Τουρκία, κουρδικό και εξελίξεις στη Συρία

∆ΙΑΛΕΞΗ ΣΤO EΛ.Ι.Σ.ΜΕ (15 Νοεμβρίου 2012)

Ταξίαρχος ε.α. Χρήστος Μηνάγιας

Τουρκία, κουρδικό και εξελίξεις στη Συρία

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΜΜΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗΣ

Η Τουρκία και ο ρόλος των τουρκο-ισλαμιστών

Κουρδικό πρόβλημα και δημιουργία κουρδικού κράτους

 Η Τουρκία και οι εξελίξεις στη Συρία

 Η άποψη των κρατών της Μέσης Ανατολής για την Τουρκία

 Επίλογος

Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΤΟΥΡΚΟ-ΙΣΛΑΜΙΣΤΩΝ

Όταν τα προσφυγικά μουσουλμανικά ρεύματα άρχισαν να εξαπλώνονται προς ∆υσμάς, τα κράτη του δυτικού κόσμου αποφάσισαν να εφαρμόσουν πολιτικές ένταξης των εν λόγω μουσουλμάνων στο δυτικό τρόπο ζωής. Όμως, οι περισσότερες μουσουλμανικές θρησκευτικές κοινότητες εξέλαβαν τις πολιτικές αυτές ως μια στρατηγική αφομοίωσης των μελών τους και περιχαράκωσαν με κάθε μέσο τον ανατολικό τρόπο ζωής τους και τα ισλαμικά ήθη και έθιμα. Εντούτοις, παρά τους προβληματισμούς τους, οι ηγεσίες των κοινοτήτων αυτών αποφάσισαν να αποδεχθούν την εν μέρει πολιτιστική προσέγγιση τους με το δυτικό πολιτισμό, θέτοντας, όμως, σαν «όρο» το δικαίωμα να έχουν ρόλο και ενεργό συμμετοχή στις πολιτικές που είχαν τεθεί σε εφαρμογή. Επισημαίνεται δε, ότι οι αξιώσεις τους δεν εστιάσθηκαν μόνο στα πολιτιστικά και θρησκευτικά θέματα αλλά επεκτάθηκαν μέχρι και την πολιτική, είτε συμμετέχοντας στους υφιστάμενους πολιτικούς φορείς είτε επιδιώκοντας να δημιουργήσουν αυτόνομους μουσουλμανικούς συνδυασμούς ειδικά στον τομέα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Ας σημειωθεί ακόμη πως οι μουσουλμανικές κοινότητες των δυτικών χωρών δεν δρουν αυτόνομα δεδομένου ότι έχουν τη στήριξη της Τουρκίας, του Ιράν, του Πακιστάν, της Σαουδικής Αραβίας, της Λιβύης, του Κουβέιτ και της Αιγύπτου.

1 Η Τουρκία, αρχικά, προσπάθησε να διεκδικήσει ηγετικό ρόλο για τον έλεγχο των μουσουλμάνων της ∆ύσης, δημιουργώντας ένα δίκτυο διεξαγωγής ψυχολογικών επιχειρήσεων που χρησιμοποιούσε ως κύριο «όπλο» την τουρκική γλώσσα. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις αυτές δεν μπόρεσαν να υπερνικήσουν τους Σαουδάραβες, οι οποίοι προβάλλοντας το Ισλάμ και δαπανώντας ταυτόχρονα εκατομμύρια δολάρια κατάφεραν να προσελκύσουν ακόμη και τους Τούρκους της διασποράς.

2 Αυτή ήταν η βασική αιτία που δημιουργήθηκε η ιδεολογία του τουρκο-ισλαμισμού, η οποία ταυτόχρονα αποτέλεσε τη βάση λειτουργίας και διακυβέρνησης της χώρας κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του στρατηγού Κενάν Εβρέν (9-11-1982 έως 9-11- 1989). ∆ιευκρινίζεται δε, ότι η βασική αρχή της ιδεολογίας αυτής αναφέρεται στην ανάδειξη του τουρκισμού μέσω του ισλαμισμού και υποστηρικτές της ήταν η στρατοκρατία, το εθνικιστικό κόμμα ΜΗΡ και οι ισλαμιστές, συμπεριλαμβανομένου και του Φετουλάχ Γκιουλέν. Άλλωστε, είναι ευρέως γνωστό στην Τουρκία, ότι το όραμα του τουρκο-ισλαμισμού, το 1991, άνοιξε το δρόμο για την εξουσία της χώρας στον Ερμπακάν και τώρα υπερασπίζεται και στηρίζει τον Ερντογάν.

Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μια νέα θρησκευόμενη γενεά νεο-συντηρητικών διανοουμένων που υιοθέτησε τη συνύπαρξη του συντηρητισμού με τη θεωρία της ένωσης και της προόδου, επηρεαζόμενη από αρκετά δυτικά πρότυπα. Σημειωτέον ότι, το φρόνημα των διανοουμένων αυτών τροφοδοτείται από την οθωμανική κληρονομιά της Τουρκίας και αποτελεί το προϊόν μιας ιδεολογίας, η οποία έχει σαν στόχο τη διαφύλαξη, προώθηση και ανάδειξη του τουρκικού εθνικισμού, ενώ η διαφύλαξη και προώθηση του Ισλάμ αποτελεί θέμα δεύτερης προτεραιότητας. Συνακόλουθα δε, η εν λόγω νέα γενεά συνέβαλε σημαντικά στις πρόσφατες πολιτικοστρατιωτικές εξελίξεις της χώρας, δεδομένου ότι τα μέλη της: πρώτον, στήριξαν άμεσα ή έμμεσα το ισλαμικό κόμμα ΑΚΡ του Ταγίπ Ερντογάν.

