Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΝΗΤΕΣ ΤΟΥ.

Ο ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΡΝΗΤΕΣ ΤΟΥ.

Σπανίζουν τα βιβλία που νικούν τον χρόνο. Τα σκήπτρα στον τομέα της πολιτικής και των διεθνών σχέσεων κατέχει ο Πελοποννησιακός Πόλεμος του Θουκυδίδου.  Πρόκειται για διεθνολογικό υπόδειγμα ρεαλισμού που διδάσκεται παγκοσμίως αφού μετά από χιλιάδες χρόνια παραμένει όχι μόνο επίκαιρο αλλά οι βασικές του θέσεις επαληθεύονται διαχρονικά. Από τον ανεξάντλητο πλούτο των επισημάνσεων του Θουκυδίδου, ευρέως διαδεδομένη είναι η θέση ότι η κύρια αιτία των πολέμων είναι η δυναμική άνιση ανάπτυξη των κρατών, ότι η ελευθερία βασίζεται στην ισχύ, καθώς και ο περίφημος διάλογος των Μηλίων (414 π.Χ.) βάσει του οποίου το Διεθνές Δίκαιο απονέμεται μόνο μεταξύ ισοδυνάμων, ενώ στην περίπτωση ανισομέρειας ισχύος, ο αδύναμος παραχωρεί αυτό που του επιβάλλει η αδυναμία του και ο ισχυρός κερδίζει ότι του επιτρέπει η δύναμή του.

Τα ρεαλιστικά μαθήματα του Θουκυδίδου υιοθετούνται και μετουσιώνονται σε πράξη από σημαντικά κράτη, τα οποία διασφαλίζουν την επιβίωση και ευημερία τους προβάλλοντας αξιόπιστη αποτροπή και ευρισκόμενα διαρκώς σε ετοιμότητα πολέμου. Τα κράτη αυτά γνωρίζουν ότι οι συμμαχίες έχουν τόση αξία όση και το ειδικό βάρος του κράτους που μετέχει σ’ αυτές, ενώ ελάχιστα λαμβάνουν τα κράτη που βρίσκονται σε σχέση μονομερούς εξαρτήσεως από τους συμμάχους τους (Π. Κονδύλης). Επιδιώκουν το Διεθνές Δίκαιο διότι τους παρέχει νομιμοποίηση αλλά δεν βασίζουν την ύπαρξή τους σε αυτό αφού στο άναρχο διεθνές σύστημα ουδείς δύναται να το επιβάλει.  Τα κράτη που έχουν ενστερνισθεί τις Θουκυδίδιες θέσεις διαθέτουν υψηλό κύρος, χαρακτηρίζονται από συνέχεια και συνέπεια και γελούν με το ψευδοδίλλημά «βούτυρο ή κανόνια» αφού η επένδυσή τους στην υψηλή αμυντική βιομηχανία και τεχνολογία αποτελεί θεμελιώδη αναπτυξιακό πυλώνα. Ο Θουκυδίδης ως καθοδηγητής, τους συμβουλεύει ότι η στρατιωτική ισχύς δεν αποτελεί «άσκοπη σπατάλη πόρων» προορισμένη μόνο για την περίπτωση πολέμου. Εν καιρώ ειρήνης και κρίσεων οι καλλίτεροι πολιτικοί και διπλωμάτες αδυνατούν να ασκήσουν εξωτερική πολιτική (διαπραγμάτευση, πειθώ, εξαναγκασμό κ.λπ.), δίχως την αξιοπιστία και βαρύτητα που προσδίδει στα επιχειρήματά τους η εθνική (και κυρίως η στρατιωτική) ισχύς της χώρας τους. Τέλος σκοπός των κυβερνήσεων των κρατών αυτών είναι να εκπληρώνουν τα εθνικά συμφέροντα του λαού που τις εκλέγει και όχι να επιλύουν να πλανητικά προβλήματα συχνά σε βάρος του έθνους τους.

