Blog

HMEΡΙΔΑ 8ης Φεβρουαρίου 2011 «ΟΙ ΕΛΛΗΝΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ – ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ»

HMEΡΙΔΑ 8ης Φεβρουαρίου 2011

 

«ΟΙ ΕΛΛΗΝΟ-ΤΟΥΡΚΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΣΤΗ ΣΗΜΕΡΙΝΗ ΣΥΓΚΥΡΙΑ –

ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ»

 

           Πραγματοποιήθηκε την 8ην Φεβρουαρίου 2011 στη Λέσχη Αξιωματικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΛΑΕΔ), στην Αθήνα, η μηνιαία συνάντηση των μελών και φίλων της Ελληνικής Εταιρείας Στρατηγικών Μελετών (ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ) κατά την οποία οργανώθηκε Ομιλία-Συζήτηση με θέμα «Οι Ελληνοτουρκικές Σχέσεις στη σημερινή συγκυρία – Προοπτικές για το Μέλλον».

            Εισηγητές στην παραπάνω εκδήλωση ήσαν ο Πρέσβης ε.τ. κ. Γεώργιος Γεννηματάς και ο Δημοσιογράφος, Αναλυτής και Συγγραφεύς

κ. Σταύρος Λυγερός.

            Την εκδήλωση παρηκολούθησαν, εκτός των μελών και φίλων της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ, Βουλευτές, Πρέσβεις εν ενεργεία, Πρέσβεις ε.τ. και εκπρόσωποι των Γενικών Επιτελείων των Ενόπλων Δυνάμεων, εξέχοντα μέλη της Αθηναϊκής κοινωνίας και επιχειρηματικών φορέων.

            Την εκδήλωση χαιρέτησε ο Πρόεδρος της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ Αντιστράτηγος ε.α. κ. Ηλίας Καζούκας ο οποίος και ευχαρίστησε τους δύο Ομιλητές και τους παρισταμένους, αναθέτοντας στον Συντονιστή της εκδηλώσεως Αντιστράτηγο ε.α. κ. Στυλιανό Παναγόπουλο να κάνει την γενική τοποθέτηση του θέματος και να διευθύνει αυτήν.

            Μετά το πέρας των εισηγήσεων, υπεβλήθησαν ερωτήσεις προς τους δύο ομιλητές οι οποίες και απαντήθηκαν. Η όλη εκδήλωση υπήρξε επιτυχής κατά γενική ομολογία των ομιλητών και των παρευρισκομένων. Στο παρόν τεύχος δημοσιεύονται : η τοποθέτηση του συντονιστού, οι εισηγήσεις των δύο ομιλητών και τα συμπεράσματα αυτών.

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΠΡΟΕΔΡΟΥ

Χαιρετισμός Προέδρου

Αντιστρατήγου ε.α. Ηλία Καζούκα

Προέδρου ΔΣ/ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ

 

                      

Αγαπητοί Φίλοι και Εταίροι,

Κυρίες, Κύριοι,

 

            Εκ μέρους των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Ελληνικής Εταιρείας Στρατηγικών Μελετών σας καλωσορίζομε και σας ευχαριστούμε δια την ανταπόκρισή σας στην πρόσκλησή μας.

            Η απόφασή σας να συμμετέχετε στη σημερινή συνάντηση μελών και φίλων μας ενθαρρύνει και μας ενδυναμώνει στην προσπάθεια λειτουργίας και συνέχειας του Ινστιτούτου μας, του οποίου η παρουσία, ιδιαίτερα στην περίοδο της υλικής και ηθικής κρίσης, την οποία διέρχεται η Πατρίς, κρίνεται αναγκαία με τις όποιες εξ αυτής επιβαλλόμενες επιπρόσθετες θυσίες υποστήριξης του έργου μας.

            Είμεθα εδώ δια να ανταλλάξουμε απόψεις και να προβληματισθούμε δια την πορεία των Ελληνοτουρκικών σχέσεων και τις μελλοντικές προοπτικές των.

            Το θέμα θα αναπτύξουν, καθένας από τη δική του σκοπιά, ο έγκριτος διπλωμάτης, Πρέσβυς επί τιμή κ. Γεννηματάς Γεώργιος, επίτιμο μέλος του Ινστιτούτου μας και ο επίσης καταξιωμένος δημοσιογράφος και συγγραφέας κ. Λυγερός Σταύρος, φίλος του Ινστιτούτου.

            Αμφότεροι, δια δεύτερη φορά, ευρίσκονται ανάμεσά μας δια να μας καταστήσουν κοινωνούς των απόψεων και των προβλέψεών τους δια το θέμα, το οποίο κατά γενική ομολογία καλώς κατέχουν. Τους καλωσορίζομε και ιδιαίτερα τους ευχαριστούμε.

            Κυρίες, Κύριοι,

            Παρακαλώ να μου επιτρέψετε να εκθέσω λίαν συντόμως την ταπεινή άποψή μου δια το θέμα, χωρίς αυτό να αποτελεί δέσμευση ελεύθερης σκέψης και έκφρασης των οποιωνδήποτε θέσεων και απόψεων.

            Η Οθωμανική Αυτοκρατορία, επί τετρακόσια πενήντα περίπου χρόνια, εφήρμοσε κατά του Γένους-Έθνους των Ελλήνων, παρά τα θρησκευτικά προνόμια, επαχθή, βάρβαρη, καταπίεση εθνοφυλετική (γενιτσαρισμός), θρησκευτική (εξισλαμισμός) και οικονομική εξαθλίωση (χαράτσι). Η διάκριση πιστών και απίστων (Ισλάμ και Γκιαούρ), αφέντη και ραγιά, ερρίζωσε βαθιά στην Οθωμανική εποχή και εκληροδοτήθη στη μετέπειτα τουρκική νοοτροπία.

            Το υπόδουλο Έθνος, μετά από εκατόν πενήντα και πλέον κινήματα και επαναστάσεις εξηγέρθη και  ήρξατο το 1821 τον αγώνα της Παλιγγενεσίας κατά του Τούρκου κατακτητή με σύνθημα δια του Χριστού την πίστη την αγία και της Πατρίδος την Ελευθερία. Η επανάσταση κατέληξε στη σύσταση του πυρήνα του συγχρόνου Ελληνικού κράτους.

            Οι δύο νικηφόροι δια το Έθνος των Ελλήνων Βαλκανικοί πόλεμοι (1912-13) εδιπλασίασαν την Ελλάδα και εξέβαλαν την Τουρκία από το Αιγαίο και τις βορειοδυτικές του ακτές της ηπειρωτικής Ελλάδος. Η περιφανής Μικρασιατική εκστρατεία, δυστυχώς μετετράπη στην επώδυνη Μικρασιατική καταστροφή (1922). Η επακολουθήσασα Συνθήκη της Λωζάνης (1923) έθεσε την ταφόπετρα της «Μεγάλης Ιδέας» του Έθνους. Ενώ καθόρισε τα σύνορα της σύγχρονης Τουρκίας και ασφαλώς και τα μετά της Ελλάδος.

            Η αναθεώρηση αυτής της Συνθήκης απετέλεσε και αποτελεί τον αντικειμενικό σκοπό της εθνικής στρατηγικής της σημερινής Τουρκίας, Κεμαλικής ή Ισλαμικής.

            Ελλάς και Τουρκία, από το έτος 1952, ευρίσκονται σύμμαχοι στο ΝΑΤΟ και σχεδόν συγχρόνως από το 1962 είναι συνδεδεμένα μέλη της ΕΟΚ. Οι σχέσεις όμως αυτές δεν ημπόδισαν την Τουρκία στην κατάληψη και στην κατοχή, από το έτος 1974, του βορείου τμήματος (38%) της Ελληνικής μαρτυρικής Μεγαλονήσου Κύπρου.

            Έκτοτε Ελλάς και Τουρκία διέρχονται εποχές έντασης σχέσεων, κρίσεων, ψυχροπολεμικές και μόνιμης απειλής πολέμου. Η τοιαύτη κατάσταση επικυριαρχεί και επιβαρύνει όλο το φάσμα των δραστηριοτήτων του Ελληνικού κράτους, με σοβαρές επ΄αυτών επιπτώσεις.

            Η Τουρκία, παρά την απειλητική συμπεριφορά, επιζητεί έως και εκβιάζει την απαιτουμένη συνηγορία της Ελλάδος δια την πλήρη ένταξή της στην ΕΕ. Συνηγορία την οποία παραδόξως έχει η Τουρκία την τελευταία δεκαετία,  έστω και αν αυτή αντιτίθεται προς τις απόψεις πολλών εταίρων στην ΕΕ αλλά και προς το μακροπρόθεσμο εθνικό συμφέρον της Ελλάδος.

            Η Τουρκία αμφισβητεί και προσβάλλει την εθνική κυριαρχία, αποτελεί συνεπώς ορατή και σταθερή απειλή δια την Ελλάδα. Έχει την πρόθεση αλλά και τις δυνατότητες υποστήριξης και υλοποίησής της. Διαθέτει την πρωτοβουλία των κινήσεων. Προετοιμάζεται μεθοδικά και μακροπρόθεσμα αναμένουσα τον κατάλληλο χρόνο και τις ευνοϊκές συνθήκες. Εφαρμόζει καλοσχεδιασμένο πρόγραμμα ψυχολογικών επιχειρήσεων προς κάμψη της θελήσεως και της αντιστάσεως του ελληνικού λαού, τον οποίον καταλλήλως αποσυνθέτει δια των λαθρομεταναστών, μελλοντικών προγεφυρωμάτων αν χρειασθεί και δεν επιτευχθεί η πτώση του «ωρίμου φρούτου».

            «Η πληρεστέρα και θαυμασιοτέρα νίκη είναι ο εξαναγκασμός του αντιπάλου να παραιτηθεί των σχεδίων του, άνευ ημετέρων θυσιών» διαμηνύει από τα βάθη των αιώνων ο Βυζαντινός Στρατηγός Βελισσάριος. Και «επιτυγχάνομεν το άμεσον δια του εμμέσου» αποφαίνεται ο Σαίξπηρ.

            Προβληματίζομαι όμως στο τι εμείς πράττομεν προς αντιμετώπιση της απειλής.

            Απαξιώνομε τη θητεία, υιοθετούμε τη μισθοφορία, συρρικνώνουμε την εφεδρεία. Απαξιώνομε τον αξιωματικό στυλοβάτη της εθνικής άμυνας και ασφάλειας, τον γαλβανιστή της εθνικής συνείδησης των Ελληνοπαίδων, θεωρώντας τον αντιπαραγωγικόν. Συρρικνώνομε το έργο των Ενόπλων Δυνάμεων. Προτάσσομεν την αποτροπή της άμυνας και αντιστρόφως, αγνοώντας πως η πρώτη είναι απόρροια της δεύτερης.

            Αναζητούμε την ασφάλεια των συνόρων μας στην Εσπερία, από την οποία, ιστορικά βεβαιωμένα, ουδέποτε είχαμε.