Και δεύτερον, έχουν διεισδύσει σε όλους τους φορείς της Τουρκικής ∆ημοκρατίας, όπως πολιτικά κόμματα, δικαιοσύνη, υπουργείο Εξωτερικών, ένοπλες δυνάμεις, υπηρεσίες ασφαλείας, ακαδημαϊκή κοινότητα, τοπική αυτοδιοίκηση, τραπεζικό σύστημα, επιχειρηματικούς κύκλους, δημοσιογραφία κ.λπ. Επίσης, μια άλλη βασική επισήμανση αποτελεί το γεγονός ότι, παρόλο που η ισλαμική θρησκεία είναι δύσκολο να συνυπάρξει με τον εθνικισμό, στην Τουρκία οι έννοιες του εθνικισμού και του κρατικισμού τυγχάνουν κοινής αποδοχής τόσο από τους κεμαλιστές όσο και από τους θρησκευόμενους μουσουλμάνους.

Εν τω μεταξύ, οι επιπτώσεις της Αραβικής Άνοιξης σε όλη τη Μέση Ανατολή, οι συγκρούσεις στη Συρία και οι εξελίξεις στο κουρδικό πρόβλημα έχουν λάβει πολύ σοβαρές διαστάσεις, επηρεάζοντας άμεσα την εσωτερική ασφάλεια της Τουρκίας και αποτελούν τις βασικές αιτίες ενεργοποίησης των εθνικιστικών αντανακλαστικών των Τούρκων. Τούτο, σε συνδυασμό με την ιδεολογική κατανομή των ψηφοφόρων του κυβερνόντος κόμματος ΑΚΡ (το μεγαλύτερο τμήμα αυτών είναι εθνικιστές και κεμαλιστές-ατατουρκιστές), αποτελεί τη βασική αιτία που η χώρα τείνει να γίνει περισσότερο εθνικιστική.

ΚΟΥΡ∆ΙΚΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΚΑΙ ∆ΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΟΥΡ∆ΙΚΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ

Ο κουρδικός λαός κατοικεί σε μια γεωγραφική περιοχή όπου διασταυρώνονται οι πολιτικοί, οικονομικοί και πολιτιστικοί άξονες που συνδέουν τη Μέση Ανατολή και εν γένει το Ισλάμ με τη ∆ύση.

Σε ότι αφορά στην Τουρκία, το κουρδικό και η δράση του ΡΚΚ, πέραν των εσωτερικών προβλημάτων ασφαλείας που δημιουργούν στη χώρα, παράλληλα επιφέρουν αρνητικές επιπτώσεις στην ενάσκηση της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής. Φυσικά, η αιτία μη επίλυσης του κουρδικού βαρύνει την Άγκυρα, διότι εκεί ευρίσκονται αυτοί που δεν επιθυμούν τον αφοπλισμό του ΡΚΚ και αυτοί που δεν επιθυμούν την επίλυση αυτού του προβλήματος.

Είναι προφανές ότι ο Τούρκος πρωθυπουργός Ερντογάν αντί να εξουδετερώσει πλήρως τον κεμαλισμό, που τορπιλίζει κάθε προσπάθεια επίλυσης του κουρδικού, εφάρμοσε μια μετακεμαλική πολιτική στηριζόμενη στην ιδεολογία του τουρκο-ισλαμισμού, δηλαδή ανάδειξη του τουρκισμού μέσω του Ισλάμ και καταπάτηση των δικαιωμάτων των μειονοτήτων που ζουν στην Τουρκία. Εξίσου παράδοξο είναι και το γεγονός ότι, ενώ η τουρκική κυβέρνηση ανέθεσε σε κέντρα στρατηγικών μελετών να συντάξουν μελέτες για την επίλυση του κουρδικού προβλήματος, δεν υλοποίησε καμία από τις προτάσεις που υποβλήθηκαν. Επίσης, υπάρχει και μια άλλη πλευρά, αόρατη στους τουρκο-ισλαμιστές που συχνά παρέμενε τέτοια επειδή δεν ήθελαν ή δεν τολμούσαν να κοιτάξουν προς τα εκεί. Συγκεκριμένα πρόκειται για τη στρατηγική του ΡΚΚ, η οποία διακρίνεται σε τρεις φάσεις.

Στην πρώτη φάση, με τις επιχειρήσεις που πραγματοποίησε, το ΡΚΚ πέτυχε να επιβάλλει την παρουσία του και να δημιουργήσει μια σοβαρότατη ασύμμετρη απειλή στο εσωτερικό της Τουρκίας.

Κατά τη δεύτερη φάση, που βρίσκεται σε εξέλιξη, οι Κούρδοι αντάρτες αποσκοπούν αφενός στη δυναμική ανατροπή των ισορροπιών που υπάρχουν με τις τουρκικές δυνάμεις ασφαλείας σε συγκεκριμένες 4 περιοχές, αφετέρου στην αύξηση της επιρροής τους στον τοπικό πληθυσμό που στην πλειοψηφία τους είναι Κούρδοι.

