κάνουν αυτό, δηλαδή να σκεφτούν ότι έχουν λάθος–ή ότι λένε ψέματα. Υπάρχει ένα πολιτισμικό γεγονός που είναι σύνδρομο με την αντιμνημονιακή παράνοια: η Ελλάδα είναι η μόνη χώρα του κόσμου όπου εθνικιστές, εθνολαϊκοί, εθνοπατριώτες, φιλόπατρεις, εθνολάτρεις και πατριώτες διαφόρων ειδών, παρατάξεων και αποχρώσεων, αντί να μιλούν για την ανάγκη ανεξαρτησίας, αυτονομίας, αυτάρκειας, αξιοπρέπειας και υπερηφάνειας του λαού και του έθνους, προέταξαν –αντιθέτως– στη διάρκεια της κρίσης, ως βασική επιδίωξη, την εξασφάλιση ελέους από τον Σόιμπλε και τη Μέρκελ, υιοθετώντας ως συμπεριφορά την «οχλούσα και επιθετική επαιτεία», κατηγορώντας, δηλαδή, διάφορους Γερμανούς και άλλους ως «ναζιστές» και τα λοιπά, διότι δεν μας έδιναν κάτι παραπάνω (σε δανεικά και αγύριστα), για να χρησιμοποιηθούν για κατανάλωση των ελλήνων πολιτών.

Πράγματι, τέτοιου είδους πατριώτες και εθνικιστές, που –αγωνιστικά– έχουν αναγάγει την επαιτεία σε λόγο ύπαρξης του έθνους τους δεν υπάρχουν σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου, παρά μόνο στην Ελλάδα!
 

(3): «Τα Μνημόνια ήταν υφεσιακά γιατί επέβαλαν λιτότητα» 

Τα οκτώ τελευταία χρόνια ζήσαμε μέσα στην ιδεολογική τρομοκρατία και στον υστερικό παραλογισμό σε τέτοιο βαθμό ώστε πολλά από τα ψέματα και τις ανακρίβειες με τις οποίες βομβαρδιζόμασταν κατέληξαν να θεωρούνται, από τους περισσότερους, αυταπόδεικτες αλήθειες. Είναι τραγικό ότι βγαίνοντας από αυτή την περίοδο δεν έχουμε αντιληφθεί σε συλλογικό επίπεδο τι συνέβη και δεν έχουμε μάθει να χρησιμοποιούμε την απλή λογική για να ξεχωρίζουμε το ψεύδος από την αλήθεια – ιδιαίτερα για θέματα που αφορούν καθοριστικά την ίδια την ζωή μας και το μέλλον μας.

Ψέμα τρίτο: «Τα Μνημόνια ήταν υφεσιακά γιατί επέβαλαν λιτότητα»

Στις 7 Ιουλίου του 2015, δύο μόλις ημέρες μετά την ανακοίνωση για το καταστρεπτικό δημοψήφισμα, σε κάποιες μεγάλες εφημερίδες του εξωτερικού δημοσιεύτηκε μία «ανοιχτή επιστολή» προς τη Γερμανίδα καγκελάριο, πέντε διεθνώς γνωστών οικονομολόγων. Στην επιστολή αυτή οι συντάκτες της καλούσαν την παραλήπτρια να βάλει τέρμα στη σκληρή «λιτότητα» που –κατά τη γνώμη τους– είχε επιβάλει στην Ελλάδα, οδηγώντας σε «ύφεση» την ελληνική οικονομία και υποβάλλοντας σε σκληρές δοκιμασίες τον λαό της.

Η άποψη που εξέφραζαν, βεβαίως, δεν ήταν ούτε πρωτάκουστη ούτε πρωτοφανής. Ήταν μία ευρέως διαδεδομένη άποψη την οποία πιστεύουν και υποστηρίζουν μέχρι σήμερα όχι μόνο διακεκριμένοι οικονομολόγοι αλλά ακόμα και απλοί άνθρωποι του ελληνικού λαού, έστω και αν δεν ξέρουν τι ακριβώς μπορεί να σημαίνει, από άποψη οικονομικής θεωρίας, «λιτότητα» και «ύφεση». Το πιστεύει, επίσης, και το αναφέρει συχνά ακόμα και αυτό το κορυφαίο φερέφωνο του διεθνούς κεφαλαίου που είναι ο Economist! Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι με αυτό ακριβώς το σύνθημα, δηλαδή την εναντίωση στην «λιτότητα» και στην «ύφεση», επήλθαν ουσιαστικά οι κυβερνητικές μεταβολές στις εκλογές που είχαν λάβει χώρα στην Ελλάδα το 2012 και το 2015.

Τι σημαίνει όμως «λιτότητα»; Αυτή είναι μία ερώτηση που έγινε πολλές φορές, όσον αφορά την Ελλάδα, αλλά δεν απαντήθηκε ποτέ. Εντούτοις, διά της επαναλήψεως και της επιμονής των αντι-μνημονιακών εμπεδώθηκε στην κοινή γνώμη η πεποίθηση ότι η ελληνική κρίση δεν ήταν παρά προϊόν μιας οικονομικής πολιτικής «λιτότητας». Η οποία, από όσα κατά καιρούς έχουν λεχθεί, χαρακτηρίστηκε είτε από τα μεγάλα λάθη που έγιναν στη χάραξή της είτε από την πλήρη αδιαφορία των ξένων για τις ανάγκες του ελληνικού λαού και της ελληνικής οικονομίας.

Έτσι εκείνο που έχει επικρατήσει τελικά είναι πως η μεγάλη κρίση δεν ήταν συνέπεια του παρασιτισμού και της φαυλοκρατίας του πελατειακού κράτους μέσα στα οποία επί δεκαετίες έζησε η ελληνική κοινωνία αλλά, όλως αντιθέτως, ήταν συνέπεια των μεθοδεύσεων των ξένων και των συνωμοσιών τους. Και για το λόγο αυτό δεν υπάρχει τίποτα που θα πρέπει να αλλάξουμε στην ελληνική κοινωνία. Αλλά αυτό που έπρεπε να είχαμε κάνει ήταν να διεκδικήσουμε αγωνιστικά να μας δώσουν περισσότερα οι ξένοι τοκογλύφοι! (Ό,τι, δηλαδή, πράγματι κάναμε έως τον Ιούλιο του 2015).

Αν προσπαθήσουμε καλόπιστα να αντιληφθούμε τι ακριβώς πιστεύουν οι υποστηρικτές της θεωρίας αυτής και τι εννοούν με τον όρο «λιτότητα» μπορούμε να πούμε το εξής: για τους εκπροσώπους της συγκεκριμένης αυτής σχολής θεωρητικής σκέψης, πολιτική «λιτότητας» χαρακτηρίζεται κάθε οικονομική πολιτική η οποία –όπως πιστεύουν– δεν χρησιμοποιεί καταλλήλως τη δημοσιονομική δυνατότητα του κράτους για να εκμηδενίσει την ακούσια ανεργία και να ωθήσει την οικονομία στη μεγέθυνση με τον μέγιστο δυνατό ρυθμό. Δηλαδή είναι πολιτική «λιτότητας» η πολιτική που δεν αξιοποιεί πλήρως, ή έστω επαρκώς, τη δυνατότητα του δημοσίου να δανείζεται και να ξοδεύει τα δανεικά με σκοπό να αναπληρώσει το εισόδημa και τις θέσεις εργασίας που χάθηκαν στον ιδιωτικό τομέα εξαιτίας των μεταπτώσεων στη συμπεριφορά των καταναλωτών και των επενδυτών.

Η εφαρμογή της πολιτικής «μη λιτότητας» προϋποθέτει και τη δυνατότητα του κράτους να δανείζεται, πραγμα το οποίο στην ελληνική περίπτωση δεν υπήρχε μετά την εκδήλωση της κρίσης

Βεβαίως ουδεμία ομοφωνία μεταξύ των οικονομολόγων υφίσταται για το αν μία τέτοια άποψη είναι σωστή, ενώ ακόμη και οι υποστηρικτές της συγκεκριμένης θεωρίας αποδέχονται πως υπάρχουν κάποιες προϋποθέσεις που μόνο αν πληρούνται μπορεί να είναι αποτελεσματική μία «επεκτατική» πολιτική. (Οι προϋποθέσεις είναι πολλές και οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να δουν εδώ, και ιδιαίτερα στον πίνακα 2.1, κάποιες από τις παραμέτρους με τις τιμές και τα πρόσημα που πρέπει να έχουν για να είναι η δημοσιονομική πολιτική «αποτελεσματική». Όλως τυχαίως καμία τιμή στην ελληνικ;h περίπτωση δεν θα ήταν «κατάλληλη»).

Πέραν όλων αυτών δε, πριν ακόμη εισέλθει κανείς σε τόσο ψιλά γράμματα της θεωρίας, η εφαρμογή της συγκεκριμένης πολιτικής «μη λιτότητας» προϋποθέτει και τη δυνατότητα του κράτους να δανείζεται, πραγμα το οποίο στην ελληνική περίπτωση δεν υπήρχε καν, μετά την εκδήλωση της κρίσης. Πλην όμως οι κατήγοροι του Μνημονίου θεωρούν ότι αυτό δεν είναι παρά μόνο μία ασήμαντη τεχνική λεπτομέρεια, αφού η συγκεκριμένη υποχρέωση δανεισμού είχε μεταφερθεί στους εταίρους της ευρωζώνης που ανέλαβαν να διασώσουν την ελληνική οικονομία και συνεπώς αυτοί είναι που διέπραξαν το σφάλμα, ή μάλλον το έγκλημα, της εφαρμογής μιας πολιτικής «λιτότητας» που καταδίκασε τη χώρα στην «ύφεση»!

Μία χώρα δεν χρεοκοπεί σε καιρό ειρήνης παρά μόνο διότι έχει διαμορφώσει την οικονομία της με τέτοιο τρόπο ώστε δεν μπορεί να εξυπηρετεί και να αποπληρώνει τα χρέη που έχει δημιουργήσει

Το ερώτημα, λοιπόν, είναι διπλό. Πρώτον: θα μπορούσε να εφαρμοστεί μία πιο δαψιλής οικονομική πολιτική ώστε να μην μπορεί κανείς να κατηγορήσει τη διάσωση ότι ήταν διάσωση «λιτότητας» και συνεπώς αναποτελεσματική; (Δηλαδή «ψευτοδιάσωση»). Και δεύτερον: αν εφαρμοζόταν μία υποθετική «αναπτυξιακή» πολιτική «μη-λιτότητας», δηλαδή «γενναιόδωρης» δημοσιονομικής δαπάνης, η ελληνική οικονομία θα «διασωζόταν» με λιγότερο οδυνηρό τρόπο; Θα απέφευγε, δηλαδή, κάθε «κραδασμό» από εκείνους που προήλθαν από τη μείωση του ΑΕΠ και την αύξηση της ανεργίας;

Για έναν λογικό άνθρωπο η απάντηση και στις δύο αυτές ερωτήσεις είναι προφανής και αυτονόητη. Δεν χρειάζεται να είναι ούτε οικονομολόγος, ούτε στατιστικολόγος, ούτε τίποτα άλλο. Μία χώρα δεν χρεοκοπεί σε καιρό ειρήνης για κανέναν άλλον λόγο παρά μόνο διότι έχει διαμορφώσει την οικονομία της με τέτοιο τρόπο ώστε δεν μπορεί να εξυπηρετεί και να αποπληρώνει τα χρέη που έχει δημιουργήσει. Ως εκ τούτου η διαδικασία για να αλλάξει ο τρόπος που λειτουργεί η οικονομία της δεν μπορεί παρά να είναι επώδυνη. Και σε κάθε περίπτωση είναι μία διαδικασία μετασχηματισμού και προσαρμογής στην πραγματικότητα.

Δεν μπορεί να πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι χρεοκοπείς σαν χώρα αλλά θα συνεχίσεις να ζεις όπως προηγουμένως

Δεν μπορεί να πιστεύει κανείς στα σοβαρά ότι χρεοκοπείς σαν χώρα αλλά θα συνεχίσεις να ζεις όπως προηγουμένως και απλώς κάποιοι ξένοι θα έρθουν και θα πληρώνουν για σένα ώστε να μην αλλάξει τίποτα στη ζωή σου, χωρίς να ρωτάνε καν πού πάνε τα λεφτά τους! Και όμως. Αυτή η απλή αλήθεια δεν θεωρείται ούτε αυτονόητη, ούτε αποδεκτή για τους αντιμνημονιακούς.

Επικαλούμενοι χιλιάδες παράλογα επιχειρήματα και χιλιάδες στρεψόδικους συλλογισμούς, αλλοιώνοντας τα γεγονότα και τα πραγματικά δεδομένα, επιμένουν ότι η κακουχία την οποία γνώρισε η Ελλάδα και στην οποία ακόμη σήμερα εξακολουθεί να ζει (γιατί, στην πραγματικότητα, δεν θέλει να αλλάξει τον τρόπο που ζει), είναι κάτι που οφείλεται στις ενέργειες των ξένων, στις παραλείψεις τους, στα λάθη τους ή και στις συνωμοσίες τους (όπως εκείνη η συνωμοσία με την οποία υποτίθεται ότι αλλοίωσαν τα στατιστικά δεδομένα το καλοκαίρι του 2010 για να μας «ρίξουν στα Μνημόνια» – αφού πλέον το πρώτο Μνημόνιο είχε ήδη συνομολογηθεί προ πέντε μηνων).

Στην Ελλάδα, στη διάρκεια της κρίσης, με διάφορους τρόπους, διατέθηκαν ποσά πραγματικά αστρονομικών διαστάσεων που ξεπερνούν τα 300 δισεκατομμύρια ευρώ!

Μόνο και μόνο αν εκφωνήσει κάποιος τον ισχυρισμό ότι οι πόροι που τέθηκαν στη διάθεση της ελληνικής οικονομίας για τη διάσωσή της ήταν «περιορισμένοι» και γι’ αυτό επιβλήθηκε στη χώρα οικονομική πολιτική «λιτότητας», διαπιστώνει ότι στην ίδια τη διατύπωση υπάρχει κάτι βαθιά παρανοϊκό. Διότι στην Ελλάδα, στη διάρκεια της κρίσης, με διάφορους τρόπους, διατέθηκαν ποσά πραγματικά αστρονομικών διαστάσεων που ξεπερνούν τα 300 δισεκατομμύρια ευρώ! Και αυτό έγινε για να μη σταματήσει η πληρωμή των μισθών του Δημοσίου και των συντάξεων, για να μην κλείσουν τα ΑΤΜs, για να μη χρεοκοπήσουν οι τράπεζες κλπ. Δηλαδή για να αποφευχθεί να συμβούν όλες αυτές οι καταστροφές τις οποίες η χώρα μόνη της απεργάστηκε εις βάρος του εαυτού της χωρίς να την αναγκάσει κανείς!

Για να γίνει αντιληπτό ποιες ήταν οι ανάγκες της ελληνικής οικονομίας σε δανεικό χρήμα μετά από το 2009 αρκεί να ειπωθούν τα εξής: όταν, με πρωτοβουλία του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ξεκίνησε η συγκεκριμένη προσπάθεια σωτηρίας της ελληνικής οικονομίας, στις αρχές του 2010, υπολογίστηκε –υπεραισιόδοξα φυσικά και λανθασμένα όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων– ότι για τα επόμενα τρία χρόνια θα χρειαζόταν τουλάχιστον 125 δισεκατομμύρια ευρώ.

Κανένας ίσως δεν θυμάται πλέον ότι αυτό το τεράστιο ποσό (αντίστοιχο του οποίου δεν είχε γίνει προσπάθεια ποτέ προηγουμένως στην παγκόσμια ιστορία να συγκεντρωθεί για να βοηθηθεί μία και μόνο χώρα σε κρίση), δεν κατέστη τελικά δυνατόν να συγκεντρωθεί. Οι χώρες τελικά δεσμεύθηκαν να συγκεντρώσουν «μόνο» 110 δισεκατομμύρια (τα οποία στη συνέχεια, με την αποχώρηση της Σλοβακίας, αποδείχθηκαν ακόμη λιγότερα, κατά τι).

Από αυτά, τα 80 θα τα προσέφεραν οι φορολογούμενοι των άλλων χωρών της ευρωζώνης και τα 30 θα τα διέθετε το ΔΝΤ. Έναντι αυτών των 110 δισεκατομμυρίων που κατέστη δυνατόν να συγκεντρωθούν (έστω και διά λόγου – λογιστικά και όχι πραγματικά), τον Μάιο του 2010, η Ελλάδα, όπως είχαν εξελιχθεί τα οικονομικά της πριν να έρθουν οι εταίροι προς σωτηρία της, είχε δημιουργήσει μέχρι τον Μάρτιο του 2013 υποχρεώσεις πληρωμών που έφταναν στο -πραγματικά διαπλανητικό- ύψος των 189 δισεκατομμυρίων ευρώ!

Δηλαδή οι διώκτες του Μνημονίου αυτό που μας λένε είναι ότι τα 110 δισεκατομμύρια που είχαν συγκεντρωθεί για τη σωτηρία της χώρας ήταν λίγα;

Δηλαδή οι διώκτες του Μνημονίου και οι υποστηρικτές της θεωρίας της καταστροφής της ελληνικής οικονομίας μέσω της αναγκαστικής «λιτότητας», αυτό που μας λένε είναι ότι τα 110 δισεκατομμύρια που είχαν συγκεντρωθεί για τη σωτηρία της χώρας ήταν λίγα και ότι θα έπρεπε οι σωτήρες της να έχουν συγκεντρώσει 189 δισεκατομμύρια τουλάχιστον! Και όχι μόνο αυτά! Εκτός των 189 δισεκατομμυρίων, για να μη θεωρείται ότι οι δανειστές επιβάλλουν πολιτική «λιτότητας», θα έπρεπε να έχουν και ένα επιπλέον ποσό το οποίο θα έδινε τη δυνατότητα στην ελληνική οικονομία να συνεχίσει χωρίς να υποστεί μειώσεις του ΑΕΠ!

Πόσο θα ήταν αυτό το επιπλέον ποσό; Κανείς δεν το γνωρίζει γιατί κανείς αντιμνημονιακός δεν μας το είπε ποτέ! Ούτε το άτομο που διακρίθηκε για τους παρανοϊκούς ισχυρισμούς του και έγινε παγκοσμίως γνωστό με αυτούς, ούτε οι πολλοί άλλοι επάξιοι εγχώριοι ανταγωνιστές του στην αρλουμπολογία, μπήκαν ποτέ στον κόπο να μας μιλήσουν συγκεκριμένα με αριθμούς για να καταλάβουμε τι ακριβώς ζητούσαν να πληρώσουν οι ξένοι για να μην έχει «λιτότητα» η Ελλάδα!

