Blog

Η Διαλεκτική ως Υπερόπλο της Ελληνικής Διπλωματίας.

Η Διαλεκτική ως Υπερόπλο της Ελληνικής Διπλωματίας.

Η Διαλεκτική ως Υπερόπλο της Ελληνικής Διπλωματίας

Δημήτρης Ρίνης

Ο διάλογος είναι η τυπική διαδικασία που ακολουθείται ανάμεσα σε ηγέτες κρατών, αντιπροσωπείες κυβερνήσεων και διεθνείς οργανισμούς για την εξεύρεση γόνιμων και παραγωγικών λύσεων σε όποια κρατικά, εθνικά ή διεθνή ζητήματα ανακύπτουν κάθε φορά. Πρόκειται, όμως, για έναν διάλογο που πραγματοποιείται υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, καθώς οι παρευρισκόμενοι, οι οποίοι καλούνται να παραθέσουν τη δική τους επιχειρηματολογία, οφείλουν να σέβονται και να τηρούν ένα συγκεκριμένο πρωτόκολλο.

Στην περίπτωση της ελληνικής διπλωματίας δεν θα αναφερθώ σε αφηρημένους κώδικες συμπεριφοράς και κανόνες που είθισται να τηρούνται στις επίσημες συναντήσεις, αλλά στον Ελληνικό Κώδικα Τιμής που οφείλουμε να αποδίδουμε όλοι μας, ως συνδιαλεγόμενοι με την «απέναντι πλευρά», στο παρελθόν μας, στην ιστορία μας και στους προγόνους μας. Το δικό μας παρελθόν είναι συνυφασμένο με την Ιστορία μας, μια ιστορία του Ελληνισμού σαράντα αιώνων, στη διάρκεια της οποίας πρωταγωνιστής των εξελίξεων — ευνοϊκών και δυσμενών, επιτυχημένων και καταστροφικών, προοδευτικών και οπισθοδρομικών — αναδεικνύεται η Ελληνική Γλώσσα, μέσα από τη διαχρονική χρήση της ως μέσο έκφρασης θέσεων, προθέσεων, αντιπαραθέσεων, αντιθέσεων, αλλά και βουλήσεων, αποφάσεων και κρίσεων.

Πριν, όμως, εξετάσουμε πώς δύναται η ελληνική διπλωματία να επιτύχει το καλύτερο δυνατό αποτέλεσμα σε μια συνάντηση κορυφής, αξίζει να ενσκήψουμε στη μελέτη τριών εννοιών, οι οποίες πρέπει να ενσωματώνονται κάθε φορά στο οπλοστάσιο κάθε Έλληνα διπλωμάτη: Διά-λογος, Λόγος, Διαλεκτική. Μόνο έτσι θα κατανοήσουμε τις απίστευτες δυνατότητες που διανοίγονται στους κόλπους της εσωτερικής και εξωτερικής μας πολιτικής, της άμυνας και της ασφάλειας.

Ο Διά-λογος, ως ουσιαστικό, προέρχεται από το αρχαίο ρήμα δια-λέγομαι, που σημαίνει συνομιλώ, συζητώ, συνδιαλέγομαι. Αυτό προϋποθέτει, φυσικά, την παρουσία δύο αντιμαχόμενων πλευρών στον ίδιο χώρο και την ίδια χρονική στιγμή, όπου κάθε πλευρά προβάλλει τη δική της εκδοχή των γεγονότων ως «λελογισμένη» ή, στη χειρότερη περίπτωση, ως την «κρατούσα», θεωρώντας ένα γεγονός ως δήθεν de facto ή «τετελεσμένο». Αυτό, όμως, διαψεύδεται κατηγορηματικά από την ίδια τη σημασία της λέξης Διά-λογος, η οποία εμπερικλείει τη λέξη Λόγος, τον έναρθρο λόγο μέσα από τον οποίο διατυπώνεται η ενδιάθετη σκέψη.

Ο Λόγος, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στη δομή και την εκφορά λέξεων, φράσεων και προτάσεων, έως ότου καταλήξουμε στη σύσταση ενός κειμένου ή στη συγκρότηση μιας ομιλίας μέσα από αφηρημένες — πολλές φορές — αφηγήσεις, εικασίες και εικοτολογίες, οι οποίες πόρρω απέχουν από την πραγματική διάσταση των γεγονότων.