Τέλος, κατά την τρίτη φάση, θα επιδιωχθεί ο ξεσηκωμός του κουρδικού πληθυσμού, στις περιοχές που θα επιλεγούν, εναντίον του αυταρχικού τουρκο-ισλαμικού καθεστώτος, προκειμένου οι περιοχές αυτές να αποκτήσουν την αυτονομία τους. Η ίδρυση του Μεγάλου Κουρδιστάν αποτελεί έναν αμερικανικό σχεδιασμό που για πρώτη φορά παρουσιάσθηκε στην Άγκυρα το 1965. Το εν λόγω σχέδιο προέβλεπε τη δημιουργία της Ομοσπονδιακής Κουρδικής ∆ημοκρατίας συνενώνοντας τους Κούρδους του Ιράν, του Ιράκ, της Συρίας και της Τουρκίας και στη συνέχεια ενσωματώνοντάς τους με μία μορφή συνομοσπονδίας στην Τουρκία.

Μετά το 1965, οι Ηνωμένες Πολιτείες επανέφεραν κατ’ επανάληψη το θέμα αυτό στους Τούρκους αξιωματούχους τονίζοντας τους κάθε φορά ότι είχαν την πρόθεση να αναθέσουν στην Άγκυρα την προστασία του Κουρδιστάν και να τους βοηθήσουν να εξαλείψουν την απειλή του ΡΚΚ. Ωστόσο, η διπολική δομή εξουσίας στην Τουρκία, όχι μόνο δεν έφερε κανένα αποτέλεσμα αλλά υπήρξε και η αιτία συστηματικής εξόντωσης όλων εκείνων που υποστήριζαν τη δημιουργία του Κουρδιστάν. Φυσικά μεταξύ αυτών πιθανόν να περιλαμβάνεται και ο πρώην πρόεδρος της ∆ημοκρατίας Τουργκούτ Οζάλ. Επισημαίνεται ιδιαίτερα και θα πρέπει να ληφθεί πολύ σοβαρά υπόψη ότι στις 17-9-2012 διατάχθηκε η εκταφή της σωρού του Οζάλ και η ιατροδικαστική έρευνα για να διαπιστωθεί εάν δηλητηριάσθηκε ή όχι.

Tο πρώτο στάδιο ίδρυσης του Κουρδιστάν έχει ήδη υλοποιηθεί. ∆ηλαδή στο βόρειο Ιράκ υφίσταται πλέον η Ανεξάρτητη Κουρδική ∆ιοίκηση. Τα επόμενα στάδια αφορούν αρχικά στην ανακήρυξη αυτού ως ανεξάρτητο κράτος, στη συνέχεια ενσωμάτωση σε αυτό των κουρδικών περιοχών του Ιράν, της Συρίας και της Τουρκίας και τέλος την ενοποίησή τους με την Τουρκία με μία μορφή συνομοσπονδίας.

Ωστόσο, τίθενται τα εξής ερωτήματα: Το σχέδιο αυτό μπορεί να ολοκληρωθεί; Σε μια περίοδο που θα αυτονομείται η νοτιοανατολική Τουρκία, ένα κόμμα όπως το ΑΚΡ, που έχει την εμπιστοσύνη του 50% των Τούρκων ψηφοφόρων, θα μπορέσει να ολοκληρώσει το έργο του; Μήπως η δημιουργία ενός νέου νεο-εθνικιστικού κόμματος θα ήταν δυνατόν να υλοποιήσει το εν λόγω σχέδιο; Ποία θα είναι η στάση των τουρκικών εθνικιστικών κύκλων; Ποία θα είναι, εν προκειμένω, η αντίδραση του ΡΚΚ;

Τέλος, θα πρέπει να γίνει αντιληπτό ότι η τελική έκβαση του κουρδικού προβλήματος θα επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα όλη την περιοχή, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδος-Κύπρου, με αποτέλεσμα οι προσπάθειες απάντησης των ακόλουθων ερωτημάτων να αποτελούν συνεχώς μέρος της επικαιρότητας:

Το νέο κράτος των Κούρδων θα έχει διέξοδο στη θάλασσα; Εάν όχι, τούτο θα αναβαθμίσει έτι περαιτέρω τη γεωπολιτική και γεωστρατηγική θέση της Τουρκίας;

 Μια ενδεχόμενη αλλαγή συνόρων και αυτονόμηση περιοχών στην Τουρκία, το Ιράν και τη Συρία τι επιδράσεις θα έχει στην ευρύτερη περιοχή;

 Ποιες θα είναι οι επιπτώσεις στον πολιτικό χάρτη της Τουρκίας, αναφορικά με τη διαφαινόμενη κουρδική εξέγερση;

 Κατά πόσο μια αποτυχία της τουρκικής κυβέρνησης να αντιμετωπίσει την κουρδική απειλή θα αποτελέσει το εισιτήριο επιστροφής των στρατιωτικών στο προηγούμενο καθεστώς ύπαρξής τους; Και αυτό τι επίδραση θα έχει στις ελληνοτουρκικές σχέσεις;

 Τι επιπτώσεις θα υπάρξουν για την Ελλάδα σε περίπτωση δημιουργίας του Κουρδιστάν;

Η ΤΟΥΡΚΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ

Με το πάροδο του χρόνου, καθίσταται σαφές ότι αλλάζουν οι ισορροπίες στην Μέση Ανατολή, ενώ οι εξελίξεις στη Συρία θα επηρεάσουν ολόκληρη την περιοχή.