Από το 2010 μέχρι το 2016, που πέτυχε το πρώτο πραγματικό πρωτογενές πλεόνασμα, η ελληνική οικονομία έζησε με πρωτογενή ελλείμματα (εκτός από το 2014 που ουσιαστικά δεν υπήρξε ούτε έλλειμμα, ούτε πλεόνασμα).

Θα μπορούσε η Ελλάδα ποτέ να το αποπληρώσει όλα αυτά που ζητούσε το κύμα αυτό των παρανοϊκών ισχυρισμών; Φυσικά και όχι. Ήδη τα 110 (ή 107,5 τελικά) που οι ξένοι έταξαν στο πρώτο Μνημόνιο ήξεραν ότι δεν θα τα έπαιρναν ποτέ πίσω. Και κατά μίαν έννοια δεν τα πήραν ποτέ πίσω διότι τα 72, τελικά δισεκατομμύρια που εκταμίευσαν και διέθεσαν στην Ελλάδα με βάση το πρώτο Μνημόνιο, πριν αυτό αντικατασταθεί από το δεύτερο, ήταν σχεδόν το ποσό που έχασαν οι πολίτες των χωρών τους από το PSI. Από το 2010 μέχρι το 2016, που πέτυχε το πρώτο πραγματικό πρωτογενές πλεόνασμα, η ελληνική οικονομία έζησε με πρωτογενή ελλείμματα (εκτός από το 2014 που ουσιαστικά δεν υπήρξε ούτε έλλειμμα, ούτε πλεόνασμα).

Όταν, όμως, έχεις πρωτογενή ελλείμματα αυτό σημαίνει ότι ζεις με περισσότερα από όσα σου επιτρέπουν οι δυνατότητές σου. Οι λέξεις, συνεπώς, χάνουν κάθε σημασία εάν, ενώ για πέντε χρόνια είτε καταναλώνεις περισσότερα από όσα παράγεις, είτε ανακεφαλαιοποιείς τις τράπεζές σου με δανεικά (που δανείζονται άλλοι για σένα γιατί σε εσένα δεν δανείζει κανείς), παρ’ όλ’ αυτά επιμένεις ότι ζεις σε «λιτότητα».

Από το 2010 έως το 2015, η Ελλάδα δεν είχε πληρώσει εξ ιδίων ούτε μία δεκάρα για την εξυπηρέτηση και την αναχρηματοδότηση του τεράστιου χρέους της.

Και βέβαια ένας τέτοιος ισχυρισμός εισχωρεί ακόμα βαθύτερα στο πεδίο της παράνοιας και της παραφροσύνης εάν επίσης συνυπολογισθεί πως, από το 2010 έως το 2015, η Ελλάδα δεν είχε πληρώσει εξ ιδίων ούτε μία δεκάρα για την εξυπηρέτηση και την αναχρηματοδότηση του τεράστιου χρέους της. Δηλαδή από το 2010 έως το 2015, ελέω των Μνημονίων, η Ελλάδα έζησε (πρώτον), εξακολουθώντας να δαπανά περισσότερα από όσα η ίδια μπορούσε να παράξει και, (δεύτερον), ως εάν ήταν μία χώρα η οποία είχε μηδενικό χρέος! (Δεν το λες και άσχημα αυτό για μία «χρεοδουλοπαροικία»).

Και όμως. Όλη αυτή η κατάσταση συνεχιζόμενης παραλυσίας χαρακτηριζόταν ως «λιτότητα»! Αλλωστε στο δημοψήφισμα πήγαμε ακριβώς για τον λόγο αυτό. Εκείνο που ζητούσε η «μαχητική διαπραγματευση» ήταν να συνεχιστεί η συγκεκριμένη κατάσταση αενάως –γιατί κάθε άλλη διευθέτηση θα αποτελούσε «λιτότητα».

Μόνο που οι Ευρωπαίοι πολιτικοί δεν θα μπορούσαν ποτέ να το δεχτούν γιατί δεν είχαν τρόπο να το πουν στους εκλογείς τους. Η αποδοχή θα σήμαινε οιονεί διαγραφή του συνόλου του ελληνικού χρέους, πράγμα που ούτε κατά διάνοιαν θα ήταν αποδεκτό από τους ψηφοφόρους τους οι οποίοι δεν μας βλέπουν όπως βλέπουμε εμείς τον εαυτό μας, δηλαδή ως έναν ηρωικά αγωνιζόμενο για την ανεξαρτησία του λαό, αλλά, αντίθετα, ως ένα σύνολο ενοχλητικών φυγόπονων απατεώνων. (Για τον ίδιο λόγο γράφτηκε και η επιστολή των πέντε οικονομολόγων: για να υποστηρίξουν το συγκεκριμένο ελληνικό αίτημα εναντίον της «λιτότητας»!).

Αυτό λοιπόν το απλό ερώτημα, πόσα χρήματα τελικά χρειαζόταν η Ελλάδα για να μην πέσει στην «παγίδα της λιτότητας» είναι κάτι το οποίο δεν απαντήθηκε και δεν πρόκειται να απαντηθεί.

Αυτό λοιπόν το απλό ερώτημα, δηλαδή το πόσα χρήματα τελικά χρειαζόταν η Ελλάδα για να μην πέσει στην «παγίδα της λιτότητας» και πόσα από αυτά θα έπαιρναν τελικά πίσω οι δανειστές εάν ήταν τόσο αφελείς να μας τα δανείσουν, είναι κάτι το οποίο δεν απαντήθηκε ποτέ και δεν πρόκειται να απαντηθεί. Όπως επίσης δεν έχει γίνει πότε σαφές τι ακριβώς ήταν αυτό το οποίο θα έπρεπε να περισώσουν με αυτή την επιπλέον δαπάνη οι ξένοι δανειστές ώστε η οικονομία να μην εισέλθει σε «ύφεση».

Έπρεπε να περισώσουν τους συνταξιούχους των 50 ετών; Έπρεπε να περισώσουν τους εργαζόμενους στην «Εταιρεία Αποξήρανσης της Κωπαΐδας»; Ή έπρεπε να περισώσουν το γεγονός ότι η Ελλάδα είχε, αναλογικά, διπλάσια εμπορικά καταστήματα πολυτελών ειδών από όσα έχει το Μιλάνο, όπου όμως κατασκευάζονται τα είδη που πουλούσαν τα ελληνικά καταστήματα; (Ή από όσα έχει η Ελβετία, η οποία, τέλος πάντων, διαθέτει και κάποια παραπάνω εισοδήματα και δεν χρειάζεται ξένους δανειστές για να στηρίξουν την κατανάλωσή της).

Οι οπαδοί της θεωρίας της «λιτότητας», δηλαδή, πέρα από όσους παραλογισμούς, παλαβομάρες και ψέματα λένε σχετικά με το ύψος της δημοσιονομικής δαπάνης, από την άλλη πλευρά παραβλέπουν ή αποκρύπτουν πλήρως το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία στη μορφή και στη διάρθρωση που είχε αποκτήσει μέσα από την πορεία της στην προ του 2010 περίοδο δεν ήταν βιώσιμη. Τους διαφεύγει μονίμως η ασήμαντη λεπτομέρεια πως για να διατηρηθεί όλο αυτό το παρασιτικό και διεφθαρμένο υπόδειγμα διαβίωσης χρειαζόταν εκατοντάδες δισεκατομμυρίων τα οποία κανείς δεν είχε λόγο να τα χαρίσει στην Ελλάδα. Διότι περί αυτού επρόκειτο: η επιβίωση όλων των παρασιτικών δραστηριοτήτων της ελληνικής οικονομίας, ώστε η ελληνική οικονομία να μην εισέλθει σε «ύφεση», απαιτούσε σταθερά, διαχρονικά και επαναλαμβανόμενα, σε ετήσια βάση, τη δωρεάν διάθεση δεκάδων δισεκατομμυρίων προς τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό.

Η επιβίωση όλων των παρασιτικών δραστηριοτήτων της ελληνικής οικονομίας απαιτούσε, σε ετήσια βάση, τη δωρεάν διάθεση δεκάδων δισεκατομμυρίων

Για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, εκείνο που είτε δεν καταλαβαίνουν είτε αποκρύπτουν οι οπαδοί της παρανοϊκής θεωρίας περί επιβληθείσας «λιτότητας» είναι το εξής: ας υποθέσουμε ότι η παράνοια ήταν μεταδοτική ασθένεια και ότι θα μπορούσαμε να την είχαμε μεταδώσει και σε όλους τους Ευρωπαίους πολιτικούς και οικονομικούς ηγέτες. Με αποτέλεσμα όλοι οι Ευρωπαίοι, αφού παραφρονούσαν συλλογικώς, πειθόμενοι από τους ισχυρισμούς των εγχωρίων ομοιοπαθών τους, να επιδίδονταν με όλες τους τις δυνάμεις στην προσπάθεια να περισώσουν το παρασιτικό ελληνικό οικοδόμημα για να μην πέσουν στην «παγίδα της λιτότητας», πληρώνοντας όσα-όσα.

Ας υποθέσουμε, δηλαδή, ότι προσφεύγοντας σε έκτακτα μέτρα η καγκελάριος Μέρκελ επέβαλε βαρύτατο κεφαλικό φόρο στους πολίτες της ή ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα άρχιζε να τυπώνει αφειδώς νέο χρήμα προκειμένου να αγοράζει στην πρωτογενή αγορά τα αυθορμήτως εκδιδόμενα νέα ελληνικά ομόλογα, και με αυτό τον τρόπο συγκεντρωνόντουσαν οι εκατοντάδες δισεκατομμυρίων ευρώ που ήταν απαραίτητες για την υποστήριξη της ελληνικής οικονομίας στην προσπάθεια αποφυγής της «λιτότητας».

Τι θα σήμαινε, λοιπόν, αυτό; Ότι η ελληνική οικονομία καθώς και ευρωπαϊκή θα σώζονταν: Κάθε άλλο. Αντιθέτως, αυτό θα σήμαινε ότι μόλις οι παράγοντες της οικονομίας, και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, αντιλαμβάνονταν ότι η ευρωπαϊκή ελίτ έχει παραφρονήσει, και προβαίνει σε ανορθόδοξες και υπονομευτικές για την οικονομία ενέργειες, το αποτέλεσμα θα ήταν ότι η κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας θα αποκτούσε πολλαπλάσιες διαστάσεις από αυτήν που είδαμε, αλλά -κυρίως- ότι η κατάρρευση αυτή θα συμπαρέσυρε, επίσης, όλες τις άλλες χώρες που βρίσκονταν σε κίνδυνο εκείνη την στιγμή. Και αν μη τι άλλο, το ευρώ θα έπαυε να υφίσταται ως νομισματική μονάδα εντός ολίγων ημερών.

Για όσους θέλουν να έχουν σχέση με την πραγματικότητα και με τη λογική η αλήθεια είναι απλή: τα Μνημόνια δεν επέβαλαν κανενός είδους «λιτότητα»

Ας σκεφτεί, δηλαδή, κανείς και ας απαντήσει: εάν η Ελλάδα αντί για 10% δημοσιονομικό έλλειμμα το 2010, «διευκολυνόταν» με ένα δημοσιονομικό έλλειμμα 20 έως 25% του ΑΕΠ που ζητούσαν οι μπαρουφολόγοι πολέμιοι της «λιτότητας» ώστε να μην υπάρξει «ύφεση» στην ελληνική αγορά, δηλαδή για να μη μειωθεί ο αριθμός των καταστημάτων που πωλούσαν προϊόντα του Christian Louboutin, ή για να μη μειωθούν οι απολαβές των εργαζομένων στην «Εταιρεία αποξήρανσης της Κωπαΐδας», πώς θα αντιδρούσαν οι παράγοντες της ευρωπαϊκής οικονομίας; Οι κεφαλαιούχοι, οι τραπεζίτες, οι εκπρόσωποι των ασφαλιστικών εταιρειών και των συναξιοδοτικών ταμείων ή οι απλοί αποταμιευτές; Μπορεί να το φανταστεί κανείς αυτό; Αν δεν μπορεί να το φανταστεί, ας μάθει πως εκείνο που θα έσπευδαν να κάνουν θα ήταν να αποσύρουν τα χρήματά τους από οπουδήποτε τα είχαν τοποθετημένα στην ευρωζώνη και να τα μεταφέρουν όσο μακρύτερα γίνεται από την Ευρώπη και το ευρώ. Με προφανή αποτελέσματα.

Για όσους θέλουν να έχουν σχέση με την πραγματικότητα και με τη λογική η αλήθεια είναι απλή: τα Μνημόνια δεν επέβαλαν κανενός είδους «λιτότητα». Η Ελλάδα για πέντε τουλάχιστον χρόνια μετά το 2010, συνέχισε να ζει με πρωτογενή δημοσιονομικά ελλείμματα, ξοδεύοντας δηλαδή περισσότερα από όσα παρήγαγε. Και αυτό παρά το γεγονός ότι δεν είχε καν την δυνατότητα να τροφοδοτήσει η ίδια με δανεικό χρήμα την οικονομία της αλλά έπρεπε να το κάνουν άλλοι για αυτήν, επωμιζόμενοι επιπλέον και τον κίνδυνο ότι δεν θα πάρουν ποτέ τα λεφτά τους πίσω.

Το Μνημόνιο ήταν μία αναγκαία, και αναπόφευκτη, προσαρμογή στην πραγματικότητα.

«Λιτότητα» έχεις όταν, παρά το γεγονός πως διαθέτεις τη δυνατότητα να δαπανήσεις μέσα από τη δημοσιονομική σου διαχείριση περισσότερα χρήματα από όσα δαπανάς, για να επιδιώξεις την αύξηση του ΑΕΠ και τη μείωση της ανεργίας, αποφεύγεις να το κάνεις. Η περίπτωση της Ελλάδας ήταν τελείως διαφορετική. Η ίδια δεν διέθετε καμία δυνατότητα άσκησης δημοσιονομικής πολιτικής γιατί ήταν χρεοκοπημένη και κανείς αποταμιευτής κεφαλαίου δεν της δάνειζε ούτε μία δεκάρα.

Για να μπορέσει να επιζήσει έπρεπε να περιορίσει το τεράστιο έλλειμμά της από το οποίο τροφοδοτούνταν το τεράστιο χρέος της που, ούτως ή άλλως, δεν μπορούσε να αποπληρώσει. Και από την άλλη πλευρά έπρεπε να περιορίσει την παρασιτική παραμόρφωση που είχε δημιουργηθεί στην ελληνική οικονομία. Μία παραμόρφωση η οποία είχε ανάγκη όλο και περισσότερο χρήμα για να διατηρηθεί πλην όμως δεν μπορούσε ουδέ κατ’ ελάχιστον να συμβάλλει στην εξυπηρέτηση των δανείων από τα οποία τροφοδοτούσε την ύπαρξή της.

Το Μνημόνιο συνεπώς ήταν μία αναγκαία, και αναπόφευκτη, προσαρμογή στην πραγματικότητα. Δεν ήταν μία επιλογή, ήταν μία αναγκαιότητα που επιβλήθηκε από τους απλούς κανόνες της αριθμητικής, και μάλιστα μετά από πολλές δοκιμές και αναζητήσεις, διότι δεν υπήρχε κανένα αντίστοιχο προηγούμενο. Η πολιτική που εφαρμόστηκε δεν μπορεί να αποκαλείται «λιτότητα», πολλώ μάλλον όταν αυτοί που ισχυρίζονται τέτοια παράλογα πράγματα δεν είναι σε θέση να δώσουν έστω και την ελάχιστη εναλλακτική, συνεκτική και λογική, πρόταση στηριγμένοι σε αριθμούς.

Η θεωρία περί «λιτότητας» που έφερε την «ύφεση» ήταν μία θεωρία την οποία χρησιμοποίησε για πολιτικούς λόγους η εγχώρια παρασιτοφαυλοκρατία

Και βέβαια αυτό δεν είναι τυχαίο. Όλοι όσοι είναι αντιμνημονιακοί και μηρυκάζουν τη θεωρία της «λιτότητας» και της «υφεσιακής» πολιτικής είναι ακριβώς οι ίδιοι άνθρωποι οι οποίοι ούτε πριν από την κρίση αλλά ούτε και μετά, δεν έχουν δείξει την παραμικρή διάθεση να αντιμετωπίσουν κριτικά την ελληνική πραγματικότητα και να εργαστούν ή να προσπαθήσουν για να γίνει η ζωή στην χώρα μας πιο βιώσιμη, πιο αξιοπρεπής και πιο έντιμη.

Από την άποψη αυτή η θεωρία περί «λιτότητας» που έφερε την «ύφεση» ήταν μία θεωρία την οποία χρησιμοποίησε για πολιτικούς λόγους η εγχώρια παρασιτοφαυλοκρατία προκειμένου να μειώσει όσο ήταν δυνατόν τις απώλειές της από την κρίση, μεταθέτοντας τις επιπτώσεις στο ευρύ κοινό, και ιδιαίτερα στους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα. Κάτι που σε μεγάλο βαθμό το κατάφερε.

 

(4): «Το PSI κατέστρεψε τις τράπεζες και τα ταμεία» 

Ψέμα τέταρτο: «Το PSI κατέστρεψε τις τράπεζες και τα ταμεία» 

Νομίζω ότι η Ελλάδα γνώρισε, ουσιαστικά, τον Jean Piaget στην πρώτη μεταπολιτευτική περίοδο. Εγώ πάντως τότε τον γνώρισα και αυτό οφειλόταν στο ότι παρά το γεγονός πως δεν είχα μεγάλη ανησυχια για την Ψυχολογία, μου είχε κάνει εντύπωση, μέσα στην πλημμύρα των πολιτικών βιβλίων που το κυκλοφορούσαν εκείνη την εποχή, ότι υπήρχε και μεγάλος αριθμός εκδόσεων για τον Piaget. Είτε δικά του έργα, μεταφρασμένα στα ελληνικά, είτε εργασίες που είχαν γράψει για το έργο του άλλοι.