Λόγος σημαίνει τη σκέψη, «το λογικόν», το «Απόλυτο» κατά τον Γερμανό φιλόσοφο Χέγκελ, τη δύναμη της διανόησης. Η έκφραση «κατά Λόγον» σημαίνει «σύμφωνα με τη Λογική». Στην Καινή Διαθήκη, η λέξη Λόγος περιλαμβάνει την έννοια του έναρθρου Λόγου, η οποία είναι άρρηκτα δεμένη με τη λογική σκέψη. Ο «Λόγος» είναι η δύναμη του ομιλούντος να μπορεί να νοηματοδοτεί αντικείμενα, πρόσωπα και καταστάσεις με τις κατάλληλες έννοιες, αποδίδοντας σε πραγματικό χρόνο τις ιδιότητες, τα γνωρίσματα και τα «απόκρυφα» χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε αυτά.

Επιπρόσθετα, το Πνεύμα του Λόγου προβάλλει ως το επιστέγασμα της λογικής, επί τη βάσει όλων όσων επικαλούμαστε και πραγματευόμαστε ως ισχυρισμούς. Η βάση ενός τέτοιου επιπέδου ομιλίας ακολουθεί μια προσωπική και επαγγελματική πορεία κάποιου που κατέχει ένα υπεύθυνο πόστο στο διπλωματικό σώμα και είναι πλέον σε θέση να βασίζεται στη γνώση και όχι στην πεποίθηση, σε ένα «πιστεύω» ή στη γνώμη· πόσο μάλλον στην «ευθυγράμμιση της πολιτικής» του με την τάση των καιρών και σύμφωνα με τις υποδείξεις της μιας ή της άλλης πλευράς στο περιθώριο των διεθνών εξελίξεων, όπου επικρατεί το «δίκαιο του ισχυρού».

Σωστό;

Η απάντηση έχει ως εξής: «Αρκεί να αναρωτηθούμε προς ποια ακριβώς πλευρά κλίνει η πραγματική ισχύς του δικαίου, ως αρχαία ελληνική έννοια, και γιατί», ή αλλιώς: «Πού γέρνει η πλάστιγγα του δικαίου, ως δίκη και όχι ως δικαιοσύνη;»

Η Δίκη ήταν κόρη του Δία και της Θέμιδος, της θεάς της θείας τάξης και του φυσικού νόμου. Αυτό σημαίνει ότι η δικαιοσύνη δεν ήταν ανθρώπινη επινόηση, αλλά μέρος της φυσικής και θείας τάξης του κόσμου. Η Δίκη, λοιπόν, στην αρχαία Ελλάδα δεν ήταν ένα νομικό σύστημα, αλλά μια βαθύτερη, κοσμική αρχή με θεϊκή προέλευση.

Για τους Προσωκρατικούς φιλοσόφους, η Δίκη ήταν η αρμονία και η συμπαντική ισορροπία. Κάθε φορά που διαπραττόταν μια αδικία — μια Ύβρις — η Δίκη επενέβαινε για να αποκαταστήσει την τάξη και την ασφάλεια. Η μοίρα των ισχυρών ήταν η θεία τιμωρία, η Νέμεσις, όποτε προκαλούσαν και παραβίαζαν τη Δίκη.

Από τον Όμηρο και έπειτα, η Δίκη απέκτησε ένα ηθικό υπόβαθρο, ως έκφραση των άγραφων νόμων που διασφάλιζαν την κοινωνική τάξη, το «σωστό» και δίκαιο.

Το «δίκαιο» αποτελείται από νόμους με σαφείς αναφορές στα ήθη και τα έθιμα των χωρών, το λεγόμενο «εθιμικό δίκαιο». Τα ελληνικά ήθη και έθιμα σφραγίζουν την ταυτότητα όλων των Ελλήνων πολιτών, στην Ελλάδα, στην Κύπρο και στην ομογένεια.