            Επιδόθημεν σε μία επίπλαστη ευημερία και αλόγιστη ευμάρεια, ζώντες με δάνεια σε χρήμα, σε αγαθά, σε ανθρώπινα χέρια.

            Καταντήσαμε χρεωμένοι, γηρασμένοι και ταπεινωμένοι, επαίτες.

            Εθελοτυφλούμεν και δεν λέγομεν την αλήθεια. «Φιλοκαλούμε μετ΄ευτελίας και φιλοσοφώμεν άνευ μαλακίας» ως θα επαναλάμβανε ο Περικλής.

            Η Ελλάς αντιμετωπίζουσα προβλήματα απαιτήσεων και εκ των βορείων γειτόνων, εκπεφρασμένων από την προηγουμένη δεκαετία, δια εθνικών δογμάτων και Συνταγμάτων, επιδίδεται σε οικονομικές, πολιτιστικές συνεργασίες και επικίνδυνες ιστορικές αναθεωρήσεις, προκειμένου να εξευμενίσει τους απαιτητές της εθνικής κυριαρχίας της.

            Η Ελλάς συζητεί, εδώ και πολλά χρόνια με τους γείτονές της δια όσα εκείνοι σφετερίζονται εντός των συνόρων της, ενώ έχει παραιτηθεί των δικαιωμάτων, των ιστορικά επιβεβαιωμένων, εκείθεν αυτών. Η στάση αυτή είναι ακατανόητη και ίσως ενοχική, αποπνέει ηττοπάθεια, υποχωρητικότητα, δουλικότητα και εκλαμβάνεται ως αδυναμία.

            Η παρούσα κατάσταση λαϊκών εξεγέρσεων στα βόρεια σύνορα (Αλβανία) και στις Μεσογειακές Αφρικανικές και Ασιατικές, Ισλαμικές χώρες (Τυνησία, Αίγυπτος, Λιβύη, Υεμένη, Ιορδανία), πρέπει να μας ανησυχεί και να μας προβληματίζει.

            Είναι δε μέγα ατύχημα, που σ΄αυτή τη ρευστή γεωπολιτική κατάσταση, η χώρα μας διέρχεται βαθειά υλική και ηθική κρίση. Διανύει κατάσταση δημογραφικής γήρανσης και εκτεταμένης εθνικής-κοινωνικής αλλοίωσης, ανέχειας και ταπείνωσης, με ένα συσσωρευμένο αλλόφυλο, αλλόδοξο, αλλότροπο και αλλόγλωσο πλεόνασμα, εξαθλιωμένου και ποδηγητουμένου ανθρωπίνου δυναμικού, έχοντος κοινά σημεία μετά των παραπάνω εξεγερμένων λαών.

            Η κατάσταση είναι επικίνδυνη και απαιτεί σύνεση και πρόταξη του εθνικού συμφέροντος.

            Κυρίες, Κύριοι,

            Μετά από αυτή τη σύντομη ιστορική αναδρομή, επανέρχομαι στο τραπέζι των ομιλητών. Συντονιστής της εκδήλωσης και της διεύθυνσης της συζήτησης είναι ο Αντιστράτηγος ε.α. κ. Παναγόπουλος Στυλιανός, επίτιμος Υπαρχηγός ΓΕΕΘΑ, Αντιπρόεδρος του ΔΣ της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ, από τα ενεργά και δραστήρια μέλη μας.

            Στρατηγέ, έχετε το λόγο και πιστεύω να μας δώσετε και τη στρατιωτική δυναμική των Ελληνοτουρκικών σχέσεων.

ΤΟΠΟΘΕΤΗΣΗ ΣΥΝΤΟΝΙΣΤΟΥ

Τοποθέτηση Συντονιστού

Αντιστρατήγου ε.α. Σ. Παναγοπούλου

 

 

 Κυρίες  και Κύριοι,

             Είμαι ο Στυλιανός Παναγόπουλος, απόστρατος αξιωματικός του Στρατού Ξηράς και μέλος της ΕΛ.Ε.Σ.ΜΕ και έχω την τιμή να συντονίσω την αποψινή Ομιλία-Συζήτηση με θέμα «Οι Ελληνο-τουρκικές σχέσεις στη σημερινή συγκυρία. Προοπτικές για το μέλλον».

            Προφανέστατα το έργο μου είναι δύσκολο δεδομένου του επιπέδου των δύο ομιλητών μας, αλλά και του ακροατηρίου.

            Θα ξεκινήσω με την παρουσίαση των δύο ομιλητών μας εκ του δεξιού προς τα αριστερά, διότι ως Πυροβολητής είχα διδαχθεί και εφήρμοζα στα στοιχεία υπηρετήσεως των πυροβόλων να αναφέρουν καθήκοντα – ετοιμότητα με την σειρά αυτή.

            Έτσι στα δεξιά μου κάθεται ο Πρέσβης ε.τ. κ. Γεννηματάς Γεώργιος, πρώην Γενικός Γραμματεύς του ΥΠΕΞ. Ο κ. Πρέσβης γεννήθηκε στον Πειραιά το 1945. Σπούδασε Νομικά στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και εισήλθε στο Διπλωματικό Σώμα το 1972.

            Υπηρέτησε σε πολλές θέσεις εσωτερικού και εξωτερικού του Υπουργείου Εξωτερικών κατά την διάρκεια της διπλωματικής καριέρας του. Υπήρξε Πρέσβης της χώρας μας στην Συρία, Πορτογαλία και Άγκυρα απ΄όπου αφυπηρέτησε, ενώ από το 2001 έως και 2005 εκτέλεσε τα καθήκοντα του Γενικού Διευθυντού Πολιτικών Υποθέσεων και Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Εξωτερικών (περίοδος πάρα πολύ δύσκολη για την διπλωματία μας λόγω της Ελληνικής Προεδρίας στην ΕΕ και του Σχεδίου επιλύσεως του Κυπριακού).

            Είναι γνώστης Αγγλικής, Γαλλικής και Ισπανικής, νυμφευμένος, με τρία παιδιά.

            Στα αριστερά μου κάθεται ο έγκριτος αρθρογράφος, αναλυτής και συγγραφεύς κ. Σταύρος Λυγερός ο οποίος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1953. Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Διεθνείς Σχέσεις στην Σορβώνη. Υπήρξε μέλος της συντονιστικής επιτροπής στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, ενώ είναι ιδρυτικό στέλεχος του περιοδικού «Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου και Κριτικής» που από το 1985 είχε αναφερθεί στα προβλήματα και πιθανές εξελίξεις στο Κοσσυφοπέδιο, Κουρδικό, Βορειο-Ηπειρωτικό, Κυπριακό, Θράκη.

            Αρθρογραφεί αναλύοντας διεθνή θέματα που έχουν άμεση ή έμεση επίδραση στην Ελλάδα, στις εφημερίδες «ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ» και «ΚΟΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΠΕΝΔΥΤΗ».

            Ως συγγραφέας έχει συγγράψει αρκετά βιβλία. Ενδεικτικά αναφέρω ορισμένα από αυτά :

  • Φοιτητικό Κίνημα
  • ΠΑΣΟΚ, το Σύνδρομο του Μεγάλου Ασθενούς
  • Σκόπια, το Αγκάθι της Βαλκανικής (το 1992)
  • Άνεμοι Πολέμου στην Βαλκανική
  • Κύπρος στα Όρια του Αφανισμού
  • Παιχνίδι της Εξουσίας
  • Εν Ονόματι της Μακεδονίας
  • Σταυροφόροι Χωρίς Σταυρό, ΗΠΑ και Αφανισμός

Ανήκει σ΄εκείνους που δεν εκμεταλλεύτηκαν μετά τη μεταπολίτευση τη συνδρομή τους στον αντιδικτατορικό αγώνα και επέτυχαν απλώς την αναγνώριση και προβολή τους χάρις στο ήθος και την επιστημονική τους κατάρτιση και εργασία.

Ομιλεί την Αγγλική και Γαλλική γλώσσα. Είναι νυμφευμένος και πατέρας ενός παιδιού.

Κυρίες και Κύριοι,

Από της δημιουργίας του Νέου Ελληνικού Κράτους  μετά την ιερή επανάσταση του 1821 (και όχι δημιουργία ή γέννεση ενός έθνους κατά τον κ. Βερέμη), τα προβλήματα με την Τουρκία κυριαρχούσαν στην πολιτική και εθνική ζωή της χώρας. Και ενώ μετά την Λωζάνη το 1923 τα πράγματα με την γείτονα κατά το μάλλον ή ήττον είχαν σταθεροποιηθεί από την δεκαετία του 1950 άρχισαν να παρουσιάζονται νέα προβλήματα και προκλήσεις στις Ελληνο-τουρκικές σχέσεις, με βάση την αναθεωρητική πολιτική της Κεμαλικής Τουρκίας, πολιτική που ακολουθούν πιστά οι νέο-οθωμανοί των κ.κ. Ερντογάν και Νταβούτογλου.

Αρχή στην αναθεωρητική αυτή πολιτική έγινε με το Κυπριακό, που χάρις στην εγκληματική και άφρονα ενέργεια του Ιωαννιδικού καθεστώτος οδηγηθήκαμε στην εισβολή και κατοχή του Βορείου τμήματος της Κυπριακής Δημοκρατίας που διατηρείται μέχρι σήμερα, ενώ ακολούθως και την περίοδο της δεκαετίας του 1970 ξεκίνησε εκ μέρους της Τουρκίας η αμφισβήτηση της κυριαρχίας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων που έχει η Ελλάς στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.

Η παρούσα συγκυρία είναι αρκετά δυσχερής για την πατρίδα μας, σε αντίθεση με την δυναμική που έχει αναπτύξει η νέο-οθωμανική Τουρκία σε όλους τους τομείς όπως εξωτερική πολιτική, στρατιωτική ισχύς, οικονομία κ.λ.π. και εκ των πραγμάτων οι κινήσεις που γίνονται την τελευταία περίοδο (άνοιξη 2010 μέχρι και σήμερα), για την επίλυση των προβλημάτων που η ίδια η Τουρκία έχει δημιουργήσει, μας προκαλούν μεγάλη ανησυχία.

Η Τουρκία ήδη σκέπτεται και ενεργεί ως μεγάλη περιφερειακή δύναμη, αναπτύσσοντας μία πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική που ήδη με τις ανατροπές που συντελούνται στην Βόρειο Αφρική και ιδιαίτερα την Αίγυπτο, δικαιώνεται, ενώ παράλληλα περιθωριοποιεί την πατρίδα μας σε Βαλκάνια και Μέση Ανατολή.

Στα θέματα αυτά θα αναφερθούν οι δύο ομιλητές μας σήμερα.

Σύμφωνα με τον σχεδιασμό μας, ο κάθε ένας εξ αυτών θα κάνει μία εισήγηση 15-20΄λεπτών και ακολούθως θα γίνει συζήτηση.

Για την συμμετοχή στην συζήτηση του μεγαλυτέρου δυνατού αριθμού των ακροατών, θα παρακαλούσα η κάθε ερώτηση που υποβάλλεται να είναι απλή, σύντομη και σαφής, χωρίς τοποθετήσεις προσωπικές.

