Ταβρουμενακισμός
Ταβρουμενακισμός
Δοκίμιον
Του Υποστρατήγου ε.α. Κωνσταντίνου Αργυροπούλου
Η επίσημη τοποθέτηση του αμερικανικού State Department της 22ας Οκτωβρίου 2026, μετά την επικύρωση του Τουρκο-λιβυκού Μνημονίου του 2019 από τη Βουλή των Αντιπροσώπων της Λιβύης, στις 20 Οκτωβρίου 2026 είναι η προτροπή της Ελλάδος στο να διαπραγματευθεί με την Τουρκία, ώστε να επιλυθούν οι διαφορές τους. Συγκεκριμένα οι Αμερικανοί είπαν: «Ενθαρρύνουμε τους εταίρους μας στην Ανατολική Μεσόγειο να επιλύουν τις θαλάσσιες διαφορές τους μέσω καλόπιστων διαπραγματεύσεων. Η επίλυση των θαλασσίων ζητημάτων εξυπηρετεί τα συμφέροντα κάθε πλευράς και ανοίγει τον δρόμο για εμπορικές επενδύσεις και έρευνες που θα ωφελήσουν ολόκληρη την περιοχή της Μεσογείου. Η Ελλάδα και η Τουρκία είναι αμφότερες σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ. Τις ενθαρρύνουμε να συνομιλήσουν διμερώς για την αντιμετώπιση οποιωνδήποτε σημείων διαφωνίας». Στις 25 Οκτωβρίου 2026, το State Department προέβη σε συμπληρωματική διευκρίνιση, χαρακτηρίζοντας την ανακοίνωση της επικυρώσεως του Μνημονίου ως ενέργεια που αύξησε την ένταση στην περιοχή, ήταν μη εποικοδομητική και προκλητική. Υπογράμμισε, επίσης, ότι η αμερικανική θέση επί του ζητήματος παραμένει αμετάβλητη. Παρά ταύτα, «επανέλαβε την προτροπή για διμερή διάλογο» μεταξύ Ελλάδος και Τουρκίας. Από γεωπολιτικής απόψεως, οι δύο δηλώσεις επιτρέπουν μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα διάκριση: Στην πρώτη δήλωση, η Ουάσιγκτον απέφυγε να τοποθετηθεί επί της νομιμότητος του Μνημονίου και προέταξε τη διμερή διαπραγμάτευση και τις οικονομικές προοπτικές. Στη δεύτερη δήλωση, αποδοκίμασε ρητώς την ανακοίνωση της επικυρώσεως, χωρίς όμως να εγκαταλείψει την πολιτική της ενθαρρύνσεως των ελληνοτουρκικών συνομιλιών.
Επομένως, ανακύπτει ένα σημαντικό ζήτημα προς διερεύνηση: κατά πόσον η αμερικανική επιμονή στη διμερή διαπραγμάτευση αντιμετωπίζει επαρκώς τη διαφορά μεταξύ μιας νομικής διεκδικήσεως και μιας διεκδικήσεως η οποία συνοδεύεται από απειλή χρήσεως βίας.
Η λαϊκή και συνάμα σκωπτική ερμηνεία του Αμερικανικού υπουργείου στην νεοελληνική (καθομιλουμένη) γλώσσα επιγραμματικά δίνει στην Ελλάδα εννοιολογική απόδοση της μορφής “να τα βρείτε μεταξύ σας”. Κάποιος ευφυής Έλλην αναλυτής χαρακτήρισε τους Έλληνες θιασώτες αυτής της προτροπής, “τα-βρουμε-νάκηδες” (όπως παρτά-κηδες, εξυπνά-κηδες, μπαχαλά-κηδες κλπ), οι οποίοι -και κατά την κοινή αντίληψη- είναι και αυτοί οι οποίοι αποφεύγουν τις όποιες κακές εξελίξεις (όπως πόλεμος), δηλαδή αυτοί που ακολουθούν την οπτική του να τα βρούμε (εξ ου και το ταβρουμενάκηδες). Σ’αυτό το σημείο και ένεκα του ανωτέρω ευφυούς χαρακτηρισμού προχωρώ -με πλαγία προσέγγιση- στην τιτλοφόρηση του δοκιμίου μου (ταβρουμενακισμός). Ο τίτλος «Ταβρουμενακισμός» παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, όχι απλώς ως γλωσσικό εύρημα αλλά κυρίως επειδή -καθώς πιστεύω- μπορεί να αποτελέσει την αφετηρία μιας σοβαρής πολιτικής, κοινωνιο-ψυχολογικής και γεωπολιτικής αναλύσεως. Και το διευκρινίζω, ότι δεν επιχειρώ αναγωγή του όρου σε απλή πολιτική σάτιρα.