Με ποιον τρόπο μπόρεσε να διασωθεί η μακρόχρονη πορεία του ελληνικού πολιτισμού στα βάθη των αιώνων; Ποιος είναι ο συνδετικός κρίκος των συνήθων πρακτικών στη ζωή ενός λαού; Πώς επιβίωσαν ορθοπρακτικές στον χώρο της οικουμενικής πολιτικής σκηνής, πριν αυτές μεταφραστούν σε επίσημες κατευθυντήριες γραμμές αυτοκρατοριών — μεταξύ των οποίων η αυτοκρατορία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Ρωμαϊκή και η Βυζαντινή — οι οποίες παγίωσαν μια ενιαία, ομοιογενή και οργανωμένη πολιτική;

Η Ελληνική Γλώσσα είναι εδώ για να δώσει απαντήσεις ως η συγκολλητική ουσία όλων των ιστορικών στιγμών του Ελληνικού Έθνους, μέσα από την αδιάσπαστη συνέχεια της προφορικής και γραπτής παράδοσης.

Βεβαίως, η ορθοπρακτική, στα πλαίσια της χάραξης μιας δημόσιας πολιτικής, είναι η «τέχνη του εφικτού», εξετάζοντας τι μπορεί να συμβεί με βάση τα δεδομένα που επικρατούν κάθε φορά. Μια τέχνη, όμως, που δεν είναι αποκομμένη από την ηθική, η οποία υπενθυμίζει «τι θα μπορούσε ή τι πρέπει να γίνει», αλλά και από την επιστήμη, η οποία εστιάζει στα παρελθοντικά και παροντικά γεγονότα ως εμπειρικά δεδομένα. Το τρίπτυχο «ηθικής, γνωσιολογίας και πραγματισμού» αποτελεί τον πυλώνα της λελογισμένης σκέψης και το υπόβαθρο του Λόγου, έτσι όπως ο ίδιος εκφέρεται, κατανοείται και εφαρμόζεται στην πράξη.

Τα αποτελέσματα είναι ιστορικά καταγεγραμμένα. Οι αυτοκρατορίες διαχρονικά μεσουρανούν για όσο διάστημα ομιλείται η κυρίαρχη γλώσσα τους ως γλώσσα διοίκησης, εμπορίου, τεχνών και επιστημών. Αρκεί να υπενθυμίσουμε την επικράτηση της Ελληνικής Γλώσσας ως διεθνούς γλώσσας (lingua franca) για μια μακρά περίοδο, από την ελληνιστική εποχή έως και τους πρώτους μεταχριστιανικούς αιώνες. Μια ελληνική γλώσσα που «έλαμψε» την περίοδο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, έγινε αποδεκτή από τον ρωμαϊκό πολιτισμό, αποτέλεσε τη γλώσσα των Ευαγγελίων, ανακαλύφθηκε και αναδείχθηκε εκ νέου κατά την Αναγέννηση και αξιοποιήθηκε στο έπακρον από τον Διαφωτισμό. Παράλληλα, αξίζει να υπενθυμίσουμε την εξέλιξη και την τελική επικράτηση της Ελληνικής Γλώσσας κατά την περίοδο της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, όπου καθιερώθηκε ως κυρίαρχη γλώσσα στις δημόσιες συναλλαγές, στην κοινωνική ζωή, στη λογοτεχνία και στη διπλωματία.

Ποιο είναι, λοιπόν, το μυστικό της επιτυχίας;

Δεν υπάρχει ένα μυστικό ούτε μυστικές συνταγές για την επιτυχία. Είναι, όμως, γεγονός ότι στις περιόδους κατά τις οποίες ο ελληνικός πολιτισμός, η γλώσσα και η ισχύς κυριάρχησαν σε αυτοκρατορικό επίπεδο, η χρήση της ελληνικής γλώσσας οργανώθηκε με πολύ αυστηρό και συστηματικό τρόπο.

Πώς ακριβώς;

Το δίδυμο Διά-λογος και Λόγος επικυρώνεται και επιβεβαιώνεται από ένα «υπερόπλο» που καμία δύναμη στον κόσμο δεν μπορεί να αγνοήσει: τη Δια-λεκτική και τον ορθολογικό τρόπο ερμηνείας της.

Διαλεκτική είναι η τέχνη του να εξετάζεις ένα ζήτημα μέσα από ερωταποκρίσεις. Μια τέτοιας μορφής συζήτηση δεν προϋποθέτει τη διαπραγμάτευση ούτε είναι αποτέλεσμα αυτής. Δεν βασίζεται σε όρους και προϋποθέσεις, όπως επίσης δεν θέτει εκ των προτέρων όρια και περιορισμούς στον διαλογισμό και στη συλλογιστική σκέψη. Αντιθέτως, βασίζεται στην πραγμάτευση ενός ζητήματος και εντρυφεί στη μελέτη, την ανάλυση και τη διεξοδική εξέτασή του, μέχρι την πραγμάτωση του δικαίου στην κοινωνική και πολιτική ζωή.

