ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 1ΗΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1920

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 1ΗΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1920

ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 1ΗΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1920

Μιλτιάδης Β. Παρλάντζας, MSc, MA

Οι εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 θεωρούνται, από μεγάλο μέρος ιστορικών και πολιτικών επιστημόνων, ως η μεγαλύτερη έκπληξη εκλογικής αναμέτρησης στη νεότερη και σύγχρονη πολιτική ιστορία. Η ήττα του Κόμματος των Φιλελευθέρων από την Ηνωμένη Αντιπολίτευση, παρά τις διπλωματικές επιτυχίες του Ελευθέριου Βενιζέλου με την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, έμελλε να θεωρηθεί ως η απαρχή της Μικρασιατικής Καταστροφής η οποία επήλθε δύο μόλις χρόνια αργότερα.

Οι συγκεκριμένες εκλογές είχαν ιδιαίτερη σημασία καθώς οι δύο αντίπαλες παρατάξεις θα ερχόταν αντιμέτωπες μετά τις εκλογές της 31ης Μαΐου 1915 στις οποίες οι Φιλελεύθεροι επικράτησαν με 186 έδρες επί συνόλου 316. Νωρίτερα ο Βενιζέλος υπέβαλλε την παραίτηση του στον βασιλιά Κωνσταντίνο Α΄ λόγω της άρνησης του τελευταίου στην πρόταση του πρωθυπουργού για έξοδο της χώρας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Ακολούθησε η εκ νέου παραίτηση του Κρητικού πολιτικού για τον ίδιο λόγο και η διεξαγωγή νέων εκλογών στις 6 Δεκεμβρίου 1915 με την αποχή όμως της βενιζελικής παράταξης.[1]

Η διαφωνία μεταξύ του αρχηγού του κράτους και του δημοκρατικά εκλεγμένου πρωθυπουργού σχετικά με τη συμμετοχή της χώρας στο Μεγάλο Πόλεμο, ξεκίνησε ως ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, συνέχισε ως συνταγματική κρίση και κατέληξε σε Εθνικό Διχασμό. Το ελληνικό έθνος διαιρέθηκε σε δύο παρατάξεις: οι βενιζελικοί,οι οποίοι υποστήριζαν την Αντάντ και οι αντιβενιζελικοί, οι οποίοι υποστήριζαν την ουδετερότητα. Την παραίτηση του Βενιζέλου τον Φεβρουάριο του 1915 ακολούθησε η ανάθεση της πρωθυπουργίας από τον βασιλιά στον Δημήτριο Γούναρη, ιδρυτή του Κόμματος των Εθνικοφρόνων. Στο ίδιο κόμμα προσχώρησαν στη συνέχεια στελέχη των κομμάτων του Ράλλη και του Θεοτόκη (παλαιοκομματικοί), δημιουργώντας με αυτόν τον τρόπο μια συντηρητική παράταξη, η οποία βρέθηκε στο προσκήνιο μετά από πέντε χρόνια απόλυτης κυριαρχίας των Φιλελευθέρων.[2]

Η κρίση που ακολούθησε ήταν πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα. Η σταθερή άρνηση του Κωνσταντίνου να εντάξει την Ελλάδα στο πλευρό της Αντάντ, παρά τη συμμετοχή της Βουλγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων αλλά και την αποβίβαση των Αγγλογαλλικών δυνάμεων στη Θεσσαλονίκη τον Σεπτέμβριο του 1915, μπορεί να εντοπιστεί στους παρακάτω λόγους: α) ο Έλληνας μονάρχης δεν ήθελε να συγκρουστεί με τον αδερφό της συζύγου του,αυτοκράτορα Γουλιέλμο Β΄ της Γερμανίας λόγω οικογενειακής αλληλεγγύης, β) στις αρχές του Πολέμου και σε συνεργασία με τον Βενιζέλο, είχε δώσει το λόγο του στον Γουλιέλμο για μη κήρυξη πολέμου, γ) η απόφαση της Αντάντ για παραχώρηση της Κωνσταντινούπολης στη Ρωσία και όχι στην Ελλάδα μετά το τέλος του Πολέμου είχε ως αποτέλεσμα την πίκρα του Κωνσταντίνου, καθώς ο μεγαλύτερος του πόθος ήταν η είσοδος του στην Πόλη ως επικεφαλής του Ελληνικού Στρατού.[3]

Η δυναμική αντίδραση του Βενιζέλου πραγματοποιήθηκε κατόπιν της παράδοσης της Ανατολικής Μακεδονίας στις δυνάμεις των Γερμανών και Βουλγάρων τον Αύγουστο του 1916. Αρχικά, στις 14 Αυγούστου μίλησε στο μαζικό συλλαλητήριο της Αθήνας, κατηγορώντας τον Κωνσταντίνο για παραβίαση του πολιτεύματος και αναθεματίζοντας το Γενικό Επιτελείο για την διάλυση του Στρατού. Στη συνέχεια μετέβη στα Χανιά και από εκεί στη Θεσσαλονίκη όπου ανέλαβε την ηγεσία του Κινήματος Εθνικής Αμύνης, το οποίο ξέσπασε στις 17 Αυγούστου από βενιζελικούς αξιωματικούς. Τέλος, στις 12 Σεπτεμβρίου σχημάτισε την Προσωρινή Κυβέρνηση με τον ναύαρχο Παύλο Κουντουριώτη και τον στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή ως Τριανδρία.[4]