Μετά από τα παραπάνω θα παρακαλούσα των Πρέσβη ε.τ. κ. Γεννηματά Γεώργιο να πάρει τον λόγο.

Σύνοψη ΕισηγήσεωςΠρέσβεως ε.τ. κ. Γεωργίου Γεννηματά

 

 O ομιλητής εισαγωγικά ανέφερε ότι μετά μακροχρόνια συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, που άρχισε με την παρακμή και κατακερματισμό της τον 17ο αιώνα (Βιέννη 1683, ήττα των Οθωμανών και έναρξη της πολιτικής ηγεμονίας   των Αψβούργων), η νέα Τουρκία παρουσιάζεται στην διεθνή σκηνή σαν μια δυναμική χώρα. Υποψήφια προς ένταξη στην Ε.Ε, προβάλλει την ένταξή της στην ομάδα των G20 και στις είκοσι μεγαλύτερες οικονομίες της υφηλίου, καθώς και την επικείμενη ένταξή της στους «αναδυόμενους γίγαντες» ( ομάδα BRIC, Bραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα ).  Με πληθυσμό που  το 2050  θα φθάσει τα 100 εκ.,η νέα  Τουρκία προβάλλει την ετοιμότητά της να αναλάβει ρόλους διεθνούς ευθύνης.

Στη χώρα τον προσεχή Ιούνιο πρόκειται να διεξαχθούν βουλευτικές εκλογές. Όλες οι μέχρι σήμερα ενδείξεις, φέρουν τον κ.Ερντογάν σαν επικρατέστερο νικητή. Ο Τούρκος Πρωθυπουργός παραμένει ο κυρίαρχος του πολιτικού παιχνιδιού, η δε αντιπολίτευση δεν δείχνει να μπορεί να ανατρέψει τη κατάσταση αυτή.

Το Δημοψήφισμα της 12ης  περασμένου Σεπτεμβρίου, του παρέχει κάποια εύσημα μεταρρυθμιστή, αφού κατόρθωσε για πρώτη φορά, να συρρικνώσει, μεταξύ άλλων και   τον ρόλο του στρατού στη μετακεμαλική Τουρκία, χωρίς όμως η συρρίκνωση αυτή να έχει λάβει δραστική μορφή.

Παράλληλα, παρατηρείται  ένας ιδιότυπος ανταγωνισμός μεταξύ των δυο κρατούντων ρευμάτων : του κεμαλισμού και του νεοθωμανισμού.

Ο κεμαλισμός παραμένει διάχυτος στην τουρκική καθημερινότητα.  Φωτογραφίες, , αγάλματα και παραστάσεις από τη ζωή του Κεμάλ, εξακολουθούν να κοσμούν τα δημόσια κτίρια, δρόμους, εκπαιδευτικά ιδρύματα  της χώρας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι κάθε χρόνο, στις 9 Νοεμβρίου στις 09.50, ακριβή ώρα και ημερομηνία του θανάτου του Κεμάλ (1938), σταματάει η κυκλοφορία στους κεντρικούς δρόμους της Τουρκίας και οι οδηγοί κατέρχονται των  οχημάτων τους, προκειμένου να τηρήσουν σιγή, σαν ένδειξη σεβασμού στη μνήμη του ιδρυτού της τουρκικής Δημοκρατίας.

Ο Ατατούρκ παραμένει για τους Τούρκους ο ιστορικός ηγέτης που ανέτρεψε όλους τους κινδύνους που προέκυψαν από την οδυνηρή για τους Τούρκους Συνθήκη των Σεβρών.

Ο κεμαλισμός όμως υφίσταται, προϊόντος του χρόνου, πολιτική συρρίκνωση, ευρισκόμενος  στο τελικό στάδιο μετεξέλιξής  του. Παραμένει σαν το ιστορικό κίνημα εκείνο που μεταμόρφωσε την οθωμανική Τουρκία στη σημερινή της μορφή, δεν ασκεί όμως τις ίδιες με το παρελθόν επιρροές.

Ο νεοθωμανισμός αποτελεί  τη κυριαρχούσα, τη στιγμή αυτή τάση, με βασικό αρχιτέκτονα τον Υπουργό Εξωτερικών κ. Νταβούτογλου. Αποβλέπει, στη παρούσα χρονική συγκυρία, στην απόκτηση πολιτικής, οικονομικής και πολιτιστικής επιρροής,  στα πρώην οθωμανικά εδάφη της ευρύτερης   περιοχής της Μέσης Ανατολής,  χωρίς να αποκλείει όμως και άλλες γεωγραφικές περιοχές που εντάσσονται στη σφαίρα των στρατηγικών ενδιαφερόντων της Τουρκίας.

Η Τουρκία, κατά τον Τούρκο Υπουργό Εξωτερικών, λόγω της προνομιακής γεωπολιτικής της θέσης, έχει το πλεονέκτημα να διαθέτει το  «στρατηγικό βάθος» εκείνο  που της εξασφαλίζει ρόλο περιφερειακής δύναμης διαρκούς ισχύος.

Η εμφανής επιδίωξη της τουρκικής διπλωματίας να καταστεί  υπολογίσιμη δύναμη διεθνούς εμβέλειας, προκαλεί σκεπτικισμό και ποικίλους δισταγμούς σε πολλούς κεμαλιστές, που θεωρούν τον νεοθωμανισμό ως διολίσθηση της Τουρκίας προς την Μέση Ανατολή και το Ισλάμ, με κίνδυνο απομάκρυνσής της από τις αρχές του κεμαλισμού και τον δυτικό προσανατολισμό της.

Στην συνέχεια ο ομιλητής, ανέλυσε τους ευνοϊκούς για την Τουρκία   παράγοντες που συντελούν στην ανάληψη από αυτή  ρόλου περιφερειακής δύναμης στη Μέση Ανατολή. Μεταξύ αυτών ανέφερε χαρακτηριστικά παραδείγματα- όπως  το κλείσιμο από τις τουρκικές αρχές  της βάσης του Ιντσιρλικ κατά την εισβολή στο Ιράκ το 2003, την αποχώρηση του  κ.Ερντογάν από το πάνελ του Νταβός, τον Ιανουάριο του 2009, όταν ήλθε σε αντιπαράθεση με τον ισραηλινό Πρόεδρο κ.  Περέζ και το επεισόδιο του Μαΐου 2010 με το τουρκικό πλοίο Mavi Marmara που μετέφερε ανθρωπιστική βοήθεια στη Γάζα, όταν επετέθησαν οι ισραηλινές δυνάμεις-που καταδεικνύουν πως η Άγκυρα επωφελήθηκε αυτών για να προβάλει τον ρόλο της και να κερδίσει την συμπάθεια των αραβικών πληθυσμών.

Kατέληξε δε στο συμπέρασμα ότι η Τουρκία  έχει αναλάβει αυτόκλητα τον ρόλο περιφερειακής δύναμης στη περιοχή της Μέσης Ανατολής, με την ανοχή όμως των παραδοσιακών παικτών στον χώρο και φυσικά του αραβικού κόσμου. Σοβαρό όμως ερώτημα παραμένει, κατά πόσον ο ρόλος αυτός μπορεί εσαεί να διατηρηθεί.

Πολλοί πιστεύουν ότι η πολιτική των μηδέν προβλημάτων που διακηρύττει ο κ. Νταβούτογλου, δεν  μπορεί να διατηρηθεί επί μακρόν. Η πολιτική της Άγκυρας στον ευρύτερο μεσανατολικό χώρο ( σχέσεις με Χαμάς, προσέγγιση με Ιράν και Συρία) την απομακρύνει από τους παραδοσιακούς της συμμάχους. Αν και ο Τούρκος Πρωθυπουργός θεωρείται πολύ δημοφιλής  την στιγμή αυτή  στον αραβικό κόσμο, δεν πρέπει ποτέ να παραγνωρίζεται η αμοιβαία καχυποψία που υπήρχε πάντα μεταξύ Αράβων και Τούρκων, αφού  οι μεν Τούρκοι θεωρούσαν  την αραβική εξέγερση κατά των Οθωμανών στις αρχές του 20ου αιώνα, ως παράγοντα που συνετέλεσε  στη καταστροφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ οι Άραβες θεωρούσαν τους Οθωμανούς ως κατακτητές που εμπόδισαν την εθνική τους ανάπτυξη.

Εξετάζοντας, στη συνέχεια, όλο το φάσμα των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, ο ομιλητής παρατήρησε  ότι δεν έχει υπάρξει ουσιαστική αλλαγή της τουρκικής πολιτικής. Χαρακτηριστικά αναφέρθηκε σε συγκεκριμένες περιπτώσεις που πιστοποιούν την αδιάλλακτη πολιτική της γείτονος.

Μεταξύ των πολλών παραδειγμάτων που ο ομιλητής παρέθεσε, συγκρατούνται  ιδιαίτερα:

Το θέμα του casus belli. Ουδεμία ένδειξη υφίσταται ότι η Τουρκία πρόκειται να προβεί στην άρση του. Αποτελεί μια πολιτική απόφαση που χρειάζεται ισχυρή πολιτική βούληση, που όμως δεν υπάρχει. Η απόφαση της Μεγάλης Τουρκικής Εθνοσυνέλευσης που επέβαλε το casus belli, εκτός του ότι είναι παντελώς ασύμβατη προς το Διεθνές Δίκαιο, πάσχει και από τυπικής απόψεως. Η απειλή η χρήση βίας παραβιάζει το άρθρο 2 παρ. 4 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Επίσης, σύμφωνα με το τουρκικό Σύνταγμα και συγκεκριμένα όπως ρητά προβλέπεται από το άρθρο 92, η αρμοδιότητα για την κήρυξη πολέμου ανήκει στην Μεγάλη Τουρκική Εθνοσυνέλευση, αλλά υπό την προϋπόθεση ότι τούτο πρέπει να θεωρείται νόμιμο από απόψεως Διεθνούς Δικαίου. Η συνταγματική αυτή επιταγή προφανώς δεν τηρήθηκε.

Οι παραβάσεις στο Ελληνικό FIR και οι παραβιάσεις στον εθνικό εναέριο χώρο συνεχίζονται, ενώ  οι υπερπτήσεις των Ελληνικών νησιών, σε πολλές μάλιστα περιπτώσεις σε χαμηλό ύψος, αποτελούν αδιάλειπτη τακτική της Αγκύρας.

Με συνέπεια εξάλλου, όπως ανέφερε ο ομιλητής, επιδιώκεται η εις βάρος της Ελλάδος, η παγίωση των τουρκικών θεωρήσεων περί του 25ου Μεσημβρινού.

