Βγαλμένα από Λόγια Αγωνιστών του Έπους του ’40 Από τη σιωπή στην ηχώ της ιαχής.
Βγαλμένα από Λόγια Αγωνιστών του Έπους του ’40
Από τη σιωπή στην ηχώ της ιαχής
Από τον Δημήτρη Ρίνη
«Σας αρέσει η σιωπή;»
Σας ειδοποιούσαμε, πόσο μάλλον προειδοποιούσαμε. Ποιους άλλους; Εσάς! Το ξέραμε, αλλά πού; Κάναμε ό,τι ήταν εφικτό, προκαλώντας σαματά, αλλά ενίοτε και με ηρεμία, για να κατευνάσουμε τα πνεύματα… Αν και, ως πνεύματα που είναι, οφείλουν να βρίσκονται σε επαγρύπνηση: φρουροί της επανάστασης, σημαιοφόροι της Ρωμιοσύνης και του οικουμενικού ελληνισμού, της Ελλάδας, της Κύπρου μας και της διασποράς.
Ναι, εμείς οι «αγράμματοι»! Στέλναμε γράμματα σε «δικούς μας» Ρωμιούς, για να φιλιώσουμε τους διχασμένους… Αλλά πού; Ο καθένας κοίταζε πίσω του, φύλαγε τα νώτα του αντί να κοιτάζει μπροστά…
Ναι, εμείς οι «αγράμματοι»! Στέλναμε επιστολές στις «ξένες» δυνάμεις και εισπράτταμε μια ξένη απάντηση, ξενική έως αλλόκοτη, ως προς τα δικά μας φλέγοντα ζητήματα, ζωτικής σημασίας· διότι επρόκειτο για ζήτημα ζωής και θανάτου, για «επιβίωση» του γένους.
Ναι, εμείς οι «αγράμματοι»! Και, αφού ούτε οι «δικοί μας» ούτε οι «ξένοι» φάνηκε να καταλαβαίνουν —φερόμενοι οι μεν ως «ξένοι» και οι δε ως «δικοί μας»— αρχίσαμε να γράφουμε αποχαιρετιστήρια γράμματα στους εαυτούς μας: πότε για να τονώσουμε το ηθικό μας, πότε για να δικαιολογήσουμε τα πεπραγμένα και άλλες φορές για να χωνέψουμε επιτέλους το ότι και η «σιωπή» εκατέρωθεν των στρατοπέδων είναι «χρυσός» για όσο κρατούν οι διαπραγματεύσεις στα παρασκήνια!
Η βασική αρχή στη λήψη αποφάσεων ενός πρωθυπουργικού επιτελείου υπερβαίνει ιδεολογικοπολιτικές θέσεις, βενιζελικές ή αντιβενιζελικές πολιτικές, θεωρίες συνωμοσίας, συνταύτιση συμφερόντων με τους «σωστούς συμμάχους» και την «σωστή πλευρά της ιστορίας» ή τις όποιες προσωπικές βλέψεις. Η στάση του Μεταξά, του «Μεγάλου Απόντος», κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου ερμηνεύεται με υπερβατικό τρόπο και με βάση την αρχή του «here and now», δηλαδή την αρχή του «εδώ και τώρα», την αρχή της στιγμής. Τι σημαίνει πρακτικά αυτό;
Ο Μεταξάς, έχοντας αποκτήσει πλήρη συναίσθηση της κατάστασης, βαλλόμενος πανταχόθεν από ορατούς αλλά και αόρατους, μέχρι τη δεδομένη εκείνη στιγμή, εχθρούς, «πάγωσε τον χρόνο στον χώρο που του αρμόζει»· με άλλα λόγια, έδωσε ζωτικό χώρο στον χρόνο σε μια στιγμή, σαν ένας γνήσιος φιλόσοφος, σαν ένας αυθόρμητος στοχαστής, χωρίς να έχει την πολυτέλεια του χρόνου, αλλά όντας επικεντρωμένος στην ύστατη απόφαση της στιγμής. Η βιωματική αυτή αρχή της άμεσης εμπειρίας, χωρίς να αποσπάται από το παρελθόν και το μέλλον, υπήρξε καταλύτης στη συνολική μορφή που πήρε ο πόλεμος, τόσο ως νοηματοδότης της σημερινής εποχής όσο και ως σταθμός στη διαχρονική ιστορία του ελληνικού έθνους.