Έτσι λοιπόν μοιραία, κάποια στιγμή, πήρα στα χέρια μου μία «Εισαγωγή» στο έργο του και ομολογώ ότι εντυπωσιάστηκα. Η –τελείως διαφορετική από τις μαρξιστικές αερολογίες του συρμού με τις οποίες κατατριβόμασταν εκείνη την περίοδο–θεωρία του για την «γνωστική ανάπτυξη» ήρθε να μου απαντήσει πολλές απορίες ή να μου διασαφήσει διάφορα που είχα βιώσει ο ίδιος.

Θυμήθηκα πως όταν ήμουν τεσσάρων ετών, θύμωνα πολύ με δύο μεγάλα κυπαρίσσια που είχαμε έξω από το σπίτι γιατί πίστευα ότι έγερναν συνέχεια δεξιά και αριστερά και χόρευαν χωρίς σταματημό με αποτέλεσμα να προκαλούν πολύ δυνατό αέρα και έτσι να μην μπορεί να παίξει καλά η παρέα της γειτονιάς. (Τότε, φυσικά, παίζαμε στον δρόμο). Ή επίσης, θυμήθηκα, με αφορμή πάντα τον Piaget ότι, στην ίδια ηλικία, ήμουν βέβαιος πως τα καράβια και οι βάρκες, για να πλέουν έτσι εύκολα στο νερό, θα πρέπει να είχαν στο κάτω μέρος ρόδες όπως και τα αυτοκίνητα στον δρόμο. Μάλιστα, κοιτώντας προσεκτικά μέσα στο νερό, νόμιζα ότι τις έβλεπα κιόλας τις ρόδες αυτες.

Διαβάζοντας τον σοφό Ελβετό, λοιπόν, όλα αυτά βρήκαν την ερμηνεία τους. Η θεωρία του εξηγούσε καθαρά ότι στην ηλικία από 2 έως 7 ετών, που το παιδί δεν έχει ακόμη συγκροτήσει τον μηχανισμό της λογικής σκέψης, αντιμετωπίζει τον κόσμο με έναν δικό του τρόπο: ενίοτε βλέπει αντικείμενα που δεν υπάρχουν, (οι ρόδες στις βάρκες), άλλες φορές δεν βλέπει αντικείμενα που υπάρχουν ενώ, επίσης, συνδέει την αιτία με το αποτέλεσμα με επιφανειακό τρόπο (τα κυπαρίσσια κινούνται και δημιουργούν τον άνεμο). Και ούτω καθ’ εξής. Κάποια στιγμή μάλιστα είχα σκεφτεί ότι αν και πολλές θεωρίες θα καταρρεύσουν στο πέρασμα του χρόνου, αυτή η γνωστική θεωρία του Piaget έστεκε καλά στα πόδια της, γιατί εξηγούσε επαρκώς την πλευρά του κόσμου με την οποία είχε καταπιαστεί, και ότι μάλλον δεν θα διαψευδόταν.

Σχετικά πρόσφατα όμως, δηλαδή εδώ και λίγα χρόνια, η άποψή μου αυτή έχει κλονισθεί. Κατά μίαν έννοια νιώθω την ανάγκη να στείλω ένα γράμμα στον φιλόσοφο, εκεί που βρίσκεται, και να του πω «μπαρμπα-Γιάννη, δεν μας τα ’γραψες καλά». Και αυτό διότι, με έκπληξή μου, διαπίστωσα ότι τέτοιου είδους προβλήματα στην κατανόηση του πραγματικού κόσμου, δηλαδή το να βλέπεις πράγματα που δεν υπάρχουνε ή να μη βλέπεις πράγματα που υπάρχουνε μπροστά σου ή σου έχουν πέσει και στο κεφάλι, ή, πάλι, το να μπερδεύεις το αποτέλεσμα με την αιτία σαν να είσαι τετράχρονος, τελικά, δεν είναι κάτι που αφορά μόνο παιδιά από 2 έως 7 ετών! Αφορά και έναν πάρα πολύ μεγάλο αριθμό ενηλίκων – νεαρών, ώριμων ή και υπερώριμων ακόμη.

Τη διαπίστωση αυτή σχετικά με την αστοχία της θεωρίας του Jean Piaget, εγώ προσωπικά την έκανα με αφορμή το PSI, το οποίο είναι ένα σημαντικό και πραγματικό γεγονός το οποίο συνέβη και άλλαξε την πορεία της χώρας και, παρ’ όλα αυτά ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, αλλά και πάρα πολλοί ξένοι, το αντιμετωπίζουν με τα μάτια ενός τρίχρονου παιδιού: άλλοτε το βλέπουν σαν κάτι άλλο από αυτό που είναι, άλλοτε δεν το βλέπουνε καθόλου, λες και δεν υπήρξε ποτέ, ενώ συνήθως μπερδεύουν σε αυτό και αντιστρέφουν εντελώς την αιτία και το αποτέλεσμα.

Και δεν μιλάμε μόνο για απλούς ανθρώπους που δεν έχουν πολύ ειδικές γνώσεις ή και για πολιτικούς δημαγωγούς που ό,τι και να λένε δεν έχει σχέση με την πραγματικότητα, αλλά μιλάμε και για ακαδημαϊκούς οικονομολόγους, Έλληνες και ξένους, για τραπεζίτες, ή και για άτομα που δηλώνουν ως επάγγελμα «χρηματιστηριακοί αναλυτές» ή «σύμβουλοι επενδύσεων» – τρομάρα τους, που θα έλεγε και η σοφή γιαγιά μου. (Βέβαια, για τους τελευταίους το να βγαίνουν στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης και να λένε, με μίσος και αγανάκτηση, τρομερές σαχλαμάρες για το PSI ίσως να μπορεί να ερμηνευθεί και αλλιώς: προσπαθούν έτσι να δικαιολογηθούν σε διάφορους πελάτες τους που τους κατέστρεψαν πείθοντάς τους να αγοράσουν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου, όταν είχαν πολύ υψηλές αποδόσεις).

Το PSI ήταν η μεγαλύτερη διαγραφή χρέους που συνέβη ποτέ στην παγκόσμια ιστορία. Διεγράφησαν, συνολικά, περισσότερο από 200 δισεκατομμύρια ευρώ ελληνικού χρέους.

Ο τρόπος με τον οποίον το PSI γίνεται αόρατο στις περιγραφές διαφόρων –ενήλικων– αντιμνημονιακών για την κρίση είναι πράγματι καταπληκτικός. Η διήγηση των γεγονότων είναι μία συνεχής διαδικασία αφαίμαξης του ελληνικού λαού από τους ανάλγητους δανειστές. Το PSI δεν υπάρχει πουθενά. (Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα ξένου οικονομολόγου διεθνούς φήμης που περιγράφει την αναλγησία με την οποία αντιμετώπισε η Δύση την Ελλάδα χωρίς να της χαρίσει το παραμικρό και ο οποίος φυσικά δεν ξέρει τίποτα για το PSI βρίσκεται εδώ).

Πλην όμως, όσο και αν οι σύγχρονοι καταστροφείς της θεωρίας του Piaget δεν βλέπουν το PSI πουθενά, δεν γίνεται να το διαγράψουν από την ιστορία. Είτε το θέλουμε, είτε δεν το θέλουμε, το PSI συνέβη, είναι ένα στοιχείο της ιστορίας και με αυτό διαγράφηκε ένα πολύ μεγάλο μέρος του ελληνικού χρέους. Για την ακρίβεια το PSI (και με αυτό τον όρο για λόγους οικονομίας της έκφρασης εννοούμε και το καθ’ εαυτό PSI αλλά και τα μικρά αδελφάκια του δηλαδή το PSI+ και το OSI) ήταν η μεγαλύτερη διαγραφή χρέους που συνέβη στην παγκόσμια ιστορία. Είναι πολύ αμφίβολο αν θα ξανασυμβεί στο μέλλον, σε βάθος πολλών δεκαετιών, μία τόσο μεγάλη διαγραφή χρέους κάπου αλλού.

Διεγράφησαν, στις τρεις διαδικασίες συνολικά, περισσότερο από 200 δισεκατομμύρια ευρώ ελληνικού χρέους. Ακόμα και αν περιοριστούμε στο εξωτερικό χρέος, δηλαδή σε αυτό που το ελληνικό δημόσιο χρωστούσε μόνο σε ξένους και όχι σε Έλληνες πολίτες, και πάλι θα πρέπει να είναι το μεγαλύτερο γεγονός διαγραφής χρέους που υπήρξε ποτέ στην ιστορία, μιας και αυτό πρέπει να φθάνει τουλάχιστον τα 7/10 του συνόλου, δηλαδή στα 140 δισεκατομμύρια ευρώ. Το να υποκρινόμαστε και να λέμε ότι η Ευρώπη απομύζησε την Ελλάδα όσο μπορούσε, επιβάλλοντάς της «λιτότητα» και τα λοιπά και να παρασιωπούμε τη διαγραφή χρέους ύψους 140 δισεκατομμυρίων ευρώ είναι κάτι τελείως παρανοϊκό – έξω από το πεδίο μελέτης του Piaget.

Δεν ήταν το PSI που έβλαψε τις τράπεζες αλλά ήταν η ίδια η χρεοκοπία, την οποία το PSI έφερε σε ανεκτά μέτρα και δεν άφησε να εκδηλωθεί με όλη της την ένταση

Βεβαίως, αυτό, δηλαδή η αναδιάρθρωση του χρέους, δεν συνέβη λόγω της καλής καρδιάς της Ευρώπης. Συνέβη από ανάγκη διότι η Ελλάδα δεν μπορούσε να εξυπηρετήσει το σύνολο του υπάρχοντος χρέους της. Αυτό όμως είναι και το δεύτερο σημείο με το οποίο σχετίζεται η προσέγγιση του Piaget. Το καταπληκτικό που συμβαίνει είναι το εξής: όπως ένας τετράχρονος βλέπει τα δέντρα να γέρνουν αριστερά και δεξιά και πιστεύει πως αυτή είναι η αιτία που φυσάει ο άνεμος, έτσι και πάρα πολλοί, οι οποίοι δεν είναι όμως μικρά παιδιά αλλά είναι επαγγελματίες οικονομολόγοι και δουλεύουν σε αυτά τα πράγματα, βλέπουν όχι το PSI σαν αποτέλεσμα της χρεοκοπίας, αλλά πλευρές και όψεις της χρεοκοπίας σαν αποτέλεσμα του PSI!

Αίφνης μπορεί να θυμηθεί κανείς ότι λίγο καιρό πριν από την έναρξη των διαδικασιών της διαγραφής του χρέους, στη μεγαλύτερη οικονομική εφημερίδα του κόσμου, δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του πλέον αρμόδιου ίσως για αυτά τα θέματα Έλληνα οικονομολόγου, ο οποίος εξηγούσε ότι το PSI δεν έπρεπε να λάβει χώρα διότι θα πλήξει τις τράπεζες! Είναι βέβαια τρομερή ειρωνεία της τύχης ότι ο ίδιος αυτός Έλληνας οικονομολόγος, μετά από λίγο καιρό, ως πρωθυπουργός πλέον της χώρας, επέβλεψε –και έπραξε άριστα– το PSI!

Η χρεοκοπία της χώρας είχε ήδη μειώσει τη συνολική πραγματική αξία των τραπεζών

Εκείνο που δεν είχε αντιληφθεί, βεβαίως, όταν έγραφε το άρθρο στους Financial Times και ισχυριζόταν ότι η διαγραφή της αξίας των ομολόγων του ελληνικού δημοσίου από το ενεργητικό των ελληνικών τραπεζών θα έχει καταστροφικές συνέπειες για αυτές είναι πως στην πραγματικότητα, η χρεοκοπία της χώρας είχε ήδη διαγράψει την αξία αυτή και είχε μειώσει τη συνολική πραγματική αξία των τραπεζών αναλόγως.

Είναι καταπληκτικό ότι δεν βρέθηκε κανείς τη στιγμή εκείνη να εξηγήσει οτι τα παλιόχαρτα που είχαν οι τράπεζες στα θησαυροφυλάκιά τους και λέγονταν ομόλογα του ελληνικού δημοσίου είχαν μία πραγματική αξία ιλιγγιωδώς μικρότερη από την ονομαστική τους, γιατί το ελληνικό δημόσιο ήταν πλήρως ανίκανο να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις του που απέρρεαν από ό,τι ήταν γραμμένο επάνω στα εν λόγω παλιόχαρτα! Ήταν δηλαδή ανίκανο να πληρώσει τους τόκους και την αξία τους στη λήξη τους.

Η πραγματική αξία τους, δηλαδή, είχε ήδη συρρικνωθεί πολύ πριν το PSI! Και μάλιστα, εάν δεν υπήρχε αυτή η συγκεκριμένη διαδικασία αναπροσαρμογής της ονομαστικής αξίας τους προς την πραγματική (δηλαδή το PSI), με τη συνολική μείωση της ονομαστικής αξίας περίπου κατά το ήμισυ, τότε τα ομόλογα αυτά θα είχαν πλήρως εκμηδενιστεί και οι τράπεζες θα είχαν υποστεί πολλαπλάσιες ζημιές από όσες υπέστησαν Συνεπώς δεν ήταν το PSI που έβλαψε τις τράπεζες αλλά ήταν η ίδια η χρεοκοπία, την οποία το PSI έφερε σε ανεκτά μέτρα και δεν την άφησε να εκδηλωθεί με όλη την έντασή της, η οποία θα κατέστρεφε πραγματικά την ελληνική οικονομία εκ θεμελίων.

Το να μην αντιλαμβάνεσαι ότι είτε γινόταν το PSI, είτε δεν γινόταν, τα χρήματα είχαν ήδη χαθεί και τα ομόλογα είχαν ήδη χάσει την αξία τους, είναι κάτι τελείως παράλογο

Ένα αντίστοιχο φαινόμενο παρανόησης της σχέσης που συνδέει την αιτία με το αποτέλεσμα μπορεί να το δει κανείς, αν ψάξει μέσα στο διαδίκτυο. Εκει θα βρει δεκάδες άρθρα ακαδημαϊκών και άλλων οικονομολόγων για το PSI στα οποία με έκπληξη μπορεί να διαπιστώσει ότι οι περισσότεροι δηλώνουν ότι η καθαρή αξία του PSI (και του PSI+), δηλαδή το καθαρό «όφελος» για τη χώρα, δεν ήταν 130 δισεκατομμύρια ευρώ, αλλά ήταν, ας πούμε, περίπου 70 δισεκατομμύρια. Γιατί τα άλλα 60 δισεκατομμύρια ήταν η «ζημιά» που προκλήθηκε από το PSI και έπρεπε να αποκατασταθεί με νέο δανεισμό, όπως ήταν για παράδειγμα ο δανεισμός για την ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών! (Κάτι τέτοιο έλεγε και η Τράπεζα της Ελλάδος στο βιβλίο που εξέδωσε το 2014 για την κρίση).

Δηλαδή, και πάλι σύμφωνα με τη συγκεκριμένη άποψη, τα ομόλογα του ελληνικού δημοσίου καταστράφηκαν εξαιτίας του PSI και όχι εξαιτίας της χρεοκοπίας! Αυτό, όμως, δηλαδή το να μην αντιλαμβάνεσαι ότι είτε γινόταν το PSI, είτε δεν γινόταν, τα χρήματα είχαν ήδη χαθεί και τα ομόλογα είχαν ήδη χάσει την αξία τους, είναι κάτι τελείως παράλογο. Είναι τόσο λάθος τρόπος να σκέφτεσαι όσο και το να βλέπεις τα δέντρα να γέρνουν δεξιά και αριστερά και να πιστεύεις ότι αυτά δημιουργούν τον άνεμο με την κίνηση των κλαδιών τους και του κορμού τους.

Τα οφέλη του PSI ήταν ακέραια για την ελληνική οικονομία

Η εξαέρωση της αξίας των ελληνικών ομολόγων συνεπώς προήλθε από τη χρεοκοπία και όχι από το PSI. Είτε υπήρχε είτε δεν υπήρχε το PSI οι ελληνικές τράπεζες είχαν ανάγκη από ανακεφαλαιοποίηση, και με αυτή την έννοια η ζημιά που υπέστησαν δεν μπορεί να αφαιρεθεί από τα κέρδη του PSI. Τα οφέλη του PSI ήταν ακέραια για την ελληνική οικονομία. Οι τράπεζες δεν ήταν θύματα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, όπως ισχυρίζεται η κακόβουλη και βλακώδης αντιμνημονιακή άποψη που κυριάρχησε στην κοινή γνώμη, αλλά ήταν θύματα της χρεοκοπίας η οποία, άλλωστε, κατέστησε αναγκαία και την αναδιάρθρωση του χρέους.

Ίσως μάλιστα, αν θέλαμε να πάμε λίγο πιο βαθιά προς την κατεύθυνση της αλήθειας, θα μπορούσαμε να πούμε πως οι τράπεζες δεν ήταν ούτε καν θύματα της χρεοκοπίας. Σε ένα βαθμό, και κατά ένα ποσοστό, ήταν συνυπεύθυνες για τη χρεοκοπία και κατ’ επέκτασιν για την ίδια τη δική τους καταστροφή. Με την ακρισία που έδειξαν τον καιρό των χαμηλών επιτοκίων όπου υπερδανείζονταν για να δίνουν καταναλωτικά δάνεια στον Έλληνα να πηγαίνει διακοπές στην πανέμορφη Βαρκελώνη και όπου του χορηγούσαν το 140% της πραγματικής αξίας ενός –ήδη υπερτιμημένου– ακινήτου στο στεγαστικό του δάνειο, στην πραγματικότητα οι τράπεζες συνεισέφεραν, τα μέγιστα, στη χρεοκοπία της Ελλάδας.

Και βέβαια όταν κάποιος σκέφτεται με τόσο παράλογο τρόπο, ο παραλογισμός του δεν περιορίζεται μόνο εκεί. Υπάρχει και μία ολόκληρη δαιμονολογία για τη συνωμοσία που οδήγησε τις τράπεζες να αγοράσουν ελληνικά ομόλογα μέσω εξαναγκασμού τους από το ελληνικό δημόσιο προς όφελος των ξένων – και τα λοιπά. Όμως πολλοί ξεχνούν ότι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, οι τράπεζες μόνες τους, όπως το 2008, για παράδειγμα, που η τιμή των ελληνικών ομολόγων είχε μειωθεί τόσο πολύ ώστε έφτασαν να έχουν απόδοση 6%, έσπευδαν να τα αγοράσουν διότι πραγματικά η «αξιοποίησή» τους σε συνδυασμό με τη χρηματοδότηση που έπαιρναν από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα όταν τα ενεχυρίαζαν (διοχετεύοντας το νέο χρήμα στα δάνεια που αναφέρθηκαν προηγουμένως), μπορεί να περνούσε σε απόδοση και το 10%. Άλλωστε η ιστορία της Τράπεζας Κύπρου είναι ενδεικτική στο σημείο αυτό.