Η διαδοχή «να τα βρούμε», «ταβρουμενάκηδες», «ταβρουμενακισμός» μεταπλάσσεται σε αναγωγή μιας καθημερινής προτροπής σε χαρακτηρισμό συμπεριφοράς και τελικώς, σε ονομασία μιας υποτιθεμένης πολιτικής νοοτροπίας. Το ιδιαίτερο γνώρισμα του νεολογισμού είναι η κατάληξη -ισμός, η οποία μετατρέπει μία απλή έκφραση σε όρο που παραπέμπει σε αντίληψη, ιδεολογική τάση ή σύστημα συμπεριφοράς. Δεν χαρακτηρίζονται πλέον μόνον εκείνοι που είναι της απόψεως του «να τα βρούμε». Εδώ επιχειρείται ένας προσδιορισμός ενός ολοκλήρου φαινομένου πολιτικής νοοτροπίας. Θα μπορούσαμε μάλιστα να δώσουμε και έναν ορισμό. Ήγουν: Ταβρουμενακισμός: Νεολογικός, σκωπτικός όρος που περιγράφει τη νοοτροπία ή πολιτική πρακτική κατά την οποία η αποφυγή της συγκρούσεως αναγορεύεται σε υπέρτατη επιδίωξη, ακόμη και όταν η διατήρηση της ειρήνης ενδέχεται να συνεπάγεται «δυσανάλογες υποχωρήσεις» επί θεμελιωδών εθνικών συμφερόντων και δικαιωμάτων.
Εδώ, όμως, πρέπει να παρεμβάλλουμε μία κάποια διάκριση. Ο υποστηρικτής του διαλόγου δεν είναι αυτομάτως υποστηρικτής του κατευνασμού. Η διαπραγμάτευση μπορεί να αποτελεί εργαλείο υπερασπίσεως εθνικών δικαιωμάτων. Αντιθέτως, ο ταβρουμενακισμός, όπως γίνεται νοητικά ευδιάκριτο, περιγράφει εκείνη την αντίληψη που θεωρεί τη συμφωνία αυτοσκοπό και αντιμετωπίζει την αποφασιστική υπεράσπιση των δικαιωμάτων ως εμπόδιο στην επιτεύξεώς της.
Η ισχυρότερη προοπτική του τίτλου βρίσκεται στη δυνατότητα να εξετασθεί ένα ευρύτερο πολιτικό παράδοξο: Μπορεί δηλαδή η επιθυμία αποφυγής ενός πολέμου, όταν αποσυνδέεται από την αποτρεπτική ισχύ και από τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων, να δημιουργήσει συνθήκες που τελικώς καθιστούν τη σύγκρουση πιθανότερη; Το ερώτημα συνδέεται με την ιστορική συζήτηση περί κατευνασμού (appeasement), αλλά δεν ταυτίζεται απολύτως με αυτόν. Θα μπορούσαν, μάλιστα, να αναδειχθούν τρεις διαφορετικές διαστάσεις του φαινομένου: η μία είναι η ψυχολογική, όταν ο φόβος της συγκρούσεως υπαγορεύει τις επιλογές· η Δευτέρα είναι η πολιτική, όταν η πρόσκαιρη εκτόνωση υποκαθιστά τη μακροχρόνια στρατηγική· και τρίτη είναι η γεωπολιτική, όταν η επιδίωξη συνεννοήσεως δεν συνοδεύεται από επαρκή αποτροπή και σαφώς προσδιορισμένα όρια.