Ο συγγραφέας καθιστά σαφές την κρισιμότητα της απόφασης και δικαιολογεί απόλυτα τη θέση του Μεταξά ως πλήρως αιτιολογημένης απόφασης, επικεντρωμένης απόλυτα στην υπηρεσία των ελληνικών εθνικών συμφερόντων και όχι στην εξυπηρέτηση ξένων δυνάμεων· και αυτό πρέπει να διευκρινιστεί εξαρχής. Ο γνώμονας αυτού του σκεπτικού, στη δεδομένη στιγμή, ήταν η γνώση της γεωστρατηγικής τέχνης και τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα της χώρας. Ένα αρχικό «ΟΧΙ» απέναντι στους Ιταλούς δεν θα μπορούσε να μετατραπεί —από τον διάδοχό του στην πρωθυπουργία— σε ένα «ΊΣΩΣ ΝΑΙ» ή σε ένα «ΝΑΙ υπό προϋποθέσεις» απέναντι στη γερμανική επέλαση. Η όποια επίσημη πολιτική της ουδετερότητας δεν θα ήταν εφικτή, λαμβανομένης υπόψη της ρευστότητας της κατάστασης και των νέων δεδομένων που άλλαζαν διαρκώς. Επομένως, είναι σαφές ότι οι όποιες ιδεολογικοπολιτικές απόψεις ή πολιτικές, που υιοθετούνταν για εμπορικούς ή οικονομικούς λόγους, ανατράπηκαν εν μια νυκτί μπροστά στα νέα δεδομένα.
Με άλλα λόγια, η ιστορική παράδοση υπήρξε η νοηματοδότρια και η πηγαία έμπνευση της απόφασης ενός ηγέτη, με βάση την επίγνωση της παρούσας στιγμής, αναγνωρίζοντας και ξεπερνώντας τις εσωτερικές αντιστάσεις που ενδεχομένως τον εμπόδιζαν αρχικά να αυτενεργήσει. Μία ενέργεια, με γνώση και υπευθυνότητα, υπαγορευμένη από τις επιταγές των τότε στρατιωτικών συνθηκών, αλλά συγχρόνως και από ένα ιδανικό που, απ’ ό,τι φαινόταν αρχικά, ήταν πολύ ανώτερο εκείνου του αγώνα για την ελευθερία ενός λαού. Ένα ιδανικό-ορόσημο που, ως σύμβολο, άνοιξε τον δρόμο για μια γεωπολιτική επαναδιαπραγμάτευση που θα ακολουθούσε και, παράλληλα, για την ισχυροποίηση του ελληνικού κράτους, απηχώντας το μήνυμα ότι το διεθνές δίκαιο δεν δίνει πάντα τη θέση του στους ισχυρούς της οικουμένης, αλλά πρωτίστως στο πάνθεον των ηρώων που πολέμησαν σαν Έλληνες!
Η τριάδα του «στρατού ξηράς, πολεμικού ναυτικού και αεροπορίας» βρισκόταν στο πλευρό του Ηρακλείτειου Δικαίου, υπενθυμίζοντας σε όλους το γνωστό τοις πάσι: «πόλεμος πατήρ πάντων» και «τα πάντα ρει». Η είσοδος της Ελλάδας στον πόλεμο υπενθύμισε σε όλους την απόλυτη ταύτισή της με τα στοιχεία της φύσης: το νερό, τον αιθέρα, τον αέρα, τη φωτιά, τη γη. Το «νερό», σε τοπικό επίπεδο, σχετιζόταν με τις φυσικές συνθήκες που καθόριζαν την τακτική και το πεδίο των μαχών, όπως τα ποτάμια και τα βουνά της περιοχής· τα μαχητικά έσκιζαν «τους αιθέρες», «Αέρα!» φώναζαν οι αγωνιστές, «Βάλε φωτιά!» οι αρχιτεχνίτες, και όλοι μαζί, στο πεδίο των μαχών, έδιναν την τελευταία ρανίδα του αίματός τους για τη «μάνα Γη». Και μετά… «σιωπή».
Για ποια μορφή σιωπής, όμως, γίνεται λόγος;
Για τα πολιτικά όργανα των ισχυρών, η «σιωπή» ανταλλάσσεται με «χρυσό»: μια ακριβή συναλλαγή των εχθρών με την καθεστηκυία τάξη της χώρας, για να «πάψουν “οι άλλοι” να υπάρχουν, να πάψουν να ζουν». Οι τελευταίοι εγκολπώθηκαν μια «γραμματιζόμενη και επίσημη σιωπή», άρνηση των πάντων, κάθε ιδανικού και αξίας, που καταβαραθρώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ρίχνοντάς την στα Τάρταρα.
