Blog

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

Η ΘΕΣΗ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΑΣ ΣΤΗΝ ΕΥΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΕΛΛΟΝΤΟΣ

 

Του Φιλίππου Τεντολούρη                               02/04/2021

Το γεωπολιτικό υπόδειγμα που παρουσιάζει το παρόν άρθρο υιοθετεί την ορολογία της θεωρητικής μεθοδολογίας του Καθηγητή Ιωάννη Μάζη, δηλαδή της Συστημικής Γεωπολιτικής Αναλύσεως και εντάσσεται στο γενικότερο θεωρητικό πλαίσιο που διαμορφώθηκε στο πέρασμα του χρόνου πάνω στα κοινά σημεία των θεωριών των επιφανών γεωπολιτικών αναλυτών Mackinder, Spykman, Ratzel και Haushofer. Το γεωπολιτικό σύμπλοκο (γεωγραφικός χώρος) της ανάλυσης είναι η Ευρασία (η «πλανητική νήσος» κατά Mackinder, η οποία θεωρητικώς συμπεριλαμβάνει και την αφρικανική ήπειρο) και ο γεωπολιτικός παράγων στον οποίο εστιάζει η ανάλυση είναι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (Γερμανία).

Οι κύριες αντίρροπες δυνάμεις που σχηματίζονται σταδιακά στους δευτερογενείς αιτιατικούς υπερδομικούς ανθρωποχώρους του συμπλόκου, τον οικονομικό και τον πολιτικό, αποτελούνται από:

α) τους εθνικοκρατικούς δρώντες της Κίνας, της Ρωσίας του Ιράν, της Τουρκία, του Πακιστάν, του Κατάρ, καθώς και τους μικρότερους δρώντες στα υποσυστήματα του Καυκάσου, της Κεντρικής Ασίας και της Μέσης Ανατολής (Συρία, Χεζμπολάχ, Χούτι, Χαμάς), οι οποίοι είναι άμεσα εξαρτώμενοι από τους πρώτους  (ιδίως από τη Ρωσία, το Ιράν, την Τουρκία και την Κίνα)

β) τον υπερσυστημικό εθνικοκρατικό δρωντατων Η.Π.Α. μαζί με τους υποσυστημικούς εθνικοκρατικούς δρώντες της Μ.Βρετανίας, του Ισραήλ, της Γαλλίας, της Αιγύπτου, της Σ.Αραβίας, των Η.Α.Ε., της Ν.Κορέας, της Ιαπωνίας, της Ταϊβάν, καθώς και τους μικρότερους δρώντες στα υποσυστήματα της Μέσης Ανατολής (αραβικές μοναρχίες, Κούρδοι αντάρτες) και της Ν.Α. Ασίας, τους ευρισκομένους στη σφαίρα επιρροής των πρώτων.

Διαφαίνεται δηλαδή ένας νέος διπολικός καταμερισμός της ισχύος στο ευρασιατικό σύστημα, ο οποίος διαδέχεται σταδιακά τον μονοπολικό της περιόδου 1990-2008 και τον πολυπολικό της περιόδου 2009-σήμερα. Στο πλαίσιο αυτό λαμβάνεται ως δεδομένο ότι η περικύκλωση των χερσαίων ευρασιατικών δυνάμεων από τον υπερσυστημικό δρώντα των ΗΠΑ (θαλάσσια πλανητική δύναμη) και τους συμμαχικούς με αυτόν συστημικούς δρώντες του ενός εκ των δύο πόλων, του κυριαρχούντος στην «Rimland» κατά Spykman, οδηγεί στην άμβλυνση των γεωπολιτικών (ιστορικών-πολιτισμικών, οικονομικών, δημογραφικών) διαφορών των γειτνιαζόντων εθνικοκρατικών δρώντων του έτερου πόλου και στην συσπείρωσή τους[1], με κύριο άξονα το χερσαίο τμήμα καλούμενου «νέου δρόμου του μεταξιού» ή OBOR, o οποίος υλικοτεχνικώς διαμορφώνεται μέσα από ένα ενιαίο πλέγμα αγωγών, σιδηροδρομικών και οδικών δικτύων μεταφοράς και διαμετακόμισης πρώτων υλών και προϊόντων και είναι πλήρως ανταγωνιστικός με τις αντίστοιχες υδάτινες οδούς πέριξ της πλανητικής νήσου, οι οποίες ελέγχονται από τις θαλάσσιες δυνάμεις του λεγόμενου «δυτικού κόσμου».