Εδώ -εν άλλοις- εμείς καταλαβαίνουμε, ότι Ταβρουμενακισμός ισχύει όταν η συνεννόηση μετατρέπεται από μέσον ειρήνης σε αυτοσκοπό της εξωτερικής πολιτικής. Μετά από αυτή την διευκρίνιση, όλοι μας οδηγούμεθα σε άλλες σκέψεις. Αυτού του είδους την πολιτική την βλέπουμε σαν ένα σοβαρό πρόβλημα προσχηματικής ή κωλυσιεργητικής στρατηγικής συμπεριφοράς. Βέβαια για να αποφευχθεί κάθε αντίθεση περί δικού μας δογματισμού εμείς αντιτείνουμε, ότι δεν χρειάζεται να αποδεικνύεται, ότι κάθε πολιτική συμβιβασμού είναι επιζήμια. Χρειάζεται να εξετάζει πότε και υπό ποιες συνθήκες ο συμβιβασμός παύει να αποτελεί προϊόν ελευθέρας διαπραγματεύσεως και μετατρέπεται σε αποτέλεσμα πιέσεως ή αδυναμίας. Εξ άλλου Ο ταβρουμενακισμός δεν γεννάται από την ανάγκη της ειρήνης. Γεννάται, ως πολιτική νοοτροπία, τη στιγμή κατά την οποία η ειρήνη παύει να αντιμετωπίζεται ως αποτέλεσμα ασφαλούς συνυπάρξεως και αρχίζει να επιδιώκεται ως αυτοσκοπός, ανεξαρτήτως του τιμήματος που θα απαιτούσε η εξασφάλισή της.
Ας ιδωθεί ο ταβρουμενακισμός σαν δυνητικό σύμπτωμα μιας βαθυτέρας πολιτικής παθογενείας: ήγουν της υποκαταστάσεως της στρατηγικής ευθύνης από την επιθυμία αποφυγής του πολιτικού κόστους. Ο «Ταβρουμενακισμός» έχει τις προϋποθέσεις να εξελιχθεί από έναν σκωπτικό νεολογισμό σε μία ουσιαστική μελέτη της ελληνικής πολιτικής νοοτροπίας, της στρατηγικής ευθύνης και της σχέσεως μεταξύ ειρήνης, αποτροπής και εθνικής αξιοπρεπείας.
Μετά από αυτή την αρχική προσέγγιση μπορούμε πλέον να προσδιορίσουμε και κατατάξουμε την έννοια Ταβρουμενακισμός, αφού πρώτα επεξεργασθούμε το πού παρουσιάζεται το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της αναζητήσεώς μας. Κυρίως εστιαζόμεθα στην πρόσληψίν του ως έναν δυνητικόν και με επαρκή επιτευξιμότητα πολιτικοκοινωνικόν όρον, ικανόν να περιγράψει μία συγκεκριμένη αντίληψη περί εξωτερικής πολιτικής, εθνικής ασφαλείας και διαχειρίσεως διακρατικών αντιπαραθέσεων.
Κατόπιν των ανωτέρω θα προτείναμε ότι ταιριαστός ορισμός είναι: «Ταβρουμενακισμός» είναι ένα πολιτικο-στρατηγικό ιδεολόγημα με χαρακτηριστικά κατευναστικής νοοτροπίας, το οποίο, όταν αποκτά κοινωνική διάδοση, μπορεί να εξελίσσεται σε συλλογική πολιτική κουλτούρα και, αφ’ῆς υιοθετείται από την κρατική εξουσία, τότε μεταπλάσσεται σε πρακτική εξωτερικής πολιτικής. Μάλιστα θα προσθέταμε και κάτι που συμπυκνώνει το αντικείμενο του ζητουμένου μας, δηλαδή το, ότι ο Ταβρουμενακισμός δεν κρίνεται από την επιθυμία τού να αποφύγει τη σύγκρουση, αλλά από την προθυμία τού να θεωρήσει τη συνεννόηση επιτυχία, προτού ακόμη εξετάσει τι ακριβώς διασώζεται και τι ενδεχομένως θυσιάζεται χάριν αυτής. Αυτή είναι μία συνήθης πρακτική «όλων» των Ελληνικών κυβερνήσεων, όπου παρουσιάζουν την κάθε πειθαναγκαστική υποχωρητικότητα ή στρατηγική ενδοτικότητα υπό το κράτος της ισχύος ή εξαναγκασμένη συναίνεση και μεταμφιεσμένη σε ελεύθερη συνεννόηση σαν διπλωματική ή πολιτική επιτυχία με τυμπανοκρουσίες (όπως η περίπτωση της Μονής Σινά) και άλλα παραφερνάλια που πανηγυρίζονται από κοινού δια του λόγου το αληθές. Όμως, όταν αποδεικνύεται, ότι δεν είναι έτσι ακριβώς τα πράγματα, τότε εμφανίζεται μία άλλη εικόνα όπου επιχειρείται κάποια κοινωνικο-πολιτική γεφύρωση με την παρουσίαση μιας υποχωρήσεως επιβεβλημένης από τον συσχετισμό ισχύος ως προϊόντος ισοτίμου πολιτικής συμφωνίας. Εδώ λοιπόν έχουμε το φαινόμενον των διπλωματικών θριάμβων ακόμη και εκείνων των συμφωνιών που υποκρύπτουν επώδυνες παραχωρήσεις.