Στη συνέχεια ο ομιλητής αναφέρθηκε- προβάλλοντας όλα τα σχετικά Ελληνικά επιχειρήματα και θέσεις- στο θέμα των θαλασσίων συνόρων, των θαλασσίων ζωνών, επί των οποίων ως καταδείχτηκε, οι τουρκικές θέσεις παραμένουν αναλλοίωτες,. Το αυτό και όσον αφορά τις γκρίζες ζώνες. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα  και στο θέμα της Υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, που αναπτύχθηκαν διεξοδικά από τον επόμενο ομιλητή.

Υπό το πρόσχημα των αβλαβών διελεύσεων, τουρκικά πολεμικά διαπλέουν τις Ελληνικές θάλασσες, κάνοντας επίδειξη δύναμης. Τουρκικά πολεμικά, ανέφερε, διασχίζουν το Αιγαίο, πλησιάζοντας ακόμη και την Αττική, επιδεικνύοντας τη σημαία τους και επικαλούμενα τις αρχές της αβλαβούς διέλευσης.

Ακόμη ο ομιλητής αναφέρθηκε και σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ερευνητικών σκαφών , όπως εκείνη του νορβηγικού ερευνητικού σκάφους που παρέμεινε προ ολίγων ακόμη ετών, επί της Ελληνικής υφαλοκρηπίδος, για λογαριασμό της τουρκικής εταιρείας πετρελαίων, πάνω από δυο 24ωρα.

Ως προς το Μειονοτικό, η τουρκική πολιτική συνίσταται στην επιδίωξη  διμεροποίησής του, αποβλέποντας σε «συμψηφιστική» τακτική. Ανέφερε δε ως παράδειγμα, το χρονίζον θέμα της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Παρά τις κατ΄επανάληψη δοθείσες υποσχέσεις, το θέμα εξακολουθεί να διαιωνίζεται, με την ακολουθούμενη παρελκυστική πολιτική της Άγκυρας, η οποία αδιάλειπτα, με επίσημες δηλώσεις εκπροσώπων της, συνδέει την επαναλειτουργία της με την λήψη μέτρων υπέρ  της μουσουλμανικής μειονότητας της Θράκης. Στο θέμα δε του Πατριαρχείου, η πολιτική της Άγκυρας, παραμένει και εδώ αναλλοίωτη, μη αναγνωρίζουσα, μεταξύ των άλλων, και την Οικουμενικότητα του Πατριαρχικού Θρόνου.

Συμπερασματικά, ο ομιλητής ανέφερε ότι στη κρίσιμη διαχείριση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων, απαιτείται εμμονή, θάρρος, υπομονή, πίστη στο δίκαιο, μη υποχωρητικότητα και φυσικά αποφυγή εκπομπής φοβικών συνδρόμων. Δεν πρέπει, τόνισε, να αποκλείουμε κατά τρόπο απόλυτο και δογματικό, μία πραγματική προσέγγιση, με την γείτονα, προσέγγιση όμως που πρέπει να επιτευχθεί κάτω  από αυστηρές προϋποθέσεις και  που θα σέβεται απόλυτα τις κόκκινες γραμμές της πολιτικής μας. Οι γραμμές αυτές πρέπει επειγόντως να καθορισθούν. Προκειμένου δε  τούτο να επιτευχθεί,  πρέπει απαραιτήτως να συντρέχουν οι παρακάτω προϋποθέσεις:

1. Υπεύθυνος, ψύχραιμος και χωρίς άσκοπους φανατισμούς διάλογος μεταξύ όλων των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

2. Βαθειά γνώση των θεμάτων και πλήρη επίγνωση όλων των σχετικών παραμέτρων και του διεθνούς περιβάλλοντος.

3.Επιμονή, παρρησία, μακράν εφησυχασμών.

Ο ομιλητής ανέφερε  ότι στις Ελληνοτουρκικές σχέσεις, επικρατεί, πολλές φορές,  μία τάση να μας απασχολούν μικρότερης σημασίας θέματα, αποδίδοντας σε αυτά υπέρμετρη διάσταση επικοινωνιακού χαρακτήρα, σε αντίθεση με άλλα σοβαρότερα που κινδυνεύουν να παγιώσουν εις βάρος μας καταστάσεις. Το φαινόμενο αυτό, κατέληξε, πρέπει να εκλείψει.

Eισήγηση κ. Σταύρου Λυγερού,  Δημοσιογράφου, Αναλυτού, Συγγραφέως 

 Κυρίες και Κύριοι,

             Ο κ. Γεννηματάς με την ομιλία του με βοηθάει να πάω κατ΄ευθείαν στην καρδιά των ελληνοτουρκικών. Έχω ήδη ένα περίγραμμα, όχι πάντα εντελώς αναγκαίο. Πριν πάω σ΄αυτά, θέλω να κάνω μία υπογράμμιση. Από το 1999 η Ελλάδα άλλαξε μία πολιτική. Εγώ τη νέα  Στρατηγική την ονομάζω «Στρατηγική Εξημέρωσης του Θηρίου». Να  πω δυο λόγια γι΄αυτό : Η βασική ιδέα ήταν ότι υποστηρίζοντας την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, η Τουρκία σταδιακά θα αρχίσει να εγκαταλείπει τις επεκτατικές διαθέσεις της και έτσι σταδιακά θα μετεξελιχθεί αν όχι σ΄έναν αγαθό γείτονα, πάντως σ΄ένα γείτονα ο οποίος δεν θα δημιουργεί τα γνωστά προβλήματα.

Από τότε έχουν περάσει 11 και κάτι χρόνια, αρκετά για να κάνουμε έναν απολογισμό. Ο απολογισμός, αν μείνουμε δηλαδή μόνο στα γεγονότα, δεν δικαιώνει τις αρχικές προσδοκίες. Αυτό δεν σημαίνει ότι ήταν μια πολιτική που δεν έπρεπε να δοκιμασθεί. Απλά, χρειάζεται να καταγράψουμε το γεγονός ότι πάρα πολλοί αρπάχτηκαν από αυτή την πολιτική, από αυτή την στρατηγική αν θέλετε, ουσιαστικά, για να υπεκφύγουν από το μεγάλο πρόβλημα που ταλανίζει την χώρα μας, το γεγονός ότι έχει έναν γείτονα ο οποίος θέτει συνεχώς και με διάφορους τρόπους ζήτημα, προσβάλλει λεκτικά αλλά και με πράξεις την εθνική ασφάλεια.

Παρ΄ότι ο απολογισμός θα πρέπει να είχε γίνει, παρ΄ότι πριν από τον απολογισμό θα έπρεπε να έχει γίνει αυτό που κάνει ο κάθε νοικοκύρης που θα έπρεπε να λάβει μια απόφαση δηλαδή να μετρήσει τα συν και τα πλην, αυτή η πολιτική ακριβώς επειδή δημιούργησε μία ψυχολογική ανακούφιση, επειδή στην πραγματικότητα μεταθέσαμε το πρόβλημά μας, (λίγο στρουθοκαμηλισμό μου θυμίζει), δεν έγινε προσέγγιση με ορθολογικούς όρους. Υπήρχε ισχυρή δόση μιας ψυχολογικής τάσης η οποία πηγάζει από το φοβικό σύνδρομο που έχει ριζώσει για τα καλά στις ελληνικές ελίτ. Κλείνω αυτή την παρένθεση για να πω ότι ακόμα και οι ένθερμοι υποστηρικτές αυτής της άποψης, θα το έχετε διαπιστώσει από την αρθογραφία, από την ειδησεογραφία και από τις δηλώσεις που ακούτε στα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, δεν αναφέρονται συχνά με τον αυτό τρόπο που αναφερόντουσαν σε αυτό το ζήτημα σε παλαιότερα χρόνια. Αντ΄αυτού έχουμε μια πολιτική διαλόγου με την Τουρκία, οι περιβόητες διερευνητικές επαφές, σε επίπεδο των ανώτατων υπηρεσιακών παραγόντων, και οι επαφές σε υψηλό πολιτικό επίπεδο σε επίπεδο πρωθυπουργών και σε επίπεδο υπουργών εξωτερικών, οι οποίες μάλιστα πρέπει να πούμε ότι κινούνται σε ένα πέπλο μυστηρίου το οποίο θα το χαρακτήριζα υπερβολικό. Προφανώς η διπλωματία δεν γίνεται με όρους διαφάνειας αλλά όλα τα πράγματα έχουν και τα όριά τους. Είναι σημαντικό να πούμε ότι οι διερευνητικές επαφές που έχουν αρχίσει να γίνονται από την αρχή της 10ετίας του 2000, μετράνε πολλά χρόνια, θα έπρεπε να έχουμε κάποιες πληροφορίες για το τι συζητούνται εκεί. Εννοώ κάποιες βασικές πληροφορίες για το αντικείμενο των διαπραγματεύσεων. Εμείς, ως δημοσιογράφοι, έχουμε κάποιες πληροφορίες οι οποίες έρχονται όμως με ανεπίσημο τρόπο. Αυτό ας το βάλουμε στην άκρη και ας προσθέσουμε την μυστικότητα η οποία υπάρχει σε ένα επίπεδο πολιτικό, πρωθυπουργών και υπουργών εξωτερικών. Απ΄ότι γνωρίζω δεν τηρούνται πρακτικά, πράγμα που νομίζω δεν είναι σώφρον.

Έρχομαι τώρα στην ουσία. Η Ελλάδα βρίσκεται, όπως όλοι γνωρίζουμε, σε μια πολύ δύσκολη φάση, μέχρι και στα πρόθυρα της χρεοκοπίας. Ελπίζουμε, για την ακρίβεια, σε μια ελεγχόμενη χρεοκοπία. Αντίθετα  η Τουρκία  διανύει μια περίοδο και οικονομικής ακμής και αύξησης του διεθνούς ρόλου της, με υπερβολικές φιλοδοξίες, όπως πολύ σωστά αναλύθηκαν πριν. Βέβαια, καμιά φορά, όποιος ανοίγει περισσότερο τα πόδια του χάνει και την ισορροπία, δεν είμαστε όμως ακόμη σε αυτό το σημείο. Άρα και μόνο με αυτή τη διαπίστωση πηγάζει η ανάγκη για μια εξαιρετικά προσεκτική πολιτική απέναντι σε ένα γείτονα ο οποίος, όπως υπογραμμίστηκε και πριν, δεν έχει κάνει ούτε ένα βήμα πίσω σ΄όλη την γκάμα των μονομερών τακτικών διεκδικήσεών του. Άλλαξαν οι μορφές σε πολλά πράγματα. Η Κεμαλική θετικότητα, η άσκηση στρατιωτικής πίεσης, μπορεί σε ορισμένα πράγματα να έχει υποχωρήσει, γιατί η νέο-οθωμανική στρατηγική δεν είναι «λαβώνω τον αντίπαλο για να του αποσπάσω κάτι». Η νέο-οθωμανική στρατηγική των Ερντογάν-Νταβούτογλου είναι άλλη, χρησιμοποιεί την ήπια ισχύ, ενδιαφέρεται να δορυφοριοποιήσει τον άλλον, τον νέο-οθωμανικό χώρο. Λέω λοιπόν ότι η Ελλάδα οφείλει να είναι εξαιρετικά προσεκτική. Ειδικά αυτή την περίοδο. Γενικότερα πρέπει αλλά ειδικά αυτή την περίοδο. Όμως η ζωή εξελίσσεται με έναν τρόπο που μας αγνοεί. Και αυτό συμβαίνει και στην περίπτωσή μας. Μπαίνουν δηλαδή ορισμένα ζητήματα ανεξάρτητα από την βούλησή μας. Όπως ξέρετε υπάρχει το casus belli το οποίο είναι μία προσπάθεια της Τουρκίας να αποτρέψει την Ελλάδα από το να ασκήσει το νόμιμο δικαίωμα που της δίδει το δίκαιο της θάλασσας να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ. Αυτό έχει σημασία γιατί αυτό το θέμα συνδέεται με το θέμα που συζητείται επισήμως. Δηλαδή την οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδος. Εάν δεν λύσεις το θέμα των χωρικών υδάτων πριν και φθάσεις σε μια συμφωνία οριοθέτησης από το Διεθνές Δικαστήριο, στην πραγματικότητα θα έχει απωλέσει το δικαίωμα να το πράξεις. Άρα αυτή είναι η ομολογία μέχρι στιγμής, άρα αυτό το θέμα προηγείται. Και πράγματι απασχολεί και τις διερευνητικές επαφές.