Η επικράτηση του Βενιζέλου και του «κράτους της Θεσσαλονίκης» έναντι του «κράτους των Αθηνών» στηρίχθηκε στη βοήθεια των Άγγλων και των Γάλλων και κυρίως στις ενέργειες του εκπροσώπου τους στην Ελλάδα Ζονάρ. Τον Νοέμβριο του 1916, συμμαχικό απόσπασμα αποβιβάστηκε στον Πειραιά, έλαβε χώρα η σύγκρουση των «Νοεμβριανών» με τους φιλοβασιλικούς Επίστρατους, επιβλήθηκε ναυτικός αποκλεισμός από τον γαλλοβρετανικό στόλο και αναγκάστηκε σε παραίτηση ο Κωνσταντίνος υπέρ του δευτερότοκου υιού του Αλέξανδρου. Ο Βενιζέλος ανέλαβε την πρωθυπουργία του ενωμένου πλέον κράτους, «ανέστησε» τη Βουλή του Μαΐου 1915, η οποία έλαβε το προσωνύμιο «Βουλή των Λαζάρων» και η Ελλάδα εξήλθε επίσημα στον Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ.[5]

Προκειμένου να ικανοποιήσει τις εθνικές διεκδικήσεις από τη νικηφόρο έκβαση του Πολέμου, ο Βενιζέλος αποφάσισε την αποστολή εκστρατευτικού σώματος στην Ουκρανία τον Ιανουάριο του 1919, καθώς η Ελλάδα συμμετείχε στο τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και δεν προσέφερε πολλά στο πεδίο των μαχών. Τον Μάιο του 1919 η Ι Μεραρχία αποβιβάστηκε στη Σμύρνη και ένα χρόνο αργότερα υπογράφτηκε η περίφημη Συνθήκη των Σεβρών με τη δημιουργία της Μεγάλης Ελλάδας των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών για βραχύβιο, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, διάστημα. Μέσα σε αυτό το πανηγυρικό κλίμα, το Κόμμα των Φιλελευθέρων και ο επικεφαλής του οδηγούσαν τη χώρα σε εκλογές, ένα και πλέον έτος μετά τη λήξη της θητείας της «Βουλής των Λαζάρων».

Ήδη από τις αρχές του 1920 οι αντιβενιζελικοί άρχισαν την ανασυγκρότηση τους. Μέσω της οργάνωσης των Λαϊκών Πολιτικών Συλλόγων απέκτησαν ισχυρή μαζική οργάνωση. Κατά τον προεκλογικό αγώνα, τα στελέχη της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης έκαναν λόγο για την ανάγκη ανατροπής της βενιζελικής τυραννίας, δήλωναν υπερηφάνεια για τα κατορθώματα του Στρατού, ενώ τόνιζαν τους ισχυρούς δεσμούς του ελληνικού με τον αγγλικό λαό.[6] Με άλλα λόγια, δήλωναν την προσήλωση τους στη εφαρμογή της Συνθήκης των Σεβρών και στις καλές σχέσεις με τις δυνάμεις της Αντάντ. Επιπλέον, με τον απροσδόκητο θάνατο του βασιλιά Αλέξανδρου, οι αντιβενιζελικοί έθεσαν ως λύση στο δυναστικό ζήτημα τη διεξαγωγή δημοψηφίσματος για την επιστροφή του Κωνσταντίνου.[7]

Από την πλευρά τους οι βενιζελικοί αντιμετώπιζαν με βεβαιότητα τη νίκη τους στις επικείμενες εκλογές. Προκειμένου να διασφαλίσουν περαιτέρω το αποτέλεσμα, προχώρησαν σε τροποποίηση του εκλογικού νόμου, ώστε να ψηφίσει ο εν εκστρατεία στρατός αλλά και ο πληθυσμός της Θράκης. Μάλιστα, για τα δύο αυτά τμήματα του εκλογικού σώματος καθιερώθηκε το ψηφοδέλτιο αντί του σφαιριδίου, γεγονός που διευκόλυνε τη χειραγώγηση της ψήφου από την κυβερνητική παράταξη. Το αποτέλεσμα όμως των εκλογών ανέτρεψε τις προβλέψεις των Φιλελευθέρων με την Αντιπολίτευση να εξασφαλίζει 249 από τις 369 έδρες, τον Βενιζέλο να μην εκλέγεται καν βουλευτής και τον σχηματισμό κυβέρνησης από την αντιβενιζελική παράταξη.[8]