Για τα στρατιωτικά όργανα των ισχυρών, η σιωπή θα συμβιβαστεί μαζί τους, θα συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις των καιρών και θα εγκλιματιστεί σε αυτές. Μια «παρασημοφορημένη και ιεραρχική σιωπή» δίνει τη σκυτάλη στο χάος και την αναρχία, στον θάνατο και στην αποδιοργάνωση. Και αυτό γιατί;
Διότι απουσιάζει ο «ηγεμόνας», ο οποίος καθίσταται ο Μέγας Απών του έπους του ’40: ο ένας και μοναδικός στρατηγικός νους, χάρη στον οποίο εορτάζουμε κάθε χρόνο την επέτειο του «ΟΧΙ». Αρχηγού απόντος, μύρια κακά έπονται. Η ιστορία επαναλαμβάνεται, αλλά η ευθύνη ποτέ δεν αναλαμβάνεται. Παραδόξως, όμως, όπως το 1831, έτσι και το 1941, οι «απουσίες» των Ιωάννη Καποδίστρια και Ιωάννη Μεταξά έδωσαν τη θέση τους στη «μεταθανάτια και σωτήρια σιωπή», ως αφετηρία νέας ζωής για όλους όσους πίστευαν και πιστεύουν στο ιδανικό της ελευθερίας, και προς τιμήν όλων εκείνων που έπεσαν υπέρ πίστεως και πατρίδος.
Τρεις ιστορικές μορφές σιωπής… αντίστοιχες τάσεις και σήμερα…
Μια μεγάλη μερίδα γραμματιζόμενων και καρεκλοκένταυρων πολιτών, αποχαυνωμένη και ενοχοποιημένη, οικειοποιείται μια «σιωπή άκρα του τάφου» για τα κακώς κείμενα που συμβαίνουν, σαν να μην συμβαίνουν ή σαν να συμβαίνουν σε άλλον τόπο και χρόνο, σαν να μην την επηρεάζουν στο ελάχιστο ή τόσο, ώστε να τα θεωρεί μέρος της κουλτούρας της.
Μια άλλη, εξίσου παραπλανημένη κατηγορία, αλλά πιο ενεργή και «μπασμένη στο παιχνίδι της παρασημοφόρησης», δρα στο όνομα της «αντίδρασης στη σιωπή», ενώ βυθίζεται όλο και περισσότερο στη λήθη.
Για την πλειοψηφία όμως των απλών Ελλήνων, «η σιωπή παίρνει σταδιακά σάρκα και οστά» και μετατρέπει τις απ-οικίες του βωβού, εικονογραφημένου ερειπίου σε κατ-οικίες πολυφωνικών, ορθά διατυπωμένων λόγων· πνευματικά οικοδομήματα υπό τη μορφή ποιημάτων, διηγημάτων, βιογραφιών, ιστορικών ντοκουμέντων και μαρτυριών, που όχι μόνο «πέρασαν» στην ιστορία, αλλά «είναι» η ιστορία, ως η μόνη αλήθεια (μη λήθη). Η τρίτη αυτή μορφή της σιωπής βρίσκει ανταπόκριση σε αφυπνισμένους και σπάει τη σιωπή της. Δεν σωπαίνει πια, αλλά μιλάει ακατάπαυστα προς όλες τις κατευθύνσεις· όχι πια για να προ-ειδοποιήσει ή να ειδο-ποιήσει, αλλά για να «ποιήσει» το μέλλον του ελληνισμού δια των θυσιών των ηρώων του έπους του ’40, αναγγέλλοντας ένα χαρμόσυνο νέο: ότι η Ελλάς, ανεξαρτήτως εσωτερικών προστριβών ή και πολλαπλών εξωτερικών μετώπων, στα έμπροσθεν και τα μετόπισθεν, κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, και παρά τις εμφύλιες διαμάχες που ακολούθησαν, με βαρύτατο τίμημα σε ανθρώπινες ζωές, αποπνέει την υπέρτατη δυναμική του αγώνα, περνώντας «από τη σιωπή στην ηχώ της ιαχής της».
Σήμερα, αυτή η ηχώ ακούγεται όλο και πιο ηχηρά μέσα από τη «σιωπηρή κραυγή» του σύσσωμου ελληνισμού. Οι παρελάσεις, οι εορταστικές εκδηλώσεις και οι λόγοι που αποδίδουν φόρο τιμής στους ήρωες του έπους του ’40 μας υπενθυμίζουν τη φράση «Δεν ξεχνώ», ως στάση ζωής, στάση αφύπνισης και εθνικής παλιγγενεσίας.