Υπόψη ότι η Συρία δεν είναι ούτε Ιράκ ούτε Αφγανιστάν διότι τα γεωστρατηγικά συμφέροντα είναι ιδιάζουσας σημασίας και μέσω της χώρας αυτής διεξάγεται ένας πόλεμος ισχύος και εξουσίας μεταξύ Ανατολής και ∆ύσης. Όταν ξεκίνησε η Αραβική Άνοιξη, το Ιράν υποστήριξε τους εξεγερμένους των χωρών αυτών και επιδίωξε να προσδώσει σε αυτήν το χαρακτήρα μιας ισλαμικής εξέγερσης, η οποία εναντιωνόταν στο υπάρχον status quo της Μέσης Ανατολής. Μόλις όμως η εξέγερση επεκτάθηκε στη Συρία, η Τεχεράνη τήρησε μια εντελώς διαφορετική στάση και υποστήριξε εμφανώς το μπααθικό καθεστώς της ∆αμασκού προκειμένου αυτό να διατηρηθεί στην εξουσία. Επίσης, η κρίση στη Συρία άλλαξε σε σημαντικό βαθμό τη φυσιογνωμία της Αραβικής Άνοιξης με αποτέλεσμα το Ιράν να πιστωθεί με ιδεολογικά, στρατηγικά και γεωπολιτικά οφέλη.

Ως γνωστόν, η Συρία αποτελεί το κέντρο της περιφερειακής πολιτικής της Τεχεράνης στη Μέση Ανατολή και μια ενδεχόμενη ανατροπή του Άσαντ θα αποκόψει το πεδίο επιρροής της στην περιοχή που αρχίζει από την Παλαιστίνη, φθάνει στον Λίβανο και εκτείνεται μέχρι το Ιράκ. Πέραν των παραπάνω, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι η διατήρηση του καθεστώτος Άσαντ θεωρείται θέμα ζωτικής σημασίας για το Ιράν λόγω του ότι οι δύο χώρες συνδέονται με ιστορικούς, ιδεολογικούς και στρατηγικούς δεσμούς. Επισημαίνεται ότι το Ιράν μέσω της Συρίας, του Λιβάνου και των σιϊτών των υπολοίπων αραβικών χωρών επιδιώκει τη δημιουργία μιας γραμμής αντίστασης, η οποία θα αποκόψει ή θα περιορίσει τους στρατηγικούς στόχους του αμερικανο-ισραηλινού άξονα.

Η όξυνση των σχέσεων της Τουρκίας με το Ιράν και τη Συρία

Η πολιτική της ενεργούς ουδετερότητας αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό της τουρκικής διπλωματίας, η οποία, όπως έκανε και κατά το ∆εύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, επιδιώκει τη διατήρηση επαφών με όλες τις αντιμαχόμενες παρατάξεις παρέχοντας πάντα «μυστική» συμπαράσταση στην πιο ισχυρή πλευρά, χωρίς φυσικά να έχει ενδοιασμούς να αλλάξει τακτική όταν θα το επιβάλλουν τα συμφέροντά της.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της άποψης αυτής αποτελούν οι τουρκο-συριακές σχέσεις. ∆εν πέρασαν δύο χρόνια από τότε που η κυβέρνηση του Ερντογάν με ένα διπλωματικό ακτιβισμό στήριζε διεθνώς τη Συρία και το Ιράν και η κατάσταση τώρα διαμορφώθηκε ως εξής: η Συρία κατέρριψε ένα τουρκικό μαχητικό αεροσκάφος, προσέβαλε με πυρά όλμων το τουρκικό έδαφος και συνετέλεσε στην κλιμάκωση των ασύμμετρων απειλών στο εσωτερικό της Τουρκίας με τη βοήθεια που παρείχε στους Κούρδους αντάρτες.

Εν τω μεταξύ, η Τουρκία συντάχθηκε με το μέρος των Σύριων αντικαθεστωτικών παρέχοντας σε αυτούς πολιτική και λογιστική υποστήριξη μη διστάζοντας να πλήξει με πυρά πυροβολικού θέσεις του συριακού στρατού. Παράλληλα δε, η διακοπή των οδικών αξόνων μεταφοράς τουρκικών εμπορευμάτων προς τις αραβικές χώρες μέσω της Συρίας, η δημιουργία καταυλισμών Σύριων προσφύγων εντός του τουρκικού εδάφους και η στρατιωτική κινητοποίηση των Τούρκων κατά μήκος των τουρκο-συριακών συνόρων επιβαρύνουν σημαντικά την οικονομική κατάσταση της Άγκυρας της οποίας τα αποτελέσματα άρχισαν να γίνονται ορατά. Επίσης, το Ιράν, σε συνεργασία με τη Ρωσία, υποστηρίζει πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά τον Άσαντ προκειμένου να αποτραπεί, όσο το δυνατόν περισσότερο, η παρέμβαση τρίτων στα εσωτερικά της Συρίας. Αυτό αποτέλεσε και την κύρια αιτία της όξυνσης των σχέσεων του με την Τουρκία, η οποία για μια φορά ακόμη εφάρμοσε την προσφιλή της τακτική. Ήτοι, την αποστολή παραστρατιωτικών ομάδων, με «θρησκευτικό μανδύα», σε γειτονικά κράτη, έχοντας ως αποστολή την εκτέλεση ανατρεπτικών ενεργειών και επιχειρήσεων αποσταθεροποιήσεως, εκπαιδεύοντας αντικαθεστωτικούς και σχεδιάζοντας επιθέσεις εναντίον στρατηγικών στόχων.

