The historical coexistence of Christian Teaching with the institutional projects of Representative Democracy in the course of evolution of European Legal Culture.
Prokopios Pavlopoulos: The historical coexistence of Christian Teaching with the institutional projects of Representative Democracy in the course of development of European Legal Culture
Ο πρώην Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Ακαδημαϊκός και Επίτιμος Καθηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκόπιος Παυλόπουλος συμμετείχε στην Ημερίδα που συνδιοργάνωσαν η Ιερά Μητρόπολις Κορίνθου και ο Δικηγορικός Σύλλογος Κορίνθου με θέμα: «Το νομικό πνεύμα του Απόστολου Παύλου». Στην ομιλία του, με τίτλο : «Η ιστορική συμπόρευση της Χριστιανικής Διδασκαλίας με τα θεσμικά προτάγματα της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στην πορεία εξέλιξης του Ευρωπαϊκού Νομικού Πολιτισμού», ο κ. Παυλόπουλος επισήμανε, μεταξύ άλλων, και τα εξής :
"Prologue
Αποτελεί πλέον κοινό τόπο, στο πεδίο επιστημονικής έρευνας του Πολιτισμού υφ’ όλες του τις διαστάσεις και προεκτάσεις, ότι ο τρίτος πυλώνας του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού -ύστερα, χρονικώς, από εκείνους της Αρχαίας Ελλάδας ως προς το Πνεύμα και την Ελευθερία και της Αρχαίας Ρώμης ως προς την δομή του Κράτους και του Νόμου- αναδείχθηκε εκείνος της Χριστιανικής Διδασκαλίας, οπωσδήποτε στο πλαίσιο της μετέπειτα εν γένει πολιτισμικής συνεισφοράς του Βυζαντίου.
A. The emblematic triangle is a true witness «Αθήνα, Ρώμη, Ιερουσαλήμ», για το οποίο γίνεται λόγος εκτενέστερα στην συνέχεια. Τούτο συνάγεται ακόμη και από το ίδιο το πρωτογενές Ευρωπαϊκό Δίκαιο, αν λάβει κανείς υπόψη του ότι στο Προοίμιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση -και μάλιστα στην αρχή του- ορίζεται, με όλες τις εντεύθεν ακόμη και αυστηρώς θεσμικές συνέπειες, ότι οι επικεφαλής των Κρατών-Μελών κατέληξαν στην υπογραφή της «inspired by the cultural, religious and humanistic heritage of Europe…". In other words, according to the above text, Europe's cultural and humanistic heritage is on the same level as its religious heritage, which is none other than Christian Teaching.
B. Πέραν τούτων η Χριστιανική Διδασκαλία, ως τρίτος πυλώνας του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, συνδέεται αρρήκτως με τους δύο άλλους. Την σύνδεση αυτή αποδίδει εκφραστικά, φυσικά μεταξύ άλλων, η αμφίδρομη σχέση μεταξύ τους. Μία σχέση την οποία τεκμηριώνει ιστορικώς, και δη οιονεί αμαχήτως, το ότι ο μεν Χριστιανισμός και η, άκρως χαρακτηριστική για την πορεία του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, Πατερική Διδασκαλία του μπόρεσαν να αναδειχθούν, εν πολλοίς, επειδή βρήκαν διπλό πρόσφορο έδαφος: Πρώτον, το «terrain» της επικράτειας αρχικώς της Ρωμαϊκής και, μετέπειτα, της επιγόνου της, της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, καθώς και της θεσμικής κληρονομιάς τους, αφού αυτό διευκόλυνε την οργάνωση και λειτουργία της Χριστιανικής Εκκλησίας, κυρίως στις απαρχές της, και ευνόησε προδήλως και την κανονιστική άνθηση του Κανονικού Δικαίου ως μέσου ρυθμιστικής εμπέδωσης της εν γένει δομής της. Και, δεύτερον, το «terrain"of the Greek and Latin languages, given that through these languages the Christian Teaching was spread and the Liturgy of the Christian Church was formulated. However - and on the other hand - his materials were also extremely "πλωτού» διανοητικώς, «river» of Christian Teaching, which fertilized the primordial and ancient cultural heritage of the pillars of the Ancient Greek Spirit and the institutional heritage of Ancient Rome, as can be deduced in particular from the following:
Ι. Από την απλή κοινωνική συνύπαρξη στην πραγματική Κοινωνία Προσώπων
Ως προς την οργάνωση της κοινωνίας, τόσο το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα και η Άμεση Δημοκρατία που το στήριξε όσο και η θεσμική κληρονομιά της Αρχαίας Ρώμης- πρωτίστως δε η τελευταία- δηλαδή οι δύο πρώτοι πυλώνες του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, βασίσθηκαν στην απλή και δίχως ιδιαίτερη συναισθηματική σύνδεση κοινωνική συνύπαρξη. Ήτοι στην συμβίωση ανθρώπων, η οποία περιορίζεται στο ότι είναι αρκετό τα μέλη του κοινωνικού συνόλου να συνυπάρχουν, σύμφωνα με τους κανόνες δικαίου τους οποίους οφείλουν να τηρούν, ανεξάρτητα από την ενδιάθετη τάση τους αναφορικά με τον «πλησίον". Specifically regarding Ancient Rome, it is noted that despite the great progress of its political data and the rise of Law and "Beef Publica» -ως βασικών στοιχείων της οργάνωσης και της υπό θεσμικές εγγυήσεις διαμόρφωσης των σχέσεων του κοινωνικού συνόλου- οι θεσπιζόμενοι για την ρύθμιση των σχέσεων αυτών κανόνες δικαίου επιβάλλονταν, και δη έως το τέλος της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την ολοκλήρωση της πορείας του Ρωμαϊκού Δικαίου, δίχως να ερευνάται, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, από τα αρμόδια κρατικά όργανα το αν και κατά πόσον οι αποδέκτες των ως άνω κανόνων δικαίου τους αποδέχονταν στοιχειωδώς ή ακόμη και αν τελούσαν σε γνώση του περιεχομένου τους και του σκοπού θέσπισής τους.
Α. Πέρα από το κανονιστικώς «δέον»
Ο Χριστιανισμός και η Διδασκαλία του -με αιχμή του δόρατος τα Ευαγγέλια, κυρίως δε την επί του Όρους Ομιλία και την εντεύθεν Πατερική Διδασκαλία- υπερέβη, κατά πολύ, αυτά τα όρια της απλής εκπλήρωσης «θεσμικού καθήκοντος». Και τούτο, διότι στον στοιχειώδη σεβασμό των επιταγών του Νόμου προσέθεσαν το αξίωμα ότι σε μία πραγματική κοινωνία ανθρώπων δεν αρκεί η συμπεριφορά που υπηρετεί μόνο το θεσμικό αυτό όριο. Ο Άνθρωπος, ως άτομο και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου, οφείλει, κατά τον προορισμό του, να συμπεριφέρεται προς τον «πλησίον"and beyond it institutionally"appropriate". Therefore, he should behave with the inherent will to stand by him even beyond what the rule of law requires for the fulfillment of the obligation of Solidarity, with his conscience and the corresponding belief in relation to his final destination as an authentic indicator of progress.
- Οι Ευαγγελικές περικοπές
Emblematic, literally, passages from the Gospels make absolutely clear this significant differentiation – evolution of Christian Teaching compared to Ancient Greece and Ancient Rome, regarding the fundamental components of the framework of respect for the Rule of Law.
a) Έτσι, π.χ., όταν ο Χριστός είπε για τον νόμο (Ματθ. 5, 17) «οὐκ orcome hereῦσαι, ἀlola fullIyou are.», δεν αναφερόταν σε μιαν απλή προσθήκη στον Μωσαϊκό Νόμο. Εννοούσε την ουσιαστική μεταβολή του έως τότε τρόπου σεβασμού του, υπό την έννοια ότι δεν αρκούσε, για την γνήσια Χριστιανική Ηθική, η τυπική εφαρμογή του. Η Ηθική αυτή προϋπέθετε, εφεξής, και την συνειδητή υιοθέτηση του πνεύματος του Κανόνα Δικαίου, ως οδηγού της ενδιάθετης προσωπικής συμπεριφοράς. Μέσα σε αυτό το ηθικό πλαίσιο η νομιμοποίηση του Κανόνα Δικαίου από την πλευρά του αποδέκτη του δεν εξαρτάται μόνον από την πηγή, θεσμική και πολιτική, της προέλευσής του. Αλλά και από τον βαθμό της συμβατότητάς του με θεμελιώδεις αρχές και αξίες της Χριστιανικής Διδασκαλίας, όπως είναι κυρίως εκείνες της Αγάπης και της κορύφωσής της, της Αλληλεγγύης, όπως παρατηρείται εκτενέστερα στην συνέχεια.
b) Το συμπέρασμα τούτο προκύπτει αβιάστως και εκ του ότι ο Χριστός είχε αντιδιαστείλει, ευκρινέστατα, τον τρόπο εφαρμογής του Κανόνα Δικαίου εκ μέρους των Γραμματέων και των Φαρισαίων -ήτοι την τυπική και, άρα, κατά βάθος υποκριτική υπακοή στα κανονιστικώς ισχύοντα -από εκείνον που η, εκ των Ευαγγελίων μέλλουσα να προκύψει, Χριστιανική Διδασκαλία υιοθετεί. Τι άλλο, άραγε, σημαίνει η προτροπή του Χριστού στους Μαθητές του (Ματθ. 5, 20) να είναι « or justice ἀμIν πλεον τIn secretaries andI Φαρισαίων"? Also, what else do the numerous references in the Gospel mean when they cite corresponding sayings of Christ, which urge the "έχοντες» and "possessors" to share their goods mainly with the needy, above and beyond any legal obligation and enforcement?
