Blog

ΣΥΝΕΔΡΙΟ «ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ 2007» «ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΦΥΟΜΕΝΩΝ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»

ΣΥΝΕΔΡΙΟ «ΣΤΡΑΤΗΓΙΚΗ 2007»

 

«ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΧΑΓΗΣ ΩΣ ΜΕΣΟΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΙΛΥΣΗ ΤΩΝ ΑΝΑΦΥΟΜΕΝΩΝ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΗΣ ΤΟΥΡΚΙΑΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΩΝ ΣΕ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ»

 

Υπό Πρέσβεως ε.τ. κ. Γ. Σέκερη

 

Τις τελευταίες δεκαετίες, η Ελλάδα και η Τουρκία έχουν βρεθεί επανειλημμένως στα πρόθυρα πολέμου. Ως έναυσμα για την αντιπαράθεση αυτή λειτούργησε το Κυπριακό. Ωστόσο, από τα τέλη του 1973 και, ιδίως, από το θέρος του 1974, τουλάχιστον εξ ίσου καθοριστικό ρόλο στην ελληνοτουρκική διαμάχη διαδραματίζει και το Αιγαίο. Όπου η χώρα μας αντιμετωπίζει μια σειρά από τουρκικές διεκδικήσεις στον εναέριο, θαλάσσιο, υποθαλάσσιο και χερσαίο χώρο, οι οποίες δοκιμάζουν τις σχέσεις μας με τη γείτονα. .

 

Με δεδομένη την επιθυμία της να αποφευχθεί μια ολέθρια και για τις δύο χώρες πολεμική σύγκρουση, η Αθήνα καταβάλλει επί δεκαετίες τώρα συνεπείς προσπάθειες για την ειρηνική διευθέτηση  των Ελληνοτουρκικών. Ένα δε από τα μέσα που ποσφέρονται για την επίτευξη του στόχου αυτού είναι η προσφυγή στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης. Μέσο χρησιμότατο. Πλην όμως επικουρικό. Καθώς, με δεδομένο τον πολυσύνθετο χαρακτήρα των προς επίλυση προβλημάτων – τα οποία άπτονται, τόσο της ασφάλειας της ελληνικής επικρατείας, όσο και σημαντικών οικονομικών μας συμφερόντων – η αποκλειστική ή κατά κύριο λόγο χρησιμοποίηση των υπηρεσιών του Διεθνούς Δικαστηρίου, που ορισμένοι έχουν κατά καιρούς εισηγηθεί, είναι απρόσφορη.

 

Εν πρώτοις, διότι η Τουρκία εγείρει μια σειρά από ζητήματα, τα οποία η Ελλάδα έχει ισχυρούς λόγους να μην είναι διατεθειμένη να παραπέμψει στη Χάγη. Είναι προφανές, επί παραδείγματι, ότι, όσο υφίσταται τουρκική απειλή, η χώρα μας δεν πρόκειται να αποψιλώσει τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου από την αμυντική τους θωράκιση. Και συνεπώς δεν νοείται να θέσει υπό διεθνή δικαστική κρίση τη στρατιωτικοποίησή τους – η οποία υπό έποψη διεθνούς δικαίου είναι σε ορισμένες περιπτώσεις αμφισβητήσιμη.

 

Πέραν τούτου, η Άγκυρα αμφισβητεί την κυριότητα απροσδιόριστου αριθμού και ταυτότητας αιγαιακών «νήσων, νησίδων και βραχονησίδων», για να θυμηθούμε τη φράση της κυρίας Τσιλέρ – πρωθυπουργού τότε – επ’ ευκαιρία της κρίσης των Ιμίων. Και μολονότι έχουμε, κατ’ αρχήν, δεχθεί, μετά πρόταση του τότε προέδρου Κλίντον, η Τουρκία να προσφύγει μονομερώς, αν το επιθυμεί, στο Διεθνές Δικαστήριο για τα Ίμια – πεπεισμένοι άλλωστε ότι η εν προκειμένω νομική θέση μας είναι ισχυρή – ασφαλώς δεν είμαστε διατεθειμένοι να συναινέσουμε στην επέκταση της μεθόδευσης αυτής και στις όποιες άλλες αυθαίρετες τουρκικές αμφισβητήσεις της εδαφικής μας κυριαρχίας.

 

Ενώ ούτε η αμφισβήτηση από την Άγκυρα του εύρους του εναέριου χώρου μας είναι σκόπιμο να τεθεί υπό την κρίση της Χάγης. Στο μέτρο που δεν συμπίπτει με την αιγιαλίτιδα ζώνη μας, το εύρος αυτό αποτελεί ομολογουμένως παγκόσμια πρωτοτυπία και δύσκολα θα αναγνωριζόταν από τον διεθνή δικαστή ως σύμφωνο με το διεθνές δίκαιο. Ενώ, αν για οποιοδήποτε λόγο αποφασίσουμε να το μειώσουμε, συμφέρον μας είναι τη μείωση αυτή να την αξιοποιήσουμε μέσω διαπραγματεύσεων για την εξασφάλιση ανταλλαγμάτων – και άρα να αποφύγουμε τη διεθνή δικαστική οδό.