Η μεταπολιτευτική Ελλάς  με μικρές εξαιρέσεις βρίσκεται στον αντίποδα των ανωτέρω. Το ελληνικό κράτος απαξιώνει τον Θουκυδίδη, αφού αν και απειλούμενο ποτέ δεν επένδυσε ουσιαστικά στην ισχύ, αντιμετωπίζοντας με ελαφρότητα τις υπαρξιακές απειλές και προκλήσεις του. Την ανυπαρξία Εθνικών Σκοπών και διατυπωμένης Εθνικής Στρατηγικής υποκαθιστούν ρευστές δευσμεύσεις οι οποίες μεταβάλλονται με κάθε αλλαγή Κυβερνήσεως ή και Υπουργού προκαλώντας ασυνέχεια.   Ουδέποτε υπήρξε ολοκληρωμένη αντιμετώπιση του δημογραφικού παρά τις εμφανείς τάσεις του από την δεκαετία του 1980. Την υπαρξιακή αυτή απειλή επιτείνει το μεταναστευτικό το οποίο αντιμετωπίζεται με μικροκομματικές παλινδρομήσεις παρά την διαφαινόμενη καταλυτική επιδείνωση του φαινομένου.

Ο τουρκικός πειθαναγκασμός αποδεικνύεται αποτελεσματικός αφού εξαναγκάζει επί δεκαετίες την Ελλάδα να μην επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα, να μην κηρύσσει ΑΟΖ, να υπόκειται σε πρόστιμα από την ΕΕ για τον Θαλάσσιο Χωροταξικό Σχεδιασμό (τελικώς υποβλήθηκε αναγκαστικά και δίχως την απαραίτητη χωροταξική εξειδίκευση), να καθυστερεί την έρευνα για υδρογονάνθρακες, να εγκαταλείπει τον αγωγό EASTMED, να μην υλοποιεί την ηλεκτρική διασύνδεση με το Ισραήλ και την Αίγυπτο, να μην απαντά στα τουρκικά θαλάσσια πάρκα που βρίσκονται σε ελληνική ΑΟΖ (όταν κηρυχθεί…) και απομονώνουν το σύμπλεγμα Μεγίστης και ακόμη να μην συλλαμβάνει δεκάδες τουρκικά σκάφη που αλιεύουν εντός χωρικών υδάτων. Πλέον αυτών η Ελλάς εξαναγκάζεται να μην ενισχύει την Κύπρο ως εγγυήτρια δύναμη και μητέρα πατρίδα και να μην θέτει εκ των προτέρων «κόκκινες γραμμές» σε συνομιλίες με την κατοχική Τουρκία η οποία δηλώνει (φραστικά και έμπρακτα) ανυποχώρητη από την «Γαλάζια Πατρίδα», τις «Γκρίζες Ζώνες» και το τουρκο-λιβυκό μνημόνιο. Η τουρκική στρατηγική περικύκλωση ενθαρρύνει μικρούς γείτονες όπως η Αλβανία, τα Σκόπια και η Λιβύη, να διεκδικούν με θράσος κυριαρχία και κυριαρχικά δικαιώματα από την Ελλάδα.

Η Ελλάς εγκατέλειψε την Κύπρο κατ’ επανάληψη. Σε αντίθεση με την Τουρκία και την ενίσχυση της παραστρατιωτικής ΜΙΤ, ο αγώνας της ΕΟΚΑ (1955 – 1959) δεν έτυχε ουσιαστικής βοηθείας από την μητέρα πατρίδα. Η στρατιωτική κυβέρνηση το 1974 (με εξαίρεση το εγχείρημα των αερομεταφερομένων καταδρομέων) δεν ενίσχυσε την Κύπρο κατά τον ΑΤΤΙΛΑ Ι, η δε 1η μεταπολιτευτική κυβέρνηση την εγκατέλειψε κατά τον ΑΤΤΙΛΑ ΙΙ. Σήμερα έναντι των 14.000 στελεχών της Εθνικής Φρουράς, η Τουρκία ανακοινώνει ότι θα αυξήσει τις στρατιωτικές της δυνάμεις από 40.000 σε 100.000, με μόνιμο αεροναυτικό εξοπλισμό και πυραυλικά συστήματα. Ταυτόχρονα οι Ταξιαρχίες Πεζοναυτών έναντι των νήσων μας αυξάνονται από μία σε τρεις. Σε κρίσιμες και δυσμενείς ιστορικές εθνικές στιγμές η απάντηση για την αδράνεια, την σύγχιση και τον επώδυνο συμβιβασμό ήταν ότι «δεν είμαστε έτοιμοι». Σε ποιες ενέργειες προβαίνει η χώρα μας άραγε ώστε η επόμενη φορά να μας βρει έτοιμους σε τομείς όπως ποιότητα και ποσότητα εξοπλισμού, θητεία, εφεδρεία, διοίκηση και έλεγχο, φρόνημα, αμυντική βιομηχανία, έναντι της Τουρκίας; Η αντζέντα 2030 αποτελεί θετική εξέλιξη αλλά κρίνεται από τον βαθμό διασφαλίσεως αξιόπιστης αποτροπής, ενασκήσεως πλήρους κυριαρχίας και κυριαρχικών δικαιωμάτων της χώρας καθώς  και ισχυρών προϋποθέσεων νικηφόρου αποτελέσματος σε Ελλάδα και Κύπρο.