Οι λόγοι που οι Φιλελεύθεροι έχασαν τις εκλογές σχετίζονται με την στάση που τήρησαν από την επάνοδο τους στην εξουσία τον Ιούνιο του 1917: απέδωσαν στον βασιλιά και τις κυβερνήσεις του τη μομφή της προδοσίας, εξόρισαν στην Κορσική τα επιφανή στελέχη της αντιβενιζελικής παράταξης, προχώρησαν στην άρση συγκεκριμένων διατάξεων του Συντάγματος, εκκαθάρισαν τις Ένοπλες Δυνάμεις, τα Σώματα Ασφαλείας, τη δικαιοσύνη και την Εκκλησία από τους οπαδούς των πολιτικών τους αντιπάλων.[9] Όπως χαρακτηριστικά έγραψε ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης «η πολιτική του κυβερνήτου [σημ. 1917-1920] δεν υπήρξε πολιτική αγάπης και αλληλεγγύης αλλά τουναντίον ήτο πολιτική διαιρέσεως, μίσους και διώξεων».[10] Επιπλέον η κόπωση του λαού από τη μακροχρόνια πολεμική εμπλοκή της χώρας διαδραμάτισε σοβαρό ρόλο στο αποτέλεσμα των εκλογών.[11]

Ο σημαντικότερος όμως λόγος που κέρδισε τις εκλογές η Αντιπολίτευση ήταν η υπόσχεση επανόδου στο θρόνο του βασιλιά Κωνσταντίνου: πηγαίνοντας κάποιος στην κάλπη το Νοέμβριο του 1920 βρισκόταν ουσιαστικά μεταξύ του διλήμματος «Βενιζέλος ή Κωνσταντίνος». Άλλωστε ο τρόπος με τον οποίο ο Βενιζέλος επανήλθε στην εξουσία, η ωμή παρέμβαση των Δυνάμεων και η εκθρόνιση του Κωνσταντίνου κατόπιν απαιτήσεως τους, έπληξαν το κύρος των Φιλελευθέρων και του ίδιου του Κρητικού πολιτικού. Η αίγλη που είχε αποκτήσει ο Κωνσταντίνος κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους ως Στρατηλάτης Βασιλιάς, δεν ξεθώριασε τελείως παρά την σύγκρουση του με τον λαοφιλή πρωθυπουργό, την εμμονή του για την τήρηση αυστηρής ουδετερότητας (ανούσιας έπειτα από ένα διάστημα) και την παράδοση της Ανατολικής Μακεδονίας σε εχθρικές δυνάμεις. Το αποτέλεσμα των εκλογών αποτέλεσε τη θρυαλλίδα των εξελίξεων στο Μικρασιατικό Ζήτημα: οι Σύμμαχοι βρήκαν την ευκαιρία που αποζητούσαν προκειμένου να απεμπλακούν από τις συμμαχικές δεσμεύσεις, ανέστειλαν την οικονομική τους βοήθεια και σταδιακά υποστήριξαν τον Κεμάλ στην προσπάθεια του για εκδίωξη των ελληνικών δυνάμεων από την Ιωνία. Διπλωματικά και στρατιωτικά απομονωμένη η Ελλάδα δεν άργησε να καταρρεύσει στο Μικρασιατικό Μέτωπο με τεράστιες απώλειες κατά τις σφαγές και λεηλασίες που προκάλεσαν οι Τούρκοι.



[1] Αντώνης Κλάψης, Πολιτική και διπλωματία της ελληνικής εθνικής ολοκλήρωσης, Αθήνα, Πεδίο, 2019, σ. 275-279

[2] Σωτήρης Ριζάς, Βενιζελισμός και αντιβενιζελισμός στις απαρχές του εθνικού Διχασμού 1915-1922, Αθήνα, Ψυχογιός, 2019, σ. 42-43

[3] Σπυρίδων Πλουμίδης, Μεταξύ επανάστασης και μεταρρύθμισης: Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος και βενιζελισμός 1909-1922, Αθήνα, Πατάκης, 2020, σ. 195-204

[4] Γιώργος Μαυρογορδάτος, 1915: Ο Εθνικός Διχασμός, Αθήνα, Πατάκης, 2016, σ. 86-92

[5] Μανόλης Κούμας, Γεώργιος Καφαντάρης, Αθήνα, Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων για τον κοινοβουλευτισμό και τη δημοκρατία, 2012, σ. 30-31

[6]Σκριπ, 21 Σεπτεμβρίου 1920

[7]Σκριπ, 20 Οκτωβρίου 1920

[8]Ηλίας Νικολακόπουλος, Των εκλογών τα πάθη, Αθήνα, Το Βήμα, 2023, σ. 62-64

[9]Αντώνης Κλάψης, ό.π., σ. 292

[10]Γεώργιος Κονδύλης, Ο δρόμος προς την καταστροφή, Αθήνα, Λαβύρινθος, 2021 , σ. 123

[11]Μανόλης Κούμας, ό.π., σ. 42