Κατά τον Ηράκλειτο, η διαλεκτική συνδέεται με τον πόλεμο των αντιθέτων, την αέναη ροή του γίγνεσθαι και τη συνεχή αλλαγή των πραγμάτων και των καταστάσεων.

Ο Χέγκελ, κατά τον Δημήτρη Τζωρτζόπουλο [Hegel-Platon.blogspot], αποτυπώνει την ουσία της διαλεκτικής μέσα από το τρίπτυχο: α) άρνηση, β) άρνηση της άρνησης και γ) κατάφαση, ως τελική επικύρωση της αλήθειας μέσα από τη διαλεκτική θέση–αντίθεση.

Η διαλεκτική, υπό αυτή την έννοια, δεν ταυτίζεται με μια απλή σύνθεση αντιθετικών απόψεων ούτε με έναν συμβιβασμό μεταξύ τους. Η σύνθεση μπορεί να αποτελεί εξωτερική συγκόλληση, χωρίς να οδηγεί κατ’ ανάγκην σε εσωτερική προσέγγιση της ουσίας του πράγματος, της ενότητας ή της ολότητας.

Κατά τον Χέγκελ, «Δεν πρέπει να συγχέουμε τη διαλεκτική με τη σοφιστική, της οποίας η ουσία έγκειται στο να καθιστά έγκυρους μονομερείς και αφηρημένους προσδιορισμούς στην απομόνωσή τους, αναλόγως με το πώς μπορεί κάτι τέτοιο να εξυπηρετεί το εκάστοτε συμφέρον και την εκάστοτε επιμέρους κατάσταση του ατόμου».

Αντιθέτως, η κατάφαση ως καθολική έννοια έχει τελεολογικό σκοπό: όχι την ανακάλυψη, αλλά την αποκάλυψη της αλήθειας, ως της μόνης πραγματικότητας που ισχύει διαχρονικά. Η αποστολή της Δια-λεκτικής είναι να αποκαλύψει τις αφανείς πτυχές ενός ζητήματος, πτυχές που έως τη δεδομένη χρονική στιγμή παραμένουν κεκαλυμμένες ή και συγκαλυμμένες προς εξυπηρέτηση ξένων συμφερόντων και όχι προς υπηρέτηση εθνικών ιδεωδών.

Η Δια-λεκτική είναι το τέλος — ως σκοπός — μιας μακρόχρονης, αδιάκοπης και ακατάπαυστης προσπάθειας και αγώνα· ενός «διαμορφωτικού γίγνεσθαι», έτσι όπως αυτό αφήνει ανεξίτηλα τα σημάδια του στην εθνική μας κληρονομιά. Είναι η μοναδική μας διέξοδος από το τέλμα της στρεψοδικίας, της ανάρμοστης και μειοδοτικής συμπεριφοράς απέναντι στα εθνικά μας συμφέροντα. Μια Δια-λεκτική που απαιτεί και δεν επαιτεί, διατρανώνει την αληθινή διάσταση των πραγμάτων και δεν ενδίδει στην άκριτη εγκόλπωση ξένων δογμάτων· διαφωτίζει και διατυμπανίζει μια πραγματικότητα που είναι έκδηλη, ολοφάνερη και προϋπάρχουσα, ως μορφή «ήπιας ισχύος» (soft power), πανέτοιμη να οπλίσει τη σκανδάλη του «Κεραυνοβόλου Λόγου», όποτε και όπου οι συνθήκες το απαιτήσουν.

Διότι η πραγματική ισχύς του Δικαίου, από την αρχαία ελληνική οπτική, γέρνει προς την πλευρά της α-λήθειας — της μη λήθης — και όχι προς την πλευρά των «ισχυρών-ανίσχυρων», σεβόμενη πάντοτε την ηθική και φυσική τάξη των πραγμάτων.

«Μη φοβείσθε, Γραικοί, μη δειλιάτε!»

 

 

Ο Δημήτρης Ρίνης είναι ερευνητής, καθηγητής στη Ζωσιμαία Σχολή, Ιδρυτής της «Universal Philosophical Community-The White Tower» και μέλος τους Ελισμέ.