- Η Χριστιανική υπέρβαση της έννοιας του απλού κοινωνικού συνόλου
Είναι δε αυτή η συνειδητή μετατροπή του γράμματος του Κανόνα Δικαίου σε πνεύμα, το οποίο οφείλει να υιοθετήσει ο Άνθρωπος, που επιτρέπει, περαιτέρω, και την δημιουργία πραγματικής Κοινωνίας Προσώπων. Τούτο καθίσταται εφικτό ιδίως μέσω του ότι η κατά συνείδηση εφαρμογή του Κανόνα Δικαίου οδηγεί στο «sanctuary» της Αγάπης. Ήτοι αρχικώς της απλής Αγάπης προς τον «πλησίον", according to "ἀγαπat ἀλλήλους» (John 13:34). And then, but also evolutionary, to the supreme rule: «Άγαπήσεις τtheν πλησίον σου asς σεαυτόν» (Matthew 22:39).
a) Το περιεχόμενο αυτού του κανόνα, εντός του οποίου η διάκριση μεταξύ νομικώς και ηθικώς επιβεβλημένου εξαϋλώνεται, παρακινεί τον Άνθρωπο να υπερβεί κάθε ατομικό όριο για να οδηγηθεί στον υπέρτατο -οριακό, για να είμαστε απολύτως ειλικρινείς, με ανθρώπινα δεδομένα- βαθμό της Αγάπης. Ήτοι στην ολοκληρωμένη ταύτιση του καθενός με τον «near", therefore on the path towards the creation of a society of authentic, also to the highest degree, Solidarity. This is due to the fact that, always according to Christian Teaching, the complete transition from simple social coexistence to the Community of Persons that is envisioned is not conceivable, except when Love is transmuted, in practice, into authentic Solidarity.
b) As a hymn, therefore, to this never-ending journey from Love to Solidarity and, beyond, to the genuine Communion of Persons, one must take the Biblical - and by spiritual adoption Christian - commandment, which we often encounter in the context of the Divine Liturgy: "Δικαιοσύνην μάθετε, οin ἐνοικοῦdress up ἐπI τoras aorς" (Isaiah, 26). Where, of course, Justice is understood, as will be explained below, par excellence in its proportional sense. A concept which calls on the members of the social whole to attribute to each one what is due to him not only according to his legal obligations or, even, according to his social or economic situation. But, mainly, according to what allows him to fulfill, under conditions of substantial Equality, his earthly destiny, as the image and likeness of his Creator.
Β. Η Κοινωνία Προσώπων
Κατά λογική ακολουθία, ο Χριστιανισμός και η Διδασκαλία του στην βάση των Ευαγγελίων δεν αρκούνται στην απλή κοινωνική συνύπαρξη, όσο και αν αυτή είναι απολύτως σύμφωνη με όσα προβλέπουν οι κανόνες δικαίου, οι οποίοι ρυθμίζουν δικαϊκώς τις κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις. Πολύ πέραν αυτού φιλοδοξούν να οργανώσουν μία Κοινωνία Προσώπων που αντιστοιχεί σε μία πραγματική Κοινωνία Ανθρώπων. Σε τέτοιο μάλιστα βαθμό ώστε, αν χρειασθεί, τα μέλη της ακόμη και να υπερακοντίσουν, ενόψει των βασικών αρχών της Χριστιανικής Διδασκαλίας, τα κελεύσματα του Νόμου, πάντοτε βεβαίως προς την κατεύθυνση ενίσχυσής τους κατά τον οιονεί φυσικό θεσμικό προορισμό του Νόμου. Όχι όμως και εις βάρος του Νόμου, ήτοι κατά παράβασή του -πλην ακραίων και εξαιρετικών περιπτώσεων, όπου η κρατική νομική επιταγή αντιτίθεται στον σκληρό πυρήνα του Ανθρωπισμού και, άρα, υπερβαίνει κάθε όριο οιασδήποτε στοιχειώδους δημοκρατικής του νομιμοποίησης -αφού στο πεδίο της Χριστιανικής Διδασκαλίας ισχύει πάντοτε η προτροπή του Χριστού (Ματθ.22,21): «Άπόδοτε τά Καίσαρος Καίσαρι καI τa ensuresῦ Godῦ τῷ Godῷ».
- Christian Teaching and the Roots of Ancient Greek and Roman Literature
Και κάπου εδώ η Χριστιανική Διδασκαλία, στον χώρο των καταβολών του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, παίρνει την σκυτάλη -λαμβανομένης, οπωσδήποτε, υπόψη της ιδιαιτερότητας που δημιουργούσαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες καθένας τους εξέφρασε την προοπτική υπέρβασης του ανθρώπινου νόμου- π.χ. από:
a) Τον Προμηθέα του Αισχύλου. Τον «Prometheus Bound», διότι παραβίασε εσκεμμένα -προκειμένου να εκπληρώσει την αποστολή, που κατά την συνείδησή του του αναλογούσε- την εντολή του Δία, για να συντρέξει τον «πλησίον", the Man: "Έγώ δὑ theῦτα πάντ᾿ orπιστάμην· aκὅν orμαρτον, οὐκ ἀI am awake; mortalς ἀof the word .» (Aeschylus, Prometheus Bound, 265-267). And from Antigone who, despite the severe punishment that Creon imposes, refuses to obey his rules, considering in conscience that she has no right to violate them. «awritten andἀerroror thIn nthe"mimes" (Σοφοκλέους, Αντιγόνη, 454- 455). Αξίζει να θυμόμαστε -δεν αποτελεί τούτο λεπτομέρεια, κάθε άλλο- ότι ο Αισχύλος, όπως έχει ήδη επισημανθεί, υπήρξε και πολεμιστής. Πολεμιστής, τότε που η Αρχαία Αθήνα υπερασπιζόταν το Ελληνικό Πνεύμα έναντι των Μήδων, στον Μαραθώνα και στην Σαλαμίνα.
b) Τα κείμενα του Κικέρωνος και του Σενέκα, το έργο των οποίων φαίνεται να είχε πάρει, εν προκειμένω, σαφείς αποστάσεις από την κλασική, για τα δεδομένα της Ρώμης, θεώρηση του Δικαίου και του Κανόνα Δικαίου κατά το Ρωμαϊκό Δίκαιο. Ιδίως δε από τα κείμενα του Κικέρωνος ο οποίος, επηρεασμένος από τον Θεόφραστο και τους Στωικούς, επεξεργάσθηκε την έννοια της «Οικειώσεως». Ότι, δηλαδή, εκ φύσεως είμαστε συνδεδεμένοι και ενωμένοι σε μια Κοινωνία Πολιτών («De Finibus bonorum et Malorum», 3.66). Αυτή η παρατήρηση επιβεβαιώνει, σε πολύ μεγάλο βαθμό, και την επιρροή την οποία άσκησε στον Κικέρωνα η επαφή του με την φιλοσοφική σκέψη της Αρχαίας Ελλάδας, κατ’ εξοχήν δε με την Στωική Φιλοσοφία.
- The "Οικείωσις»
Here, the osmosis of Christian Solidarity with concepts that were formed in earlier philosophical stages - and especially during the period of the dominance of philosophical thought in Ancient Greece - is clearly highlighted, such as the concept of ""Acquaintance".
a) Πρέπει να επισημανθεί ότι κατά την έννοια της «Οικειώσεως» -έννοια στην οποία εμβάθυνε, μεταξύ άλλων, κυρίως ο Θεόφραστος, ο άλλοτε μαθητής του Πλάτωνος και μετέπειτα διάδοχος του Αριστοτέλους στο Λύκειο και στην Περιπατητική Σχολή- υπάρχει ένας φυσικός δεσμός που ενώνει τους ανθρώπους μεταξύ τους, τον ένα με τον άλλο και όλους μαζί. Ένας δεσμός Αλληλεγγύης, ο οποίος δεν τίθεται στην υπηρεσία κάποιου ανώτερου κοινού σκοπού, ούτε για την σύναψη κάποιου «συμβολαίου» ή για την υποστήριξη κοινών αντιλήψεων και πεποιθήσεων. Αλλά καθίσταται αναγκαίος λόγω της ενότητας και οικουμενικότητας των σκοπών της ζωής, της αξίας του Ανθρώπου ως αυτοσκοπού, εν τέλει δε της ίδιας της Ανθρωπότητας ως μίας μεγάλης οικογένειας με διευρυμένα γεωγραφικά όρια.
b) Ας σημειωθεί, για την πληρότητα της ανάλυσης, ότι τα όσα υποστήριξε ο Θεόφραστος ως προς την κατά τ’ ανωτέρω έννοια της «Οικειώσεως» εντοπίζονται, κατά μεγάλο μέρος, στο κορυφαίο των έργων του, τους «Χαρακτήρες», where he describes the internal and psychological characteristics of people according to their morals, based on thirty different characters. And here the following clarification must be made - according to reliable historical sources - regarding this work of his: The "Χαρακτήρες» δεν έχουν γραφεί από τον Θεόφραστο ταυτοχρόνως, αλλά σταδιακώς, σε μία χρονική περίοδο που ανάγεται λίγο πριν και λίγο μετά το 317 π.Χ. Και σε ό,τι αφορά την τελική σύνθεσή τους είναι μάλλον βέβαιο, όπως προκύπτει από αυτό τούτο το περιεχόμενό τους, πως ο Θεόφραστος επηρεάσθηκε, πολλαπλώς, από το έργο του δασκάλου του, του Αριστοτέλους, στα «Nicomachean Ethics", in «Ηθικά Ευδήμεια» και στα «Great Morals». Το πόσο η ηθική φιλοσοφική αυτή προσέγγιση βρίσκεται κοντά -φυσικά ως μακρινός πρόδρομος, based on the time distance of centuries - in Christian Teaching, and especially close to the Teaching of the Great Fathers of the Church, it emerges from his writings par excellence "Aristotle's μεταξύ των Πατέρων τούτων, ήτοι του Ιωάννη Δαμασκηνού.
ΙΙ. Η συμπόρευση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας με βασικές αρχές της Χριστιανικής Διδασκαλίας
Την καθιέρωση της Χριστιανικής Διδασκαλίας ως τρίτου πυλώνα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού διευκόλυνε, τα μέγιστα, το γεγονός ότι στην διαδρομή προς την εμπέδωσή της η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία βρήκε έναν, prima facie unexpected, ally: Christian Teaching, through its fundamental principles and values, and above all through Freedom, even if this, in the specific religious field, starts from a completely different starting point. That is, a starting point that is essentially distant from the institutional and political conception of Freedom, which Representative Democracy serves. In addition, as explained below, Christian Teaching is by nature familiar with the concept of Representation, which constitutes a fundamental pillar of Representative Democracy. Given the above, then, and even if it is accepted - and it must, for historical and institutional reasons, be accepted - that the direct religious extensions of the process of consolidation of Representative Democracy are weak to non-existent, it would be rather arbitrary, again from a historical and political point of view, to downgrade and, much more, to ignore, the importance of the quasi-loving coexistence of Representative Democracy with the principles of Christian Teaching. In the sense that on the one hand, Christian Teaching did not find - on the contrary, in Representative Democracy a form of political organization "hostile"to its basic principles. And, on the other hand, Representative Democracy, having in its institutional and political arsenal as an emblematic means of developing the personality of Man and absolute Religious Freedom, did not have to face Christian Teaching as a kind of "internal enemy». Όλως αντιθέτως, λοιπόν, συμπορεύθηκε με αυτήν για την υπεράσπιση των θεσμών τόσο της Ελευθερίας όσο και της Αντιπροσώπευσης.