Το να τα βρούμε με τον Τούρκο ανεξαρτήτως όρων και προϋποθέσεων, κινδυνεύει να αποτελέσει την πολιτική αποθέωση μιας στρατηγικής αυταπάτης. Το να τα βρούμε με τον Τούρκο, χωρίς προηγούμενη άρση των ουσιωδών διεκδικήσεων, μοιάζει με ιστορική χίμαιρα, την οποία συντηρεί περισσότερο η προσδοκία παρά η γεωπολιτική πραγματικότητα. Είναι στρατηγικώς αθεμελίωτη αισιοδοξία. Είναι ουτοπική ψευδαίσθηση συνεννοήσεως. Είναι ανέκδοτο γεωπολιτικής αφελείας. Συνεπώς ο Ταβρουμενακισμός τον οποίον ασπάζονται οι όσοι τον ασπάζονται, ας προβούν σε κάποια πολιτικής υφής ενδοσκόπηση για να καταλάβουν το σε ποία φαρσοκωμωδία στρατηγικού εφησυχασμού εκεκοιμήθησαν.
Πως είναι δυνατόν να τα βρούμε με τους Τούρκους, όπως οι ξένοι (ΗΠΑ, ΕΕ) μας παροτρύνουν, όταν το αντικείμενον διαπραγματεύσεως είναι το να μοιραστούμε ή να παραχωρήσουμε (όπως με την κατάπτυστη Συμφωνία των Πρεσπών και τώρα την Ελληνική Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη) τα καθαρώς Ελληνικά περιουσιακά στοιχεία; Πώς είναι δυνατόν να διαπραγματεύεσαι με τον Τούρκο, όταν κάθε πρόθεσή σου να εκμεταλλευθείς ένα μέρος της δικής σου επικρατείας ή των κυριαρχικών σου δικαιωμάτων συλλήβδην και αυτομάτως να δέχεσαι το αδιανόητο τοις γεωπολιτικόν νουν έχουσι ένα απειλητικό casus belli.
Οι ταβρουμενάκηδες ας έχουν κι αυτό υπ’όψιν τους. Δηλαδή άλλο πράγμα είναι η διαπραγμάτευση για την οριοθέτηση επικαλυπτομένων θαλασσίων δικαιωμάτων και εντελώς διαφορετικό η διαπραγμάτευση υπό την απειλή χρήσεως στρατιωτικής βίας. Το πρώτο προβλέπεται από το διεθνές δίκαιο, το δεύτερο εγείρει σοβαρό ζήτημα συμβατότητας με τις θεμελιώδεις αρχές του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ. Πώς μπορεί μία διαπραγμάτευση να θεωρείται πραγματικώς ελευθέρα και ισότιμη, όταν η μία πλευρά διατηρεί ρητή απειλή στρατιωτικών μέτρων έναντι ασκήσεως δικαιώματος που επικαλείται η άλλη; Η διαπραγμάτευση προϋποθέτει ελευθερία επιλογών. Η στρατιωτική απειλή δημιουργεί συνθήκες πιέσεως, χωρίς βεβαίως αυτό να σημαίνει ότι κάθε συνομιλία υπό ένταση είναι αυτομάτως άκυρη, αν και στην περίπτωση της Τουρκίας αυτό έχει προσλάβει χαρακτηριστικά μιας sui generis πρακτικής εξαναγκαστικής διπλωματίας. Δεν μπορεί η μετατροπή ενός δικαιώματος σε αντικείμενο «εξωτερικής εγκρίσεως». Όπως δεν μπορεί η άσκηση ενός δικαιώματος που προβλέπει το διεθνές δίκαιο να εξαρτάται πολιτικώς από τη συγκατάθεση του κράτους που αντιτίθεται σε αυτήν και μάλιστα ενός κράτους που δεν έχει υπογράψει το Διεθνές Δίκαιο και που συστηματικά το αγνοεί.