Εκτός τούτου, η Τεχεράνη βλέποντας την συνεχώς μεταβαλλόμενη πολιτική της Άγκυρας δεν αρκέσθηκε μόνο σε προκλητικές δηλώσεις και απειλές, αλλά υποστήριξε έμμεσα τους αντάρτες του ΡΚΚ, οι οποίοι δημιούργησαν σοβαρότατα προβλήματα ασφαλείας στη νοτιοανατολική Τουρκία.

Περί διαμελισμού της Συρίας σε ομόσπονδα κρατίδια

Πριν από επτά μήνες σε μυστική συνδιάσκεψη που πραγματοποιήθηκε στη Σαγκάη για το μέλλον της Συρίας προβλέφθηκε ότι η χώρα θα διασπασθεί σε 5 ομόσπονδα κρατίδια και θα εξουσιοδοτηθεί η Τουρκία να επέμβει στρατιωτικά, εφόσον κριθεί απαραίτητο, για τη δημιουργία ζώνης ασφαλείας εντός του συριακού εδάφους. Σύμφωνα με πληροφορίες του τουρκικού περιοδικού Aksiyon, στην προαναφερθείσα συνδιάσκεψη ελήφθησαν σημαντικές αποφάσεις και συμμετείχαν ειδικοί επί θεμάτων διεθνούς ασφάλειας από χώρες που θα αποφασίσουν το μέλλον της Συρίας. Ας σημειωθεί ακόμη ότι η επιλογή της Σαγκάης αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον δεδομένου ότι αποτελεί το κέντρο του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης (ΟΣΣ), ο οποίος ιδρύθηκε στις 14-6-2001.

Ο ΟΣΣ αριθμεί 6 κράτη μέλη: την Κίνα, τη Ρωσία, το Καζακστάν, τη Κιργιζία, το Τατζικιστάν και το Ουζμπεκιστάν, συμμετέχουν 4 κράτη με την ιδιότητα του παρατηρητή: Ινδία, Πακιστάν, Ιράν και Μογγολία, καθώς επίσης και 3 κράτη με την ιδιότητα του συνομιλητή, όπως η Τουρκία, η Λευκορωσία και η Σρι Λάνκα. Σε ότι αφορά στην Τουρκία επισημαίνεται ότι ο Τούρκος πρωθυπουργός Ερντογάν κατά την πρόσφατη επίσκεψή του στη Ρωσία δήλωσε στο Ρώσο πρόεδρο Πούτιν ότι σε περίπτωση συμμετοχής της Τουρκίας στον ΟΣΣ, η Άγκυρα θα έχανε κάθε ενδιαφέρον για την ένταξή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι αποφάσεις που ελήφθησαν στη Σαγκάη αναγράφονται σ’ ένα κείμενο 25 παραγράφων τα κυριότερα σημεία του οποίου συνοψίζονται στα εξής:

 Στη Συρία, η κάθε πληθυσμιακή ομάδα (εθνική-θρησκευτική) θα αποκτήσει τη δική της αυτόνομη περιφερειακή διοίκηση. Ειδικότερα, θα δημιουργηθούν 4 ή 5 αυτόνομα κρατίδια: ένα κουρδικό, δύο σουνιτικά, ένα μπααθικό (αλαουίτεςνουσαϊρί) και ένα των δρούζων.

 Στο μπααθικό κρατίδιο παραχωρείται το δικαίωμα να διατηρήσει τον Μπασάρ αλ Άσαντ ως αρχηγό του.

 Εφόσον απαιτηθεί, ο ΟΗΕ θα αποστείλει στη Συρία περιορισμένο αριθμό στρατιωτικών δυνάμεων, ως ειρηνευτική δύναμη, προκειμένου να συμβάλλει στη διαμόρφωση της Νέας Συρίας.

 ∆εν θα διεξαχθεί καμία στρατιωτική επέμβαση εναντίον της ρωσικής πυραυλικής ασπίδας και της ρωσικής βάσης στη Ταρτούς της Συρίας.

 ∆εν θα υπάρξει καμία παρέμβαση στις ιρανικές και ρωσικές επενδύσεις στη Συρία.

 ∆ίδεται το δικαίωμα στην Τουρκία να δημιουργήσει ζώνη ασφαλείας εντός του συριακού εδάφους κατόπιν αιτήσεως της.

 Η Τουρκία θα διατηρήσει το δικαίωμα να απαντήσει στρατιωτικά σε κάθε απειλή που θα προέρχεται από τα συριακά σύνορα.

 Η Ρωσία και η Κίνα θα πραγματοποιήσουν επενδύσεις στη Συρία μέσω του Ιράν.

 Όλα τα παραπάνω εάν δεν υλοποιηθούν ο Μπασάρ αλ Άσαντ θα διωχθεί ως εγκληματίας πολέμου.