Α. Η Ελευθερία, ως μορφή κοινού τόπου μεταξύ της Χριστιανικής Διδασκαλίας και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας
If, as is universally accepted, Representative Democracy is understood primarily as a quasi-ideal institutional amalgam guaranteeing Freedom, Christian Teaching, for its part, emphatically includes Freedom in its religious code of values, under the following clarifications:
- The Gospels' Testimonies of Freedom
First of all, historical research proves, with irrefutable evidence, that the Christian Religion arose and was able to survive, in the first steps of its believers, through the claim of Religious Freedom and the corresponding defense against the relentless persecutions of many later Roman Emperors. During these persecutions, the early Christians showed their unprecedented, for the time, devotion to their religious "believe" αλλά και την απαράμιλλη αντοχή τους έναντι των βάρβαρων μεθόδων των διωκτών τους. Γεγονός το οποίο τους επέτρεψε να καταδείξουν τον απάνθρωπο χαρακτήρα των διωγμών και να κερδίσουν, έτσι, έδαφος σε ό,τι αφορά την προσέλκυση νέων πιστών, σε μιαν εποχή όπου η ραγδαία παρακμή της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οδηγούσε, με εξίσου ραγδαίους ρυθμούς, στην πλήρη απαξίωση ακόμη και των στοιχειωδών θεμελιωδών αρχών υπέρ του Ανθρώπου.
a) Με άλλες λέξεις, οι πρώτοι Χριστιανοί έδωσαν «struggle of life and faith» against their all-powerful persecutors, claiming freedom of religious choice and declaring, urbi et orbi, that their religious beliefs were anything but opposed to the basic rules of organization and operation of the Roman Empire, especially the rules regarding the prevalence of the authentic «Beef Publica». And this, mainly because the clear response of the early Christians to the "Ruler», ως προς τις σχέσεις τους με την «Roman Republic», συμπυκνωνόταν στην προαναφερθείσα ρήση του Χριστού, απευθυνόμενη προς τον εσμό των Φαρισαίων: «Aπόδοτε τά Καίσαρος τῷ Caesar and the othersῦ Godῦ τῷ Godῷ» (Matt. 22:21). As was clarified immediately above, this attitude of the first Christians demonstrated historically that the unjustified persecutions not only did not annihilate - as was the intention of the Roman rulers - the course of Christianity, but, on the contrary, strengthened its current and sympathy for its believers, even within the framework of the circles of Roman officials inside and outside Rome.
b) Άλλωστε, η ίδια η διδασκαλία του Χριστού, όπως έχει καταγραφεί στα Ευαγγέλια, υπονοεί -ή και διακηρύσσει ευθέως- την Ελευθερία, και μάλιστα υπό διάφορες, πλην όμως συμπληρωματικές μεταξύ τους, εκδοχές. Έτσι π.χ.:
b1) Στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (8, 32) καταγράφεται η ρήση του Χριστού σχετικά με το θεμελιώδες πρόταγμα της Ελευθερίας και την σύνδεσή της με την αναζήτηση της Γνώσης και της Αλήθειας: «You know the ἀforgetfulness, and or ἀforgetfulness ἐset free ἀμaς". And yes, Christ did not give - of course, in full awareness of the pitfalls of relativity - an answer to Pontius Pilate's question "what ἐstain ἀforgetfulness» ( Ιωάν. 18,38). Πλην όμως, και μόνο το γεγονός ότι θεωρεί πως η αναζήτηση της Αλήθειας οδηγεί στην απελευθέρωση του Ανθρώπου, και συγκεκριμένα στην απελευθέρωση από τις διαβρωτικές για την αξία του δοξασίες και προκαταλήψεις, αναδεικνύει το πόσο η Χριστιανική Διδασκαλία βασίζεται στην Ελευθερία ως μέσο ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητας. Και στο σημείο αυτό η Χριστιανική Διδασκαλία συναντά, κατά κάποιο τρόπο, το Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα, το Ελεύθερο Πνεύμα της αμφισβήτησης της κατεστημένης γνώσης, το Πνεύμα της διαρκούς αναζήτησης της Αλήθειας και της, μέσω αυτής της αναζήτησης, θεμελίωσης της «wisdom", that is, of Science.
b2) In the Gospel of Mark (8:34), Christ declares: "Theat wants thebehind me ἐcomen, ἀI am Parnissatho. aautthen, mI ἀI'm sorry.then crosstheν αὐensuresῦ, Mrs.I ἀ"Follow me." And this saying alone, and indeed as one of the bases of Christian Teaching, proves that the Christian Religion, by origin, moves, towards future believers, in the opposite direction of proselytism and, much more, of coercion. And this is because the "whoever wants» σημαίνει, υφ’ οιανδήποτε ερμηνευτική εκδοχή, ευρεία ελευθερία επιλογής θρησκευτικής κατεύθυνσης: Ο Χριστός θέτει ως βάση της ένταξης των πιστών στην χορεία των Χριστιανών την ελεύθερη θέλησή τους να το πράξουν, άρα την ελεύθερη δυνατότητά τους να διαλογισθούν και να επιλέξουν, υποδεικνύοντας, επιπροσθέτως, τα μέσα που διευκολύνουν μία τέτοια συνοδοιπορία.
- The uniqueness of Christian Teaching
Η κατά τ’ ανωτέρω ευθεία σύνδεση της Χριστιανικής Διδασκαλίας με την Ελευθερία, υφ’ όλες τις επιμέρους εκφάνσεις της, φέρνει στο φως και την μεγάλη διαφορά της Χριστιανικής Θρησκείας με άλλες μονοθεϊστικές Θρησκείες, κατ’ εξοχήν δε με εκείνη του Ισλάμ -με μεγαλύτερες ή μικρότερες διακυμάνσεις, ανάλογα με τις κατά περίπτωση εκδοχές του- όπου κυριαρχεί ο άμεσος ή ο έμμεσος καταναγκασμός υποταγής στα κελεύσματά του.
a) Σε αυτό το θρησκευτικό πεδίο η ελευθερία επιλογής θρησκευτικού προσανατολισμού απουσιάζει επιδεικτικώς και, μεταξύ άλλων συνεπειών, η αναζήτηση της αλήθειας αντικαθίσταται, σχεδόν σε απόλυτο βαθμό, από την άνευ όρων υποταγή στα κελεύσματα -κυρίως μέσω της διδασκαλίας των «prophets"- of the one and only God. A fortiori, when Islam takes on - a common phenomenon where it generally prevails - political dimensions in relation to the corresponding state organization, then this inherent lack of Freedom turns into a suffocating shrinkage or even its disappearance during the exercise of a multitude of related fundamental rights.
b) Έτσι εξηγείται ευχερώς και η αδυναμία των πιστών του Ισλάμ -ιδίως δε των εκφραστών του σιιτικού και του σουνιτικού φονταμενταλισμού- από την μία πλευρά να εφαρμόσουν επαρκώς τους θεσμούς της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας στα Κράτη εκείνα, όπου επικρατεί το θρήσκευμα αυτό. Και από την άλλη πλευρά -τουλάχιστον σε πολλές και εναργώς ορατές, κυρίως στην εποχή μας, περιπτώσεις -να συμμορφωθούν προς τις θεσμικές και πολιτικές επιταγές της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ακόμη και όταν διαβιώνουν σε Κράτη οργανωμένα σύμφωνα με τις πολιτειακές της βάσεις. Το αντίθετο μάλιστα, οι πιστοί αυτοί συχνά επιδίδονται σε διώξεις εναντίον αλλοθρήσκων, οι οποίες φθάνουν στα όρια της βαρβαρότητας και, συνακόλουθα, αντιτίθενται σε κάθε έννοια Ανθρωπισμού. Και το πιο επικίνδυνο είναι ότι την στάση αυτή υιοθετούν όχι μόνον εντός του κρατικού πλαισίου, στο οποίο ανήκουν, αλλά και όταν διαβιούν σε άλλα Κράτη, περιφρονώντας τις στοιχειώδεις αρχές της Ελευθερίας και της Δημοκρατίας που ισχύουν σε αυτά. Βεβαίως πρέπει να διευκρινισθεί ότι μία τέτοια αδιανόητη, για την σύγχρονη Δημοκρατία, συμπεριφορά δεν αφορά όλους εκείνους οι οποίοι ασπάζονται τις αρχές του Ισλάμ, αλλά πρωτίστως τους εκφραστές του ισλαμικού φονταμενταλισμού, σιιτικού ή σουνιτικού κατά τ’ ανωτέρω.
Β. Η Αντιπροσώπευση ως κοινό σημείο της Χριστιανικής Διδασκαλίας και της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας
In addition to Freedom, the coexistence of Representative Democracy with Christian Teaching - and, by extension, with Christianity in general, in all its doctrinal versions, from Orthodoxy and Catholicism to Protestantism, as a whole - was facilitated by the fact that this Teaching is sufficiently familiar with the concept of Representation, unlike other monotheistic religions, with the main example again being that of Islam.