Πως μπορεί οι ταβρουμενάκηδες να αγνοούν την πραγματικότητα, που θέλει τους Τούρκους να επιδιώκουν διαρκή διεύρυνση του αντικειμένου των διαφορών (κάθε φορά και κάτι νέο προς διεκδίκηση); Δεν βλέπουν, ότι ελλοχεύει ο κίνδυνος της σταδιακής κανονικοποιήσεως των πιέσεων; Μιας προϊούσης εμπεδώσεως καθεστώτος εξωτερικού εξαναγκασμού, το οποίο, διά της συνεχούς υποχωρητικότητος, ενδέχεται να οδηγήσει σε μία ιδιότυπη γεωπολιτική φινλανδοποίηση της χώρας; Δεν συνειδητοποιούν, ότι μία επαναλαμβανόμενη απειλή είναι δυνατόν, με την πάροδο του χρόνου, να αντιμετωπίζεται ως δεδομένο στοιχείο του διπλωματικού περιβάλλοντος; Δεν μπορούν να φανταστούν, ότι η προσοχή ενδέχεται να μετατοπίζεται από την αμφισβήτηση της ίδιας της απειλής στην αναζήτηση τρόπων προσαρμογής ( ανεπιγνώστου συναινέσεως) προς αυτήν; Τι λένε οι ταβρουμενάκηδες όταν το ένα κράτος περιορίζει την άσκηση δικαιωμάτων για να αποφύγει την ένταση, ενώ το άλλο διατηρεί τις απειλές και τις αξιώσεις του; Δεν κατανοούν την δημιουργία του κινδύνου ετεροβαρούς σταθερότητος; Είναι αμοιβαία η αυτοσυγκράτηση ή αποτελεί μονομερή προσαρμογή στις απαιτήσεις της ισχυροτέρας πλευράς;
Μπορεί η συμμαχική συνοχή να θεωρείται πλήρης, όταν μεταξύ δύο Νατοϊκών συμμάχων διατηρείται μία τόσο σοβαρή απειλή χρήσεως βίας; Πως το βλέπουν αυτό οι ΗΠΑ; Φυσικά και το βλέπουν. Απλά οδηγός πολιτικής των ΗΠΑ δεν είναι η Συμμαχία, εκτός εάν η γεωστρατηγική χρησιμότητα της Συμμαχίας συμβαδίζει με το Αμερικανικό συμφέρον. Εξ ού και το βολικό των ίσων αποστάσεων με το «βρείτε τα»!
Και ναι, τα βρήκαμε…και λοιπόν; Όμως εδώ διακυβεύεται η διαγενεακή ευθύνη της εξωτερικής πολιτικής. Μία συμφωνία μπορεί να επιφέρει πρόσκαιρη αποκλιμάκωση, αλλά οι όροι της να επηρεάζουν τη στρατηγική θέση ενός κράτους για δεκαετίες. Κατά συνέπεια, η ποιότητα μιας διακρατικής συμφωνίας δεν μπορεί να αξιολογείται αποκλειστικώς από την άμεση αποφυγή κρίσεως. Πρέπει να εξετάζεται και από τη σκοπιά του μελλοντικού κόστους, της διατηρήσεως των δικαιωμάτων και της ανθεκτικότητος της ειρήνης. Η ειρήνη που διασφαλίζεται σήμερα πρέπει να εξετάζεται και ως προς το στρατηγικό περιβάλλον που κληροδοτεί στις επόμενες γενεές.