Στο εν λόγω γεωπολιτικό υπόδειγμα ρόλος της Γερμανίας εκτιμάται με βάση τις παρατηρούμενες τάσεις και κατευθύνσεις της εξωτερικής της πολιτικής ότι θα είναι αυτός του επιτήδειου ουδέτερου ή της ενδιάμεσης ανεξάρτητης δύναμης, αντίστοιχος με αυτόν που πρεσβεύει η Τουρκία σήμερα και που πρέσβευε η Γιουγκοσλαβία το διάστημα του Ψυχρού Πολέμου. Συγκεκριμένα, ήδη από το 2014 η Γερμανία διαδραματίζει διφορούμενο ρόλο εφαρμόζοντας από τη μία οικονομικές κυρώσεις εναντίον της Ρωσίας συνεργαζόμενη όμως από την άλλη μαζί της στον τομέα της ενέργειας, καθώς παρά τις πιέσεις των ΗΠΑ και ευρωπαϊκών κρατών όπως η Πολωνία, προωθεί σε συνέργεια με τη μεγάλη γεωπολιτική αντίπαλό τους την κατασκευή και λειτουργία του αγωγού  μεταφοράς φυσικού αερίου Nordstream 2.

Επίσης, πασιφανώς και αγνοώντας κάθε πρόσχημα ακολουθεί την τελευταία δεκαετία τη δική της εθνική γεωστρατηγική γραμμή και όχι την κοινή ευρωπαϊκή, απαιτώντας παράλληλα από τα ασθενέστερα γεωπολιτικώς κράτη-μέλη της Ένωσης να πράξουν το αντίθετο, να υιοθετήσουν δηλαδή την κοινή ευρωπαϊκή πολιτική, ασχέτως αν αυτή εξυπηρετεί τα συμφέροντά τους. Άλλοι δείκτες του πολιτικού πυλώνα της ισχύος που τονίζουν περαιτέρω το γεγονός ότι ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αμφισβητείται  από μεγάλη μερίδα των πολιτών της και ότι μετατρέπεται σε χώρο γερμανικής επικυριαρχίας είναι α) η πρόσφατη έξοδος της Μ.Βρετανίας από αυτήν και β) η σημαντική άνοδος των λεγόμενων «ευρωσκεπτικιστικών» πολιτικών κομμάτων. Επομένως, οδηγείται κανείς στην εκτίμηση ότι μεσοπροθέσμως η Ευρωπαϊκή Ένωση δε θα υφίσταται με τη σημερινή της μορφή, αλλά ίσως ως μια χαλαρή οικονομική συνομοσπονδία. Στο πλαίσιο αυτό η Γερμανία θα δράττει μεν τα οφέλη της κοινής αγοράς για την κυκλοφορία των βιομηχανικών της προϊόντων, δε θα δεσμεύεται όμως από πολιτικές ρήτρες αναφορικά με το εύρος και το βάθος της συνεργασίας της με τη Ρωσία, την Κίνα, την Τουρκία και το Ιράν στο πεδίο της ενέργειας και των πρώτων υλών. Το φθηνό φυσικό αέριο της Ρωσίας και του Ιράν (των χωρών με τα μεγαλύτερα επιβεβαιωμένα αποθέματα παγκοσμίως), ο πακτωλός των χαμηλού κόστους πρωτογενών προϊόντων και των σπάνιων γαιών που παράγει, εξάγει και μεταφέρει μέσω της OBOR η Κίνα στο δυτικό τμήμα της Ευρασίας, και τέλος το φθηνό εργατικό δυναμικό και η μεγάλη αγορά της Τουρκίας, αποτελούν προαπαιτούμενα για την απρόσκοπτη λειτουργία και περαιτέρω γιγάντωση της γερμανικής βιομηχανίας.