Θέλω να ανοίξω μία παρένθεση σε αυτό το σημείο, δηλαδή για τα χωρικά ύδατα. Αυτή τη στιγμή συζητείται μία λύση διαφοροποιημένου εύρους. Δηλαδή, ουσιαστικά έχουμε, ατύπως, παραιτηθεί από το δικαίωμα να επεκτείνουμε παντού, όπου υπάρχει ελληνική επικράτεια, τα χωρικά ύδατα στα 12 ν.μ. Και συζητάμε μια λύση η οποία είναι ότι σε περιοχές που είναι μακριά από την Τουρκία όπως είναι το Ιόνιο, το Λιβυκό Πέλαγος και νότια της Πελοποννήσου θα γίνει επέκταση στα 12 ν.μ. Σε περιοχές οι οποίες είναι σε μία μέση απόσταση, στο δυτικό Αιγαίο θα κάνουμε μία επέκταση μερική, δηλαδή στα 8-9 ν.μ. και στις περιοχές που γειτνιάζουν με την Τουρκία θα αφήσουμε τα 6 ν.μ. και θα κάνουμε μια αντίστοιχη προσαρμογή του εθνικού εναέριου χώρου (από τα 10 στα 6 ν.μ.). Αυτό είναι ένα πλαίσιο συζήτησης που υπάρχει πριν από το 2004 και συνεχίζει. Εγώ δεν θα κάνω αυτή τη στιγμή μία κριτική της έκπτωσης που ήδη έχει συντελεστεί κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων έστω και αν δεν έχει γίνει επίσημα καθ΄ότι οι διαπραγματεύσεις όσο άτυπες και αν είναι όμως ξέρετε ότι αφήνουν πάντα ένα κεκτημένο. Εγώ θα πω ότι για κάποιους λόγους η κυβέρνηση, σωστά, το λέω για την οικονομία της συζήτησης, έκανε αυτή την υποχώρηση. Αναρωτιέμαι το εξής : Γιατί δεν προχωράει στην επέκταση των χωρικών υδάτων στις περιοχές οι οποίες είναι μακριά από την Τουρκία ή σε απόσταση όχι άμεση, δηλαδή σε όλες τις περιοχές εκτός από το ανατολικό Αιγαίο; Γιατί αυτό θα πρέπει να μπει στη διαπραγμάτευση; Παλιά λέγαμε, α, δεν μπορούμε να κάνουμε επέκταση, παράδειγμα,στο Λιβυκό ή στο Ιόνιο ή έξω από το Λεωνίδιο, διότι θα είναι σαν να παραδεχόμαστε ότι δεν κάνουμε την επέκταση διότι φοβόμαστε την τουρκική απειλή. Συγγνώμη, αλλά «ο κόσμος τ΄όχει τούμπανο και ΄μεις κρυφό καμάρι». Αυτό έχει συμβεί και αυτό φαίνεται και από το είδος της διαπραγμάτευσης που γίνεται. Κατά συνέπεια θεωρώ παράλογο να μη γίνει μια τέτοια κίνηση για την οποία η Τουρκία δεν μπορεί να εγείρει κανένα πρόβλημα που να στέκεται λογικά, διότι τώρα εγείρει διάφορα θέματα σε σχέση με τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου τα οποία βεβαίως οι αιτιάσεις της μπορούν να πορευθούν αλλά δεν έχει σημασία, εγείρει γι΄ αυτές, δεν έχει εγείρει για τις άλλες περιοχές, και να σας πω και κάτι, θα φθάσουμε στο σημείο να θεωρήσουμε ως πολύ σημαντικό, καθότι μπαίνει στο πακέτο της διαπραγμάτευσης, το γεγονός ότι θα καταφέρουμε να επεκτείνουμε τα χωρικά ύδατα στο Λιβυκό ή στο Ιόνιο. Ενώ αυτό θα έπρεπε να έχει γίνει και η διαπραγμάτευση να αφορά το ανατολικό Αιγαίο. Και είναι σίγουρο ότι εκεί θα μπορούσαμε να πάρουμε και κάτι περισσότερο ή να διεκδικήσουμε στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων. Ένα το κρατούμενο. Δεύτερο κρατούμενο : Έχετε ακούσει για τις γκρίζες ζώνες. Επισήμως μπήκαν το 1996 με την κρίση στα Ίμια. Είχαμε ενδείξεις από πριν οι οποίες πέρασαν χωρίς να προσεχθούν όσο έπρεπε από την ελληνική πλευρά. Είχαμε κάποιες δηλώσεις δηλαδή ήδη από το 1996 και πριν ακόμη, από το 1993. Δηλώσεις που φαινόντουσαν ξεκάρφωτες αλλά τελικά απεδείχθη ότι εντάσσονταν σε ένα στρατηγικό σχέδιο της Τουρκίας. Ωραία. Υπάρχει αυτό που υπάρχει, ξέρουμε, αμφισβητούν έναν απροσδιόριστο αριθμό βραχονησίδων, όχι μόνο βραχονησίδων αλλά και κατοικημένων νησίδων, δεν αναφέρονται ρητά στις Συνθήκες.

Πολλοί ισχυρίζονται, πολλοί από αυτούς που έχουν την τάση να υποβαθμίζουν την τουρκική επεκτατική πίεση, έχουν την τάση να λένε ότι το θέμα γκρίζες ζώνες το έχουν ρίξει στο τραπέζι σαν ένα διαπραγματευτικό  όπλο. Αν καταφέρουμε και φτάσουμε σε μια συμφωνία αυτό θα το τραβήξουμε. Δεν είναι πραγματική, δηλαδή, επεκτατική διεκδίκηση. Καλών προθέσεων άνθρωπος εγώ, να πω ότι αξίζει να το δούμε. Δεν θα έπρεπε σήμερα που συζητάμε, στο πλαίσιο των διερευνητικών επαφών και το θέμα των χωρικών υδάτων και το θέμα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας, για ΑΟΖ θα μιλήσουμε μετά, να έχει μπει στο τραπέζι και αυτό; Κατά τη γνώμη μου θα έπρεπε να έχει μπει ως προκαταρκτικός όρος. Συζητάμε υπό την προϋπόθεση ότι η Τουρκία εγκαταλείπει αυτή την επεκτατική της διεκδίκηση. Δεν το κάνει; Δεν θα έπρεπε να πούμε ότι εάν και εφόσον καταλήξουμε στις διερευνητικές επαφές, σε μια συμφωνία, είτε να πάμε στην Χάγη ή όχι, επειδή θα προηγηθεί η συμφωνία για τα χωρικά ύδατα θα έπρεπε η Τουρκία να παραιτηθεί; Γι΄αυτό δεν χρειάζεται να κάνει αυτοκριτική, μπορεί να δημοσιευθούν αμοιβαία χάρτες για τα χωρικά ύδατα που να λύσουν το πρόβλημα των γκρίζων ζωνών. Γιατί ξέρετε τι μπορεί να συμβεί; Ακόμα και αν συμφωνήσεις, την επομένη μπορεί κάλλιστα η Τουρκία να επανέλθει με τον τρόπο που το έχει ξανακάνει. Αυτή τη στιγμή έχει βάλει το θέμα στο ράφι, αλλά από το ράφι κατεβαίνουν τα θέματα όπως ξέρετε, με την ίδια ευκολία που μπαίνουν. Είναι λοιπόν δυνατόν να πουν ότι οι γκρίζες ζώνες είναι τουρκικές, όπως π.χ. το Φαρμακονήσι και ελάτε να τα μοιράσουμε. Δεν θα έπρεπε λοιπόν αυτό το ζήτημα να έχει τεθεί ως όρος από την ελληνική πλευρά ; Δεν μπήκε προκαταρκτικά ή  τουλάχιστον στη συνέχεια. Σας βεβαιώνω ότι δεν έχει μπει. Βολεύει, τώρα, την Τουρκία, βολεύει και την Ελλάδα, έτσι πιστεύουν στο Υπουργείο Εξωτερικών και στην Κυβέρνηση. Το θεωρώ ακατανόητο να συζητάμε για πράγματα χωρίς να έχει ξεκαθαριστεί ότι αυτό θα φύγει από τη μέση, στις διμερείς σχέσεις. Δεν μπορούσα να το πιστέψω όταν  το βρήκα μπροστά μου. Είναι ένας τρόπος να ξαναβάλουμε το πρόβλημα, που προσπαθούμε να βγάλουμε από την πόρτα,  να ξαναμπεί από το παράθυρο.

Έρχομαι τώρα σε ένα ζήτημα το οποίο με έχει απασχολήσει πολύ. Είναι το ζήτημα της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Και έχει δημιουργηθεί εκεί μια αντιπαλότητα η οποία, όπως συνήθως συμβαίνει στη δημόσια συζήτηση, πολώνεται με ένα τρόπο που κρύβει την ουσία. Προφανώς. Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, μάλλον πριν πω αυτό, να δώσω έναν ορισμό σύντομο για να σας βοηθήσω να καταλάβετε.

Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι μια έννοια νομική και οικονομική. Επισημοποιήθηκε με τη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας η οποία το ΄94 έγινε και Διεθνές Δίκαιο όταν συμπληρώθηκε ο αναγκαίος αριθμός κυρώσεων από χώρες μέλη του ΟΗΕ.  Σήμερα έχουν, όπως ειπώθηκε, σχεδόν όλες οι παράκτιες χώρες, κηρύξει Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη.