Ποίοι είναι οι ταβρουμενάκηδες;
Λαμβάνοντας υπόψιν, ότι στην Ελλάδα με την νέα διαμορφωθείσα νοοτροπία και σε αντίθεση με τους προγενεστέρους Έλληνες, οι οποίοι διεκρίνοντο για το υπερέχον εθνικό τους φρόνημα και την πρόθυμο προσφορά τους προς την Πατρίδα, οι σημερινοί Έλληνες μέσα σε ένα κλίμα γενικής αδιαφορίας (απέναντι στο εθνικό συμφέρον, στην όποια θρησκευτική πίστη κλπ), του υπερ εκθειαζομένου ατομικισμού και λοιπών κοινωνικο-πολιτικών συνιστωσών θεωρούνται, ότι δεν επιθυμούν εμπλοκή τους σε πολεμικές περιπέτειες (τί θέλετε; …να κάνουμε πόλεμο). αυτά πίστευε και έλεγε ο κάποτε πρωθυπουργός Σημίτης και άλλοι πολιτικοί, διάφοροι “συστημικοί”, κάποιοι εισαγωγείς κλίμακος καθώς και άλλοι της θεωρίας του “μη μου τους κύκλους τάραττε”. Ας ιδούμε ποίες είναι οι κατηγορίες ανθρώπων ή μεμονωμένα πρόσωπα ή προσωπικότητες, που κατατάσσονται στην κατηγορία των ταβρουμενάκηδων και οι οποίοι συγκροτούν μία ολόκληρη τυπολογία πολιτικών συμπεριφορών, κοινωνικών νοοτροπιών και γεωπολιτικών αντιλήψεων. Προϋπόθεση -ωστόσο- είναι η μη θεώρηση του ταβρουμενακισμού σαν αποκλειστικώς πολιτική ιδεολογία. Μπορεί να περιγραφεί και ως ένα σύνθετο κοινωνικοπολιτικό φαινόμενο, στο οποίο συναντώνται ο φόβος της συγκρούσεως, η προτίμηση της προσωπικής ευημερίας, η διπλωματική αντίληψη του κατευνασμού και, ενίοτε, η υποτίμηση του μακροπροθέσμου κόστους των υποχωρήσεων. Ωστόσο, χρειάζεται και κάποια παραδοχή. Δηλαδή δεν είναι κάθε υπέρμαχος του διαλόγου οπαδός του κατευνασμού, όπως δεν είναι κάθε πολίτης που αποστρέφεται τον πόλεμο αδιάφορος απέναντι στην εθνική ανεξαρτησία.
Ποίοι εν τέλει είναι οι ταβρουμενάκηδες; Εμείς ξεχωρίζουμε τους δογματικούς κατευναστές οι οποίοι αντιλαμβάνονται τη διαρκή συνεννόηση ως λύση ακόμη και όταν ο συνομιλητής εξακολουθεί να ασκεί εξαναγκαστικές πιέσεις. Είναι οι φοβικοί πραγματιστές, οι οποίοι θεωρούν το ενδεχόμενο συγκρούσεως τόσο δυσβάστακτο, ώστε προκρίνουν σχεδόν κάθε συμβιβασμό. Είναι οι πολιτικοί του βραχυπροθέσμου ορίζοντος. Αυτοί αξιολογούν την αποφυγή μιας άμεσης κρίσεως περισσότερο από τις ενδεχόμενες μακροπρόθεσμες στρατηγικές συνέπειες. Είναι οι οικονομικοί ωφελιμιστές. Δεν θέλει και ρώτημα, αυτοί απλά αντιμετωπίζουν τη γεωπολιτική πρωτίστως μέσα από εμπορικά, επενδυτικά ή επιχειρηματικά συμφέροντα. Είναι οι συμμαχικοί εφησυχαστές που υπερεκτιμούν ενδεχομένως την προθυμία τρίτων δυνάμεων να προστατεύσουν αυτομάτως τα ελληνικά συμφέροντα. Είναι οι γεωπολιτικώς αδιάφοροι. Ούτως ή άλλως δεν ενδιαφέρονται ουσιαστικώς για τις μακροχρόνιες συνέπειες των διεθνών εξελίξεων στην εθνική ανεξαρτησία. Έχουμε και τους υπερτροφικούς ατομικιστές που αντιμετωπίζουν κάθε συλλογική υποχρέωση σχεδόν αποκλειστικώς με κριτήριο την προσωπική τους ευχέρεια. Οι όσοι θεωρούν ότι απέναντι σε ισχυρότερο αντίπαλο η προσαρμογή στις απαιτήσεις του αποτελεί αναπόφευκτη πραγματικότητα είναι οι μοιρολάτρες της ισχύος. Και τέλος είναι και εκείνοι οι εξοικειωμένοι με τον εξαναγκασμό, οι οποίοι έχουν σταδιακώς αποδεχθεί την εξωτερική πίεση ως μόνιμο στοιχείο της εθνικής πολιτικής ζωής.