Μία άλλη παραλλαγή του σχετικού παραλογισμού είναι εκείνη που θεωρεί ότι το PSI «κατέστρεψε τα ταμεία»

Μία άλλη παραλλαγή, πάλι, του σχετικού παραλογισμού είναι εκείνη που έχει επανειλημμένα ακουστεί ακόμα και από επίσημα χείλη και θεωρεί ότι το PSI «κατέστρεψε τα ταμεία». Ξέρουμε, βέβαια, ότι αυτό δεν είναι αλήθεια με την έννοια ότι στην πραγματικότητα το PSI διέσωσε τα ταμεία από την καταστροφή. Διότι, έναντι αξίας 15 περίπου δισεκατομμυρίων που διαγράφηκε από τα ομόλογα που διακρατούσαν, τα ταμεία, στα αμέσως επόμενα έτη, δέχτηκαν πολλαπλάσια επιχορήγηση από το ελληνικό δημόσιο και αυτό κατέστη δυνατόν αποκλειστικά και μόνο χάρις στο PSI. Διότι πριν από το PSI και τη μείωση των τόκων που επέφερε, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να καταβάλει 16 περίπου δισεκατομμύρια ευρώ τόκους τον χρόνο–κατά κύριο λόγο στέλνοντάς τα στους δικαιούχους στο εξωτερικό. Μετά το PSI το ποσόν αυτό μειώθηκε περίπου στα 5 με 6 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως.

Δηλαδή, εξαιτίας του PSI, 10 περίπου δισεκατομμύρια τον χρόνο περίσσεψαν για να μπορεί να συνεχίζει το δημόσιο να τροφοδοτεί τα ταμεία και αυτά να πληρώνουν τις συντάξεις στο ύψος που συνεχίζουν να παραμένουν μέχρι και τώρα! (Ειδικά μάλιστα στους δικαιούχους της «προσωπικής διαφοράς»). Εάν δεν υπήρχε το PSI κάτι τέτοιο, φυσικά, δεν θα ήταν δυνατόν και τότε θα είχαν καταρρεύσει τα ταμεία αφού δεν πρόκειται να έπαιρναν τίποτα από το ελληνικό δημόσιο που χρεοκοπώντας ολοσχερώς δεν θα ήταν σε θέση να πληρώσει καμία σύνταξη, σε κανέναν.

(Και φυσικά το γεγονός ότι έχει γίνει ευρέως αποδεκτός ο ισχυρισμός ότι το PSI κατέστρεψε τα ταμεία δείχνει πόσο χαμηλό είναι το επίπεδο της λογικής μας σε συλλογικό επίπεδο. Το δημόσιο και τα ταμεία κατά μίαν έννοια είναι το ίδιο πράγμα, ο ίδιος οργανισμός, η ίδια πολιτική. Τα ομόλογα δεν ήταν παρά κάποια τυπωμένα χαρτιά τα οποία έχουν αξία μόνο μεταξύ διαφορετικών οικονομικών υποκειμένων που οι σχέσεις τους καθορίζονται από τον νόμο και τα συναλλακτικά ήθη. Όχι μέσα στον ίδιο οργανισμό. Το να ισχυριζόμαστε ότι είναι η διαγραφή της αξίας των ομολόγων που διακρατούσαν τα ταμεία που τα έβλαψε οικονομικά, και όχι η χρεοκοπία του κράτους που τα χρηματοδοτεί, είναι σαν να λέμε πως κάποιος ήταν πολύ πλούσιος και φτώχυνε όχι γιατί χρεοκόπησε αλλά γιατί έβγαλε τα λεφτά του από την δεξιά του τσέπη και τα έβαλε στην αριστερή!).

Τα «ταμεία» σε μεγάλο βαθμό προξένησαν την χρεοκοπία του ελληνικού δημοσίου

Επιπλέον σε όλη αυτήν τη συζήτηση για τα ταμεία υπάρχει και μία πολύ μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας. Όπως στην πεποίθηση ότι τον άνεμο τον δημιουργούν τα κυπαρίσσια με την κίνησή τους, έτσι συμβαίνει και με τον δημαγωγικό ισχυρισμό ότι «το PSI κατέστρεψε τα ταμεία»: η πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική. Όχι μόνο το PSI δεν κατέστρεψε τα ταμεία αλλά συνέβη ακριβώς το αντίθετο: τα «ταμεία» έφεραν και το PSI με την έννοια ότι τα «ταμεία» σε μεγάλο βαθμό προξένησαν την χρεοκοπία του ελληνικού δημοσίου.

Είναι προφανές πως στην βάση της χρεοκοπίας βρίσκονται τα 160 δισεκατομμύρια ευρώ που στην περίοδο 2000–2010 δαπανήθηκαν για την αύξηση και την πληρωμή των συντάξεων, κυρίως στους εκλεκτούς του πελατειακού κράτους που γίνονταν ήδη απόμαχοι της ζωής, και με παχυλές αποζημιώσεις, ενώ κάποιοι απ’ αυτούς ήταν–δεν ήταν 49 χρονών, νέοι και σφριγηλοί. (Που μπορεί, μάλιστα, να έπαιρναν και σύνταξη μεγαλύτερη από αυτήν που έπαιρνε ο πρώην καγκελάριος της Γερμανίας).

Αυτό το σκέλος των «δαπανών», μαζί με άλλα βεβαίως, είχε σαν αποτέλεσμα να χρεοκοπήσει το δημόσιο και στη συνέχεια να χρειάζεται να γίνει το PSI. Αρα λοιπόν αντί το PSI να βλάψει τα «ταμεία» είναι τα «ταμεία», δηλαδή το συνταξιοδοτικό που υπερχρέωσε και τελικά οδήγησε σε πτώχευση το ελληνικό δημόσιο καθιστώντας αναπότρεπτο και το PSI!

Υπάρχει και ένας σημαντικός αριθμός ατόμων που θα ήθελαν το 2010 η Ελλάδα να δηλώσει πτώχευση

Τέλος, στον κόσμο που ζούμε –όπου κυριαρχεί πλήρως η πολιτική δημαγωγία–, υπάρχει και ένας σημαντικός αριθμός ατόμων που ενώ ο τρόπος με τον οποίο αναφέρονται στο ζήτημα της μείωσης του χρέους τους τοποθετεί πνευματικά κοντά στην ηλικία των 2 έως 7 ετών, εν τούτοις δεν μπορούμε να τους υπαγάγουμε στην κατά Piaget κατηγοριοποίηση. Γι’ αυτούς χρειάζεται μία άλλην θεωρία. Και τούτο διότι δεν λένε απλώς παραλογισμούς αλλά λένε απίστευτες τρέλες. Πρόκειται για εκείνα τα άτομα που –εμφορούμενα από εδραίες «αντιμνημονιακές» πεποιθήσεις– τώρα που μιλάμε και γράφουμε, δηλαδή την στιγμή αυτή, μπορούν να εξαπολύσουν μύδρους και κατάρες για τους ανάλγητους Ευρωπαίους συνωμότες (και για τους ντόπιους υποτακτικούς τους βεβαίως–μην τους ξεχνάμε και αυτούς), οι οποίοι δεν επέτρεψαν στην Ελλάδα το 2010 να δηλώσει πτώχευση και δεν προχώρησαν στην απομείωση του χρέους της.

Αμέσως μετά, όμως, δηλαδή το ακριβώς επόμενο λεπτό, μπορούν να σου εξηγήσουν, με αντίστοιχο πάθος αλλά και ατράνταχτα επιχειρήματα, ότι το PSI το 2012 ήταν μία πολύ μεγάλη απάτη, με σκοπό να αφαιμάξουν τη χώρα οι χρυσοκάνθαροι της διεθνούς ολιγαρχίας και να ενεχυριάσουν όλον τον πλούτο της.

Δηλαδή ο ίδιος άνθρωπος ο οποίος ισχυρίζεται, τώρα, ότι δολίως δεν μας επέτρεψαν το 2010 να προχωρήσουμε σε στάση πληρωμών (χωρίς φυσικά να αντιλαμβάνεται ότι η απομείωση του χρέους της Ελλάδας, το 2010, θα είχε σαν αποτέλεσμα την καταστροφή των ελληνικών τραπεζών και την εξαέρωση των καταθέσεων των Ελλήνων πολιτών, την καταστροφή των ευρωπαϊκών τραπεζών, τη χρεοκοπία και των άλλων χωρών του ευρωπαϊκού Νότου, τη διάλυση του ευρώ και –σαν δευτερογενές αποτέλεσμα όλων αυτών– την ολοκληρωτική καταστροφή της χώρας μας από την οποία όλη αυτή η διαδικασία θα είχε αρχικά ξεκινήσει), ο ίδιος λοιπόν άνθρωπος, αμέσως μετά, θα προχωρήσει στον ισχυρισμό ότι το PSI που έγινε το 2012 ήταν πάρα πολύ λίγο, διότι τα 200 δισεκατομμύρια ευρώ είναι πολύ λίγα και δεν φτάνουν ούτε για στραγάλια–και άσε που δεν ήτανε 200, αλλά καθαρά άντε το πολύ-πολύ να ήτανε καμμιά πενηνταριά! Καθώς και ότι το PSI ήταν βρώμικο, ύπουλο και κακόβουλο γιατί το πλήρωσαν οι τράπεζες και τα ταμεία!

Χώρια κιόλας που το εναπομένον χρέος πέρασε στο αγγλικό Δίκαιο και έτσι θα καταβροχθίσουν και όλους τους υδατάνθρακες του Αιγαίου μόνοι τους ο Σόιμπλε και ο Σόρρος! Αυτό δηλαδή που το 2010 ήταν καλό να γινόταν και οι ξένοι ήταν εγκληματίες που δεν επέτρεψαν να γίνει άτακτα και στα τυφλά, όταν τελικά έγινε το 2012 με ελεγχόμενο τρόπο, χωρίς να καταστραφεί ούτε η χώρα ούτε η ευρωπαϊκή οικονομία, ήταν κακό, ήταν συνωμοσία και πλεκτάνη εις βάρος της Ελλάδας! Αυτά τα λέει όλα ο ίδιος άνθρωπος και με χρονική απόσταση 2 λεπτών το ένα από το άλλο. (Ή τα γράφει στα σχόλια που κάνει κάτω από τα άρθρα των δυστυχών συγγραφέων στο διαδίκτυο).

(Το μόνο πραγματικό γεγονός είναι ότι με το PSI πολλοί ιδιώτες μικροαποταμιευτές, αθώοι του εγκλήματος της χρεοκοπίας, έχασαν ένα μεγάλο μέρος των αποταμιεύσεων τους. Ο υπογράφων θεωρεί ότι, δυστυχώς, δεν μπορούσε να γίνει διαφορετικά σε μία διεθνοποιημένη οικονομία όπως η ελληνική. Πιθανόν θα ήταν λόγος αποτυχίας ή ακύρωσης της διαδικασίας ομαλής αναδιάρθρωσης του χρέους εάν από αυτήν είχαν εξαιρεθεί οι μικροαποταμιευτές ελληνικής υπηκοότητας. Πλην όμως, αν κάποιος είχε μία πραγματικά χρήσιμη πρόταση, καλό θα ήταν να την παρουσιάσει. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε ακούσει κάτι σοβαρό για το συγκεκριμένο θέμα).

Ο Jean Piaget, εν πάση περιπτώσει, ήταν μεγάλος ψυχολόγος, πλην όμως ο χώρος και ο τρόπος που έζησε (στη νυσταλέα Ελβετία του 20ού αιώνα), ίσως δεν τον βοήθησαν να πάει τη θεωρία του πάρα πολύ μακριά. Εάν ζούσε στην σημερινή Ελλάδα θα διαπίστωνε με έκπληξη ότι το στάδιο στο οποίο δεν έχει ακόμα συγκροτηθεί ο λογικός τρόπος σκέψης, και στο οποίο το αποτέλεσμα θεωρείται ότι προκαλεί την αιτία ενώ ο καθένας βλέπει μόνο αυτά που θέλει να δει και δεν βλέπει αυτά που δεν θέλει να δει, ακόμη και αν του πέσουν στο κεφάλι και τον καταπλακώσουν, είναι ένα στάδιο διανοητικής ανάπτυξης που δεν αφορά μόνο τους πεντάχρονους αλλά μπορεί να επεκταθεί και σε άλλες ηλικίες. Όχι απλά μέχρι την ενηλικίωση αλλά, ενίοτε, και μέχρι το βαθύ γήρας.

*Ο Δημήτρης Ιωάννου είναι οικονομολόγος. Έχει ασχοληθεί με θέματα της ελληνικής και ευρωπαϊκής αγοράς εργασίας, καθώς και με θέματα νομισματικής πολιτικής, εξωτερικού εμπορίου και διεθνών οικονομικών σχέσεων. Τo τελευταίο διάστημα μελετά τις πτυχές ασυμμετρίας και τους μηχανισμούς ανισορροπίας της ελληνικής οικονομίας κατά την περίοδο της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωζώνη.

ΠΗΓΗ: https://www.athensvoice.gr 

Γιώργος Χατζηθεοφάνους*: Ανταλλαγή εδαφών μεταξύ Σερβίας και Κοσσόβου; Γιατί πρέπει να προτιμηθεί η λύση της αυτονομίας του σερβικού θύλακα

on Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Το Κόσσοβο, τον Φεβρουάριο του 2008, κήρυξε την ανεξαρτησία του και μέχρι σήμερα έχει αναγνωριστεί ως ανεξάρτητο κράτος από 112 χώρες μεταξύ των οποίων όλες οι μεγάλες δυνάμεις του Δυτικού κόσμου. Η Σερβία προσέφυγε μέσω του ΟΗΕ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, το οποίο τον Ιούλιο του 2010 εξέδωσε σχετική γνωμοδότηση σύμφωνα με την οποία η μονομερής ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσσόβου δεν παραβιάζει το διεθνές δίκαιο.


Η γνωμοδότηση αυτή δεν έπεισε πέντε ευρωπαϊκές χώρες (Ελλάδα, Ισπανία, Σλοβακία, Κύπρος, Ρουμανία) ούτε την Ρωσία και την Κίνα οι οποίες παραμένουν σταθερές στις θέσεις τους σύμφωνα με τις οποίες για την απόσχιση-ανεξαρτητοποίηση του Κοσσόβου απαιτείται η συναίνεση του κυρίαρχου κράτους, δηλαδή της Σερβίας. Ακολούθησε η απόφαση της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ για την έναρξη των διαπραγματεύσεων μεταξύ Σερβίας και Κοσσόβου με τελικό σκοπό την αναγνώρισή του από την Σερβία, γεγονός που θα οδηγήσει στην de jure αναγνώρισή του και στην ένταξή του στον ΟΗΕ. Αυτή την στιγμή, το κύριο εμπόδιο στην επίτευξη σημαντικής προόδου στις απ’ ευθείας μεταξύ των δυο πλευρών διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη, αποτελεί ο σερβικός θύλακας στο βόρειο Κόσσοβο.

20082018-1.jpg

Ένα πανό μπροστά από το κτήριο του σερβικού κοινοβουλίου στο κέντρο του Βελιγραδίου, στην Σερβία, τον Μάρτιο του 2018. REUTERS/Marko Djurica
--------------------------------------------------------------------------------------

Οι προωθούμενες από την διεθνή κοινότητα λύσεις για την επίλυση αυτού του προβλήματος ήταν πάντα, όπως και σήμερα, ουσιαστικά δυο. Η προσάρτηση της περιοχής αυτής στην Σερβία με ή χωρίς ανταλλαγή με την κοιλάδα του Πρέσεβο, που αποτελεί αλβανικό θύλακα εντός της Σερβίας στα νοτιοδυτικά σύνορά της με το Κόσσοβο, καταγράφεται ως πιθανή λύση και σήμερα συζητιέται έντονα. Θεωρείται, όμως, μια επικίνδυνη επιλογή, διότι στην περίπτωση αυτή έχουμε αλλαγή συνόρων με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην ευαίσθητη και πάντα εύφλεκτη περιοχή των Βαλκανίων σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από μια επικίνδυνη για την παγκόσμια ειρήνη αστάθεια. Πέραν τούτου, δεν είναι πρακτικά μια εύκολη λύση.

Η δεύτερη λύση αφορά σε αυτονομία της περιοχής, η μορφή, το μέγεθος και τα χαρακτηριστικά της οποίας ποικίλουν. Αυτή η λύση ήταν πάντα η επικρατέστερη στους κύκλους της διεθνούς κοινότητας και, ας μην ξεχνάμε, αποτέλεσε μέρος του σχεδίου Αχτισαάρι το οποίο βέβαια απορρίφθηκε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ εξαιτίας του βέτο της Ρωσίας.

Τι είναι, όμως, αυτό που θέλουν και επιδιώκουν οι δυο πλευρές; Για την Σερβία, υπό τις παρούσες συνθήκες, κάθε σκέψη για επιστροφή του Κοσσόβου των περίπου 2 εκατομμυρίων Μουσουλμάνων στην Σερβία των 7 εκατομμυρίων κατοίκων, εκ των οποίων το 4% είναι Μουσουλμάνοι, είναι εκτός πραγματικότητας. Λογικά, ούτε η Σερβία θα πρέπει να το επιθυμεί, καθόσον θα επιφέρει σημαντική πολιτιστική αλλαγή στην χώρα και θα αυξήσει τα ήδη υπάρχοντα προβλήματα της μουσουλμανικής μειονότητας ενώ ουδείς μπορεί να παραβλέψει τη μεγάλη πιθανότητα εκλογής Μουσουλμάνου προέδρου ύστερα από χρόνια, εάν λάβουμε υπόψη τον συνεχώς αυξανόμενο ρυθμό γεννήσεων στο Κόσσοβο που -αξίζει να σημειωθεί- αποτελεί την πλέον νεανική περιοχή της Ευρώπης.