Η αξιόπιστη εθνική αποτροπή προϋποθέτει συγκεκριμένες πολιτικές δεσμεύσεις (δεν πείθουν αοριστίες περί προασπίσεως κυριαρχίας κυριαρχικών δικαιωμάτων), την πολιτική βούληση χρήσεως βίας εάν απαιτηθεί, την στρατιωτική ισχύ που διασφαλίζει νικηφόρο αποτέλεσμα, τον ενεργό πληθυσμό που είναι έτοιμος για θυσίες και την αποτρεπτική φήμη (η αξιοπιστία της απαιτεί χρόνο).

Οι σύγχρονες διεθνείς εξελίξεις δικαιώνουν κυνικά τον Θουκυδίδη. Οι εκτός διεθνούς δικαίου διεθνείς αυθαιρεσίες, εισβολές και βίαιες αλλαγές συνόρων ίσως να μην παράγουν έννομα αποτελέσματα, όπως διατείνονται νομικοί και πολιτικοί αλλά προκαλούν de facto καταστάσεις οι οποίες αργότερα επικυρώνονται νομικά από τους ίδιους. Σε ένα διαχρονικά αναλοίωτο Θουκυδίδειο διεθνές περιβάλλον πολιτικές δηλώσεις του τύπου «θα το ρισκάρουμε», «άσκοπες εξοπλιστικές δαπάνες», «άσκοπη κούρσα εξοπλισμών», «είμαστε αγκυροβολημένοι στο διεθνές δίκαιο», προκαλούν μόνο θλίψη και ανησυχία για το αύριο της Ελλάδος.

Πριν να είναι αργά η μεγιστοποίηση των δεικτών εθνικής ισχύος, με προεξάρχουσα την στρατιωτική ισχύ, πρέπει επί τέλους να εξαιρεθεί από την κομματική αντιπαράθεση και ιδοτέλεια. Η παιδεία μας πρέπει εκτός από γνώσεις να παρέχει ορθά πρότυπα και να τροφοδοτεί το εθνικό φρόνημα καθώς και το αίσθημα αλληλεγγύης και προσφοράς στους αυριανούς Έλληνες πολίτες. Η δημογραφική και μεταναστευτική πολιτική χρειάζεται «άλματα» αντί «σημειωτόν». Αναπόσπαστο μέρος των ελληνο-τουρκικών σχέσεων θα πρέπει να αποτελεί η Κύπρος, ενώ με ευθύνη της χώρας η ελληνική ομογένεια θα πρέπει να είναι ενεργή και να κρατά άσβεστη την ελληνικη φλόγα. Οι απειλές και προκλήσεις  εντός και εκτός της χώρας είναι πιεστικές και το τίμημα της αδράνειας θα είναι η ίδια η ύπαρξη των Ελλήνων στο εγγύς μέλλον. Οι σημερινοί μας πολιτικοί ας μην μεταφράσουν τον Πελοποννησιακό Πόλεμο όπως έκανε ο Ε. Βενιζέλος. Τουλάχιστον ας τον μελετήσουν με ιδιαίτερη προσοχή.

29 – Αυγούστου – 2025

Αντιναύαρχος ε.α. Β. Μαρτζούκος ΠΝ

Επίτιμος Διοικητής ΣΝΔ

Αντιπρόεδρος ΕΛΙΣΜΕ