Τι είναι Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη : Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι το δικαίωμα μιας παράκτιας χώρας να εκμεταλλευτεί κατ΄αποκλειστικότητα το υπέδαφος του βυθού, τον βυθό (φύκια ή, δεν ξέρω τι άλλο) για φαρμακευτικούς λόγους, τα νερά (αλιεία) και την επιφάνεια της θαλάσσης, τα κύματα ακόμα και νησιά μπορείς να φτιάξεις για να εκμεταλλευτείς την ενέργεια των κυμάτων κ.λ.π. Είναι ένα πακέτο που αρχίζει από τελείως πάτο και πάει μέχρι επάνω. Αυτός ο όρος, αυτή η έννοια έχει ένα πλεονέκτημα για την Ελλάδα. Δεν είναι καμιά πανάκεια, αλλά έχει ένα πλεονέκτημα. Όπως ειπώθηκε πριν από τον κ. Πρέσβη,  ιστορικά η Τουρκία αμφισβητεί το δικαίωμα της Ελλάδας, το δικαίωμα των ελληνικών νησιών, να έχουν συμμετοχή στη διαμόρφωση της υφαλοκρηπίδας, με το αμφιβόλου ισχύος γεωλογικό επιχείρημα ότι τα ελληνικά νησιά βρίσκονται, επικάθονται σε τουρκική υφαλοκρηπίδα. Τώρα, όλοι στο φλοιό της γης καθόμαστε, αλλά τέλος πάντων αυτά λέει, μεταξύ κάποιων άλλων, για την ιδιαιτερότητα του Αιγαίου κ.λ.π. Η υφαλοκρηπίδα είναι μία γεωλογική και νομική έννοια και χρησιμοποιεί ένα γεωλογικό επιχείρημα. Όσο παίζουμε στο γήπεδο της υφαλοκρηπίδας αυτό το επιχείρημα, όσο αυθαίρετο και αν είναι, έχει μια θέση. Αν μεταφερθούμε στο γήπεδο της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης, αυτός ο ισχυρισμός – επιχείρημα χάνει κάθε αξία. Δεν μας ενδιαφέρει που επικάθονται τα ελληνικά νησιά διότι το Δίκαιο της Θάλασσας λέει σαφώς ότι τα νησιά, τα κατοικημένα νησιά, αυτά που έχουν μια στοιχειώδη οικονομική δραστηριότητα, δηλαδή τα κατοικημένα νησιά, δικαιούνται να συμπεριλαμβάνονται στην οριοθέτηση της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης. Με το ένα ή τον άλλο τρόπο, μέση γραμμή, αναλογικότητα, δεν έχει σημασία πως, αλλά αυτό κρίνεται κατά περίπτωση. Αλλά ήδη το να φύγεις από το γήπεδο της υφαλοκρηπίδας και να πας στο γήπεδο της ΑΟΖ εξουδετερώνει το σημαντικότερο τουρκικό επιχείρημα ή τέλος πάντων ένα από τους ισχυρισμούς-επιχειρήματα πάνω στα οποία έχει αγκιστρωθεί η Τουρκία. Αυτός είναι ο λόγος που η Τουρκία δεν θέλει να ακούει για Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Η Τουρκία δεν θέλει δικαιολογημένα, η Ελλάδα γιατί δεν το κάνει; Η Ελλάδα δεν το έκανε γιατί απλούστατα φοβάται τις αντιδράσεις της Τουρκίας. Έχω ακούσει την πληροφορία ότι η Τουρκία είχε απειλήσει ότι θα διακόψει, θα φύγει από τις διερευνητικές επαφές. Δεν το έχω διασταυρώσει, δεν μπορώ να πω με σιγουριά. Αλλά αυτό δεν είναι λόγος για να μη το κάνει  η Ελλάδα. Και να σας πω και κάτι; Η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι μία έννοια, που σύμφωνα με το Κοινοτικό Δίκαιο, αναγνωρίζεται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Κύπρος, η οποία είναι η μισή υπό κατοχή, τόλμησε και έκανε, θέσπισε, Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη. Οι Τούρκοι έβαλαν τις φωνές, απείλησαν, έστειλαν αεροπλάνα, φρεγάτες κ.λ.π. αλλά πέρασε, αναγνωρίστηκε απ΄όλους. Αλλά η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη είναι ένα θέμα το οποίο θα έπρεπε να έχει μπει στο τραπέζι. Για πρώτη φορά ψέλλισε τον όρο η ελληνική διπλωματία τον περασμένο Ιούνιο. Πριν προλάβει να τον ψελλίσει, μερικές ημέρες αργότερα, τον Ιούλιο, έβγαλε μια αναγγελία η Τουρκία ότι θα πραγματοποιήσει το Πίρι Ρέϊς έρευνες. Είναι η κλασσική μέθοδος της Τουρκίας να προκαλεί κρίση, από την 10ετία του ΄70. Αμφισβητώ εμπράκτως, αυτό που στην πραγματικότητα λέει, και συνέβη και τον Νοέμβριο του 2008, με το Νορβηγικό σκάφος, συνέβη και τώρα, τον Ιούλιο του 2010. Αλλά στην πραγματικότητα είμαστε υπό έναν άρρητο εκβιασμό. Αυτό είναι. Να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Αυτός ήταν ο λόγος που όταν η Λευκωσία είχε ζητήσει, όταν θέσπισε ΑΟΖ, να έλθει σε διαπραγμάτευση με την Αθήνα, για να οριοθετήσουν την μεταξύ τους Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη συμπεριλαμβάνοντας, δηλαδή αναγνωρίζοντας η Αθήνα και το Καστελόριζο. Η Αθήνα είπε μακριά, κάνετε ότι θέλετε, εμένα μη με αναμιγνύετε. Εγώ δεν λέω ότι η Τουρκία δεν θα αντιδράσει. Αν θέλετε και την προσωπική μου εκτίμηση είναι ότι θα αντιδράσει. Μπορεί και να διακόψει τις διερευνητικές επαφές, μπορεί και να στείλει και ένα πλοίο να κάνει έρευνες στην ελληνική υφαλοκρηπίδα Αποκλειστική Ζώνη. Πιστεύω απλώς ότι είναι λόγος να μην το κάνεις. Θα θυμάστε ίσως, παλαιότερα, ότι κατηγορείτο η Ελλάδα ότι αρνιόταν τον διάλογο. Η τάση στις διεθνείς σχέσεις είναι : συζητείστε, καθίστε στο τραπέζι, μιλήστε, διαπραγματευτείτε, βρέστε τα. Αλλά όποιος φεύγει έχει ένα μειονέκτημα στο πεδίο των εντυπώσεων. Αλλά η αποχώρηση δεν είναι ένας τρόπος που θα ΄λεγα μπορεί να αποδώσει στην τουρκική διπλωματία. Το δεύτερο, που πρέπει να λάβουμε πολύ σοβαρά υπόψη, είναι ότι έχουμε μια κυβέρνηση στην Τουρκία η οποία μπορεί να συμμερίζεται όλες τις επεκτατικές λέξεις, αλλά έχει ένα μείζον ζήτημα εσωτερικού πολιτικού ανταγωνισμού με την Κεμαλική στρατογραφειοκρατία. Είναι ένας άτυπος εμφύλιος πόλεμος  σε εισαγωγικά, το είδαμε. Μπορεί ο Ερντογάν να έχει πάρει το πάνω χέρι αλλά ο αντίπαλός του, οι πασάδες, δεν έχουν ξεδοντιαστεί τελείως. Πολιτικά έχουν αποδυναμωθεί, παραμένουν εκεί όμως. Άρα, ο Ερντογάν έχει κάθε λόγο να μη θέλει μια στρατικοποίηση κρίσης με την Ελλάδα. Γιατί μια τέτοια εξέλιξη θα έδινε πλεονέκτημα στους εσωτερικούς αντιπάλους του. Στους αντιπάλους του για την μάχη της εξουσίας που βρίσκεται τα τελευταία χρόνια σε εξέλιξη στην Τουρκία, από το 2002. Και είδαμε πάρα πολύ καλά την υπόθεση «Εργκένεκον» και κυρίως από την υπόθεση «Βαριοπούλα» πως οι Στρατηγοί ήθελαν να χρησιμοποιήσουν μια κρίση, στρατιωτικού τύπου κρίση, με την Ελλάδα, τεχνητή, κατασκευασμένη, για να ανατρέψουν την κυβέρνηση Ερντογάν. Αυτό το ξέρουν οι νέο-οθωμανιστές της Άγκυρας και δεν έχουν κανένα λόγο να υπονομεύσουν τη δική τους θέση, να δώσουν πλεονέκτημα στον αντίπαλο. Άρα, η πρόταξη της πολιτικο-διπλωματικής διαδικασίας συμφέρει και αυτούς. Όπως ξέρετε άλλωστε, η ανακήρυξη της Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης γίνεται μονομερώς, με μία δήλωση της χώρας μέλος του ΟΗΕ. Δεν σημαίνει ότι οριοθετείται κιόλας. Στη συνέχεια έρχεσαι σε συμφωνία οριοθέτησης με τις τελικές χώρες. Προφανώς αυτό δεν θα είναι καθόλου εύκολο με την Τουρκία δεδομένων των θέσεών της. Και δεδομένου επίσης, του γεγονότος ότι πια δεν μιλάμε για κάποια κοιτάσματα πετρελαίου στο Αιγαίο, η ιστορία όπως μας έρχεται από την 10ετία του ΄70. Μιλάμε για πολύ πρόσφατες, σοβαρότατες ενδείξεις, ότι στην Ανατολική Μεσόγειο όπου υπάρχουν πολύ σημαντικά κοιτάσματα υδρογονανθράκων, πετρελαίου και κυρίως φυσικού αερίου. Βεβαίως μέχρι να βρεθούν θα έχουμε ενδείξεις, μέχρι να γίνουν οι γεωτρήσεις εννοώ και να βρεθούν. Όμως όλοι οι ειδικοί συμφωνούν ότι οι αρχικές ενδείξεις έχουν γίνει πολύ πιο ισχυρές από το γεγονός ότι αυτά που έδειχναν οι δορυφόροι επιβεβαιώθηκαν και στην Αίγυπτο, δηλαδή στην ΑΟΖ της Αιγύπτου και στην ΑΟΖ του Ισραήλ. Άρα φαίνεται ότι υπάρχει πολύ σημαντικό ποσοστό αυτά που υποπτευόμαστε, αυτά που υποπτεύονται οι ειδικοί ότι έχουν βάση. Δηλαδή ότι στη νότια Κρήτη έχουμε εκτεταμένα κοιτάσματα όπως και στην περιοχή μεταξύ Κρήτης και Κύπρου, νοτίως του Καστελόριζου. Αφήνω το Ιόνιο γιατί είναι μια άλλη υπόθεση. Εγώ πιστεύω ότι, όπως σας έλεγα και πριν, η Ελλάδα έχει κάθε συμφέρον και να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στις περιοχές εκτός του ανατολικού Αιγαίου, να συνεχίσει την διαπραγμάτευση για εκείνη την περιοχή, να κηρύξει ΑΟΖ, να έλθει σε συμφωνία με όποιες χώρες. Η Τουρκία ξέρετε τι κάνει; Καταστροφικό παιχνίδι σε αυτό το επίπεδο. Είχαμε ήδη συμφωνήσει με την Αλβανία, παρενέβει παρασκηνιακά και υπήρξε παρέμβαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αλβανίας και