- The "homology" of Christ
A series of sayings of Christ, as recorded in the Gospel of John (14:1-14), are sufficient to demonstrate that Christ himself, as "theΥἱὸs itῦ Godῦ», αναγνωρίζει εαυτόν και ως αντιπρόσωπο του Θεού επί γης.
a) For example: "Eγὅ εimi or theδtheς καI or ἀλήθεια καI or ζωή· οὐitIς ecomes firsttheς τtheν πατέρα εi μor by ἐmoῦ","εi ἐknownώκειτέ with, Ms.I τtheν πατέρα μου ἐknownώhere aν","the aoracleὅς ἐμὑ ἑώρακε τtheν πατέoh» «ἐγὅ ἐn tῷ fatherI MsI the footorρ ἐν ἐmoi ἐ"in", "at"a ρήafter all a ἐγὅ λαλI ἀμn, ἀπ' ἐμαυτοῦ οὐ λαλI· the δὑ footorρ the ἐν ἐmoI μέnon aὐτtheWho? τa e"I'm sorry." Τις ρήσεις αυτές συμπυκνώνει, ως θέσεις πίστεως πλέον, το «Σύμβολον της Πίστεως", especially insofar as it delimits the hypostasis of Christ as part of the Holy Trinity. And above all when it proclaims faith in "Yἱὸn itῦ Godῦ τthen only childor», "tthen by orμas ityouς ἀνθρώπους καI dia τorν orThey brought salvation to those who had come. ἐk tIn oὐranIn MsI incarnate ἐMr. Spirit Ason and daughterI Μαρίας τorς Παρθένου καI ἐ"humanized", the "ἀνελθόντα εis ityous oὐρανοyouMsI sitting down ἐrightIn itῦ Πατρός».
b) Οι προμνημονευόμενες περικοπές των Ευαγγελίων, όπως αναπτύχθηκαν και εξειδικεύθηκαν στην συνέχεια από την Χριστιανική Διδασκαλία, αποδεικνύουν εμφατικώς ότι κατά την Διδασκαλία αυτή ο Χριστός ήλθε στην γη ως εκπρόσωπος και αντιπρόσωπος του Θεού «dia τorν or"They measured salvation."
b1) When, therefore, Representative Democracy appeared and became established - which, from an organizational point of view, is primarily a regime that operates under conditions of representation - Christian Teaching had long ago been completed and based on the above evangelical passages, so that Representation was not hostile to it or even simply foreign, as a method of democratic governance of citizens. On the contrary, Representation was so familiar to it from within that it accepted it, a fortiori, and through the aforementioned "ἀπόδοτε τά Καίσαρος τῷ Caesar."
b2) Στο σημείο αυτό δε έγκειται και μία ευδιάκριτη διαφορά ανάμεσα στην Παλαιά Διαθήκη και στην Καινή Διαθήκη, αφού η πρώτη ναι μεν δεν αγνοεί την έννοια της αντιπροσώπευσης, όταν «expectation"the coming of"Χρισμένου», του «Μεσσία'('Messiah»). Πλην όμως αυτή αναμένεται σε ένα απροσδιόριστο μέλλον, και έτσι δεν υπάρχει στα κείμενα της Παλαιάς Διαθήκης επαρκής ανάλυση του πώς και σε ποιο βαθμό ο «Messiah"represents God on earth. Somehow the distance from the expectation of the coming of "Messiah» έως το εμβληματικό «aWe saw the Lord.» (John 20:25) - and, in fact, for the second time after the Resurrection - is not, historically and dogmatically, contemptible.
c) Ειδικώς ως προς την Ορθόδοξη Εκκλησία –κάτι το οποίο δεν ισχύει πλήρως στις Κοινότητες των Ετερόδοξων Χριστιανών- η έννοια της Αντιπροσώπευσης βρίσκει εμβληματική εφαρμογή στην πράξη μέσω της υιοθέτησης και της μακραίωνης τήρησης του Συνοδικού Συστήματος. Ήτοι του Συστήματος κατά το οποίο –σε γενικές τουλάχιστον γραμμές- η Σύνοδος των Επισκόπων, υπό την προεδρία του Προκαθημένου της, διοικεί την Αυτοκέφαλη, Αυτόνομη ή Ημιαυτόνομη Εκκλησία. Ρίζα του Συνοδικού Συστήματος μπορεί να θεωρηθεί η Αποστολική Σύνοδος των Ιεροσολύμων, η οποία συνήλθε το 48 μ.Χ. . Ενώ την κορωνίδα του συνιστούν, αναμφιβόλως, οι Οικουμενικές Σύνοδοι.
- Christianity and other monotheistic religions
As was explained above for the concept of Freedom, no other monotheistic religion, apart from Christianity, knows and embraces, within the framework of its doctrinal foundation, the concept of Representation, in its entirety. In all of them, without exception, "the one and only god» is expressed either eo ipso -υπό την εκδοχή ενός είδους θρησκευτικού σολιψισμού- είτε μέσω θρησκευτικών αξιωματούχων, οι οποίοι όμως δεν εκλαμβάνονται ως «representatives"of God," but simply as "enlightened» επί γης λειτουργοί του.
a) Η ιστορική και θρησκευτική αυτή πραγματικότητα ισχύει πολύ περισσότερο για το Ισλάμ, ανεξαρτήτως των εντός αυτού διαφοροποιήσεων. Ιδίως δε ανεξαρτήτως της κυρίαρχης διάκρισης μεταξύ σιιτών και σουνιτών. Με την διευκρίνιση, ότι στο πεδίο των φονταμενταλιστικών τάσεων του Ισλάμ η δυσχέρεια σύλληψης της Αντιπροσώπευσης μεταξύ θεού και ανθρώπων είναι πολύ πιο έντονη, έως ανυπέρβλητη.
a1) Συγκεκριμένα δε στο Ισλάμ, εν γένει, ο Αλλάχ κατ’ ουδένα τρόπο εκπροσωπείται επί γης από τους προφήτες, συμπεριλαμβανομένου του Μωάμεθ. Διόλου τυχαίο, άλλωστε, ότι ο όρος μωαμεθανός ισοδυναμεί με ευθεία θρησκευτική υποτίμηση των αυθεντικών πιστών του Ισλάμ. Συνακόλουθα, οι προφήτες του Ισλάμ είναι αποκλειστικώς και μόνο λειτουργοί του Αλλάχ, και εκτελούν τις εντολές του με τελικούς αποδέκτες τους πιστούς Μουσουλμάνους.
a2) Εν τέλει, λοιπόν, η σχέση μεταξύ Αλλάχ και πιστών είναι κάθετη και ευθεία, δίχως την καθ’ οιονδήποτε τρόπο παρεμβολή εκπροσώπων του επί γης. Συνοπτικώς, στο πεδίο του Χριστιανισμού ο Χριστός είναι το θεμέλιο της Εκκλησίας. Ενώ στο Ισλάμ αρχή και τέλος του «crew of the faithful» είναι ο Αλλάχ, και μόνο. Επομένως, και όπως προεκτέθηκε, όπου το Ισλάμ ασκεί ευθεία επιρροή στον τρόπο πολιτειακής οργάνωσης συγκεκριμένων Κρατών είναι εξαιρετικά δυσχερής -ίσως δε και αδύνατη ως προς την στοιχειώδη εξοικείωση των πολιτών των ως άνω Κρατών με τα συστατικά, τουλάχιστον, στοιχεία της αντιπροσώπευσης εν γένει- η εμπέδωση των θεσμών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Κάτι το οποίο, δυστυχώς, αγνόησαν, με τεράστιες και επώδυνες συνέπειες, όσοι πολιτικοί εκπρόσωποι της Δύσης επιχείρησαν να επέμβουν σε τέτοια Κράτη, με πρόθεση την εκ των άνω επιβολή άκρως ευαίσθητων, από πλευράς δυνατότητας ουσιαστικής τους αφομοίωσης, θεσμών και πρακτικών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Κατά τούτο, ακόμη και σήμερα βιώνουμε τις καταστροφικές συνέπειες των εμπνευστών και των εκτελεστών της λεγόμενης «Arab Spring», η οποία ήλθε σε ευθεία αντίθεση με τις ως άνω θεμελιώδεις ιδιομορφίες του Ισλάμ. Γι’ αυτό και στις ισλαμικού προσανατολισμού Χώρες, στις οποίες στόχευε η «Arab Spring», η Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία ουδέποτε εφαρμόσθηκε, έστω και στοιχειωδώς, ακόμη και αν προβλέφθηκε σε συνταγματικό επίπεδο. Όλως αντιθέτως, η προσπάθεια άνωθεν επιβολής της επέφερε τερατογενέσεις ακραίων ισλαμικών φονταμενταλιστικών κινημάτων, απροκαλύπτως εχθρικών προς κάθε έννοια και μορφή Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας. Και το κακό είναι ότι, όπως δείχνει και η δυστοπική σύγχρονη διεθνής σκηνή και πραγματικότητα, ελάχιστα έχουμε διδαχθεί από την κατά τα ως άνω αποτυχία των επιδιώξεων της «Αραβικής Άνοιξης».
b) Here, then, is a second reason, beyond the concept of Freedom, due to which in States within which it is religiously dominant η θέση του Ισλάμ- και, πολύ περισσότερο, των φονταμενταλιστικών του παραφυάδων- η κατανόηση και η πλήρης αποδοχή των αρχών της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ως μεθόδου πολιτειακής οργάνωσης, είναι, ακόμη και σήμερα, από δυσχερής έως αδύνατη. Εξ ού και δεν συναντάται Κράτος αμιγώς ισλαμικού θρησκευτικού προσανατολισμού, το οποίο είναι σε θέση να εφαρμόσει αποτελεσματικώς στην πράξη όλες, ανεξαιρέτως, τις αρχές πολιτειακής οργάνωσης υπό όρους Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, ακόμη και αν τις διακηρύσσει, express verbs, in its Constitution, that is, in the basis of its political system and its legal order.
ΙΙΙ. Το «legacy» της Χριστιανικής Διδασκαλίας στον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό
Through these data, Christian Teaching, certainly with the contribution of Byzantine Culture, fertilized the contribution of the Ancient Greek Spirit, as well as the institutional heritage of Ancient Rome, to the entire evolution of modern European Culture, adding to it in particular the following principles that existed in seed form, but which subsequently became – and always continue to be – core elements of its essence:
A. Humanism
Firstly, Humanism, as a principle which constitutes a real foundation for social coexistence in general and presages, by nature, mainly the principles of Solidarity and Justice.