Παρόλα αυτά είναι εξαιρετικά δύσκολο για τον Πρόεδρο της Σερβίας να προβεί στην αναγνώριση του Κοσσόβου, ειδικά σήμερα που η Σερβία έχει στο πλευρό της και πάλι μια ισχυρή Ρωσία. Είναι πολλοί επίσης που αναρωτιούνται σήμερα το για ποια ακριβώς ευρωπαϊκή ιδέα θα πρέπει οι Σέρβοι να θυσιάσουν την πατριωτική τους ιδέα και, βέβαια, αναφέρονται σε μια Ευρώπη με σαφώς μειωμένη την αίγλη και το γόητρό της από όσο στο παρελθόν.

Ωστόσο, είναι γεγονός πως κάποια στιγμή πρέπει η Σερβία να ξεπεράσει το μοναδικό εμπόδιο στην πορεία της προς την Δύση και την ένταξή της στην ΕΕ. Ούτως ή άλλως, η διαμορφωθείσα κατάσταση φαίνεται να είναι μη αναστρέψιμη. Στην κατεύθυνση αυτή πολλοί θεωρούν πως ενδεχομένως ο Σέρβος πρόεδρος να εξασφάλιζε την απαραίτητη εσωτερική νομιμοποίηση αναγνώρισης του Κοσσόβου μέσω της ανταλλαγής των περιοχών βορείως του ποταμού Ιμπάρ (σερβικός θύλακας στο βόρειο Κόσσοβο) και της κοιλάδας του Πρέσεβο (αλβανικός θύλακας εντός της Σερβίας στα νοτιοδυτικά σύνορα με το Κόσσοβο).

Η λύση, όμως, της ανταλλαγής των εδαφών φαίνεται πως δεν υποστηρίζεται από όλους στην Σερβία. Ένας αυτόνομος σερβικός θύλακας θα εξασφάλιζε στην Σερβία σημαντική επιρροή εντός του Κοσσόβου με ό,τι αυτό συνεπάγεται στις διεθνείς σχέσεις στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον και τον ρόλο που η ίδια επιδιώκει στην περιοχή. Ταυτόχρονα, θα της επέτρεπε να οραματίζεται την επιστροφή του Κοσσόβου, έστω στο μακρινό μέλλον (ας μην ξεχνάμε ότι αποτελεί την κοιτίδα του πολιτισμού της), όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν.

Την επιστροφή της περιοχής αυτής στην Σερβία φαίνεται πως δεν υποστηρίζει επίσης το Πατριαρχείο Σερβίας, το οποίο δεν επιθυμεί και δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το Κόσσοβο. «Η Σερβία χωρίς το Κοσσυφοπέδιο και τα ιερά προσκυνήματά του δεν είναι η Σερβία. Η Σερβία χωρίς το Κοσσυφοπέδιο είναι μια Σερβία χωρίς την ψυχή, τον νου και την καρδιά», είπε ο Προκαθήμενος της Σερβικής Εκκλησίας κατά την ενθρόνισή του το 2010, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Πετς που βρίσκεται στο δυτικό Κόσσοβο και θεωρείται η έδρα του Πατριαρχείου, παρουσία του τότε προέδρου της Σερβικής Δημοκρατίας, Μπόρις Τάντιτς, την οποία παρακολούθησα ως διοικητής της Ελληνικής Δύναμης Κοσσόβου, κατόπιν σχετικής πρόσκλησης.

*Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΧΑΤΖΗΘΕΟΦΑΝΟΥΣ είναι υποστράτηγος ε.α. - διοικητής ΕΛΔΥΚΟ 2009-2011. Είναι συν-συγγραφέας (με Μ. Γιαννάκου, Στ. Λυγερό, Ελ. Οικονόμου, Θ. Πάγκαλο, Αλ. Παπαδόπουλο, Α. Συρίγο και Αλ. Μαλλιά) του Συλλογικού τόμου «Ελλάδα και Αλβανία-Φυγή στο Μέλλον ή Επιστροφή στο Παρελθόν» που εκδόθηκε τον Νοέμβριο 2017 (εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗ) και του βιβλίου «Εθνική Στρατηγική-Πρόταση για ένα νέο θεσμικό πλαίσιο» (εκδόσεις Ι.ΣΙΔΕΡΗ).

ΒΑΣΙΛΗΣ ΝΕΔΟΣ: Ερχεται «θερμός» Σεπτέμβριος με τη γείτονα

on Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

1--159

Την απελευθέρωση του ανθυπολοχαγού Αγγελου Μητρετώδη και του λοχία ΕΠΟΠ Δημήτρη Κούκλατζη επιτάχυναν η αμερικανοτουρκική κρίση και η προσπάθεια του Ταγίπ Ερντογάν να εξομαλύνει τις σχέσεις του με την Ε.Ε.

ΕΤΙΚΕΤΕΣ:

Μήνας έντονων και περίπλοκων διπλωματικών διεργασιών προμηνύεται ο Σεπτέμβριος, καθώς κατά τη διάρκειά του αναμένεται να τεθούν επί τάπητος σειρά ζητημάτων τα οποία συνδέονται, εμμέσως ή ευθέως, με την «ποιότητα» των ελληνοτουρκικών σχέσεων.

Είτε πρόκειται για την επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό ή την προσπάθεια εξισορρόπησης με την Αγκυρα ώστε να μειωθεί η ένταση στο Αιγαίο, είτε αφορά την κινητικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, προεξοφλείται ότι ο Σεπτέμβριος μπορεί να αποβεί κρίσιμος.

Η απελευθέρωση των δύο Ελλήνων στρατιωτικών παραμονές του Δεκαπενταύγουστου, δημιούργησε τις τελευταίες ημέρες την προσδοκία ότι η ατζέντα των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι δυνατόν να αλλάξει. Είναι γεγονός, το οποίο μπορεί να επιβεβαιωθεί τόσο από Ελληνες όσο και από Τούρκους αξιωματούχους, ότι η απελευθέρωση των δύο στρατιωτικών οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στους ανοιχτούς διπλωματικούς διαύλους ανάμεσα σε Αγκυρα και Αθήνα, ακόμα και κατά τη διάρκεια πολύ δύσκολων στιγμών στο Αιγαίο.

Οι δίαυλοι επικοινωνίας

Είναι διαχρονική η γνώση ότι η προώθηση αυτής της πολιτικής δεν αποτρέπει όλα τα προβλήματα, αλλά επιτρέπει την καλύτερη διαχείρισή τους. Τη διαχείριση από την ελληνική πλευρά είχαν προφανώς η ομάδα των διπλωματών στην οποία αναφέρθηκε ο υπουργός Εξωτερικών, αλλά και το Γραφείο του Πρωθυπουργού. Επρόκειτο, επίσης, για μια υπόθεση στην οποία ενεπλάκησαν, έστω ατύπως και μέσω δικών τους διαύλων, πολιτικοί από ολόκληρο το ελληνικό πολιτικό φάσμα.

Ωστόσο είναι απολύτως σαφές ότι την απελευθέρωση του ανθυπολοχαγού Αγγελου Μητρετώδη και του λοχία ΕΠΟΠ Δημήτρη Κούκλατζη επιτάχυνε και διευκόλυνε η αμερικανοτουρκική κρίση και η προσπάθεια του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να εξομαλύνει τις σχέσεις του με την Ε.Ε. Δεν πρέπει να λησμονείται ότι για την Αγκυρα η απελευθέρωση δύο στρατιωτικών, οι οποίοι επί της ουσίας δεν έκαναν κάτι παράνομο (μένει, βέβαια, να διακριβωθούν οι ακριβείς λεπτομέρειες της σύλληψής τους την 1η Μαρτίου), είναι μια κίνηση καλής θέλησης εξαιρετικά χαμηλού κόστους. Αλλωστε η πρώτη άμεση διπλωματική απάντηση της Αθήνας ήταν σε, εξίσου, συμβολικό τόνο, συγκεκριμένα με την «απεμπλοκή» των εγκαινίων του Γενικού Προξενείου στη Σμύρνη, παρουσία των υπουργών Εξωτερικών Νίκου Κοτζιά και Μεβλούτ Τσαβούσογλου.

Η συγκεκριμένη συνάντηση των δύο ανδρών πιθανότατα δεν θα είναι η μοναδική που θα έχουν στους μήνες που έρχονται, εκτός απροόπτου, ενόψει πολιτικών εξελίξεων στην Αθήνα. Η 11η Σεπτεμβρίου είναι η πιθανότερη ημερομηνία κατά την οποία ο κ. Κοτζιάς θα υποδεχθεί στην Αθήνα την ειδική απεσταλμένη του γ.γ. του ΟΗΕ, Τζέιν Χολ Λουτ, λίγες ημέρες πριν από την αναχώρηση του πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα για την 73η Γενική Συνέλευση του Οργανισμού στη Νέα Υόρκη. Αναμένεται να φανεί αν, όντως, ο κ. Τσίπρας έχει συνάντηση με τον πρόεδρο των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ. Σε αυτό το πλαίσιο δεν θα πρέπει να αποκλείεται ούτε μια συνάντηση με τον κ. Ερντογάν που, εφόσον πραγματοποιηθεί, θα είναι η δεύτερη σε μόλις δύο μήνες.

Στη Νέα Υόρκη, αναμένονται, επίσης, πυκνές επαφές και εξελίξεις με σκοπό, βεβαίως, την επανέναρξη των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό. Σκοπός του ΟΗΕ είναι η ταχύτερη δυνατή δρομολόγηση των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό, ώστε, ει δυνατόν, να έχει ανακοινωθεί η ημερομηνία έναρξής τους πριν από την εκκίνηση των αμερικανικών γεωτρήσεων της Exxon/Mobil στο οικόπεδο 10 της ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ολα αυτά, βεβαίως, συνδέονται και με την τροπή που θα λάβουν τις επόμενες εβδομάδες οι διαρκώς επιδεινούμενες αμερικανοτουρκικές σχέσεις. Ανεξάρτητα από την πορεία των αμερικανοτουρκικών σχέσεων, η Ουάσιγκτον και η Αθήνα εμβαθύνουν διαρκώς τις δικές τους. Τον Σεπτέμβριο, η Διεθνής Εκθεση Θεσσαλονίκης θα είναι αφιερωμένη στις ΗΠΑ και στις δύο πλευρές εκφράζονται ελπίδες ότι η παρουσία αμερικανικών επιχειρήσεων θα δώσει ένα συνολικότερο σήμα. Ακόμα πιο έντονο φαίνεται ότι είναι το αμερικανικό ενδιαφέρον για την αμυντική συνεργασία. Οι συχνότερες μετασταθμεύσεις πλοίων αλλά και προηγμένων μαχητικών (όπως τα F-22 που στάθμευσαν στην 110 Πτέρυγα Μάχης στη Λάρισα για τρεις ημέρες, ενώ συμμετείχαν σε μικρή ad hoc εκπαίδευση με Ελληνικά F-16) μαρτυρούν μια τάση πυκνότερης και ουσιαστικότερης αμερικανικής παρουσίας στην Ελλάδα. Παράλληλα, οι Αμερικανοί επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους στη βάση της Σούδας. Μάλιστα, πλέον, η ναυτική και η αεροπορική βάση συνδέονται οδικώς με απευθείας εσωτερικό δρόμο, επιταχύνοντας και τις πολύ συχνές αερομεταφορές προς τα πλοία του 6ου Στόλου που δένουν ή περνούν από εκεί. Αυτές οι, μικρές αλλά κρίσιμες, επενδύσεις περιλαμβάνουν και κάποια έμμεση βοήθεια στις ελληνικές Ενοπλες Δυνάμεις. Εκτός από τη βοήθεια για την ανέγερση οικιών στον Ναύσταθμο του ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού στη Σούδα, οι Αμερικανοί συμβάλλουν και στη βελτίωση των υποδομών του νατοϊκού Πεδίου Βολής Κρήτης (ΠΒΚ).

Οι Αμερικανοί εκφράζουν εσχάτως ενδιαφέρον και για το Τυμπάκι, είτε πρόκειται για το υφιστάμενο αεροδρόμιο είτε γενικότερα για την προοπτική δημιουργίας ενός εμπορικού λιμανιού.

Τα Βαλκάνια

Ο Σεπτέμβριος θα είναι κρίσιμος και για τα Βαλκάνια. Την τελευταία ημέρα του Σεπτεμβρίου, στις 30, θα γίνει γνωστό εάν οι πολίτες της ΠΓΔΜ εγκρίνουν ή όχι τη συμφωνία των Πρεσπών, ανοίγοντας τον δρόμο για τα υπόλοιπα βήματα που απομένουν έως την τελική επικύρωση, η οποία θα πρέπει να γίνει στην ελληνική Βουλή. Αν και ουδείς προεξοφλεί το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, σειρά μετρήσεων αναπαράγει μια εικόνα μάλλον αναμενόμενη. Οι Σλαβομακεδόνες της ΠΓΔΜ είναι διχασμένοι, με τάση απόρριψης της συμφωνίας των Πρεσπών, ενώ η συντριπτική πλειονότητα των Αλβανών την εγκρίνει. Η ημέρα της κρίσης (της συμφωνίας των Πρεσπών) για την Αθήνα αργεί ακόμα. Ωστόσο, εκτός Ελλάδος φαίνεται ότι υπάρχει ήδη έντονη ανησυχία για τις εξελίξεις που θα ακολουθήσουν αν πραγματοποιηθούν εκλογές πριν από την έγκριση της συμφωνίας από το Κοινοβούλιο. Εξέλιξη διόλου απίθανη, αν αναλογιστεί κάποιος ότι στα Σκόπια η έλλειψη πολιτικής συναίνεσης ανάμεσα στην κυβέρνηση και στην αξιωματική αντιπολίτευση είναι πιθανόν να μεταθέσει το χρονοδιάγραμμα τελικής επικύρωσης της συμφωνίας των Πρεσπών (δηλαδή μέσω συνταγματικής αναθεώρησης η οποία απαιτεί τα δύο τρίτα της Βουλής της ΠΓΔΜ) στους πρώτους δύο μήνες του 2019. Σε αυτή την περίπτωση τα πάντα είναι ανοικτά και ήδη στις Βρυξέλλες αλλά και στο Βερολίνο υπολογίζουν εάν «βγαίνουν τα κουκιά» σε σειρά μετεκλογικών σεναρίων στην Αθήνα. Σημαντική υποσημείωση σε αυτή τη συζήτηση είναι ότι αν η Αθήνα δεν κατορθώσει να εκπληρώσει αυτόν τον όρο, η είσοδος της ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ με την προσωρινή ονομασία της θα πρέπει να θεωρείται πολύ πιθανή. 

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/980556/article/epikairothta/politikh/erxetai-8ermos-septemvrios-me-th-geitona 

BESA DEBATE: What’s Next for Turkey?

on Παρασκευή, 20 Ιουλίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Respondents: Mark Meirowitz, Katerina Dalacoura, Mark Lowen, Dimitrios Triantaphyllou, Gallia Lindenstrauss, Efrat Aviv, Vassilis Nedos, Burak Bekdil

Mark Meirowitz, Associate Professor, SUNY Maritime College, New York; BESA Non-Resident Research Associate

Turkey is clearly at a crossroads. With the enhanced presidency won and a majority in Parliament achieved (in coalition with the nationalist MHP party), President Erdoğan and the AKP party now have a tremendous opportunity to effectuate real change in Turkey. Having dedicated so much energy to achieving these electoral milestones, Erdoğan and the AKP can now focus on addressing Turkey’s challenges and issues. The Turkish society’s having to lurch from election to election was not helpful for stability. There is now, I believe, light at the end of the tunnel following the elections. The prospect of the termination of the state of emergency is extremely positive.

Further, the so far very effective discussions with the US concerning Syria, including the roadmap for Manbij, will hopefully usher in a period of improved Turkish-US relations (bearing in mind that Turkey must focus its energies on improving its relationship with the US, and should be very wary of relying on Russia to resolve Turkey’s defense needs). As for the relationship with Israel, Turkey and Israel need to dedicate their energies to reestablishing the progress they made after resolving their differences following the Mavi Marmara incident by returning ambassadors and restoring good relations.

I am optimistic about Turkey’s future but am also concerned about the pressing problems with the Turkish economy, which President Erdoğan and the Turkish government must tackle forthwith. Finally, Erdoğan and the AKP must resist the pressure that the nationalist MHP may bring to bear on key matters (such as how to resolve the Syria/Kurdish issue). With the election victory having brought enhanced freedom of action to navigate the many complex challenges that Turkey faces, Erdoğan and the AKP can accomplish great things for Turkey. I sincerely hope that they will do so.

Katerina Dalacoura, Associate Professor in International Relations, London School of Economics

Recep Tayyip Erdoğan’s outright victory in the first round of the presidential elections of June 24, 2018, and the success of the Justice and Development Party (AKP) in scoring 42.56% of the vote in the parliamentary elections held the same day, have deepened concerns for the future of democracy in Turkey. There are some silver linings, however, one of which is the performance of the opposition parties arrayed against the AKP during the election campaign. Over the past 16 years there has been a deepening realization among opponents of the AKP that no “big brother” (neither the now defanged military nor any other) will rescue them from the dominance of the AKP and the master political tactician who leads it.

In the lead-up to the most recent elections, the Republican People’s Party (CHP), the newly-established “Good” (İYİ) party, the Kurdish People’s Democratic Party (HDP), and the small but significant Islamist Felicity (Saadet) party attempted to bridge their ideological and ethnic divisions, strike political deals, and conduct a dynamic campaign. To defeat the AKP over the coming years, they will need to do more to overcome the fault line between Turks and Kurds; send strong feelers out to the Islamist camp; extend their activities at the local level throughout the country; and listen to the voters more attentively. But their successes in these elections are already significant: the AKP’s percentage was reduced and it lost its majority; it will be forced henceforth to rely on the Nationalist Movement Party (MHP) to get things done.

All the major opposition parties secured representation in parliament, where some of the decisive political battles of the next five years will be conducted. There is still a long way to go for the establishment of a full-blown democracy in Turkey, but one of the indispensable requirements for it is seems to have been put in place.

Mark Lowen, BBC Turkey Correspondent

Recep Tayyip Erdoğan has achieved absolute power: head of the executive, as well as head of state; and able to appoint ministers and most senior judges, dissolve parliament, and issue decrees. Everything from the intelligence agency to the state theater has been put under his control. After ninety-five years of a parliamentary system, pro-government media call him the “first president” of the new constitutional framework. Turkey is to all intents and purposes in its Second Republic.