Δεν είναι η αυτολύπηση και η ηττοπάθεια, δεν είναι η κακομοιριά και η μοιρολατρία, δεν είναι η ειμαρμένη και ο φόβος. «Αυτό που είναι δεν είναι σε ό,τι φαίνεται, αλλά σε ό,τι δεν φαίνεται.» Μια πολιτική ηχώ έχει ενδυναμωθεί τόσο ώστε να αισθάνεται έτοιμη να μετουσιωθεί σε ένα κύμα αντίδρασης στην αντίδραση· όχι ως αντιδραστική, αλλά ως εξισορροπιστική των αντιθέτων δυνάμεων, στο πλαίσιο της διαλεκτικής ειρήνης και πολέμου, του «εαυτού της και του εχθρού της ως άλλου».
Μία ηχώ που είναι αρκετά παρορμητική για να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων, «αναλαμβάνοντας πρωτοβουλίες» και θέτοντας φίλους και εχθρούς προ των ευθυνών τους· και, από την άλλη, αρκετά διαλεκτική, χωρίς όρους και προϋποθέσεις, ώστε να οδηγήσει στην επικύρωση των απαραίτητων συμφωνιών —όπως η ανακήρυξη και οριοθέτηση ΑΟΖ— σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, με σύνθημα «Hellenism First», «Πρώτα ο ελληνισμός».
Τόσα χρόνια συμπλέουμε με το σκεπτικό των προγόνων μας: άλλοτε μονόπλευρα, ατομικιστικά και εγωιστικά· άλλοτε ανοιχτά, καλόκαρδα και καλοπροαίρετα. Λείπει μόνο μια συνταγή που θα συνενώσει τις δύο όψεις και θα τις παγιώσει σε ένα νόμισμα. Δεν φταίνε «οι άλλοι», διότι στην προκειμένη «οι άλλοι είμαστε εμείς». Η αιτία του κακού είναι η σκέψη ότι το κακό ενδημεί στους «άλλους, πλην εμάς», ή όταν η σκέψη αποκρυσταλλώνεται σε ομιλία που πείθει πως το κακό δεν υφίσταται καν! Εμείς είμαστε εμείς και όχι οι άλλοι. Δεν μπορούμε να είμαστε εμείς και οι άλλοι ταυτόχρονα.
Δεν είμαστε λαός αγράμματος, αλλά αμόρφωτος —σε αντίθεση με τους προγόνους μας, που ήταν μορφωμένοι αν και αγράμματοι. Ήταν, όμως, πεπαιδευμένοι! Η παιδεία ήταν ο μανδύας της προσωπικότητάς τους, γεμάτος αυτοπεποίθηση και ευγένεια, φρόνηση και μέτρο, σύνεση και αγωνιστικότητα. Από το καλούπι αυτό έβγαζαν το σπαθί τους και πολεμούσαν, κυρίως μέσω της γλώσσας, το περιεχόμενο της οποίας έσφυζε από ζωντάνια!
Εμβληματικές φράσεις, όπως «Κρατάω το Καλπάκι», και λέξεις, όπως «αέρα» και «φωτιά», καταμαρτυρούν την αίσθηση της ολότητας του αγώνα και της περι-ουσίας των ηρώων μας για το υπέρτατο αγαθό της ελευθερίας. Η ελληνική γλώσσα και η ακριβής απόδοση των νοημάτων, μέσα από τις ενδεδειγμένες κάθε φορά προτάσεις, καθώς εκφέρονται σε πραγματικό χρόνο και στο κατάλληλο γλωσσικό πλαίσιο, χωρίς υπονοούμενα και χωρίς παρερμηνείες, αποτελούν την καλύτερη παρακαταθήκη και περιουσία μας. Δεν είναι τα πυρά εκείνα που θα νικήσουν έναν αντίπαλο, αλλά η ολιστική συμπεριφορά και στάση απέναντι στην ιστορία και στη συνολική ροή του αγώνα, αποδεικνύοντας έμπρακτα την «σημασιολογία και την πραγματολογία της σιωπής».