- Humanism and European Culture
In the context of European Civilization, Humanism, with the elements added to it by Christian Teaching, basically consists in the fact that Man, as an independent personality with his own value - much broader than that of personality, as is evident, for example, from the provision of article 2, paragraph 1 of our Constitution - is at the center of the organization and the destiny of each specific social group and of all of Humanity.
a) But not Man as a unit, but Man as a member of a very broad social whole, which thus transcends all kinds of borders., even state ones. A social whole which, as already emphasized, goes far beyond the limits of archetypal simple coexistence – no matter how much this is nowadays sufficiently institutionally shielded – in order to form a real Society of Persons. It must, of course, be clarified that this collective view of Man in no way affects his individual existence and its primary importance for the defense of his value and the free development of his personality. Quite the contrary, it is this “beneficial individualism" -όταν δεν εμποδίζει ούτε, πολύ περισσότερο, αποτρέπει στον Άνθρωπο να λειτουργήσει και ως μέλος του κοινωνικού συνόλου- που μπορεί να υπηρετήσει, υπό τις ως άνω προϋποθέσεις, ιδίως την αρχή της Αλληλεγγύης.
b) Στο πεδίο του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού αυτή η Κοινωνία Προσώπων καθορίζει, υπό την ευθεία επιρροή και των συναφών αρχών της Χριστιανικής Διδασκαλίας, τις βασικές συνιστώσες των σκοπών της σύγχρονης Κοινωνίας Πολιτών. Δοθέντος ότι η τελευταία, πέρα και έξω από τα όρια της Πολιτικής Κοινωνίας -άρα της κρατικής παρέμβασης και του κάθε είδους κρατικού προστατευτισμού επιβάλλει σε καθένα από τα μέλη της να μεριμνά για τα άλλα, πρωτίστως στο πλαίσιο της υπεράσπισης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, μέσω της Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Υπό τα δεδομένα αυτά η Κοινωνία Πολιτών μπορεί να συμβάλλει, ουσιωδώς, και στην αποτελεσματική εφαρμογή της -σε πολλές περιπτώσεις μάλιστα συνταγματικώς κατοχυρωμένης, όπως συμβαίνει και στο ισχύον Σύνταγμά μας (άρθρο 25 παρ. 1)- αρχής της τριτενέργειας των δικαιωμάτων τούτων. Δηλαδή της ακώλυτης άσκησής τους από τον φορέα τους όχι μόνον έναντι της κρατικής αυθαιρεσίας, αλλά και έναντι της αυθαιρεσίας μελών της Κοινωνίας Πολιτών με υπερέχουσα, ιδίως οικονομική, δύναμη. Και με τον τρόπο αυτό η Κοινωνία Πολιτών είναι σε θέση να διασφαλίσει ένα άκρως αποδοτικό σύστημα αυτορρύθμισης των σχέσεων των μελών της, υπό όρους ουσιαστικής και, όσο αυτό είναι δυνατό, ισότιμης συνύπαρξης.
- Humanism and the institutional framework of modern European Civilization
Κάνοντας λόγο για τον Ανθρωπισμό στο πλαίσιο του σύγχρονου Ευρωπαϊκού Πολιτισμού αυτονοήτως προέχει η αναφορά και στα κανονιστικά δεδομένα της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης από την μία πλευρά, και των Κρατών-Μελών της από την άλλη. Με την έννοια ότι οι οικείες στην αντίστοιχη Έννομη Τάξη διατάξεις θεσμοθετούν, σχεδόν δίχως εξαιρέσεις -και άσχετα από τον βαθμό στον οποίο εφαρμόζονται εμπράκτως- ειδικές ρυθμίσεις περί Ανθρωπισμού:
a) Πριν από όλα το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, και μάλιστα το πρωτογενές, περιέχει πλειάδα κανόνων δικαίου που παραπέμπουν ευθέως στην αναγνώριση και υπεράσπιση της αξίας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Χαρακτηριστικά παραδείγματα ανιχνεύονται ευχερώς τόσο στην Σύμβαση για την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και στην Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Είναι όμως ιδίως ο Χάρτης των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος βρίθει διατάξεων οι οποίες αναφέρονται, αμέσως ή εμμέσως, στην αξία του Ανθρώπου και στις Ελευθερίες του εκείνες, οι οποίες συνθέτουν την όλη έννοια του Ευρωπαϊκού Ανθρωπισμού.
b) Αλλά και τα Συντάγματα των Κρατών-Μελών -σχεδόν χωρίς εξαιρέσεις, όπως προεκτέθηκε, και ανεξάρτητα από τον βαθμό ουσιαστικής εφαρμογής τους και ουσιαστικού σεβασμού τους στην πράξη- περιέχουν διατάξεις που αναδεικνύουν τον Ανθρωποκεντρικό χαρακτήρα και της οικείας Έννομης Τάξης συνολικώς. Και τούτο ιδίως δια της κατοχύρωσης, μάλιστα δε σε επίπεδο γενικών ρητρών, των αρχών της υποχρέωσης, εκ μέρους πάντων, του σεβασμού και της προστασίας της αξίας και της αξιοπρέπειας του Ανθρώπου και της ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπως προεκτέθηκε ακροθιγώς, αποτελεί το Ελληνικό Σύνταγμα, μέσω των γενικών ρητρών των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1, περί σεβασμού και προστασίας της αξίας του Ανθρώπου και του άρθρου 5 παρ. 1, περί ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Και στο σημείο αυτό πρέπει να αναδειχθεί η υπεροχή της διατύπωσης των διατάξεων του ως άνω άρθρου 2 παρ. 1, δοθέντος ότι η χρήση -λόγω και της πλαστικότητας της Ελληνικής Γλώσσας- του όρου «αξία», much broader than "αξιοπρέπειας», παρέχει στην Ελληνική Έννομη Τάξη, μέσω της νομοθετικής εξειδίκευσής του, την δυνατότητα κατοχύρωσης των αρχών του Ανθρωπισμού σε μεγαλύτερη έκταση από άλλες Έννομες Τάξεις, στις οποίες χρησιμοποιείται αποκλειστικώς ο προαναφερόμενος όρος της «αξιοπρέπειας».
Β. Η Αλληλεγγύη
Secondly, Solidarity, as a principle which consolidates the main cohesive bond between the members of the social whole and, consequently, guarantees the cohesion of social coexistence, that is, social cohesion in general.
- Αλληλεγγύη και Κοινωνία Προσώπων
According to Christian Teaching, the Communion of Persons becomes possible, as an essential evolution of simple social coexistence, mainly through Solidarity, according to the Evangelical and Patristic Teaching, which plays the role of the connecting link between the members of the social whole, according to its logic: "The σyou μισεq, aτέρω μor poetry". And, even more so, as explained above, of: "Ἀγάπα τον πλησίον σου ὡς σεαυτόν».
a) In this light, Solidarity is largely founded on the concept and content of Love, as is evident from a series of New Testament texts and in particular from the entire work of the Apostle Paul. In fact, in the above work, Love emerges spiritually as a virtue of Christian origin, which is almost inherently universal, to the point of playing a role «μήτρας αρετών». Με τον τρόπο αυτό όλες οι κατά Χριστιανική Διδασκαλία αυθεντικές αρετές εκπορεύονται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, από την Αγάπη. Τούτο συμβαίνει και με την Αλληλεγγύη αλλά και, όπως εκτίθεται στην συνέχεια, με την Δικαιοσύνη, και δη τόσο υπό την γενικότερη φιλοσοφική της έννοια όσο και υπό την μερικότερη νομική της έννοια. Η προς Κορινθίους Α΄ Επιστολή του Αποστόλου Παύλου (Κεφάλαιο 13 ιδίως 1, 4-8) συμπυκνώνει ιδανικά τις ως άνω θέσεις του περί Αγάπης, ως εξής: «What?n thein the languages ofIν ἀpeople talkI MsI τIν ἀgiggles, ἀγάπην δὑ μor eYes, it happened, man.theς orχIν or κύμβαλον ἀλαλάζον…. or ἀlove μακροθυμε, χρηστεύεται, or ἀlove οὐ jealousy, οὐ περπερεύεται, οὐ φυσιοῦtai, οὐκ ἀσχημονε, οὐ ask τa aautorς, οὐ exacerbates, οὐ λογίζεται τthe bad, οὐ rejoices ἐπI τῇ ἀyoursᾳ, συγχαίρει δὑ τῇ ἀληθείᾳ· πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ἐit is raining, always ἀit hurts. Or ἀlove οὐnever πίπτει· εevent δὑ προφητεc, καταρthey are enchanted; eevent γλIσσαι, παύσονται· εevent knownIsis, will be abolished. ".
b) Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι, σύμφωνα με τα όσα η σημερινή συγκυρία αναδεικνύει, η Αλληλεγγύη, υπό τ’ ανωτέρω βασικά χαρακτηριστικά της, συνιστά θεμελιώδη αρχή και αξία του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, στο σύνολό του, ιδίως δε υπό την έκφανση του Ευρωπαϊκού Νομικού Πολιτισμού. Και όταν γίνεται λόγος περί του Ευρωπαϊκού Νομικού Πολιτισμού η σύνθεσή του προκύπτει από το πολιτισμικό αξιακό πλαίσιο, το οποίο αναδύεται όχι μόνο από την Έννομη Τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης αλλά και από την Έννομη Τάξη κάθε Κράτους-Μέλους της. Δοθέντος ότι η ίδια η θεσμική φυσιογνωμία του Ευρωπαϊκού Νομικού Οικοδομήματος δεν μπορεί να νοηθεί παρά μόνον ως ενιαία, ιδίως αναφορικά με τις θεμελιώδεις συνιστώσες της, όπως είναι και εκείνη της Αλληλεγγύης.
c) Βεβαίως στο πεδίο του Ευρωπαϊκού Νομικού Πολιτισμού, εν γένει, τον τόνο περί της σημασίας της Αλληλεγγύης τον δίνει η Έννομη Τάξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με βάση το πρωτογενές αλλά και το παράγωγο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, σύμφωνα με τον τρόπο που οι διατάξεις του εξελίσσονται -ή πρέπει να εξελίσσονται- μέσα στον χρόνο, τασσόμενες, κατά την εκάστοτε προκύπτουσα συγκυρία, στην υπηρεσία του Ανθρώπου και του Κοινωνικού Κράτους Δικαίου. Όπως αναλύεται και στην συνέχεια, η Αλληλεγγύη αποτελεί αρχή και αξία της όλης Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης σε τέτοιο βαθμό, ώστε να συνιστά και τον θεμελιώδη συνδετικό κρίκο των Κρατών-Μελών στην πορεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης προς την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και, επέκεινα, προς την Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση. Σε τελική ανάλυση η Αλληλεγγύη, κατά το πρωτογενές και το παράγωγο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, μπορεί και πρέπει να αποτελέσει, ταυτοχρόνως, θεμέλιο και σταθερή αντηρίδα του όλου Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος, στην πορεία του προς την οριστική του μορφή υπό όρους ομοσπονδιακής οργάνωσης, οπωσδήποτε στην βάση της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας ως εγγύησης, κατά τα προεκτεθέντα, της Ελευθερίας.