 Το νέο σχέδιο για τη Συρία θα τεθεί σε εφαρμογή μετά τις προεδρικές εκλογές στις Ηνωμένες Πολιτείες

Αν βέβαια γίνουν δεκτές ως ακριβείς οι προαναφερθείσες πληροφορίες του περιοδικού Aksiyon, η εικόνα που προκύπτει αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, δεδομένου ότι το «παιχνίδι» της Συρίας έχει πολλούς παίκτες και οι «προστάτες» της ευρύτερης περιοχής είναι πολλοί. Προθέσεις και δυνατότητες της Άγκυρας για δημιουργία Ζώνης Ασφαλείας στη Συρία

Το τελευταίο χρονικό διάστημα το ενδεχόμενο δημιουργίας Ζώνης Ασφαλείας στη Συρία αποτελεί ένα από τα πιο πολυσυζητημένα θέματα και περιλαμβάνεται μεταξύ των κυριότερων στρατιωτικών μέτρων που θα πρέπει να ληφθούν για να ανατραπεί το καθεστώς Άσαντ.

Ωστόσο, για τη διεξαγωγή μιας ασύμμετρης επιχείρησης αυτής της κατηγορίας θα πρέπει να συνεξετασθούν οι ακόλουθοι παράγοντες.

Πρώτον, ποιος θα είναι ο σκοπός της, που και σε πόσο βάθος θα φθάσει η εν λόγω ζώνη.

∆εύτερον, πως και από ποιόν (ποιους) θα διεξαχθεί η επιχείρηση.

Τρίτον, η μορφολογία του εδάφους.

Τέταρτον, η εθνική, θρησκευτική και δογματική σύνθεση των πληθυσμιακών ομάδων που ζουν στις περιοχές που θα διεξαχθεί η επιχείρηση.

Πέμπτον, οι σχέσεις των εν λόγω πληθυσμιακών ομάδων με το καθεστώς Άσαντ, τους αντικαθεστωτικούς και τις υπόλοιπες επαναστατικές ομάδες που δρουν στην περιοχή.

Έκτον, η αντίληψη του τοπικού πληθυσμού για την Τουρκία, εφόσον αυτή αναλάβει τον πρωταγωνιστικό ρόλο της επιχείρησης.

Και έβδομον, οι κίνδυνοι και οι απειλές που θα δημιουργηθούν στο εσωτερικό της Τουρκίας από «εξωγενείς» παράγοντες (π.χ. Ιράν).

Ας σημειωθεί ακόμη, πως η διεξαγωγή της επιχείρησης αυτής είναι βέβαιο ότι θα εκληφθεί από τις δυνάμεις που στηρίζουν τον Άσαντ ως εισβολή, κατοχή και καταπάτηση της εδαφικής ακεραιότητας της Συρίας. Επομένως, 9 καθίσταται σαφές ότι υπάρχει κίνδυνος για περαιτέρω κλιμάκωση της έντασης στην περιοχή και πιθανόν αυτό να αποτελέσει την αιτία ενός περιφερειακού πολέμου με την άμεση ή έμμεση εμπλοκή πολλών κρατών.

Σε ότι αφορά στην πληρέστερη κατανόηση της περιοχής, που σχεδιάζεται να δημιουργηθεί η Ζώνη Ασφαλείας, κρίνεται σκόπιμος ο διαχωρισμός της σε 6 τομείς προκειμένου αυτοί να εξετασθούν ξεχωριστά.

 Η απειλή από τον τοπικό πληθυσμό είναι περιορισμένη.

 Η ομαλότητα του εδάφους διευκολύνει την εύκολη πρόσβαση των προσφύγων.

 Το οικονομικό κόστος της επιχείρησης θα είναι περιορισμένο.

 Η απειλή από τις στρατιωτικές δυνάμεις του Άσαντ είναι χαμηλή διότι οι εν λόγω τομείς δεν εισέρχονται στη κρίσιμης σημασίας, για τους καθεστωτικούς, περιοχή της Λαττάκειας.

 Είναι εύκολη η προσέγγιση των Σύριων από τα μεγάλα αστικά κέντρα.

 Έναντι των τομέων αυτών και εντός του τουρκικού εδάφους ευρίσκονται τα περισσότερα στρατόπεδα προσφύγων που έχει οργανώσει η Τουρκία.

 ∆εν υπάρχει πρόσβαση στη θάλασσα.

 ∆εν υφίσταται σοβαρός κίνδυνος για συγκρούσεις μεταξύ των εθνικών και θρησκευτικών κοινοτήτων. Συγκεκριμένα, μεταξύ σουνιτών-αλαουιτών και Αράβων-Κούρδων-Τουρκμένων.

 ∆εν εισέρχονται σε περιοχές που δραστηριοποιείται το ΡΚΚ.

Τομείς 1, 3 και 6: Θεωρούνται από τους πιο επικίνδυνους και έχουν τα ακόλουθα χαρακτηριστικά:

 Από τον τομέα 1 υπάρχει πρόσβαση στη θάλασσα και διευκολύνεται η άφιξη της βοήθειας τόσο για τους πολίτες όσο και τους αντικαθεστωτικούς. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι η θαλάσσια πρόσβαση του τομέα αυτού προκαλεί φοβικό σύνδρομο στην Άγκυρα, σε περίπτωση επεκτάσεως της επιρροής των Κούρδων και διέξοδό τους στη θάλασσα.