 

Από την άλλη, μια ελληνοτουρκική διαφορά που αναμφίβολα προσφέρεται, κατ’ αρχήν, σε διεθνή δικαστική κρίση είναι η αφορώσα στη αιγαιακή υφαλοκρηπίδα. Σχετικές συνομιλίες μεταξύ των δύο χωρών έχουν διεξαχθεί επανειλημμένως μετά το 1976. Με το πέρασμα, ωστόσο, του χρόνου ακόμη και η προσφυγή για την κατανομή της υφαλοκρηπίδας περιπλέκεται. Το 1994 ετέθη σε ισχύ η Διεθνής Σύμβαση του Δικαίου της Θάλασσας, δυνάμει της οποίας η Ελλάδα έχει δικαίωμα επέκτασης των χωρικών της υδάτων έως και τα 12 ν.μ. – με την Άγκυρα, όμως, να απειλεί ότι άσκηση του δικαιώματος αυτού θα σημάνει πόλεμο. Και δύο χρόνια αργότερα, η Τουρκία ήγειρε τις εδαφικές διεκδικήσεις της εις βάρος του ελληνικού νησιωτικού χώρου. Είναι δε προφανές ότι οι αντιπαραθέσεις περί την ελληνική αιγιαλίτιδα ζώνη και την κυριότητα ελληνικών νήσων, ήτοι σε σχέση με δύο κρίσιμες παραμέτρους της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, καθιστούν τη σύνταξη του συνυποσχετικού – που αποτελεί προϋπόθεση για την προσφυγή στη Χάγη –  προβληματική.

 

Σε ό,τι, μάλιστα, αφορά ειδικότερα στο εύρος της αιγιαλίτιδας ζώνης, πρέπει να υπομνησθεί ότι η Ελλάδα έχει αποφύγει μέχρι τούδε να κάνει χρήση του δικαιώματος που αντλεί από το νέο Δίκαιο της ΘάλασσαςΠαρ’ όλον δε ότιη αδράνειά μας δεν αποδυναμώνει το δικαίωμα αυτό υπό νομική έποψη, η συν τω χρόνω παγίωση της κρατούσας κατάστασης κατάσταση πραγμάτων καθιστά την άσκησή του γεωπολιτικώς δυσχερέστερη. Εάν, επομένως,δεν προτιθέμεθα να το ασκήσουμε, το εθνικώς σκόπιμο είναι να το χρησιμοποιήσουμε ως διαπραγματευτικό μοχλό για την επίτευξη μιας συμφωνίας με την τουρκική πλευρά προβλέπουσας, μεταξύ άλλων, και την επιλεκτική διεύρυνση των αιγαιακών χωρικών μας υδάτων.

 

Για να συμπληρωθεί η συνοπτικότατη αυτή αναφορά στη διαφορά περί την υφαλοκρηπίδα πρέπει να μνημονευθεί και η στρατηγική πτυχή ενδεχόμενης προσφυγής στη Χάγη. Διατρέχουμε σοβαρό κίνδυνο το Διεθνές Δικαστήριο, με στενά νομικά και οικονομικά κριτήρια, να εκδώσει απόφαση εγκλωβίζουσα στην τουρκική υφαλοκρηπίδα ελληνικό χερσαίο χώρο του Ανατολικού Αιγαίου. Και, συνεπώς, ενδείκνυται να ληφθεί μέριμνα ώστε η απόφαση των διεθνών δικαστών να είναι συμβατή με τη λειτουργική συνοχή της ελληνικής επικράτειας. Ενδεδειγμένο δε πλαίσιο για να διασφαλισθεί η συμβατότητα αυτή είναι το συνυποσχετικό – η σύνταξη, ως εκ τούτου, του οποίου προϋποθέτει και κατάλληλη προσυνεννόηση με την άλλη πλευρά.

 

Το γενικότερο συμπέρασμα από τα ως άνω είναι ότι η ειρηνική μεθόδευση της ελληνοτουρκικής αντιπαράθεσης στο Αιγαίο συνεπάγεται τον συνδυασμό των μέσων που προσφέρει το διεθνές δικαιοδοτικό σύστημα με τη διπλωματία – ήτοι με τον διάλογο και τις διαπραγματεύσεις. Ανάγκη, ωστόσο, να τονισθεί ότι η επιτυχία μιας τέτοιας προσέγγισης εξαρτάται σε καθοριστικό βαθμό από δύο εξωγενείς παράγοντες. Ο ένας είναι το Κυπριακό. Χωρίς ουσιαστική πρόοδο προς την επίλυσή του το ελληνοτουρκικό κλίμα θα παραμένει βαρύ, με ανασχετικές επιπτώσεις και στις όποιες προσπάθειες εξομάλυνσης των σχέσεών μας με την Άγκυρα σε άλλους τομείς. Ενώ κρίσιμης σημασίας είναι και η διατήρηση από την Ελλάδα αξιόπιστου στρατιωτικού αποτρεπτικού, προκειμένου, αφ’ ενός, οι συνομιλίες με την Τουρκία να διεξαχθούν από θέση ισοτιμίας, και, αφ’ ετέρου να διασφαλισθεί η τήρηση από τη γείτονα των τυχόν συμφωνηθησομένων.

Αφήστε μια απάντηση