έτσι βρίσκεται στον αέρα αυτή η συμφωνία. Έχει παρέμβει και στην Αίγυπτο, δεν αιφνιδιάστηκε στην περίπτωσή μας ενώ με την περίπτωση της Κύπρου είχε αιφνιδιαστεί η τουρκική διπλωματία, ακόμη και στην Λιβύη έχει παρέμβει. Όμως εάν δεν θεσπίσεις δεν μπορείς ουσιαστικά να κάνεις σοβαρή διαπραγμάτευση δίνοντας και παίρνοντας ανάλογα με την περίπτωση. Τα λέω όλα αυτά όχι γιατί πιστεύω, όπως είπα και πριν, ότι η ΑΟΖ είναι ένα μαγικό πράγμα που θα μας λύσει τα προβλήματα. Τίποτα. Απλώς ενισχύει τη θέση μας και δεν καταλαβαίνω για ποιο λόγο αυτή η κίνηση να μη γίνει στο μέτρο που θα γίνει με τη δέουσα προσοχή και χωρίς να προβληματίζεται κανείς. Και θέλετε να σας πω και κάτι; Το γεγονός ότι θεσπίζεις ΑΟΖ, βάζεις εκ των πραγμάτων στο τραπέζι και την έννοια αυτή αλλά και το Δίκαιο της Θάλασσας. Τη σύμβαση δεν την έχει υπογράψει η Τουρκία. Είναι από τις ελάχιστες χώρες που δεν την έχει υπογράψει. Όμως μπαίνει στο τραπέζι, εκ των πραγμάτων. Γιατί είναι και Κοινοτικό Δίκαιο και άρα με σωστές κινήσεις θα μπορούσαμε να εμπλέξουμε και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Όλα αυτά που σας είπα αποκτούν μία σημασία το τελευταίο διάστημα η οποία δεν έχει να κάνει με εμάς αλλά μας αφορά και μας επηρεάζει πάρα πολύ. Μέχρι πριν από 2-3 χρόνια το Ισραήλ ήταν μια χώρα, πριν πω αυτό να πω ότι καταλαβαίνετε ότι το ζωτικό θέμα ασφαλείας για το Ισραήλ είναι ο χρόνος που οδηγεί στην Δύση, στην Ευρώπη. Το καταλαβαίνετε αυτό, είναι ένας ξένος σε μια γειτονιά. Πάντα συνδεόταν με την Ευρώπη και αυτό είναι το ύψιστο κριτήριο εθνικής ασφαλείας για το Ισραήλ. Πριν από μερικά χρόνια αυτό δεν ήταν καθόλου πρόβλημα. Είχε καταφέρει να έλθει σε συμφωνία με την Αίγυπτο, να έχει μια στρατηγική σχέση με την Τουρκία και βεβαίως να έχει σχετικά καλές σχέσεις με Κύπρο και Ελλάδα. Αυτή η άνεση των προηγούμενων χρόνων δεν υπάρχει πια. Οι νεο-οθωμανιστές του Ερντογάν, ακριβώς για να υλοποιήσουν το γεωπολιτικό τους όραμα ήλθαν σε σύγκρουση με το Ισραήλ για να δώσουν εξετάσεις στους απανταχού μουσουλμάνους Για να μπορέσει η Τουρκία να αναδειχθεί στα μάτια της μουσουλμανικής κοινής γνώμης ως η χώρα που έχει και τη δύναμη και την αποφασιστικότητα να υπερασπίσει συμβολικούς αγώνες όπως αυτός των Παλαιστινίων κ.λ.π. Το Ισραήλ δεν θα έμενε στην υποστήριξη της Τουρκίας προς τον Παλαιστινιακό αγώνα. Είναι κάτι που το έχει συνηθίσει και ουσιαστικά το ανέχεται. Αυτό όμως που φαίνεται ότι ξεχείλισε το ποτήρι ήταν η σχέση που διαμόρφωσε η Άγκυρα με την Τεχεράνη. Αυτό ράγισε το γυαλί. Γι΄αυτό και δεν μπορούμε να μιλάμε για κάτι το οποίο είναι πρόσκαιρο. Ήδη δηλαδή αποκτά στρατηγική υπόσταση αυτό το ρήγμα, το ρήγμα Τουρκίας-Ισραήλ. Αυτός είναι ο λόγος που το Ισραήλ στράφηκε προς τον ελληνισμό, προς την Κυπριακή Δημοκρατία και την Ελλάδα. Και ήλθε τώρα η εξέγερση στην Αίγυπτο, με την απροσδιοριστία που υπάρχει πάντα σε τέτοιες εξελίξεις, να ενισχύσει αυτή την τάση του Ισραήλ. Με άλλα λόγια ο δρόμος προς τη Δύση, ο τόσο ζωτικός δρόμος προς τη Δύση, στένεψε πάρα πολύ. Μόνο στην Κυπριακή Δημοκρατία και στην Ελλάδα μπορεί να προσδοκά με τους όρους που προανέφερα το Ισραήλ. Γιατί διαπίστωσε για μια ακόμη φορά ότι οι συμμαχίες με μουσουλμανικές χώρες δεν έχουν πολιτισμικά στάδια. Μπορεί αλλάζοντας κυβερνήσεις ή με κάποια γεγονότα όπως μία εξέγερση να αλλάξουν, να ανατραπούν, να κλωνιστούν. Αντίθετα τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και η Ελλάδα είναι χώρες που πολιτισμικά δεν έχουν αντιπαλότητα. Και το Ισραήλ είναι από τις ελάχιστες χώρες οι οποίες αντιλαμβάνονται και διαμορφώνουν εξωτερική πολιτική. Και οι τελευταίες εξελίξεις των τελευταίων 2-3 χρόνων ήλθαν να τους το υπογραμμίσουν αυτό. Γι΄αυτό και υπάρχει και μια πολύ ισχυρή τάση μέσα στο κατεστημένο εξωτερικής πολιτικής του Ισραήλ αλλά και στις Ηνωμένες Πολιτείες, που βλέπει πια την σημασία αυτού του διαδρόμου. Ισραήλ δεν σημαίνει Ισραήλ, όπως ξέρετε, σημαίνει Εβραϊκό λόμπυ, σημαίνει αμερικανική πολιτική εν μέρει, σημαίνει και Ευρωπαϊκή Ένωση. Μια Ευρωπαϊκή Ένωση η οποία έχει και ένα πολύ σημαντικό πρόσθετο λόγο.  Και αυτός είναι οι ενδείξεις για την ύπαρξη σοβαρών κοιτασμάτων. Ξέρετε ότι η Ευρώπη είναι διψασμένη για ενέργεια. Αυτός είναι ο λόγος άλλωστε που προμηθεύεται από την Ρωσία. Η Ουάσιγκτον σε όλους τους τόνους προσπάθησε να αποτρέψει αυτό που η ίδια ονόμαζε ενεργειακή εξάρτηση από τη Ρωσία, μία εξάρτηση που κατά τη γνώμη της θα οδηγούσε και σε πολιτικές εξαρτήσεις. Γι΄αυτό και προωθούσε εναλλακτικούς δρόμους από το Μπακού, από το Τσεϊχαν και διάφορα άλλα. Εδώ λοιπόν αρχίζει και φαίνεται ότι στην αυλή της Ευρωπαϊκής Ένωσης υπάρχουν ενεργειακές πηγές. Δεν ξέρουμε πόσο μεγάλες αλλά τους φαίνεται ότι είναι σοβαρές. Ότι αξίζει τον κόπο να διερευνηθούν. Νομίζεται ότι τυχαία πήγε η κ. Μέρκελ και ξαφνικά μίλησε με τέτοιο τρόπο για το Κυπριακό; Με ένα τρόπο που δεν έχει προηγούμενο; Μετά θα πάει ο κ. Σαρκοζί. Ξαφνικά οι ευρωπαίοι βλέπουν με άλλο μάτι. Δεν είναι τίποτα σίγουρο. Όμως όπως οι επιχειρήσεις έτσι και τα κράτη δεν κινούνται πάνω στη σιγουριά μόνο αλλά κινούνται με βάσιμη προοπτική. Αυτό σημαίνει λοιπόν ότι αλλάζουν γενικότερα τα δεδομένα. Ίσως για πρώτη φορά και οι Αμερικανοί που φοβούνται  την ενεργειακή εξάρτηση από την Ρωσία και οι Ευρωπαίοι που έχουν ενεργειακές πηγές στην αυλή τους, τα συμφέροντά τους πια, και των δύο αυτών πυλώνων της Δύσης συγκλίνουν με τα Ελληνικά. Είναι ίσως η πρώτη φορά. Μένει να αποδειχθεί αλλά διαφαίνεται αυτό. Αυτό αλλάζει, ας το πούμε  έτσι, τον γεωπολιτικό χάρτη, τις δυναμικές που αναπτύσσονται. Άρα η Ελλάδα έχει πεδίο ελιγμών και κινήσεων. Πάντα με προσοχή, πάντα στο επίπεδο της πολιτικής και της διπλωματίας. Η Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα στο επίπεδο του Διεθνούς Δικαίου. Μιλάνε πολλοί για την επήρεια  του Καστελορίζου. Η Τουρκία προσπαθεί να αποκόψει το Καστελόριζο από την αλυσίδα των ελληνικών νησιών. Να το αποκόψει στη διαπραγμάτευση. Και είναι πολύ λογικό αυτό. Και εγώ στη θέση της το ίδιο θα έκανα. Να το εμφανίσει σαν ένα απομονωμένο νησάκι και όχι ως τον  ακροτελεύτιο της αλυσίδας κρίκο, για να μειώσει κατά το δυνατόν την επήρειά του. Η ίδια λέει ότι δεν έχει καθόλου υφαλοκρηπίδα αλλά ακόμα και αν φτάναμε στη Χάγη, μόνο να μειώσει την επήρειά του (στη χειρότερη περίπτωση) θα κατόρθωνε. Τώρα δεν έχει συμφέρον να εμφανίσει όλη την αλυσίδα των ελληνικών νησιών από τον Έβρο μέχρι το Καστελόριζο ως ένα ενιαίο σύνολο και να διαπραγματευθεί. Όπως επίσης δεν έχει να φοβηθεί ακόμα και μια απόφαση. Μπορεί να μην αναγνωρίζει το Διεθνές Δικαστήριο, αν φθάναμε ποτέ εκεί, πλήρη επήρεια στο Καστελόριζο. Η Ελλάδα θα σεβαστεί την απόφαση έτσι κι΄αλλιώς. Η Τουρκία προτάσσει έναν τρόπο επίλυσης διαφορών που δεν ακολουθούν μόνον αυθαίρετα ανεπτυγμένες χώρες αλλά και χώρες του τρίτου κόσμου. Άρα, έχεις ένα σοβαρό προηγούμενο να θέλεις να οδηγήσεις την όποια διαφορά με την Τουρκία σε αυτό το κανάλι. Είναι η ίδια απάντηση που πρέπει να δώσεις και όταν εγείρεται θέμα γκρίζων ζωνών. Εάν, γιατί έχουν ακουστεί και στο παρελθόν και από επίσημα χείλη, θα πάμε εμείς στο Διεθνές Δικαστήριο; Εμείς να πάμε για να βάλουμε υπό αίρεση του Διεθνούς Δικαστηρίου εάν το άλφα νησί ή το βήτα είναι ελληνικό; Όχι. Εάν νομίζει η Τουρκία ότι αδικείται, ας αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του Διεθνούς Δικαστηρίου, ας την αναγνωρίσει γιατί δεν την έχει αναγνωρίσει, και εάν δεν την αναγνωρίζει γιατί έχει άλλους λόγους, ας προσφύγει και βεβαίως η Ελλάδα έχει αναγνωρίσει τη δικαιοδοσία του και θα αποδεχθεί την όποια ετυμηγορία του. Αυτά είναι πάρα πολύ, αν θέλετε, εξτρεμιστικά, που λέω. Τόσο εξτρεμιστικά που ονομάζονται «τουρκοφαγικά», «πολεμοκάπηλα» ή δεν ξέρω τι άλλο. Ίσως τα φιλειρηνικά είναι να προσφέρουμε χωρίς καν να μας ζητάνε. Σας ευχαριστώ.