The opposition calls it “one-man rule.” The concentration of powers in his hands makes him by far the most powerful leader of Turkey since the republic’s founding father, Ataturk. His choice of ministers, particularly placing the Finance and Treasury brief in the hands of his son-in-law, Berat Albayrak, reinforces that impression.

The benefit, as far as he’s concerned, is streamlined decision-making and less chance of conflict among the branches of government. The risk is that Erdoğan no longer has anyone to blame but himself if things turn bad – particularly on the economic front. That is now the main concern: soaring inflation, a plummeting currency, and foreign investment drying up. It was the reason why the president called early elections in the first place – to secure victory before a crash. But the changes he’s enacted since his victory have done nothing to calm markets.

The big unknown now is foreign policy: whether Erdoğan will soften his antagonistic rhetoric towards the west and try to repair Turkey’s traditional alliances, or continue to pivot Turkey away from Europe and towards Russia and the Gulf. If a financial crisis hits hard, he may face renewed pressure to improve relations with the big investors of the Netherlands and Germany.

On the domestic security front, there’s every chance that military operations against Kurdish groups in northern Syria will continue, as well as the crackdown on perceived opponents within the country. The continuation in post of the Foreign and Interior Ministers suggests no major change.

The “new Turkey” is full of unknowns. As ever, half the country relishes it while the other is terrified of it.

Dimitrios Triantaphyllou, Associate Professor in International Relations, Kadir Has University, Istanbul

The victory of Recep Tayyip Erdoğan in the first round of the presidential elections in Turkey on June 24 as well as the domination of the AKP-MHP People’s Alliance in Parliament signals the birth of Turkey’s Second Republic, marked by Erdogan’s inauguration on July 9. After 95 years of variants of a parliamentary system in place with relatively clear separations between executive, legislative, and judicial power, the new presidential system implies a concentration of power in the hands of the president. Irrespective of Erdoğan’s ideological proclivities, which entail a mix of conservatism, nationalism, and Sunni Islamism, the governance of a country like Turkey has always been a polarizing affair supported by a national security veneer that has historically perceived the country as facing the challenges of the modern world on its own.

In today’s increasingly fluid world, in which the edifice of the rules-based international order is being dismantled piecemeal by the very powers that created it in the first place on the heels of WWII, Turkey’s traditional instincts of fear of insecurity, encirclement, and meddling by great powers in its domestic affairs have been reinforced. As a result, on the domestic front, Erdoğan’s fight with the secular and west-leaning establishment that has been the political, administrative, and economic bedrock of the country will continue in order to ensure the consolidation and legitimacy of the new presidential system as well as Erdoğan’s hold on power.

In terms of relations with the rest of the world, the new Turkey’s foreign policy will become even more transactional than it already is, as the country will continue to seek a greater role for itself in regional and global affairs commensurate with the image and discourse of a conservative, Islamist leader in defense of the national interest. As a result, its relations with traditional allies and partners will become increasingly frayed and difficult to manage.

Gallia Lindenstrauss, Research Fellow, Institute for National Security Studies and a visiting fellow at the Bipartisan Policy Center, Tel Aviv

The results of the elections in Turkey, which solidified the alliance between the Justice and Development Party (AKP) and the Nationalist Movement Party (MHP), will mean the continuation of a harsh stance on the Kurdish issue inside Turkey and towards the Syrian branch of the Kurdish underground, the PYD.

In terms of other areas of foreign policy, while we are witnessing some attempts to reset relations with the US, there are good reasons to believe that many of the existing sources of tensions in bilateral relations will remain in place – the S-400 deal between Turkey and Russia and the growing calls in Congress to halt the supply of the F-35 to Turkey, the ramifications of the US withdrawal from the Iran deal, the question of Fethullah Gülen’s extradition from the US, and the fate of US citizens in prison in Turkey.

In terms of Turkey’s relations with the EU, it is not expected that there will be any advancement in the accession process, and the current Austrian presidency of the EU may be quite challenging for Turkey. With regard to Turkish-Israeli relations, the tensions surrounding the May 2018 crisis are still in place, and the return of ambassadors to Ankara and Tel Aviv in the near term seems uncertain.

Efrat Aviv, Lecturer in the Department of Middle Eastern Studies, Bar-Ilan University; BESA Fellow

The most important outcome of the Turkish elections is that Recep Tayyip Erdoğan will become Turkey’s first executive president with significantly increased powers. The branches of the Turkish government are now set to begin implementing a series of constitutional amendments approved in a referendum last year. Under the new system, the re-elected Erdoğan will be able to appoint vice presidents, ministers, high-level officials, and senior judges, as well as dissolve parliament, issue executive decrees, impose a state of emergency, and issue new laws – something he was previously able to do only under a state of emergency, but will now have the right to do as executive president. AKP supporters believe the new system will allow Turkey to be governed in a more efficient and stable manner in the long run, but ignore the increasing authoritarianism of the president and his party. Now that Erdoğan’s domestic and foreign policies were “proven right” by the election results, that authoritarianism will grow stronger – a danger it would be a bitter mistake to ignore.

The fate of Turkey’s volatile economy is critical, and much will depend on how Erdoğan handles it. The depreciating currency, which has lost about 20% of its value against the dollar since the start of the year, along with rising inflation and the current account deficit, the high exchange rate, and high interest rates, will remain the most urgent issue. I see no indications that Erdoğan will reverse course on his populist economic agenda despite his attempts to calm down the society and the business sector. To cite Emine Erdoğan’s latest provocation, the president’s approach is like carrying a Hermès handbag when all you can afford is a Waikiki one. On top of the economic issue is Erdoğan’s tough relationship with the West and especially with “fascist and cruel” Europe. I expect no change in Erdoğan’s foreign “policy,” so internal tensions will remain. Again, Erdoğan believes his harsh, non-stop criticism of the West was an efficient tool to help him gain popularity. The election results did nothing to encourage him to change that policy.

Growing polarization inside Turkish society is worrisome, as are social problems such as violence against women, child abuse, mass arrests, and unjust trials, as well as Erdoğan’s promise to apply capital punishment after the elections. This will put the government in a difficult spot internationally by attracting criticism, especially from the West, over human rights and democratic standards in the country. Human rights conditions in Turkey will almost certainly worsen. For instance, lawsuits like the one filed against the farmer protestors who participated in the recent “potatoes protest” in Adana – the suit filed on the grounds that they had insulted Erdoğan – will probably be more common from now on.

As Turkey’s current foreign policy consists of no doctrine nor unified ideology but is based on immediate interests and needs, the Turkish involvement in Syria will continue and Erdoğan’s fight against PKK will be increased, especially in view of AKP’s alliance with MHP. Erdoğan has to keep on implementing the policies he followed in the last few years in order to remain MHP’s ally. True, Muharrem Ince’s emergence signaled that there could be a credible alternative to Erdoğan, surpassing current CHP leader Kemal Kilicdaroglu. But Ince has no official position within CHP and the opposition as a whole does not seem strong enough to face Erdoğan, especially not as an executive president.

Vassilis Nedos, Diplomatic and Defense correspondent, Kathimerini, Athens

Does Turkey have a 21st century Ataturk? A large share of Turks, especially the ones who feel increasingly alienated or even segregated, would find it very difficult to accept this. Others would feel this is probably quite accurate in concrete terms. But all would discover resemblances. At the elections of June 24th, Recep Tayyip Erdoğan managed to consolidate his power not only for five more years but for an unforeseeable period of time.

This makes Erdoğan the master of the game. He makes the rules, he bends the rules, he breaks the rules, and then he remolds the rules. In terms of internal power balance, it seems that he will remain unchallenged, as the old Kemalist order is toothless. So the answer to the question “what comes next” can only be answered with another set of questions. Can clear-cut, pro-Western parties and actors exert influence in Turkish society? Is there a (politically) able-bodied opposition to stop the authoritarian outbreak?

On a geopolitical scale, the question is whether Turkey can a) be effectively re-anchored and fully engaged to the West, b) deepen its new partnerships with Russia and Iran, or c) try to balance them all. In the meantime, it is projecting power in both the eastern Mediterranean and the Aegean Sea, producing tensions with all littoral states. Τhe current “hunting expedition” for natural resources in the eastern Mediterranean will test the resolve of Ankara’s power projection in the region because it will bring Turkey into friction not only with the littoral states, but with Western powers that have presences and economic interests there.

Burak Bekdil, Ankara-based columnist, fellow at the Middle East Forum, and regular contributor to the Gatestone Institute and Defense News

On June 24th, more than 56 million Turks went to the ballot box to elect their president and members of parliament. The election results pleased (and saddened) all players. President Recep Tayyip Erdoğan won the presidential race with 52.6% of the vote, slightly up from 51.8% he won in 2014. More than 25 million Turks endorsed their support for the Islamist strongman who has ruled Turkey since 2002.

Erdoğan’s ruling Justice and Development Party (AKP) won 42.6% of the vote, down from 49.5% in last parliamentary elections in November 2015. But the AKP, in alliance with the Nationalist Movement Party (MHP), won 344 seats in the new 600-seat house, a clear majority. The MHP, whose popularity was estimated at 7-8% in polls, won a surprising 11.1%, another winner and now Erdoğan’s indispensible coalition partner. It should be noted that without the MHP in alliance, Erdoğan’s AKP would fall short of a parliamentary majority with its 293 seats.

The Kurdish People’s Democratic Party (HDP) is another winner as it narrowly passed the national threshold of 10% for parliamentary representation (with 11.7% of the national vote). The Kurdish bloc is now the third-largest power in the Turkish parliament.

Finally, Erdoğan’s main presidential rival, Muharrem Ince of the main opposition Republican People’s Party (CHP), a secular, social democratic grouping, was also a winner as he took a surprising 30.6% of the national vote (against Erdoğan’s 52.6%), significantly higher than his party’s 22.6%. Ince may not have challenged Erdoğan as he claimed he would, but he has proven to be his only serious future challenge.

The Turks chose to go on with Erdoğan, making, at the same time, a clear choice to blend his neo-Ottoman Islamism with MHP’s ethnic Turkish nationalism. This Islamist/nationalist bloc now makes up 53.7% of Turkish voters. That same ideological blend will guide Turkey’s foreign policy in the years ahead.

View PDF

@BosporusReport
@marklowen
@DTriantaphyllou
@GLindenstrauss
@NedosVassilis
@tzogopoulos

 
 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ Α. ΜΗΤΚΑΣ*: Αποψη: Μακεδόνων παραμυθία

on Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

skopje-thumb-large

  «Διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για ν’ ακούσουμε το διάγγελμα του πρωθυπουργού». Ετσι απροετοίμαστο με βρήκε, καθ’ οδόν προς μια εκδήλωση, η ανακοίνωση της «συμφωνίας». Κι όσο προχωρούσαμε σε αναγνώριση γλώσσας με αστερίσκους και σε αναγνώριση ιθαγένειας με υποσημειώσεις, το αίσθημα του εμπαιγμού και το σφίξιμο στο στομάχι όλο και δυνάμωνε. Απώλεια οριστική και αμετάκλητη. Ετσι άραγε να ένιωθαν οι δύο παππούδες, ο Περικλής κι ο Αριστείδης, όταν, εικοσάχρονοι στο Μοναστήρι, άκουγαν τον τότε Ελληνα πρωθυπουργό να τους ανακοινώνει από το μπαλκόνι του ελληνικού προξενείου ότι το αποτέλεσμα των εθνικών αγώνων του 1904-12 τους έβρισκε υπηκόους του Βασιλείου της Σερβίας;

Διακόπτουμε λοιπόν την πολύχρονη εθνική προσπάθεια να πείσουμε τη διεθνή κοινότητα ότι η γλώσσα και η ιθαγένεια των βορείων γειτόνων μας δεν είναι μακεδονική. Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του όλου εγχειρήματος, το γράψαμε και το συμφωνήσαμε erga omnes για να μας στοιχειώνει στο διηνεκές. Τόσα χρόνια ποιος έλεγε αλήθεια και ποιος έκανε προπαγάνδα;

Διακόπτουμε και τις όποιες ατομικές προσπάθειες να πείσουμε καλόπιστους και κακόπιστους συνομιλητές για τη διαφορά μεταξύ Ελλήνων Μακεδόνων και Σλαβομακεδόνων. Υποστέλλουμε τις σημαίες και υποχωρούμε.

Οι παππούδες στο Μοναστήρι είχαν να κάνουν με Βούλγαρους, Σέρβους, Αρβανίτες και Τούρκους. Μερικές δεκαετίες αργότερα, οι Βούλγαροι έγιναν Σλαβομακεδόνες και από σήμερα, με τη δική μας βούλα, Μακεδόνες. Εκπληκτική πορεία σε έναν μόνο αιώνα.

Τόσο η καταγωγή μου όσο και το γεγονός ότι σήμερα υπηρετώ το μεγαλύτερο πανεπιστήμιο της χώρας, που φέρει τον εμβληματικό τίτλο του ιδρυτή τής σύγχρονης επιστήμης, του μεγαλύτερου Μακεδόνα φιλοσόφου Αριστοτέλη, με έδρα την πρωτεύουσα της Μακεδονίας, αποτελούν προσωπικό φορτίο που γεννά αισθήματα τεράστιας περηφάνιας αλλά και συνακόλουθου καθήκοντος. Αντιλαμβάνομαι το επιχείρημα όσων αξιώνουν ρεαλιστική προσέγγιση των πραγμάτων, αλλά σπανίως πρόκειται για αυτούς που φέρουν ανάλογα φορτία. Η εμπειρία δείχνει ότι για να λειτουργήσεις έτσι, πρέπει ή να μη διαθέτεις ή να έχεις για κάποιον ακαθόριστο λόγο απολέσει αυτά τα «πατριωτικά βαρίδια», που ομολογώ εμένα ακόμη με παρασέρνουν.

Γι’ αυτό δεν μπορώ να πανηγυρίσω για «τη νίκη του πραγματισμού έναντι της ακρότητας». Επιχειρώ νηφάλια να προβλέψω εάν σε δέκα ας πούμε χρόνια από σήμερα θα μπορώ να ισχυρίζομαι ότι η Θεσσαλονίκη είναι η πρωτεύουσα της Μακεδονίας, δίχως να αισθάνομαι ότι προκαλώ σύγχυση σε κάθε έστω καλοπροαίρετο συνάδελφό μου, όπου γης, που δεν είναι υποχρεωμένος ούτε τα νομικά κείμενα και τις συμφωνίες να διαβάσει ούτε να γνωρίζει παρά ελάχιστα για την ελληνική Ιστορία και τίποτε για το «Μακεδονικό».

Ούτε η αισιόδοξη ανάγνωση που αναφέρεται στα κείμενα και τις επιφυλάξεις που «κατορθώσαμε» να επιβάλουμε με αναπαύει ούτε οι ακραίες και φανατικές αντιρρήσεις με βρίσκουν σύμφωνο.

Πρέπει όμως να κάνουμε μια αναγκαία παραδοχή: Δεν αναγιγνώσκουμε με τον ίδιο τρόπο όλοι οι Ελληνες τα πράγματα, αφού δεν μας αγγίζουν το ίδιο. Με άλλη μεζούρα μετράμε τους φόβους, τις ελπίδες και τις προσδοκίες μας αναφορικά με το Μακεδονικό όσοι είμαστε Μακεδόνες, έτσι όπως οι Κύπριοι ή οι Μικρασιάτες είναι πολύ πιο ευαίσθητοι με ό,τι συμβαίνει στους δικούς τους τόπους καταγωγής. Και φυσικά αλλιώς γευόμαστε και τις ήττες μας. Πιο έντονα, πιο επώδυνα, πιο βαθιά.

Σαν να θάμπωσε η λάμψη, το κλέος, η περηφάνια, σαν να στέρεψε μια παλιά πηγή, σαν να πνίγεται η φωνή της ράτσας που πρέπει να αντηχεί μέσα μας. Δεν είμαι ο μόνος που το νιώθει, και η αίσθηση αυτής της κάθε άλλο παρά αναπόφευκτης απώλειας είναι αβάσταχτη.

Η ιστορική αποτίμηση αυτών των στιγμών θα κρίνει, όπως συνήθως, τις πράξεις των πολιτικών προσώπων. Αν όμως τεθεί το ερώτημα, τι έπραξε η πνευματική ηγεσία αυτού του τόπου, δηλώνω πως, σε ό,τι με αφορά, έδωσα τον αγώνα με συνέπεια και μετριοπάθεια, ακολουθώντας την εθνική γραμμή. Και τώρα νιώθω προδομένος και βαθιά απογοητευμένος από την πολιτική ηγεσία.

* Ο κ. Περικλής Α. Μήτκας είναι πρύτανης του ΑΠΘ.

Πηγή: http://www.kathimerini.gr/ 

 

Γιώργος Στρατόπουλος: Γιατί είναι λάθος η «καθαρή» έξοδος

on Πέμπτη, 24 Μαΐου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

1323
Στη συζήτηση για την «καθαρή έξοδο» κινδυνεύουμε να πέσουμε στην παγίδα του δίπολου μνημόνιο-αντιμνημόνιο. Και στον δημόσιο διάλογο και στην πολιτική διαχείριση της χώρας.

Το αδιαμφισβήτητο ζητούμενο είναι η χώρα και η κοινωνία να βαδίσουν σε έναν ευοίωνο δρόμο, με διασφαλισμένες τις προϋποθέσεις για οικονομική ανάπτυξη και ευημερία με κοινωνική συνοχή. Αυτή η πορεία δεν είναι μαύρο-άσπρο. Δεν απαιτεί μαγκιά, αλλά καλοσχεδιασμένη, συνεχή, συστηματική προσπάθεια.

Κι ενώ όλοι διδαχτήκαμε ότι μάγοι δεν υπάρχουν, πάλι μια μαγική συνταγή αναζητούμε για την έξοδο από τα μνημόνια –«καθαρή έξοδο» την ονομάζουν κάποιοι. Ενώ θα έπρεπε να επιδιώκουμε την «υπεύθυνη έξοδο», τη συνετή διαδικασία που διασφαλίζει τα συμφέροντα της χώρας και υπηρετεί με το βέλτιστο τρόπο την πορεία προς οικονομική ανάπτυξη και ευημερία της κοινωνίας.