Ποια συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα μπορούν να εξετασθούν; Θα ξεχωρίζαμε τρεις προσωπικότητες, των οποίων οι δημόσιες τοποθετήσεις παρέχουν υλικό για την εξέταση αυτής της αντιλήψεως, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι αποδεικνύεται η υπαγωγή τους στον επικριτικό χαρακτηρισμό. Είναι οι Κώστας Σημίτης, Γιώργος Α. Παπανδρέου και Γιώργος Γεραπετρίτης, οι οποίοι έχουν υποστηρίξει, ότι η ενίσχυση της συνεργασίας μπορεί να μεταβάλει τη στρατηγική συμπεριφορά ενός ανταγωνιστικού κράτους. Το ερώτημά μας για τους ανωτέρω πολιτικούς είναι: υποστηρίζουν τη διαπραγμάτευση ως μέσον προασπίσεως των εθνικών συμφερόντων ή θεωρούν την αποφυγή της συγκρούσεως αυτοσκοπό, ακόμη και όταν αυτή συνεπάγεται ουσιώδεις παραχωρήσεις;
Πέραν των ανωτέρω μπορούν να προστεθούν και μερικοί άλλοι θιασώτες του ταβρουμενακισμού, όχι με την έννοια ότι τα μέλη τους έχουν συλλήβδην συγκεκριμένη πολιτική στάση, αλλά επειδή εκεί μπορούν να αναζητηθούν διαφορετικές εκφάνσεις του φαινομένου. Σαν τέτοιους ξεχωρίζουμε τα μέσα ενημερώσεως και οι διαμορφωτές της κοινής γνώμης. Ιδίως όταν παρουσιάζουν κάθε αντίσταση σε μια διεκδίκηση, ως πολεμική διάθεση, χωρίς να εξετάζουν εναλλακτικές μορφές αποτροπής. Τους επιχειρηματικούς κύκλους με διασυνοριακά συμφέροντα και εφόσον αποδεδειγμένως προκρίνουν συγκεκριμένες οικονομικές επιδιώξεις έναντι άλλων στρατηγικών κριτηρίων. Είναι οι ακαδημαϊκοί και αναλυτές της εξωτερικής πολιτικής, όταν υποστηρίζουν ότι η προσαρμογή σε μια υφιστάμενη ανισορροπία ισχύος είναι προτιμότερη από την προσπάθεια ανατροπής της. Και τέλος ας συμπεριλάβουμε και τα ευρύτερα κοινωνικά στρώματα της πολιτικής αδρανείας. Είναι εκεί όπου η ελλιπής ενασχόληση με τα εθνικά ζητήματα μπορεί να συνδέεται με απογοήτευση, έλλειψη ενημερώσεως, οικονομική ανασφάλεια ή ατομικισμό. Δεν συνεπάγεται αναγκαστικώς έλλειψη φιλοπατρίας. Εδώ φθάνουμε σε ένα θλιπτικό συλλογισμό που μας θυμώνει, όταν π.χ. ακούμε από ανθρώπους που θεωρούμε εσσόφους και που μας λένε ότι η διατήρηση της ειρήνης και η αποφυγή της συγκρούσεως πρέπει να επιδιώκονται μέσω διαρκών συμβιβασμών, ακόμη και υπό συνθήκες ασυμμέτρου εξωτερικού εξαναγκασμού, με κίνδυνο τη σταδιακή εξοικείωση μιας κοινωνίας με τον περιορισμό της εθνικής στρατηγικής της αυτονομίας.