 Το επίπεδο απειλής από τον τοπικό πληθυσμό είναι ιδιαίτερα υψηλό.

 Υφίσταται υψηλός κίνδυνος στρατιωτικής επέμβασης από τις δυνάμεις του Άσαντ στο τομέα 1, λόγω του σεναρίου δημιουργίας μπααθικού κράτους, στο οποίο θα ενταχθούν οι πόλεις Λαττάκεια και Ταρτούς.

 Εισέρχονται σε περιοχές που δραστηριοποιείται το ΡΚΚ.

 Είναι δύσκολος ο στρατιωτικός έλεγχος των περιοχών διότι ένα σημαντικό τμήμα του εδάφους είναι ορεινό και δασώδες. Αυτό που προκύπτει από τη συνεξέταση των παραπάνω στοιχείων είναι ότι η δημιουργία Ζώνης Ασφαλείας σε όλο το μήκος των τουρκοσυριακών συνόρων (910 χλμ) αποτελεί μια τεράστια επιχείρηση και είναι αδύνατο για την Τουρκία να καλύψει στρατιωτικά το σύνολο των τομέων που προαναφέρθηκαν. Μια άλλη βασική επισήμανση αποτελεί το γεγονός ότι για τους Τούρκους, οι τομείς 1, 2 και 4 παρουσιάζουν το λιγότερο κίνδυνο και το μεγαλύτερο όφελος, ενώ οι τομείς 2, 4 και 6 εκτιμάται ότι θα περιλαμβάνονται στον εναλλακτικό σχεδιασμό τους (Plan B).

Υπό τις συνθήκες δε αυτές και εφόσον φυσικά δοθεί η έγκριση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ με τη σύμφωνη γνώμη Ρωσίας και Κίνας, εκτιμάται ότι η Τουρκία δεν θα ενεργήσει μονομερώς στο συριακό έδαφος για δύο λόγους.

Πρώτον, δεν θα διακινδυνεύσει τη φθορά των ενόπλων δυνάμεων της χώρας σε μια σύγκρουση πέραν των συνόρων, με αβέβαια έκβαση, για να μην υποστεί τις συνέπειες που υπέστησαν η Ρωσία και οι Ηνωμένες Πολιτείες στο Αφγανιστάν.

Και δεύτερον, διότι θεωρεί ότι η πτώση του Άσαντ δεν σημαίνει και αποκατάσταση της ασφάλειας στη χώρα, δεδομένου ότι το κενό εξουσίας στη μετά Άσαντ εποχή πιθανόν να αποτελέσει την αιτία για ταραχές μεταξύ των εθνικών και θρησκευτικών πληθυσμιακών ομάδων, με συνέπεια την επέμβαση περιφερειακών και παγκόσμιων δυνάμεων.

Η ΑΠΟΨΗ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΤΗΣ ΜΕΣΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΑ

Η Άγκυρα, βλέποντας την αρνητική κριτική που γίνεται κατά της εξωτερικής πολιτικής της και ειδικά εναντίον του υπουργού Εξωτερικών Νταβούτογλου, πραγματοποίησε μια έρευνα προκειμένου να διαπιστωθεί η αντίληψη που υπάρχει για την Τουρκία στις χώρες της Μέσης Ανατολής.

Συγκεκριμένα, το Ίδρυμα Οικονομικών και Κοινωνικών Ερευνών της Τουρκίας TESEV ανέθεσε την εν λόγω έρευνα στην εταιρεία δημοσκοπήσεων KAI ARASTIRMA (σ.σ. έχει έδρα στην Κων/πολη), κατά την οποία το χρονικό διάστημα 3-28 Αυγούστου 2012 συμμετείχαν 2.800 άτομα από 11 την Αίγυπτο, την Ιορδανία, το Λίβανο, την Παλαιστίνη, τη Σαουδική Αραβία, τη Συρία, το Ιράκ, το Ιράν, την Τυνησία, το Ομάν, το Κουβέιτ, τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, την Υεμένη και τη Λιβύη, ενώ ζητήθηκαν απαντήσεις στα εξής ερωτήματα:

 Πως αντιλαμβάνεσθε την έννοια της περιφερειακής δύναμης για την Τουρκία, το Ιράν, τη Σαουδική Αραβία και την Αίγυπτο;

 Ποία είναι η άποψη σας για την Τουρκία;

 Πως αξιολογείτε την αντίδραση της Τουρκίας στην κρίση της Συρίας;

 Ποίος είναι ο ρόλος της Τουρκίας στη Μέση Ανατολή; Στη συνέχεια, παρατίθενται οι σχετικοί πίνακες των αποτελεσμάτων.

Από την ανάλυση των παραπάνω πινάκων εξάγονται τρία κύρια συμπεράσματα:

Πρώτον, οι κάτοικοι των χωρών της Μέσης Ανατολής έχουν θετική άποψη για την Τουρκία, ωστόσο το ποσοστό αυτό σε σχέση με το 2012 μειώθηκε κατά 9 μονάδες, από 78% σε 69%. Το ίδιο ισχύει και στο ερώτημα εάν η Τουρκία αποτελεί τη χώρα πρότυπο, όπου το ποσοστό από 61% μειώνεται στο 53%.