Ας ξεκαθαρίσουμε λοιπόν τα βασικά. Το ζήτημα της «καθαρής εξόδου» είναι, πρωτίστως, ζήτημα βέλτιστης διαχείρισης του χρέους με προεκτάσεις στα δημοσιονομικά (χαμηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους => ανάγκη για χαμηλότερα πλεονάσματα), τον τραπεζικό κλάδο (χαμηλότερο κόστος χρήματος), τη ρευστότητα της οικονομίας και την ανάπτυξη που πάντα ενισχύεται όταν κάνουμε τα πράγματα σωστά.

Θέλουμε, επιδιώκουμε μείωση του χρέους;

Στην απόφαση του Eurogroup (Μάιος 2016 εδώ) στο πλαίσιο των μεσοπρόθεσμων μέτρων ελάφρυνσης του ελληνικού χρέους, αναφέρεται ρητά:

«Liability management – early partial repayment of existing official loans to Greece by utilizing unused resources within the ESM programme to reduce interest rate costs and to extend maturities. Due account will be taken of exceptionally high burden of some Member States».

Δηλαδή, ένα εργαλείο για τη μείωση του χρέους είναι η χρήση των αδιάθετων κεφαλαίων του ESM, ώστε υφιστάμενα δάνεια του επίσημου τομέα με κοντινές λήξεις και σχετικά υψηλά επιτόκια να αντικατασταθούν από νέα δάνεια του ESM με μακρινές λήξεις και πολύ χαμηλά επιτόκια. Μια τέτοια αντικατάσταση έχει πολλαπλά οφέλη:

Α) Συνιστά έμμεσο κούρεμα χρέους: δάνεια που λήγουν σε 2-3 χρόνια αντικαθίστανται από δάνεια του ESM που λήγουν σε 30-50 χρόνια και φέρουν ελάχιστο επιτόκιο. Αυτό είναι ελάφρυνση.
Β) Μειώνονται οι τόκοι εξυπηρέτησης του χρέους, αφού ένα τμήμα του αντικαθίσταται από δάνεια με πολύ χαμηλό επιτόκιο. (Οι περισσότερες κοντινές λήξεις του επίσημου τομέα είναι δάνεια της ΕΚΤ και του ΔΝΤ με σχετικά υψηλό επιτόκιο).
Γ) Μειώνονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους βραχυπρόθεσμα. Διότι, για τα δάνεια που λήγουν σε 2-3 χρόνια και θα αντικατασταθούν από δάνεια του ESM, δε θα χρειαστεί να δανειστούμε από τις αγορές για να τα αναχρηματοδοτήσουμε.
Δ) Μειώνονται οι χρηματοδοτικές ανάγκες εξυπηρέτησης του χρέους μεσοπρόθεσμα, για τα επόμενα 7-8 χρόνια. Για παράδειγμα, αν ένα δάνειο που λήγει το 2019 αντικατασταθεί από δάνειο του ESM, δε θα χρειαστεί να δανειστούμε το 2019 από τις αγορές για να το αναχρηματοδοτήσουμε. Αλλά ούτε το 2024 θα χρειαστεί να δανειστούμε για να αναχρηματοδοτήσουμε το ομόλογο που, αν είχαμε δανειστεί το 2019, θα έληγε το 2024.

Μεγαλύτερη ανάλυση με ποσοτικές λεπτομέρειες για το ζήτημα αυτό θα βρείτε σε παλαιότερο άρθρο (Νοέμβριος 2016 εδώ¹). Το συμπέρασμα από τότε παραμένει ίδιο:

«… Δηλαδή, ακόμα και αν το 2018 έχουμε εξέλθει επιτυχώς στις αγορές, η αναχρηματοδότηση των υφιστάμενων δανείων με τα περισσευούμενα κεφάλαια του ESM είναι η πιο συνετή επιλογή, αντί να καταφύγουμε στις αγορές. Διότι στις αγορές δεν υπάρχει για την Ελλάδα δανεισμός τόσο εξαιρετικά προνομιακός, όσο τα δάνεια του ESM: διάρκεια 30-40 χρόνια με επιτόκιο <1%!»

Η ελάφρυνση του χρέους είναι προς το συμφέρον της χώρας. Και θα πρέπει η κυβέρνηση να έχει πολύ καλούς λόγους, εθνικής φύσεως, για να την απαρνηθεί.

Η προληπτική πιστοληπτική γραμμή ισοδυναμεί με ελάφρυνση χρέους!

Η προληπτική πιστοληπτική γραμμή (ΠΠΓ), αν παραβλέψουμε κάποιες επουσιώδεις τεχνικές λεπτομέρειες, συνιστά ελάφρυνση του χρέους κατά τρόπο ισοδύναμο εκείνου που περιγράφεται στην απόφαση του Eurogroup (5/2016): μακροπρόθεσμος χαμηλότοκος δανεισμός από τον ESM στη διάθεση της Ελλάδας, για να αναχρηματοδοτήσει δάνεια που λήγουν δύο χρόνια μετά το τέλος του 3ου Μνημονίου. Δεδομένου ότι το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος των λήξεων της διετίας 2019-2020 είναι δάνεια του επίσημου τομέα, η αναχρηματοδότηση αυτών των κοντινών λήξεων μέσω της πιστοληπτικής γραμμής από τον ESM δεν είναι παρά η έμμεση ελάφρυνση μέσω «Liability management», που περιγράφει η σχετική απόφαση του Eurogroup.

Επιπλέον, η προληπτική πιστοληπτική γραμμή πέραν των ευεργετικών αποτελεσμάτων στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, συνεισφέρει θετικά και στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, εξασφαλίζοντας χαμηλότερο κόστος δανεισμού στις ελληνικές τράπεζες.

Κι ακόμη ένα θετικό, η χρήση της ΠΠΓ μειώνει την ανάγκη για αποθεματικά κεφάλαια (cash buffer) και απελευθερώνει ρευστότητα στην οικονομία.

Προξενεί, λοιπόν, απορία η εμμονή της κυβέρνησης να απορρίπτει την προληπτική πιστοληπτική γραμμή και όσα θετικά συνεπάγεται. Γιατί αυτό ακριβώς σημαίνει η μαγική έκφραση «επιδιώκουμε καθαρή έξοδο».

Ο βρεγμένος την βροχή δεν τη φοβάται!

Υποθέτουμε βέβαια μια εύλογη εξήγηση για την απόρριψη της ΠΠΓ: η χορήγησή της συνεπάγεται υποχρεώσεις. Η Ελλάδα θα πρέπει να υπογράψει με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή Μνημόνιο Κατανόησης (MoU) με όρους και δεσμεύσεις. Ουσιαστικά, η ΠΠΓ συνεπάγεται αυξημένο επίπεδο επιτήρησης της χώρας από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Λέω αυξημένο, επειδή η χώρα θα βρίσκεται σε καθεστώς επιτήρησης για πολλά χρόνια, ούτως ή άλλως.

Ποια είναι τα επαχθή μέτρα που δεν έχει υπογράψει ακόμα η κυβέρνηση και προσπαθεί να αποφύγει, αρνούμενη την ελάφρυνση του χρέους που προσφέρεται εμμέσως δια της Πιστοληπτικής Γραμμής;

Ωστόσο – ας είμαστε ρεαλιστές και ειλικρινείς!– αυτός ακριβώς ήταν ο λόγος που οι εταίροι παρέπεμπαν τα ουσιαστικότερα μέτρα ελάφρυνσης του χρέους στη λήξη του προγράμματος. Ήθελαν να προσφέρουν ελάφρυνση με αντάλλαγμα δεσμεύσεις της Ελλάδας για την περίοδο μετά τη λήξη του 3ου προγράμματος.

Ολα αυτά τα γνωρίζαμε ήδη από τις συνεδριάσεις του Eurogroup για το χρέος, δεν φέρνει τίποτα καινούργιο η ΠΠΓ.

Είναι, λοιπόν, ακατανόητη η απροθυμία της κυβέρνησης για την ΠΠΓ. Η χώρα, εξαιτίας αυτής της κυβέρνησης έχει ήδη αναλάβει πολύ βαριές δεσμεύσεις για μετά τη λήξη του 3ου προγράμματος. Αυτή η κυβέρνηση έχει συμφωνήσει και υπογράψει για μετά το Μνημόνιο οδυνηρά μέτρα που δεν δέχτηκε να εφαρμόσει τα τρία χρόνια του δικού της Μνημονίου.

1. Η μη μείωση των κύριων συντάξεων ήταν η σημαία της. Μείωσε τις επικουρικές, κατήργησε το ΕΚΑΣ, αύξησε τις εισφορές περίθαλψης σε κύριες και επικουρικές, μείωσε το αφορολόγητο (άρα μείωσε τις συντάξεις) και μείωσε την αγοραστική δύναμη των συνταξιούχων με αλλεπάλληλες αυξήσεις στους έμμεσους φόρους. Τις κύριες συντάξεις, όμως, σε ονομαστικό επίπεδο δεν τις πείραξε. Υπέγραψε, όμως, τεράστια μείωσή τους (1% του ΑΕΠ) για το 2019.

2. Ο υπουργός Οικονομικών, σύμφωνα με δηλώσεις του, θα παραιτούνταν αν μειωνόταν το αφορολόγητο. Τελικά, και ο ίδιος και η κυβέρνησή του αλλά κυρίως οι φορολογούμενοι διαπίστωσαν ότι το 3ο Μνημόνιο έφερε μείωση του αφορολόγητου της τάξης των 900€ (από 9545€ ->8636€) και κανείς δεν παραιτήθηκε. Ο ίδιος υπουργός όμως συμφώνησε και υπέγραψε τεράστια μείωση του αφορολόγητου κατά 3.000€ (από 8636€ -> 5685€) για το 2020, όταν πια δεν θα έχουμε Μνημόνια!

Αναρωτιέμαι, λοιπόν, ποια είναι τα επαχθή μέτρα που δεν έχει υπογράψει ακόμα η κυβέρνηση και προσπαθεί να αποφύγει, αρνούμενη την ελάφρυνση του χρέους που προσφέρεται εμμέσως δια της Πιστοληπτικής Γραμμής;

Και μόνο μια απάντηση μπορώ να διατυπώσω. Δεν υπάρχουν μέτρα προς αποφυγήν, απλώς είναι έτοιμη η νέα αυταπάτη. Δεν είναι η ελληνική κυβέρνηση που αποφασίζει, είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Και δεν θέλει να αποφύγει μέτρα και επιτήρηση, απλώς δεν μπορεί να σκεφτεί άλλο σλόγκαν, άλλη προπαγάνδα για την προεκλογική περίοδο.

Κι επειδή η πυξίδα που οδηγεί την πορεία και τις επιλογές της κυβέρνησης είναι ο εκλογικός κύκλος και όχι το εθνικό συμφέρον, επιλέγει ξανά τη φαντασίωση της άσπιλης, ανέμελης, ανεξάρτητης και εθνικά υπερήφανης εξόδου. Ξανά αυταπάτες, δηλαδή!

Η στάση της κυβέρνησης στο ζήτημα της ΠΠΓ έχει ευρύτερες διαστάσεις και εκπέμπει ανησυχητικά μηνύματα για την επικείμενη διαπραγμάτευση για το χρέος. Η κυβέρνηση θέτει ως προτεραιότητα το αφήγημα της «καθαρής εξόδου» και δείχνει διατεθειμένη να θυσιάσει ακόμα και μέτρα ελάφρυνσης του χρέους, αν αυτά συνοδεύονται από περιορισμούς και υποχρεώσεις που σκοτεινιάζουν το αφήγημα.

Πάλι δηλαδή, σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον της χώρας σχεδιάζονται με κύριο γνώμονα… τα ψηφαλάκια. Σα να μην πέρασε μια μέρα από τον αντιμνημονιακό ανένδοτο, σα να μη διδαχτήκαμε τίποτα από τα τοξικά παιχνίδια με τα δημοψηφίσματα…

Μόνο που τώρα, με όσα πάθαμε το 2015, μόνο οι αμετανόητοι πιστεύουν πως μπορεί να κερδηθεί εθνική αξιοπρέπεια με αυταπάτες και καραγκιοζιλίκια.

Σημειώσεις
¹ Οι λήξεις των δανείων του ιδιωτικού τομέα που αναφέρονται στο σχετικό link δεν ενσωματώνουν την πράξη αναχρηματοδότησης του ομολόγου λήξης 2019, που έγινε τον Ιούλιο του 2017 και το swap των ομολόγων που έγινε τον Νοέμβριο 2017.

Πηγή: Protagon

Θόδωρος Σκυλακάκης*: «Μακεδονία του Ίλιντεν»: Είστε με τα καλά σας κ. Τσίπρα!

on Σάββατο, 19 Μαΐου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ

Η εξέγερση του Ίλιντεν - προφήτη Ηλία - έγινε στις 20 Ιουλίου 1903 (με το Ιουλιανό ημερολόγιο), ανήμερα του Προφήτη Ηλία και ήταν έργο της Εσωτερικής Μακεδονο-Αδριανουπολιτικής Επαναστατικής Οργάνωσης (ΕΜΑΕΟ-VMRO), του προγόνου των σημερινών ακραίων εθνικιστών των Σκοπίων. Το βασικό της σύνθημα ήταν «Η Μακεδονία για τους Μακεδόνες» και πολιτικό της πρόγραμμα η δημιουργία μιας αυτόνομης (στην αρχή και ανεξάρτητης στη συνέχεια) Μακεδονίας, που θα περιλάμβανε και το σύνολο της μετέπειτα ελληνικής Μακεδονίας, με ηγετικό και κυρίαρχο το σλαβομακεδονικό στοιχείο. Πρόκειται για την εξέγερση που γέννησε τον Μακεδονισμό που υιοθέτησε πολύ αργότερα ο Τίτο και μετά το 1991 στην πιο επιθετική μορφή του το κράτος των Σκοπίων, ιδίως επί Γκρουέφσκι. Χρειάζεται να υπάρχει απόλυτη έλλειψη αντίληψης της ιστορίας ή ακραία αδιαφορία και κυνισμός (χωρίς να αποκλείεται βέβαια να ισχύουν και τα δύο ταυτόχρονα), για να γίνει αποδεκτή από την ελληνική πλευρά έστω και η ιδέα μιας τέτοιας «λύσης».

Τι συμβαίνει στην πραγματικότητα. Η κοινά αποδεκτή ελληνική θέση, τουλάχιστον μετά το Βουκουρέστι, ήταν ότι το όνομα «Δημοκρατία της Μακεδονίας» υπονοεί αλυτρωτισμό και χρειάζεται για να ζήσουν οι δύο λαοί ομαλά ο αλυτρωτισμός αυτός να εγκαταλειφθεί από την πλευρά των Σκοπίων, με μια ουδέτερη ονομασία, που προσπαθούμε να επιτύχουμε με τα ονόματα που κατά καιρούς έχουν συζητηθεί στο πλαίσιο της λεγόμενης σύνθετης ονομασίας. Με την ονομασία «Μακεδονία του Ίλιντεν» η πλευρά των Σκοπίων στέλνει το μήνυμα ότι η συγκεκριμένη χώρα υιοθετεί -και ζητά και την ελληνική μάλιστα συνυπογραφή- το ιστορικό σχέδιο του VMRO, «η Μακεδονία στους Μακεδόνες». Υιοθετεί δηλαδή τον αλυτρωτισμό στην πιο ανόθευτη και προφανή μορφή του. Και μάλιστα όχι σε κάποια παράγραφο του Συντάγματος αλλά στην ίδια την ονομασία του γειτονικού κράτους.

Διαβάζω ότι η ελληνική κυβέρνηση αντιμετωπίζει θετικά την συγκεκριμένη πρόταση γιατί όπως διαρρέει «η εξέγερση είχε οικονομικο-κοινωνικό χαρακτήρα με τη συμμετοχή αγροτών και οι τότε εξεγερμένοι είχαν καλέσει Έλληνες και Αλβανούς για να λάβουν μέρος». Δεν ξέρω γιατί το κάνουν αυτό! Πιθανώς καθώς η συγκεκριμένη οργάνωση (VMRO) είχε στη γένεσή της πρωτόγονα αναρχο-κομουνιστικά χαρακτηριστικά και τους αισθάνονται κάπως σαν πολιτικούς προγόνους. Μην ξεχνάμε άλλωστε και την σχέση ΚΚΕ και σλαβομακεδόνων την περίοδο του μεσοπολέμου αλλά και του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.

Προσωπικά έχοντας ασχοληθεί με το Μακεδονικό από την εποχή του 1991 και έχοντας αποκαλύψει πολλές άγνωστες πτυχές του (στο βιβλίο μου «Στο όνομα της Μακεδονίας», που έγραψα το 1995 με πρόλογο Κωνσταντίνου Μητσοτάκη), ήμουν πάντοτε και παραμένω υποστηρικτής μιας λογικής λύσης που θα εξομαλύνει τις σχέσεις των δύο χωρών, με βάση όμως την ειλικρινή εγκατάλειψη από την πλευρά των Σκοπίων του «μακεδονισμού», δηλαδή του αλυτρωτισμού των σλαβομακεδόνων γειτόνων μας.

Εδώ όμως αντί για εγκατάλειψη του αλυτρωτισμού τον κάνουμε φλάμπουρο erga omnes!

Ήμαρτον κύριε Τσίπρα!

* Ο κ. Θόδωρος Σκυλακάκης είναι Προέδρος της Δράσης.

Μελέτης Η. Μελετόπoυλος: Τί προβέπει το σύνταγμα;

on Κυριακή, 13 Μαΐου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών


verve231 via Getty Images

Η παραφιλολογία στα μμε και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης σχετικά με το ενδεχόμενο πρόωρων εκλογών, βασίζεται σε παρερμηνεία των συνταγματικών προβλέψεων. Εδώ ας μας επιτραπεί μία παρένθεση: στην χώρα μας όλοι περιμένουν αν ακούσουν γνωματεύσεις συνταγματολόγων αντί να διαβάσουν το σαφέστατο σύνταγμα της χώρας, που δεν χρειάζεται ούτε ερμηνείες ούτε διαμεσολαβήσεις ειδικών.