Ο θυμός μας μεγαλώνει, όταν διαπιστώνουμε, ότι το επικίνδυνο δεν είναι, ότι μία κοινωνία αποστρέφεται τον πόλεμο. Είναι ότι ενδέχεται, αποστρεφομένη τον πόλεμο, να εξοικειωθεί τόσο πολύ με την απειλή του, ώστε να θεωρεί τη σταδιακή περιστολή της ελευθερίας των εθνικών της επιλογών ως «αναγκαίο τίμημα» της ειρήνης. Εδώ οφείλεται από όλους τους εθνικά σκεπτομένους Έλληνες να ασκήσουν αυστηρά κριτική σ’αυτή την συγκεκριμένη νοοτροπία χωρίς να ταυτίσουν αδιακρίτως τη διπλωματική σύνεση, τη φιλειρηνική στάση και τον κατευνασμό.
Ο «Ταβρουμενακισμός» μπορεί να αποτελέσει όρο κριτικής εκείνων των πολιτικών επιλογών που αντιμετωπίζουν την επίτευξη συμφωνίας ως επαρκή απόδειξη επιτυχίας, χωρίς να αξιολογούν με την ίδια αυστηρότητα το περιεχόμενό της. Όταν η συνεννόηση επιδιώκεται υπό καθεστώς απειλής, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνον εάν αποτρέπεται η σύγκρουση, αλλά εάν η συμφωνία αποτελεί προϊόν ελευθέρας βουλήσεως, ισοτίμου διαπραγματεύσεως και σεβασμού του διεθνούς δικαίου. Απευθυνόμενοι προς τους Τούρκους θα τους λέγαμε, ότι η ισχύς μπορεί να επηρεάζει καθοριστικά τις διεθνείς διαπραγματεύσεις, αλλά το γεγονός αυτό δεν καταργεί τη νομική διάκριση μεταξύ δικαιώματος και απαιτήσεως ούτε καθιστά κάθε συμβιβασμό πράξη υποταγής για την φιλία πλευρά. Ωστόσο -με Θουκυδιδείους όρους- καλόν είναι οι ταβρουμενάκηδες ας «τα βρουν» με τους παράγοντες που συνιστούν την σκληρά και ηπία εθνική ισχύ ώστε να αποφευχθεί κάθε εξαναγκασμός προσφυγής σε τράπεζα διαπραγματεύσεως για να «τα βρούμε» με εκείνους που ονειρεύονται να πάρουν ό,τι δήποτε ελληνικό.
Και ας μη παραβλέπουμε, το ότι όλες οι σχέσεις είναι σχέσεις ισχύος. Κατά συνέπειαν το άρτιστο πολιτικό πλεονέκτημα είναι το να είναι κάποιος ανεξάρτητος. Κάτι σαν μοναχικός λύκος -σύμφωνα με την σύγχρονη παραστατική μεταφορά- και να ενεργεί αυτεξουσίως. Είναι απαραίτητο να εξετασθεί αν η Ελλάς έχει αρκετή ισχύ, ώστε σε περίπτωση ανάγκης να μπορεί να συντηρηθεί από τους δικούς της πόρους και αντέχει σε παρατεταμένες ημέρες θεάτρου επιχειρήσεων (ΗΘΕ) ή αν εν ελλείψει επαρκούς εθνικής αυταρκείας χρειάζεται πάντοτε την βοήθεια άλλων (π.χ. του Ισραήλ, της Γαλλίας, της Ινδίας, της Αιγύπτου) ή στηριχθεί τῷ αγνώστω Θεῷ. Καλόν είναι η Ελλάς να αποφεύγει όσον είναι δυνατόν να βρίσκεται κάτω από την όποια διακριτική ευχέρεια του οιουδήποτε. Διότι άλλο είναι η συμμαχική συνδρομή, ως πολλαπλασιαστής της εθνικής ισχύος και άλλο η συμμαχική συνδρομή, ως αναγκαία προϋπόθεση της εθνικής αμυντικής επιβιώσεως.
Εν επιλογικῇ κατακλείδι αποφαινόμεθα ότι ο “ταβρουμενακισμός” αποτελεί σκωπτικό νεολογισμό, ο οποίος εκ πρώτης όψεως παραπέμπει σε spectacle de variétés σατιρικού θιάσου· πλην όμως, πίσω από τη φαινομενική ευθυμία της ονομασίας υποκρύπτεται μία πολιτική νοοτροπία, της οποίας οι ενδεχόμενες συνέπειες δύνανται να αποβούν καθοριστικές για τη γεωπολιτική θέση μιας χώρας, ιδίως όταν η εθνική της ισχύς τίθεται υπό αμφισβήτηση.