∆εύτερον, το Ιράν θεωρείται ως η μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη, η Τουρκία ως η πιο μεγάλη πολιτική δύναμη, ενώ η Σαουδική Αραβία κατέχει την πρώτη θέση στον οικονομικό και κοινωνικό τομέα.

Και τρίτον, μόνο το 32% των συμμετασχόντων εκτιμά ότι θα υπάρξει σταθερότητα στη Συρία, ενώ το 52% αξιολογεί ως θετική την τουρκική πολιτική για τη συριακή κρίση στην ευρύτερη περιοχή.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Η Τουρκία αποτελεί μια χώρα με ενδημικά προβλήματα, που κανένας δεν μπορεί να εμπιστευθεί ούτε το στρατιωτικό της κατεστημένο και ούτε την κυβέρνησή της. Τούτο οφείλεται σε δύο λόγους:

 Πρώτον, στο γεγονός ότι το στρατιωτικό της κατεστημένο, προκειμένου να μη χάσει τα κεκτημένα του, σχεδίασε την ανατροπή της κυβέρνησης Ερντογάν σχεδιάζοντας μάλιστα και μια «θερμή συγκρουσιακή» κρίση με την Ελλάδα στο Αιγαίο και στον Έβρο.

 ∆εύτερον, διότι ο αυταρχισμός του Ερντογάν, πέραν της προσπάθειας αποδόμησης και απομυθοποίησης της στρατιωτικής ελίτ, επεκτάθηκε τόσο στους πολιτικούς του αντιπάλους όσο και σε μεγάλη μερίδα δημοσιογράφων. Εντούτοις, 14 ενώ η τουρκική κοινή γνώμη θεωρεί τον Ερντογάν ως τον πιο επιτυχημένο πολιτικό αρχηγό με ποσοστό 45%, το κόμμα του περιορίζεται στο 36,5%.

Από τα παραπάνω καθίσταται σαφές ότι σε περίπτωση που ο Ερντογάν αποσυρθεί από την πολιτική, το πολιτικό σκηνικό της χώρας θα παρουσιάσει σημαντικές αλλαγές. Ειδικότερα δε, εάν δεν επιλυθεί το κουρδικό πρόβλημα και υπάρξουν αρνητικές εξελίξεις για την Τουρκία στην Ανατολική Μεσόγειο, τότε δεν θα καταστεί δυνατόν να εξαλειφθεί πλήρως η στρατοκρατία και πιθανόν τα θέματα αυτά να αποτελέσουν και το εισιτήριο επιστροφής της στο προηγούμενο καθεστώς. Η περιφερειακή πολιτική των Τούρκων στην επιδίωξή της να καλύψει το κενό ισχύος της Μέσης Ανατολής προέβαλε ιδιαίτερα τη στρατιωτική ισχύ της χώρας με αποτέλεσμα τον έντονο προβληματισμό όλων των γειτονικών της κρατών.

Ενισχυτικό της εκτίμησης αυτής αποτελούν οι ακόλουθες διαφάνειες, όπου απεικονίζονται η διάταξη, η αριθμητική δύναμη και οι εξοπλισμοί των τουρκικών ενόπλων δυνάμεων.

Αυτό, σε συνδυασμό με την πολιτιστική και οικονομική διείσδυση που επιχειρήθηκε από τουρκικής πλευράς ενέτεινε έτι περαιτέρω τις ανησυχίες, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να δημιουργούνται πόλοι αντιπαράθεσης έναντι της τουρκικής επεκτατικής πολιτικής στους οποίους η συμμετοχή, είτε φανερά είτε παρασκηνιακά, των Μεγάλων ∆υνάμεων είναι ιδιαίτερα σημαντική.

Συνακόλουθα δε, η Τουρκία, προσπαθώντας να αναλάβει έναν περιφερειακό και εν μέρει διεθνή ρόλο ώστε να έχει λόγο στο σχεδιασμό του νέου διεθνούς σκηνικού, ενσωμάτωσε στον ήδη βεβαρυμμένο τομέα εθνικής ασφάλειας της κινδύνους και απειλές που αντιμετωπίζουν τρίτες χώρες. Τούτο αποτυπώνεται πλήρως στην αναστροφή της πολιτικής των μηδενικών προβλημάτων του Νταβούτογλου σε δημιουργία πολλαπλών προβλημάτων με τους Κούρδους, τη Συρία, το Ιράν, το Ιράκ, την Αρμενία, την Ελλάδα και την Κύπρο.

Τέλος καθίσταται σαφές ότι, την παρούσα περίοδο, η Άγκυρα δεν αποσκοπεί σε άμεσα εντυπωσιακά οφέλη λόγω της γενικής αστάθειας και αβεβαιότητας που υπάρχει για το μέλλει γενέσθαι στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και της Ανατολικής Μεσογείου. Για το λόγο αυτό, εκτιμάται ότι θα αρκεσθεί, αφενός στη διατήρηση της υπάρχουσας γεωπολιτικής επιρροής της, επιδιώκοντας ταυτόχρονα μικρά γεωστρατηγικά πλεονεκτήματα, τα οποία, μετά το πέρας των εξελίξεων, πιθανόν να προσδώσουν πολλαπλασιαστική ισχύ στα επεκτατικά σχέδια της.

 

Αφήστε μια απάντηση