- Solidarity in the Legal Order of the European Union
Περαιτέρω και κατά την νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης η Αλληλεγγύη αποτελεί αφενός γενική αρχή, η οποία θεσπίζεται σε όλα τα προοίμια των διαδοχικών Ευρωπαϊκών Συνθηκών, αρχής γενομένης από την Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα του 1951. Η οποία συμπεριέλαβε την αρχή της Αλληλεγγύης όπως την είχε διατυπώσει ένας από τους «fathers"of the European Construction, Robert Schuman, in his Declaration of 1950. And, on the other hand, the subject of special legal regulation by a multitude of provisions - exceeding fifteen - of the law of the Treaties of the European Union, namely the current primary European Law.
a) Συγκεκριμένα, η Αλληλεγγύη αναφέρεται στην Συνθήκη της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως κοινή αξία και αποστολή της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε ό,τι αφορά τις αμοιβαίες σχέσεις των Κρατών-Μελών, τις σχέσεις τους με τρίτες Χώρες αλλά και τις σχέσεις μεταξύ όλων των Πολιτών των Κρατών-Μελών. Επιπλέον, και όπως ήδη αναφέρθηκε, εξειδικεύεται με πλειάδα κανόνων του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου, θεσμοθετώντας συγκεκριμένες εγγυήσεις και θεμελιώνοντας πλήρη δικαιώματα και εξίσου πλήρεις υποχρεώσεις.
a1) Τούτο σημαίνει ότι η αρχή της Αλληλεγγύης, ως νομική πλέον αρχή της Ευρωπαϊκής Έννομης Τάξης, συνιστά κοινή αξία και βασικό συνεκτικό δεσμό τόσο μεταξύ των Κρατών-Μελών όσο και μεταξύ των Πολιτών των Κρατών-Μελών, αποκτώντας έτσι δομική σημασία για το όλο θεσμικό της οικοδόμημα. Ένα άκρως χαρακτηριστικό και αντιπροσωπευτικό εν προκειμένω πλαίσιο του πρωτογενούς Ευρωπαϊκού Δικαίου παρέχουν οι διατάξεις του άρθρου 222 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, οι οποίες θεσπίζουν την «ρήτρα Αλληλεγγύης». Ρήτρα, η οποία διατρέχει πλειάδα κρίσιμων, για την συνοχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σχέσεων μεταξύ των Κρατών-Μελών, όπως είναι π.χ. οι σχέσεις που αφορούν την εκ μέρους ενός Κράτους-Μέλους αντιμετώπιση των επιπτώσεων από τρομοκρατικές επιθέσεις ή από φυσικές και ανθρωπογενείς καταστροφές.
a2) Στο σημείο αυτό είναι επιβεβλημένη η επισήμανση της θέσης της αρχής της Αλληλεγγύης και στο κανονιστικό πλαίσιο του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, το οποίο έχει σήμερα αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία κυρίως λόγω των απειλών που εκτοξεύουν τρίτα Κράτη -βλ., π.χ., Τουρκία- εναντίον Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως προεχόντως εναντίον της Ελλάδας και της Κύπρου. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης: "If a Member State is the victim of an armed attack on its territory, the other Member States shall provide it with assistance and assistance by all the means at their disposal, in accordance with Article 51 of the Charter of the United Nations. This shall not affect the specific nature of the security and defence policy of certain Member States. Commitments and cooperation in this area shall continue to be in accordance with the commitments undertaken within the framework of the North Atlantic Treaty Organization, which remains, for the Member States, the foundation of their collective defence and the instrument for its implementation.". Πρέπει δε να διευκρινισθεί ότι κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 51 του Καταστατικού Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών -που, με βάση τις προμνημονευόμενες διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, συνιστά μέρος του Ευρωπαϊκού Κεκτημένου- ο όρος «επίθεση» συμπεριλαμβάνει και τις περιπτώσεις επικείμενης απειλής εναντίον ενός Κράτους, πολλώ δε μάλλον τις περιπτώσεις απειλής χρήσης βίας. Οπότε, και κατά λογική ακολουθία, η ρήτρα «mutual assistance" –άρα η συγκεκριμένη μορφή Αλληλεγγύης- ενεργοποιείται, κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, και στις περιπτώσεις αυτές.
b) Κατ’ εξοχήν όμως είναι οι διατάξεις του Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως ως προς το Κοινωνικό Κράτος Δικαίου και τα Κοινωνικά Δικαιώματα -διατάξεις οι οποίες συνιστούν πλήρεις κανόνες δικαίου (read perfect), σε αντίθεση προς τις περί Κοινωνικών Δικαιωμάτων διατάξεις της νομοθεσίας του Συμβουλίου της Ευρώπης που, στερούμενες κυρώσεων, είναι, ουσιαστικώς, ατελείς κανόνες δικαίου (read minus how much perfect or also read imperfect)- which culminate Solidarity as a fundamental principle of European Legal Culture. This is because these provisions aim to put Humanism into practice through the fulfillment of specific legal imperatives of defense, also in practice, of Solidarity, primarily in times of crisis, when the value of the Human being is in danger of collapsing.
Γ. Η Ειρήνη
Τρίτον, την Ειρήνη, ως αρχή η οποία εγγυάται υπέρ της Κοινωνίας Προσώπων -άρα υπέρ του κοινωνικού συνόλου- την αρμονική συνύπαρξη, απαραίτητη για την παραγωγική κοινωνική συνδημιουργία.
- Η άρρηκτη σχέση της Ειρήνης με τον Ανθρωπισμό και την Αλληλεγγύη
Κατά την Χριστιανική Διδασκαλία, η πραγμάτωση των επιταγών του Ανθρωπισμού και της Αλληλεγγύης, υπό την κατά τ’ ανωτέρω έννοιά τους, προϋποθέτει, ανυπερθέτως, την Ειρήνη, όχι μόνον ως πρωταρχική επιδίωξη αλλά και ως ενδιάθετη στάση ζωής.
a) Με την έννοια ότι η εκ μέρους του Ανθρώπου οικειοθελής τήρηση της συμπεριφοράς εκείνης, η οποία ανταποκρίνεται στα κελεύσματα της Ειρήνης, τον οδηγεί στην κατάκτηση του τελικού προορισμού του, ήτοι στην ομοίωση προς τον Δημιουργό του. Αυτή την πτυχή της Χριστιανικής Διδασκαλίας αποδίδει, με εξόχως δωρικό τρόπο, ο Μακαρισμός του κατά Ματθαίον Ευαγγελίου (5,9): «Μmitesin εireindeer herders, theτι αὐensuresI υinοI Godῦ κληθήσονται». Ιδίως όμως στο κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο (16,33) η Ειρήνη περιγράφεται από τον ίδιο τον Χριστό, στην εκεί ομιλία του προς τους Μαθητές του, ως καρπός της πνευματικής επικοινωνίας και ένωσής τους μαζί του. Άρα, κατά προέκταση της ρήσης αυτής στο διαχρονικό πλαίσιο της Χριστιανικής Διδασκαλίας εν γένει, και ως καρπός επικοινωνίας και ένωσης των ανθρώπων μεταξύ τους: «Theῦτα λελάληκα ἀμν ἐto ἐν ἐmoI εiρήνην eχητε». And again in the Gospel of John, a little earlier (14:27), Christ leaves to his Disciples, as an unchanging trust throughout time to strengthen them in the future but also to transmit it in their subsequent teaching, Peace. His own true Peace: "Εiρήνην ἀφίημι ἀμν, εiI said the ἐμήν δίδωμι ἀμn". Τέλος -και όχι λιγότερο σημαντικό, κάθε άλλο- μόλις ο Χριστός ήλθε στον επίγειο κόσμο ως Άνθρωπος, βρέφος ακόμη, άκουσε τον ύμνο των Αγγέλων για την ουσία και την σημασία της Ειρήνης, την οποία προοιωνιζόταν η Γέννηση του Κυρίου: «Δόξα ἐν ἀψίστοις Θεῷ MsI ἐπI γors eiRhena ἐν ἀpeopleὐ"test" (Luke 2:14).
b) Και αντιστρόφως: Κατά την Χριστιανική διδασκαλία η παραγνώριση της αξίας της Ειρήνης, ως κατάστασης που διατρέχει την αρχή και τον κορμό της κοινωνικής συμβίωσης, καθιστά την μεν Αλληλεγγύη κενή περιεχομένου. Τον δε Ανθρωπισμό ένα απλό αξίωμα το οποίο έχει, εν προκειμένω, απωλέσει πια τα βασικά συστατικά του στοιχεία. Πολλώ μάλλον διότι δίχως την εγγύηση της ειρηνικής συνύπαρξης οι ασθενέστεροι βρίσκονται ευθέως αντιμέτωποι με την υπεροχή των ισχυρών. Οπότε ουδεμία Αλληλεγγύη μπορεί να ανατάξει τις καταστάσεις ανισότητας που, μοιραίως, προκύπτουν και ουδείς Ανθρωπισμός μπορεί, συνακόλουθα, να επικρατήσει ως αντίδοτο των ως άνω ανισοτήτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Απόστολος Παύλος, μεταξύ των «fruits of the Holy Spirit" που συνθέτουν την πεμπτουσία του Ανθρωπισμού, ως βασικού στοιχείου της κατά Χριστόν κοινωνικής συνύπαρξης, αναφέρει και την Ειρήνη. Στην «προς Γαλάτας» επιστολή του (5/Ε: 22,23) προσδιορίζει τους «fruits" them as follows: "Alove, joy, ehiρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, ἀγαθοσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια».