             Τέλος, στο πλαίσιο του νέου ρόλου της ως ενδιάμεση ευρασιατική δύναμη, ως ουδέτερος χώρος απόσβεσης των κραδασμών («buffer zone») της γεωπολιτικής συγκρουσιακής τροχιάς των δύο ισχυρών ευρασιατικών πόλων και ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ τους, θα καταφέρει να διεκδικήσει με πιο δυναμικό τρόπο απ’ ότι σήμερα την αναβίωση του δόγματος «Drang nach Osten[2]», δηλαδή την επέκταση του ζωτικού της χώρου (“Lebensraum” κατά Ratzel) και τη συνεπαγόμενη γεωπολιτική της πρωτοκαθεδρία στα υποσυστήματα της Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων. Ό,τι δηλαδή επιχειρεί να πετύχει με την ίδια πολιτική τα τελευταία χρόνια η Τουρκία στα υποσυστήματα της Μέσης Ανατολής, του Καυκάσου και των Βαλκανίων.

            Σημειωτέον ότι και άλλοι ευρασιατικοί συστημικοί δρώντες δύνανται να διεκδικήσουν αντίστοιχο (ενδιάμεσο) ρόλο στο νέο γεωπολιτικό περιβάλλον που αναδεικνύεται, με κυριότερη υποψήφιο την Ινδία. Επίσης, στο ευρασιατικό γεωπολιτικό σύμπλοκο δύνανται να προβάλλουν ισχύ και να επηρεάσουν το συνολικό διάνυσμα της ισχύος του και έτεροι υπερσυστημικοί δρώντες, πέραν των Η.Π.Α., με κυριότερους υποψήφιους την Αυστραλία στον αμυντικό (στρατιωτικό) πυλώνα και την Βραζιλία και τη Νότιο Αφρική στον οικονομικό (μέσω του σχήματος BRICS). Η ανάλυση όμως αυτών των γεωπολιτικών παραγόντων δύναται να αποτελέσει το αντικείμενο παρουσίασης επόμενων άρθρων.

Σημείωση συγγραφέα: Βασικό προαπαιτούμενο της συστημικής γεωπολιτικής μεθοδολογίας είναι η ποσοτικοποίηση των δεδομένων και των δεικτών που χρησιμοποιούνται στην ανάλυση όπως και η αναλυτική παρουσίαση με τη βοήθεια χαρτών των διάφορων γεωγραφικών χώρων.  Ευνόητο είναι ότι για λόγους οικονομίας χώρου παρουσιάστηκαν αδρά οι τάσεις και το διάνυσμα της ισχύος του γεωπολιτικού υποδείγματος. Μια πιο διεξοδική και εκτεταμένη μελέτη του θέματος χρειάζεται να συμπεριλάβει πίνακες και διαγράμματα αριθμητικών δεδομένων για μια εμπεριστατωμένη αποτύπωσή τους.



[1] Δίνοντας σάρκα και οστά στον εφιάλτη των αγγλοσαξονικών θαλάσσιων δυνάμεων, οι οποίες διαμόρφωσαν την πλανητική γεωστρατηγική τους διαδρομή στη βάση των θεωριών του Mackinder και του Spykman, και συνεπώς δημιουργώντας την πρώτη «hyper-power» (υπέρ-υπερδύναμη) της ιστορίας, κατά τον καθηγητή Κ.Γρίβα.

[2] Όπως έχει υπογραμμιστεί επανειλημμένως από τον καθηγητή Ι.Μάζη. Το εν λόγω δόγμα αποτέλεσε τον κύριο άξονα της εξωτερικής πολιτικής της Καϊζερικής Γερμανίας στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ου αιώνα, προκειμένου να αναπληρώσει την έλλειψη γεωστρατηγικού βάθους και ζωτικού χώρου που πρόσφεραν στη Μ.Βρετανία και τη Γαλλία οι εκτεταμένες αποικίες τους και στη Ρωσία η κυριαρχία στη Σιβηρία και την Κεντρική Ασία, και να καθιερωθεί και η ίδια στο πολιτικο-διπλωματικό σκηνικό ως Μεγάλη Δύναμη

Αφήστε μια απάντηση