Το ύφος και το ήθος της γλώσσας θα είναι ο κριτής των επερχόμενων εξελίξεων, όχι από την πλευρά της εξ-ουσίας, αλλά της ουσίας και της αναλλοίωτης γλωσσικής μας περι-ουσίας, όπως αυτή μας έχει παραδοθεί από τα βάθη του ελληνισμού των σαράντα αιώνων, με την προφορική και γραπτή παράδοση.
Τις επιταγές των καιρών ο ποιητής Σεφέρης τις συνοψίζει ως εξής: «οι καιροί επιβάλλουν στον καθένα να αρθεί πάνω από ιδιοτελείς βλέψεις, από κοντόθωρες πολιτικές και άλλες φιλοδοξίες, από αναξιοπρεπείς συμπεριφορές, προκειμένου να πράξει τα δέοντα. Τότε η ιστορία της ανθρώπινης ζωής δεν θα περιορίζεται μόνο στις δύο στιγμές της γέννησης και του θανάτου».
Είναι αυτή ακριβώς τη στιγμή που κανείς δεν θα μας δώσει το «προεπιλεγμένο κλειδί του τελευταίου σταθμού» και κανείς δεν θα αναρωτηθεί, δια μαγείας, «τι τρέχει με το κλειδί που πήραμε», γιατί ανεβήκαμε πάλι σε λάθος βαγόνι του τελευταίου σταθμού και μπλέξαμε σε λάθος γραμμή εξόδου, αντιμέτωποι με τους ίδιους μας τους εαυτούς που έρχονται κατά πάνω μας από την αντίθετη κατεύθυνση, ως μία άνιση μάχη του ανθρώπου με τον άλλο του εαυτό: έναν εαυτό ξένο, αλλότριο, βάναυσο, άνανδρο, ανέστιο· έναν άλλο εαυτό που φωνάζει για να ξορκίσει, μπερδεύεται μέσα στα αγαθά του, κλεισμένος στον πλούτο του για ασφάλεια και σιγουριά· έναν άλλο εαυτό που ρητορεύει και αναλώνεται σε κενολογίες, τις οποίες προβάλλει ως περισσή αλήθεια. Αλήθεια; Αυτή είναι η αλήθεια;
Πάντως όχι για τον Σεφέρη. Γι’ αυτό τώρα αγαπά τον έναν αστέρα. Κάθε άστρο, ένας Έλληνας, ένας ήρωας, ένας Έλληνας από το παρελθόν που σέρνει μαζί του το άρμα των απανταχού ηρώων όλων των μαχών του 20ού αιώνα, ίσων και άνισων, όλων εκείνων των ηρώων που πολέμησαν σαν Έλληνες. Γιατί, ακόμη και αν δεν θέλουν κάποιοι την επιστροφή της Αλήθειας, η ίδια η Αλήθεια, αυτή τη φορά, προχωράει ως οφείλει και επιστρέφει στη θέση που δικαιωματικά της ανήκει, μέσα από τους σαράντα αιώνες του ελληνισμού· πλέον δεν φοβάται, δεν περιμένει, δεν προσμένει και δεν ματαιοπονεί. Αλλά βρίσκει το νόημα του Dasein, του «Εδώ-Είναι», περιγράφοντας, μέσω της γλώσσας, την ανθρώπινη ύπαρξη ως μια ύπαρξη βαθιά ριζωμένη σε έναν συγκεκριμένο ελληνικό τόπο και χρόνο, στο πεδίο των ηρωικών μαχών, στο πεδίο του «Είναι», όπου το νόημα απο-καλύπτεται, μαζί με την εστιότητα και την αυθεντικότητα του Έλληνα.
Μια ελληνική αλήθεια που βροντοφωνάζει και διατυμπανίζει προς όλες τις δυνάμεις, φίλιες και μη: «Είμαι εδώ, αλλά δεν θα σε περιμένω».
Οι απανταχού αγωνιστές μας, για άλλη μια φορά, σε αυτή την ύστατη στιγμή, μας υπενθυμίζουν ότι οφείλουμε όχι -απλώς- να αντισταθούμε στα κοινωνικοπολιτικά ζητήματα, εκφράζοντας τη διαφωνία μας σε ό,τι συμβαίνει, αλλά να σταθούμε με ορθολογική στάση ζωής απέναντι στην αντίθεση και την αντίσταση που προβάλλουν οι «λίγοι και μικροπρεπείς» ως η επικρατέστερη άποψη. Μας τονίζουν:
«Σας αρέσει η σιωπή; Μιλήστε ελληνικά!»
[1] Ερευνητής, Ιδρυτής της U.P.C. The White Tower, Μέλος Ελισμέ