- Peace and European Culture
And Peace, according to its aforementioned Christian origins and nuances, constitutes an integral part of European Culture in general.
a) First of all, this arises from the very reason for the creation of the European Union, according to the value system adopted by its founders: The European Communities initially, and then the European Union, were created as a leading and emblematic reaction of the States of Europe after the Second World War, which shattered - for the second time in the 20th century - the European Union.ό αιώνα- την Ειρήνη και έθρεψε εφιάλτες που ουδέποτε η Ανθρωπότητα γνώρισε στο ιστορικό της παρελθόν. Αντίδραση, η οποία σήμαινε πλήρη επίγνωση του ότι τυχόν επανάληψη των δεινών του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου, με τα καταστροφικά μέσα τα οποία είναι σήμερα διαθέσιμα, θα σηματοδοτούσε, αναμφιβόλως, και το τέλος της Ανθρωπότητας. Την ορθότητα των ως άνω διαπιστώσεων τεκμηριώνει αυτό τούτο το Προοίμιο της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, υπενθυμίζοντας, ευθύς εξ αρχής, την σημασία της ειρηνικής συνύπαρξης των Κρατών-Μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης μέσω της αποφυγής, οριστικώς και αμετακλήτως, των μεταξύ τους διαιρέσεων: «Recalling the historical importance of ending the division of the European continent and the need to create solid foundations for the future construction of Europe..."
b) Επιπλέον, η εμπέδωση της Ειρήνης αποτελεί κύριο στόχο της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την ωθεί προς τον τελικό προορισμό της -την Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και Ολοκλήρωση- και για την επιτέλεση της αποστολής της έναντι των Κρατών-Μελών της αλλά και για την επιτέλεση του πλανητικού ρόλου που της αναλογεί. Ειδικότερα η Ευρωπαϊκή Ένωση, σύμφωνα με το πρωτογενές Ευρωπαϊκό αλλά και με το Διεθνές Δίκαιο, έχει χρέος να εγγυάται τόσο την ειρηνική συνύπαρξη των Κρατών-Μελών της, αφού δίχως αυτή την προϋπόθεση θα οδηγείτο, νομοτελειακώς, σε διάλυση. Όσο και την διασφάλιση της Ειρήνης στις σχέσεις των Κρατών-Μελών της με τρίτα Κράτη, τα οποία ενδεχομένως -κάτι που είναι ορατό δια γυμνού οφθαλμού σήμερα τουλάχιστον για την Ελλάδα και την Κύπρο εκ μέρους της Τουρκίας- θα μπορούσαν να απειληθούν από τα γειτονικά τους, τρίτα έναντι της Ευρωπαϊκής Ένωσης, Κράτη. Και τούτο διότι, αυτονοήτως και αυτοθρόως, κάθε απειλή εναντίον Κράτους-Μέλους –a fortiori δε κάθε επίθεση- συνιστά απειλή και επίθεση κατά της ίδιας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Τούτο δε καθιστά ακόμη πιο επίκαιρη την ανάδειξη της σημασίας της ρήτρας «mutual assistance", κατά τις διατάξεις του άρθρου 42 παρ. 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την οποία έγινε λόγος αμέσως προηγουμένως.
D. Justice
And, fourth, Justice. Justice, as a fundamental general legal principle, has its roots - starting with Aristotelian philosophy - in Ancient Greece and, subsequently, in Ancient Rome.
- Justice and regulation ""must"
However, according to Christian Teaching, Justice exceeds, as already clarified, the normative "δέον". And it turns into daily behavior, which Man must adhere to over and above the institutional obligation imposed on him by current legislation.
a) I therefore return, of necessity, to what was mentioned above about the importance of Justice in the context of Christian Teaching: The Fifth Ode ("Prayor Orσαΐου τοῦ Prophet", xxv, 9), which from the Old Testament was incorporated into the New Testament and constitutes an integral part of Christian Teaching, conveys, in a highly representative manner, this concept of the principle of Justice: "Δικαιοσύνην μάθετε, οin ἐνοικοῦdress up ἐπI τoras aorς». Είναι δε χαρακτηριστικό ότι η ως άνω διατύπωση ενέχει τέτοια γενικότητα, ώστε η αντίστοιχη προτροπή να απευθύνεται όχι μόνο στους ασκούντες, αμέσως ή εμμέσως, μίας μορφής κρατική εξουσία. Αλλά και σε όλα τα μέλη του οικείου κοινωνικού συνόλου, έτσι ώστε οι ασθενέστεροι να προστατεύονται από την αυθαιρεσία του αδίκου «erga omnis».
b) Justice according to Christian Teaching owes much, in terms of its definition and its spiritual-legal implications, to the work of the Apostle Paul.
b1) It should be noted right from the beginning that, due to his multi-faceted education, the Apostle Paul had deeply immersed himself in the concept of Justice, as it was initially formed within the framework of Ancient Greek philosophical thought and, later, within the framework of the legal thought of classical Roman Law. This is because the Apostle Paul derived the general concept of Justice as a virtue, which he included in the field of Christian Teaching on the basis of the aforementioned saying of the Prophet Isaiah, primarily from Plato. More precisely, from the "State" (331e), όπου εκεί αποδίδεται στον λυρικό ποιητή Σιμωνίδη τον Κείο ο εξής γενικός ορισμός της Δικαιοσύνης ως αρετής που πρέπει να διέπει την νοοτροπία και την δράση των εν κοινωνία συμβιούντων ανθρώπων, προκειμένου αυτή να εξελίσσεται αρμονικώς: "Ta theφειλόμενα acastῳ ἀright feettheν ἐστί». Πέραν του Πλάτωνος, ο Απόστολος Παύλος είχε υποστεί και την περί Δικαιοσύνης επιρροή του Αριστοτέλους, κυρίως από τα "Nicomachean Ethics", καθ’ ο μέτρο ο Σταγειρίτης ορίζει την Δικαιοσύνη ως αρετή ξεκινώντας από την αφετηρία της Ισότητας υπό την αναλογική της έννοια. Και, περαιτέρω, ολοκληρώνει την περί Δικαιοσύνης θεώρησή του αναλύοντας τις δύο συστατικές συνιστώσες της, ήτοι εκείνες της Διανεμητικής Δικαιοσύνης από την μία πλευρά και της Διορθωτικής Δικαιοσύνης από την άλλη. Τέλος, ο Απόστολος Παύλος είχε υποστεί εν προκειμένω και την επιρροή του Ρωμαϊκού Δικαίου, ιδίως δε στην λογική και στην βάση της περίφημης ρήσης του Ουλπιανού περί Διανεμητικής Δικαιοσύνης «jus big who tribute», η οποία ειρήσθω εν παρόδω πέρασε σχεδόν αυτούσια στο Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο, και κατ’ ακρίβεια στο «Corpus Juris Civilian" of Justinian and then in "Royally» του Λέοντος ΣΤ΄ του Σοφού.
b2) Συγκεκριμένα, ο Απόστολος Παύλος διακρίνει σαφώς την γενική φιλοσοφική έννοια της Δικαιοσύνης από την νομική, την "according to" i"For Justice"The following passage from the "To Romans" His letter (10, 3): «Aγνοοῦντες γar torn itῦ Godῦ δικαιοσύνην, καI τorν iI seek justice.ῦντες στoryou, theῇ justiceῃ ensuresῦ Godῦ οὐχ ἀπετάγησαν». Εδώ ακριβώς διαφαίνεται με καθαρότητα η κατά τον Απόστολο Παύλο προαναφερθείσα διάκριση μεταξύ "Justice" ἐMr. Godῦ» and "Justice" ἐand theῦ νόμου»As for the "according to" iδίαν» Δικαιοσύνη, ήτοι ως προς την νομική πλευρά της Δικαιοσύνης, ο Απόστολος Παύλος ξεκινά και πάλι από τον Θεό ο οποίος -σύμφωνα με την κατ’ Αριστοτέλη υπόσταση της Διανεμητικής Δικαιοσύνης- «ἀποδώσει acastῳ cata τa eργα αὐensuresῦ» ("To Romans", 2, 5). Και επειδή ο Άνθρωπος έχει πλασθεί κατ’ εικόνα και ομοίωση του Δημιουργού του, του Θεού, κατά το πρότυπό του, πάντοτε σύμφωνα με τον Απόστολο Παύλο, και οι πιστοί οφείλουν να τηρούν στις μεταξύ τους σχέσεις τα προτάγματα της "according to" iδίαν Δικαιοσύνης» as Distributive Justice: «Aπόδοτε οὗn pas taς theyou are in debt,ῷ τtheν φόρον τthethe tax, theῷ τthe τέλος τthe τέλος, τῷ τthethe fear oftheν φόβον, τῷ τorν τιμorn tor"honor" ("To Romans", 13, 7). Τα αυτά διατυπώνονται, σε γενικές γραμμές, και στην Επιστολή του Αποστόλου Παύλου "Prtheς Κολοσσαείς» (4, 1): «Masters, give justice and equality to your slaves, knowing that you also have a Master in heaven.".
c) Συνδυαζόμενη δε, όπως είναι αυτονόητο, με την αρχή της Αλληλεγγύης, η Δικαιοσύνη, πάντα κατά την Χριστιανική Διδασκαλία, με στήριγμα και την αναλογική Ισότητα οδηγεί στην διαμόρφωση της αρχής της Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο η Κοινωνική Δικαιοσύνη -όπως και η αρχή της Αλληλεγγύης, κατά τ’ ανωτέρω- κατέχει την σημερινή της κορυφαία θέση στο πλαίσιο του όλου, και όχι μόνο του Νομικού, Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Αναμφισβήτητα όμως η Κοινωνική Δικαιοσύνη κατέχει δεσπόζουσα θέση στις διατάξεις εκείνες του Ευρωπαϊκού Δικαίου, πρωτογενούς και παραγώγου, οι οποίες εγγυώνται την οργάνωση και λειτουργία του Κοινωνικού Κράτους και, επέκεινα, την ακώλυτη άσκηση όλων, ανεξαιρέτως, των κοινωνικών δικαιωμάτων.