Συμπεράσματα   Υπό του Συντονιστού  Αντιστρατήγου ε.α. Σ. Παναγοπούλου

 Η πατρίδα μας συνεχίζει τον τριμερή διάλογο με την Τουρκία, ο οποίος έχει ξεκινήσει εδώ και μία δεκαετία, και τον έχει επεκτείνει στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.

            Είναι γεγονός ότι το κλίμα των σχέσεων στο επίπεδο αυτό είναι πάρα πολύ καλό, αλλά χωρίς κάποιο χειροπιαστό θετικό αποτέλεσμα, καθόσον :

*          Η Τουρκία διατηρεί το casus belli κατά της χώρας μας, στην περίπτωση που αυτή επεκτείνει τον εθνικό θαλάσσιο χώρο της από τα 6 ν.μ. σύμφωνα με το Διεθνές Δίκαιο της Θαλάσσης.

*          Δεν δέχεται ότι το Καστελόριζο ανήκει στο Αιγαίο και δεν το συζητά στις διαπραγματεύσεις για τον καθορισμό της υφαλοκρηπίδος και των λοιπών θαλασσίων ζωνών (χωρικά ύδατα, ΑΟΖ).

*          Προκαλεί με τις καθημερινές παραβάσεις στο FIR Αθηνών, παραβιάσεις στον εθνικό εναέριο χώρο, με τις διαρκείς «αβλαβείς διελεύσεις» πολεμικών πλοίων, εντός των εθνικών χωρικών μας υδάτων, με σκοπό την προβολή ισχύος και επίδειξη σημαίας.

*          Ως χώρα που δεν έχει συμφωνήσει και υπογράψει το Διεθνές Δίκαιο για τη Θάλασσα, δεν δέχεται ότι τα νησιά έχουν υφαλοκρηπίδα, ενώ σε πολλές περιπτώσεις κάνει επιλεκτική χρήση και εφαρμόζει τις θετικές προβλέψεις του Δικαίου αυτού (π.χ. 12 ν.μ. ΕΟΧ στον Εύξεινο Πόντο και Νότια Τουρκία).

*          Διατηρεί την θεωρία των γκρίζων ζωνών.

*          Χρησιμοποιεί το μειονοτικό (μουσουλμανική μειονότητα) ως διμερές μεταξύ Ελλάδος-Τουρκίας, χρησιμοποιώντας προς τούτο το Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Το βασικό μας (για την Ελλάδα) μειονέκτημα είναι το ότι ευρισκόμεθα σε λίαν δυσχερή θέση, λόγω της μεγάλης κρίσεως που ταλανίζει εδώ και τρία χρόνια την πατρίδα μας και η οποία έχει επεκταθεί σε όλους τους τομείς της εθνικής μας ζωής. Με δεδομένο ότι οι βασικοί πυλώνες της Εθνικής Στρατηγικής είναι η εξωτερική πολιτική και η αμυντική πολιτική η οποία πρέπει να υποστηρίζει την πρώτη, δημιουργείται προβληματισμός στο τι μπορούμε να επιτύχουμε, όταν έχουμε ραγδαία υστέρηση στην αμυντική πολιτική που έχει επιφέρει μεγάλη ανατροπή στην ισορροπία ισχύος μεταξύ των δύο χωρών και σε βάρος μας. Για να μην παρεξηγηθούμε ως πολεμοχαρείς ή άλλα «χαριτωμένα», η αναφορά γίνεται μόνο για την ΑΠΟΤΡΟΠΗ που η ισχύς των Ενόπλων Δυνάμεων πρέπει να εκπνέει προς την άλλη πλευρά, ώστε να υποστηρίζεται η όποια διπλωματική προσπάθεια, που δυστυχώς όμως δεν συμβαίνει.

Η νέο-οθωμανική Τουρκία είναι σήμερα ένας διεθνής παίκτης με αυτόνομη (κατά το δυνατόν) παρουσία, που θέλει να πιστεύει (και προσπαθεί προς τούτο) ότι είναι περιφερειακή δύναμη. Καίτοι ο Κεμαλισμός δεν έχει εξαφανισθεί και παραμένει έντονος στην χώρα, οι νέο-οθωμανιστές του κ. Ερντογάν έχουν πλέον το πάνω χέρι και εφόσον οι προσεχείς εκλογές τον δικαιώσουν, τότε η κυριαρχία τους στην Τουρκία θα είναι πλήρης.

Η διαφορά μεταξύ νέο-οθωμανών με τους Κεμαλιστές έγκειται στον τρόπο που διεκδικούν. Ενώ οι δεύτεροι ήσαν επιθετικοί και με χρήση στρατιωτικής ισχύος, οι νέο-οθωμανοί με βάση την θεωρία Νταβούτογλου περί «Μηδενικών Προβλημάτων» προσεγγίζουν τις όποιες διαφορές με χρήση της «Ήπιας Ισχύος» ενδιαφερόμενη πρώτιστα στην δορυφοριοποίηση του άλλου, στο νέο-οθωμανικό χώρο. Αυτό απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή από εμάς.

Ως έχουν τα πράγματα και σύμφωνα με τον πρώτο ομιλητή, η «Κρίσιμη διαχείριση των Ελληνοτουρκικών σχέσεων απαιτεί εμμονή, θάρρος, υπομονή, πίστη στο δίκαιο, μη υποχωρητικότητα και αποφυγή εκπομπής φοβικών συνδρόμων». Χωρίς να αποκλείεται η όποια προσέγγιση, αυτή όταν αποφασίζεται πρέπει να γίνεται κάτω από τις παρακάτω προϋποθέσεις

*          Υπεύθυνος, ψύχραιμος και χωρίς ασκόπους φανατισμούς διάλογος μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

*          Βαθειά γνώση των θεμάτων και πλήρη επίγνωση όλων των σχετικών παραμέτρων και του διεθνούς περιβάλλοντος.

*          Επιμονή, παρρησία, μακράν εφησυχασμών.

Ο δεύτερος ομιλητής αφού επεσήμανε τους αδιαφανείς όρους με τους οποίους διεξάγεται ο διάλογος και αναφερόμενος σ΄αυτό που η ελληνική πλευρά προτάσσει, δηλαδή ότι η διαπραγμάτευση με την Τουρκία γίνεται για τον καθορισμό των ορίων της υφαλοκρηπίδος, τόνισε ότι για να κάνεις αυτό θα πρέπει να έχεις ορίσει τα χωρικά σου ύδατα.

Με δεδομένο ότι από όσα ακούγονται ή διαρρέονται η Ελλάδα διαπραγματεύεται χωρικά ύδατα διαφοροποιημένης εκτάσεως, το ορθό θα είναι όπως η Ελλάδα, εφόσον το συζητά, να επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ. στο Ιόνιο, Νότια Πελοπόννησο, Λιβυκό Πέλαγος, Μηρτώον Πέλαγος, (δεν απαιτεί διαπραγμάτευση με την Τουρκία, και είναι ανεξάρτητη της διαπραγματεύσεως για το Αιγαίο) ενώ στο Δυτικό Αιγαίο στα 8-9 ν.μ. (κατά τον Συντονιστή στα 10 ν.μ), ενώ στις περιοχές που γειτνιάζουν με την Τουρκία (νησιά Ανατολικού Αιγαίου – Δωδεκανήσου) να παραμείνουν στα 6 ν.μ. με μείωση του ΕΑΧ στα 6 από τα 10 ν.μ. Προϋπόθεση για τον κ. Λυγερό είναι η απάλειψη εκ μέρους της Τουρκίας της θεωρίας των γκρίζων ζωνών, που εφόσον παραμείνουν θα φαλκιδεύσουν την συμφωνία για τα χωρικά ύδατα στο Αιγαίο.

Περαιτέρω ο κ. Λυγερός, και με δεδομένο τις προβλέψεις του Διεθνούς Δικαίου για τη Θάλασσα, σχετικά με την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, την δυναμική της εννοίας αυτής νομικά και γεωλογικά, είπε ότι η πατρίδα μας μπορεί να προβεί στην οριοθέτησή της, παρά το ότι η Τουρκία «την αποφεύγει να την ξεστομίσει» σ΄ότι αφορά το Αιγαίο. Η έννοια της ΑΟΖ είναι πλήρως αποδεκτή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η Κύπρος το έπραξε χωρίς να ενοχληθεί από τους τουρκικούς λεονταρισμούς, (Ήταν λάθος της ελληνικής πλευράς που δεν προσήλθε στον καθορισμό της ΑΟΖ στην Ανατολική Μεσόγειο, όταν προσκλήθηκε από την Κύπρο). Ήδη η προσπάθεια που γίνεται από το Ισραήλ για διατήρηση της οδού επικοινωνίας με την Δύση μέσω Κύπρου και Ελλάδος, το ενδιαφέρον των Γερμανών και Γάλλων για τα κοιτάσματα της περιοχής που σε ένα βαθμό επιλύουν ή αμβλύνουν τις ενεργειακές ανάγκες της Δυτικής Ευρώπης, δεν θα πρέπει να μείνει αναξιοποίητο.

Η Τουρκία δεν δέχεται ότι το Καστελόριζο ανήκει στο ενιαίο σύμπλεγμα των νήσων του Αν. Αιγαίου-Δωδεκανήσου από τις εκβολές του Έβρου ποταμού μέχρι και το Καστελόριζο, αλλά ότι αυτό είναι μεμονωμένο νησί που ανήκει στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε κάθε περίπτωση και με δεδομένο ότι το Διεθνές Δίκαιο προβλέπει για το νησί αυτό χωρικά ύδατα, υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ, η Τουρκία ας προσφύγει στο Διεθνές Δικαστήριο, καθόσον η Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί τίποτε.

Αφήστε μια απάντηση