Σε μία δημοκρατία οι πολίτες οφείλουν να έχουν ιδία άποψη για το σύνταγμα και όχι να εκχωρούν (και) αυτήν την τόσο κρίσιμη λειτουργία στους συνταγματολόγους, πολύ περισσότερο όταν κάποιοι εξ αυτών εγκαταλείπουν την επιστημονική τους ουδετερότητα ή και χρησιμοποιούν την επιστημονική τους ιδιότητα για να γίνουν. βουλευτές και υπουργούς διαφόρων κομμάτων

Τι προβλέπει λοιπόν το σύνταγμα;Εάν ο πρωθυπουργός Α. Τσίπρας αποφασίσει να εγκαταλείψει την εξουσία για τους δικούς του λόγους και υποβάλει την παραίτησή του (κάτι ασφαλώς καθόλου βέβαιο), ο πρόεδρος της Δημοκρατίας Π. Παυλόπουλος καλεί με την σειρά τους αρχηγούς των κομμάτων (Τσίπρα, Μητσοτάκη, Κουτσούμπα, Γεννηματά, Λεβέντη κλπ.) και τους αναθέτει διερευνητική εντολή. Δηλαδή τους δίνει το δικαίωμα να κάνουν διαπραγματεύσεις με τα άλλα κόμματα της Βουλής, με σκοπό να διαπιστώσουν εάν θα μπορούσαν να σχηματίσουν άλλη κυβέρνηση που θα ελάμβανε ψήφο εμπιστοσύνης στην βουλή.

Εφ’ όσον ο Π.Παυλόπουλος διαπιστώσει ότι ουδείς μπορεί να σχηματίσει βιώσιμη κυβέρνηση (κάτι πιθανότατο με τους σημερινούς συσχετισμούς), συγκαλεί σύσκεψη των πολιτικών αρχηγών. Εκεί είναι φανερό ότι ο πρόεδρος θα καταβάλει προσπάθεια να συμφωνήσουν οι πολιτικοί αρχηγοί στον σχηματισμό οικουμενικής κυβέρνησης ή κυβέρνησης συνασπισμού, ιδίως μάλιστα εάν τα spreads ανέρχονται ραγδαία ή το χρηματιστήριο καταρρέει ή η χώρα βρίσκεται ακόμα μία φορά στα πρόθυρα τέταρτου μνημονίου ή θερμού επεισοδίου με την Τουρκία. Εκεί θα αναζητηθεί προσωπικότητα κοινής αποδοχήςή θα ανακληθεί στην ενεργό υπηρεσία ο Κώστας Καραμανλής, ίσως το μόνο πρόσωπο που έχει την εμπιστοσύνη και του ΣΥΡΙΖΑ και της ΝΔ.
 
Εάν αυτά δεν γίνουν, τότε θα διαλυθεί η Βουλή και θα διεξαχθούν εκλογές με υπηρεσιακό πρωθυπουργό τον κ.Σακελλαρίου ή άλλον ανώτατο δικαστικό. Επειδή το αποτέλεσμα των εκλογών προφανώς δεν θα αποδώσει αυτοδυναμία, το σενάριο της οικουμενικής ή ευρείας συνθέσεως κυβερνήσεως θα τεθεί εκ νέου επί τάπητος και μετά τις εκλογές. Θα σχηματισθεί λοιπόν μία βραχύβια κυβέρνηση, οικουμενική ή συνασπισμού, πάλι με πρωθυπουργό κοινής αποδοχής.
Βραχύβια διότι η νέα κυβέρνηση και η νέα βουλή που θα προκύψουν, είτε φέτος το καλοκαίρι είτε το αργότερο το φθινόπωρο του 2019 που λήγει η θητεία της παρούσης βουλής, θα έχουν ημερομηνία λήξεως την εκλογή νέου προέδρου της Δημοκρατίας την άνοιξη του 2020.

Στις δεύτερες εκλογές που θα ακολουθήσουν, θα ισχύσει το σύστημα της απλής αναλογικής, όπου το κάθε γκρουπούσκουλο θα έχει σοβαρές πιθανότητες να εκπροσωπηθεί στην βουλή, ιδίως εάν ο ΣΥΡΙΖΑ προλάβει και καταργήσει το όριο του 3%. Θ΄ακολουθήσει ρευστοποίηση του πολιτικού σκηνικού. Αλλά η προοπτική της απλής αναλογικής θα λειτουργήσει διαλυτικά για την όποια κυβερνητική σταθερότητα ήδη από τώρα.

Όλα αυτά σημαίνουν ότι όσοι πολιτικοί αναλυτές, πολιτευτές, κομματικά στελέχη, οπαδοί κλπ. φαντασιώνονται μία συνήθη εναλλαγή των δύο «μεγάλων» κομμάτων στην εξουσία, και αναμένουν την επέλαση του κόμματός τους στην εξουσία και τα οφέλη της, ζουν ακόμα στο δικομματικό παρελθόν ή προβάλλουν τις επιθυμίες τους. Το ίδιο συμβαίνει και με την προσπάθεια, εσχάτως, μέρους των μμε να προβάλουν το μεταβαπτισμένο ΠΑΣΟΚ σε «εναλλακτική» λύση έναντι του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε να αναβιώσει ο παλιός γνώριμός τους δικομματισμός.

Διότι ζούμε σε μία εντελώς νέα εποχή, που τα διάφορα πελατειακά κόμματα του παρελθόντος δεν μπορούν να εκφράσουν, όσες οβιδιακές μεταμορφώσεις και αν κάνουν. Η κοινωνική διαστρωμάτωση έχει αλλάξει βίαια, η μεσαία τάξη έχει καταστραφεί, η νεολαία μεταναστεύει μαζικά, η μαζική εισροή μεταναστών θέτει επί τάπητος υπαρξιακά προβλήματα ταυτότητας.

Τέλος, υπάρχουν και τα απρόβλεπτα: η χώρα υφίσταται άμεση απειλή εξ ανατολών, τα γεωπολιτικά δεδομένα έχουν ρευστοποιηθεί, οι διεθνείς γεωπολιτικές ισορροπίες ανατρέπονται. Σε αυτό το πλαίσιο, απλά δεν υπάρχουν γραμμικές εξελίξεις.

Γιώργος Γκορέζης* : Ο πολίτης του κόσμου στην ψηφιακή εποχή. Η Παρακαταθήκη του Μ. Αλεξάνδρου

on Τετάρτη, 07 Φεβρουαρίου 2018. Posted in Απόψεις μη Μελών

Επιμέλεια: Αναστάσιος Μπασαράς, Αντιπρόεδρος ΔΣ ΕΛΙΣΜΕ

Με την είσοδο στον 21ον αιώνα ο άνθρωπος συνειδητοποιεί ότι έφθασε σε ένα έσχατο σημείο εθνικιστικού συναισθήματος, την στιγμή που όφειλε από κάθε ορθολογιστική σκοπιά να το ξεπεράσει. Στις παγκόσμιες και περιλάλητες ενοποιητικές τάσεις ειρήνευσης αντιτάχθηκαν εθνικές εξαρτήσεις, αλλά και περιφερειακές και τοπικές πολιτικές . Μετά από τους καταστροφικούς μέχρι τώρα πολέμους που έγιναν για τη δόξα των εθνών, ήλθαν σαν το κερασάκι στη τούρτα οι καταπατήσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η κατάργηση των αστικών ελευθεριών σε βαθμό πρωτάκουστης βίας και ωμότητας.


Η δύναμη διαδικτυακών εταιριών όπως Google και Facebook δίνουν δυνατότητες παρακολούθησης των πολιτών από το κράτος, που οδηγεί σ΄ ένα ιστό ολοκληρωτικού ελέγχου, που ούτε καν ο Αλντους Χάξλεϊ και ο Τζορτζ Όργουελ δεν είχαν φαντασθεί. Στη σημερινή ψηφιακή εποχή όλοι μας, είτε το θέλουμε είτε όχι, είμαστε παίκτες ενός παγκόσμιου σκηνικού ( global players ). Είναι η πρώτη φορά που ο κατοικημένος πλανήτης απέβη ιστορική ενότητα, τόσο λόγω της διάδοσης της πληροφορικής και της παγκοσμιοποίησης της οικονομίας, αλλά κυρίως λόγω της απειλής των πυρηνικών όπλων, της εξάντλησης των υπόγειων πόρων, της καταστροφής του περιβάλλοντος και άλλων πλανητικών προκλήσεων που αντιμετωπίζει η ανθρωπότητα. Το ζήτημα είναι πανανθρώπινο, τόσο αρνητικά όσο και θετικά, και θα έπρεπε αναγκαστικά να ευνοήσει τον κοσμοπολιτισμό.

Η έννοια «κοσμοπολιτισμός» και «πολίτης του κόσμου» πρωτογεννήθηκε από τους αρχαίους Έλληνες σοφιστές, « είμαι πολίτης του κόσμου », διακηρύττει ο Διογένης. Κατόπιν οι στωικοί την ανήγαγαν σε επί αιώνες δεσπόζουσα διδασκαλία, που αψηφούσε τα σύνορα των λαών κατά την ελληνιστική και ρωμαϊκή περίοδο. Ο Μέγας Αλέξανδρος επιχειρεί να ενώσει τους λαούς της αυτοκρατορίας του με το ίδιο ιδεώδες, και το Βυζάντιο πραγματοποιεί την οικουμενική ενότητα των πληθυσμών της επικράτειάς του. Αναβίωσε στην περίοδο της Αναγέννησης, και είναι καρπός της ορθολογικής δυτικής σκέψης, σε πείσμα κάθε θρησκευτισμού και μυστικισμού. Καθιερώθηκε να λέγεται « ότι ρίζωσε στην Ευρώπη και μόνο σ’ αυτή ». Ο πολίτης του κόσμου, ή κοσμοπολιτισμός είναι προϊόν τριών παραγόντων, ενότητας, ειρήνης και ελευθερίας, που ανάλογα με τις εποχές ερμηνεύθηκαν και αποτιμήθηκαν διαφορετικά.

Ο κοσμοπολίτης από αρχαιοτάτων χρόνων έβαζε σκοπό της ζωής του να ανακαλύψει τον κόσμο, να τον εξερευνήσει και δοθείσης της ευκαιρίας να τον κατακτήσει. Κατά δεύτερο λόγο, μέσα στους κόλπους αυτού του κόσμου πρέπει να βασιλεύει η ειρήνη. Στο διάβα των αιώνων η ειρήνη ήταν μια από τις πιο μύχιες λαχτάρες της ανθρωπότητας. O Έρασμος ήταν ο πρώτος που ανήγαγε σε απόλυτη πολιτική αρχή την αναγκαιότητα ενός απόλεμου κόσμου. Η ανοχή απέναντι σε άτομα με διαφορετική προέλευση και πίστη απορρέει από την επιταγή της ειρήνης, συστατικό του κοσμοπολιτισμού. Και κατά τρίτο λόγο στην καρδιά του ενωμένου και ειρηνευμένου σύμπαντος θα πρέπει να βασιλεύει η ελευθερία.

Ο κοσμοπολίτης πρέπει να είναι σε θέση να μετακινείται ελεύθερα και ανεμπόδιστα, να δρα ανενόχλητος, τόσο στο επίπεδο της πολιτικής συμμετοχής, όσο και στην ανάπτυξη της ατομικής του προσωπικότητας. Ο διεθνισμός είναι ψευδομόρφωμα του κοσμοπολιτισμού, μια ιδιαίτερη όψη οικουμενισμού. Τα παγκόσμια και ειρηνευτικά ζητήματα διέπουν την θεωρία των διεθνιστών, των « κόκκινων » (κομμουνιστών ), των « μαύρων » ( θρησκευόμενων ) και των « γκρίζων »(φιλελεύθερων). Αρχικά άλλαξε μόνο το λεξιλόγιο. Τη θέση του λίγο μεγαλόσχημου κοσμοπολίτικου συνθήματος « όλοι οι άνθρωποι να γίνουν αδέλφια » πήρε το πολεμικό σύνθημα του κομμουνιστικού μανιφέστου « προλετάριοι όλων των λαών ενωθείτε ».

Ακολούθησαν δύο επαναστάσεις κοσμοϊστορικής σημασίας, η ρωσική το 1917 και η Κινεζική το 1948, που επινοήθηκαν από τον Μαρξ. Βούλιαξαν και οι δύο στη δικτατορία, στο αστυνομικό κράτος, στην περιφρόνηση του ανθρώπου, στα στρατόπεδα συγκέντρωσης και στο τέλος του υπαρκτού σοσιαλισμού στη Σοβιετική Ένωση. Όλη η ανθρωπότητα ζει σήμερα υπό την απειλή νέων δεδομένων. Για παράδειγμα, τα σύνορα δεν μπορούν να σταματήσουν το φαινόμενο του θερμοκηπίου. Αυτό αψηφά τα δικαιώματα των λαών για αυτοδιάθεση, και δε σέβεται στα κράτη το δικαίωμα τους για ελεύθερη αξιοποίηση του πληθυσμού τους. Από θετικής σκοπιάς τα διαπλανητικά ταξίδια μας εισήγαγαν στη πλανητική εποχή, πράγμα που έχει συνέπειες και στη πολιτική μας εξέλιξη. Άλλο χαρακτηριστικό της εποχής μας είναι ότι το κυρίαρχο εθνικό κράτος, που θα πάσχιζε να λύσει τις πολιτικές συγκρούσεις με τα δικά του μέσα, έχασε το ρόλο του. Οι σημερινές πολιτικές συγκρούσεις δεν ξεσπούν για εδαφικές κτήσεις, αλλά για την πρόσβαση στη διεθνή αγορά.

Η παγκόσμια οικονομία οργανώνεται σε σχέση με προϊόντα και όχι με περιοχές. Το ζήτημα είναι πλέον η κατάκτηση των αγορών, όχι των εδαφών, και οι διεθνείς οικονομικές συγκρούσεις έχουν αντικαταστήσει τις αναμετρήσεις εθνών. Μετά την διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης ολόκληρος ο κόσμος δομείται από πληθώρα εθνικών κρατών. Φαίνεται πως έχει επαληθευτεί η θέση του στρατηγού Ντε Γκωλ, σύμφωνα με την οποία « τα έθνη θα είναι το μόνο ζήτημα της πολιτικής, και οι απόπειρες να εγκαθιδρυθούν στη θέση τους διεθνείς ή υπερεθνικοί οργανισμοί θα αποδεικνύονται παιδικές ασθένειες ». Όποιες κι αν είναι οι προθέσεις και οι ιδέες που διέπουν τη δράση των πολιτικών αρχηγών, τα κράτη θεωρούνται a priori σαν δυνάμει εχθρικά, και οι οπαδοί τους σαν ύποπτοι. Οι σύγχρονοι κοινωνιολόγοι τα χαρακτηρίζουν « σαν παρανοϊκά τέρατα, που συγκρούονται σαν δεινόσαυροι και πτεροδάκτυλοι με μια αιμοβορία ολοένα και πιο παλαβή.

Δεν αναγνωρίζουν νόμο ανώτερο από τη βούληση τους. Οι συμφωνίες είναι κουρελόχαρτα που αχρηστεύονται με κάθε νέο συσχετισμό δυνάμεων. Δεν μπορούν να αγαπήσουν και στερούνται συνειδήσεων ». Και εμείς τα άτομα, εμείς η ανθρωπότητα εξαρτιόμαστε ολοκληρωτικά από την παραφροσύνη, τη μανία και την ωμότητα αυτών των τεράτων. Η τύχη του πλανήτη βρίσκεται στα χέρια τους. Κάθε μείωση της ισχύος του ενός κράτους, συνεπάγεται την αύξηση της ισχύος του άλλου. Συνεπώς τα κράτη δεν σταματούν τους εξοπλισμούς τους, και ωθούν έτσι μια χιλιετή παράδοση ως το σουρεαλισμό, στο βαθμό που μια παρτίδα όπλων μετά την άλλη κατασκευάζεται όχι για να χρησιμοποιηθεί αλλά για να καταστραφεί. Αυτή η πρωτοκαθεδρία του εθνικού κράτους έχει σαν συνέπεια να εμποδίζει τους πολιτικούς άνδρες να αφιερωθούν κατά προτεραιότητα στα καθήκοντα που επιβάλλονται σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, ή τουλάχιστον σε μεγάλες περιοχές του κόσμου : εγγύηση και διατήρηση της ειρήνης, προστασία του περιβάλλοντος με κάθε τρόπο, έλεγχος του κλίματος, της δημογραφικής έκρηξης, των μεταναστεύσεων, της πείνας.

Τα κυρίαρχα κράτη που συνέλαβαν πάντως τον επείγοντα χαρακτήρα αυτών των προβλημάτων, δεν είναι ικανά να περάσουν στο στάδιο της διακυβερνητικής συνεργασίας, που είναι ο μόνος τρόπος επίλυσης των προβλημάτων. Οι εθνικοί εγωισμοί είναι πιο ισχυροί από την αναγκαιότητα επίλυσης των προβλημάτων. Ζούμε σήμερα σ’ ένα κόσμο τεχνικά και επιστημονικά ενοποιημένο, αλλά πολιτικά ανοργάνωτο. Δεν βλέπουμε να εμφανίζονται νέοι οικουμενικοί οραματισμοί, πολιτισμένες απόψεις για διακρατικές σχέσεις. Οι προτάσεις προς αυτήν την κατεύθυνση είναι συγκεχυμένες και χωρίς λάμψη. Ακόμα και αυτός ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών αποσκοπεί, μέσα από το φενακισμό της κυριαρχίας του διεθνούς δικαίου, να επιβάλει το δικό του μηχανισμό παγκόσμιας επιβολής σαν όργανο προώθησης του συμφέροντος των μεγάλων δυνάμεων. Για πρώτη φορά τίθεται στους ανθρώπους, στις κυβερνήσεις και στους διανοητές το πρόβλημα να βρουν, μέσα από την πολιτική πρακτική μιας οικουμενικής οργάνωση της ανθρωπότητας που ευνοείται από το ψηφιακό περιβάλλον, να επωμιστούν το σκληρό έργο της παγκόσμιας ειρήνης.

Το έργο της παρουσίασης μιας πολιτικής θεωρίας με τη μορφή οικουμενικής πολιτικής, όπως ο Αριστοτέλης την παρουσίασε και όπως την έκανε βίωμα ο Μέγας Αλέξανδρος. Θα πρέπει αυτό να το αναλάβει ένας κλασικός της πολιτικής σκέψης του μέλλοντος, ένας κλασικός κοσμοπολίτης. Σε όλη την υφήλιο το Ίντερνετ σήμερα υπηρετεί τους ανθρώπους, αλλά δεν είμαστε πολίτες του κόσμου.-

*Ο Γιώργος Γκορέζης είναι υποστράτηγος ε.α., συγγραφέας, αρθρογράφος, πολιτικός και στρατιωτικός αναλυτής.

<<  1 [23 4 5 6  >>