- Η Δικαιοσύνη στο αξιακό πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού
Πραγματικά, οι περί Δικαιοσύνης θέσεις της Χριστιανικής Διδασκαλίας, όπως εξελίχθηκαν στο πεδίο του Βυζαντινού Πολιτισμού κυρίως μέσω της διδαχής των μεγάλων Πατέρων της Εκκλησίας, έχουν αφήσει ανεξίτηλο το αποτύπωμά τους και στο αξιακό σύστημα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού.
a) Τούτο συνάγεται ευχερώς και από τις περί Ανθρωπισμού, Αλληλεγγύης και Ειρήνης συνιστώσες του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, με βάση τα όσα ήδη διευκρινίσθηκαν. Αφού, όπως είναι ευχερώς κατανοητό, η αρχή και αξία της Δικαιοσύνης μόνον υπό συνθήκες Ανθρωπισμού, Αλληλεγγύης και Ειρήνης είναι εφικτό να καταστούν πράξη στις σχέσεις μεταξύ των μελών κάθε κοινωνικού συνόλου. Πέραν τούτων, είναι χρήσιμο -για λόγους ιστορικής ακρίβειας, και όχι μόνο- να υπενθυμισθεί με έμφαση αυτό το οποίο επισημάνθηκε αμέσως προηγουμένως. Ότι, δηλαδή, οι ρίζες της Δικαιοσύνης, σύμφωνα με τα κατά ως άνω χαρακτηριστικά της, ανατρέχουν και στο Αρχαίο Ελληνικό Πνεύμα, άρα στον πρώτο πυλώνα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού. Και αυτό διότι εντός του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού η Δικαιοσύνη έχει και τα χαρακτηριστικά που ανέδειξε ο Πλάτων. Χαρακτηριστικά τα οποία, στην μεταγενέστερη εξέλιξή τους, κατά το μεν Ρωμαϊκό Δίκαιο συμπυκνώνονται στο «jus "To each his own." Κατά το δε Βυζαντινορωμαϊκό Δίκαιο επιβάλλουν: "Hcastῳ the evenδιον αὐτῷ ἀ"footstools".
b) Εν πάση περιπτώσει, η Δικαιοσύνη συνιστά αναπόσπαστο τμήμα του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού και μέσω -ίσως δε κυρίως- του Ευρωπαϊκού Νομικού Πολιτισμού, όπως τονίσθηκε προηγουμένως. Τούτο συνάγεται από το ότι οι προμνημονευόμενοι περί Ανθρωπισμού, Αλληλεγγύης, Κοινωνικού Κράτους και Κοινωνικών Δικαιωμάτων κανόνες του πρωτογενούς και του παράγωγου Ευρωπαϊκού Δικαίου καθιερώνουν, ως σκοπό του ρυθμιστικού τους πυρήνα, την εμπέδωση της Δικαιοσύνης, ιδίως σε ό,τι αφορά την προστασία των κοινωνικώς και οικονομικώς ασθενέστερων. Διότι δίχως την υπεράσπισή τους, δια της εφαρμογής στην πράξη διατάξεων εγγύησης της Δικαιοσύνης, οι κοινωνικώς και οικονομικώς ασθενέστεροι γίνονται βορά των, γεωμετρικώς ενισχυόμενων, ανισοτήτων. Κάτι το οποίο αναιρεί το περιεχόμενο της Αλληλεγγύης και, εν τέλει, αφαιρεί από τον Ανθρωπισμό και την τελευταία ικμάδα της αξιακής του οντότητας. Δεν πρέπει, λοιπόν, να παραγνωρίζεται η επώδυνη αλήθεια, κατά την οποία οι αρχές της Δικαιοσύνης και, πρωτίστως, της Κοινωνικής Δικαιοσύνης αποκτούν τόσο μεγαλύτερη σημασία στην εποχή μας, όσο βαίνουμε, χωρίς αμφιβολία, προς μία καταθλιπτική περίοδο διεύρυνσης των ανισοτήτων. Και τούτο διότι η Οικονομική Παγκοσμιοποίηση, με τους όρους που έχει δομηθεί και αναπαράγεται στην πράξη, ναι μεν διασφαλίζει συγκεκριμένες προϋποθέσεις ανάπτυξης. Πλην όμως αμιγώς οικονομικής ανάπτυξης, δίχως εγγυήσεις ουσιαστικής βιωσιμότητας, αφού την βιωσιμότητα αυτή υπονομεύουν, εκ προοιμίου, οι ανισότητες. Ανισότητες, τις οποίες αυτή η Οικονομική Παγκοσμιοποίηση όχι μόνο δεν είναι σε θέση να καταπολεμήσει αλλά, όλως αντιθέτως, πυροδοτεί, θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο την ομαλή κοινωνική συνύπαρξη και συνδημιουργία, άρα την ίδια την κοινωνική συνοχή.
Epilogue
Από τα όσα ήδη εκτέθηκαν αναλυτικώς μπορεί να συναχθεί, εν είδει τελικού συμπεράσματος, ότι η ιστορική συμπόρευση μεταξύ των δεδομένων της Χριστιανικής Διδασκαλίας και του όλου θεσμικού οικοδομήματος της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας αποκτά, επιπροσθέτως, καίρια σημασία τόσο για την κατανόηση της πεμπτουσίας του εν γένει Ευρωπαϊκού Πολιτισμού όσο και για την ιστορική και θεσμική κατανόηση των προϋποθέσεων, υπό τις οποίες η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί και πρέπει να φθάσει στον κατά τις καταβολές της προορισμό της, δηλαδή στην Ευρωπαϊκή Ενοποίηση και στην Ευρωπαϊκή Ολοκλήρωση.
A. Ας γυρίσουμε λίγο πίσω στο 1919, όταν ο μεγάλος Γάλλος συγγραφέας και φιλόσοφος Paul Valéry περιέγραψε, στην πρώτη εμφάνιση του δοκιμίου του «Ο Ευρωπαίος» -με τρόπο που έχει πια αποκτήσει στοιχεία αμιγούς κλασικισμού- τα διακριτικά γνωρίσματα του Ευρωπαίου. Και πάνω στο, κατά τα εκτεθέντα εισαγωγικώς, τρίγωνο «Athens-Rome-Jerusalem" highlighted the fundamental pillars of European Civilization. Today, this position of Paul Valéry constitutes the absolutely prevailing view, at least in Europe - and especially at an institutional, political and cultural level - that the foundations on which the edifice of our common European Civilization is built are the Ancient Greek Spirit, the institutional heritage of Ancient Rome and, through Byzantium, the Christian Teaching, with the main source being the texts of the Gospels and the Great Fathers of the Church.
B. Η σύνθεση των ως άνω αντηρίδων, σύμφωνα με τα δεδομένα της εποχής μας αλλά και με εκείνα που είναι σε θέση να προοιωνισθούν οι καιροί του μέλλοντος, επιβεβαιώνει την άποψη κατά την οποία ο Αρχαίος Ελληνικός Πολιτισμός είναι ο βασικός, σε σχέση με τους δύο άλλους, κίονας που στηρίζει το αέτωμα του Ευρωπαϊκού και, ευρύτερα, του Δυτικού Πολιτισμού. Και μάλιστα ο κίονας ο οποίος αφορά όχι μόνο τα αμιγώς πολιτισμικά δεδομένα του Ευρωπαϊκού πυρήνα, δηλαδή τα πολιτισμικά δεδομένα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αλλ’ ακόμη και τα, the capital market sector, equity side and debt side, in all the preparatory and executive phases for the issue and placement of financial instruments; sensu, θεσμικά και πολιτικά του δεδομένα, τα οποία σχετίζονται με το υπόβαθρο της σύγχρονης Ευρωπαϊκής Δημοκρατίας και των εγγυήσεων προστασίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που θεσμοθετούνται και ισχύουν εκάστοτε εντός αυτής. Ίσως κάποιοι αντιτάξουν ότι η Άμεση Δημοκρατία της Αρχαίας Ελλάδας πόρρω απέχει από την σημερινή Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία, πάνω στις πολιτικές και πολιτειακές αρχές της οποίας ερείδονται θεσμικώς το Ευρωπαϊκό Οικοδόμημα και τα Κράτη-Μέλη του. Πλην όμως είναι ιστορικώς βέβαιο ότι η σύγχρονη έννοια της Δημοκρατίας, τουλάχιστον ως προς τα essentialia negotii που την απαρτίζουν, έλκει την απώτερη καταγωγή της από την Άμεση Δημοκρατία της Αρχαίας Ελλάδας. Ενώ η Ελευθερία στην εποχή μας, η οποία συνιστά την πεμπτουσία των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και νομιμοποιεί την Αντιπροσωπευτική Δημοκρατία -αφού η τελευταία νοείται μόνον ως διαδικασία εγγύησης της Ελευθερίας- ανατρέχει σε απαρχές που ανέτειλαν, σχεδόν αποκλειστικώς, στην Αρχαία Ελλάδα, με κοιτίδα ιδίως την Στωϊκή Φιλοσοφία, όπως αυτή εξελίχθηκε μετέπειτα εντός του πεδίου της φιλοσοφικής δημιουργίας στην Αρχαία Ρώμη. Κάπως έτσι τα δεδομένα του Αρχαίου Ελληνικού Πολιτισμού, ως αδιαμφισβήτητης σημασίας αντηρίδας του αετώματος του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού, καθορίζουν και τις συνιστώσες του μελλοντικού Ευρωπαϊκού Οικοδομήματος, όταν τούτο φθάσει στον οριστικό του προορισμό. Με άλλες λέξεις στην πλήρη και ουσιαστική Ευρωπαϊκή Ενοποίηση. Ενοποίηση η οποία μπορεί και πρέπει να στηριχθεί πρωτίστως πάνω στα θεμέλια της Αντιπροσωπευτικής Δημοκρατίας, υπό όρους προστασίας των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που ανταποκρίνονται, με επάρκεια, στις μεγάλες προκλήσεις των καιρών μας. Και Ενοποίηση η οποία μπορεί να έχει μία πιο σταθερή και πιο ευοίωνη προοπτική εφόσον στηριχθεί και στα συναφή, κατά τα ανωτέρω προτάγματα της Χριστιανικής Διδασκαλίας. Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορέσει να διαδραματίσει και τον πλανητικό ρόλο ο οποίος της αναλογεί για να υπερασπισθεί, στην σύγχρονη αλλά και σε οποιαδήποτε μελλοντική κρίσιμη συγκυρία, όχι μόνο τους Λαούς της αλλά και στόχους υπαρξιακούς, κυριολεκτικώς, για την ομαλή πορεία της Ανθρωπότητας γενικώς. Στόχους οι οποίοι απορρέουν από τον ίδιο τον Ευρωπαϊκό Πολιτισμό και την Ευρωπαϊκή Δημοκρατία, όπως είναι, κυρίως, η εμπέδωση της Ειρήνης, του Ανθρωπισμού, της Δημοκρατίας και των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, υπό όρους Δικαιοσύνης. Κατ’ εξοχήν δε υπό όρους Κοινωνικού Κράτους Δικαίου και, επέκεινα, Κοινωνικής Δικαιοσύνης. Η σύγχρονη υποχώρηση της διεθνούς εμβέλειας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία αγγίζει τα όρια της περιθωριοποίησής της διεθνώς -και μάλιστα σε μεγάλο βαθμό με δική της ευθύνη- καταδεικνύει πώς και πόσο το κενό ως προς την εκπλήρωση, και δη σε άκρως χαλεπούς καιρούς, των στόχων αυτών είναι και δυσαναπλήρωτο και επώδυνο.»
