Blog

Οφείλουν τα κράτη να ελέγχουν τα σύνορά τους; Η κρίση της Θέουτα και το διεθνές δίκαιο

Οφείλουν τα κράτη να ελέγχουν τα σύνορά τους; Η κρίση της Θέουτα και το διεθνές δίκαιο

Οφείλουν τα κράτη να ελέγχουν τα σύνορά τους; Η κρίση της Θέουτα και το διεθνές δίκαιο

 

Της Carmen Pérez-Gonzalez

Η Carmen Pérez είναι τακτική καθηγήτρια Δημοσίου Διεθνούς Δικαίου και Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Carlos III της Μαδρίτης και μέλος της Ερευνητικής Ομάδας για το Δίκαιο και τη Δικαιοσύνη…

18 Αυγούστου 2026

Η Θέουτα, ένας ισπανικός θύλακας στις ακτές της Βόρειας Αφρικής με πληθυσμό περίπου 80.000 κατοίκων, βίωσε μια άνευ προηγουμένου μαζική εισροή ανθρώπων κατά την τελευταία εβδομάδα του Ιουλίου. Περίπου 70.000 άνθρωποι, κυρίως Μαροκινοί υπήκοοι αλλά και άτομα από άλλες χώρες, εισήλθαν παράτυπα στην επικράτεια. Μολονότι τα ακριβή αίτια παραμένουν αβέβαια, άμεση αφορμή φαίνεται ότι αποτέλεσε ένα κύμα ψευδών πληροφοριών στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, σύμφωνα με τις οποίες τα σύνορα της Ισπανίας ήταν ανοικτά. Ο ισχυρισμός αυτός βασίστηκε εν μέρει σε μια διαστρεβλωμένη ερμηνεία της απόφασης του ισπανικού Ανωτάτου Δικαστηρίου της 29ης Ιουνίου 2026 σχετικά με το λεγόμενο καθεστώς «απώθησης στα σύνορα» (rechazo en frontera), το οποίο εφαρμόζεται στους φράχτες της Θέουτα και της Μελίγια.

Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε διευκρινίσει ότι το καθεστώς αυτό δεν εφαρμοζόταν σε πρόσωπα που αναχαιτίζονταν στη θάλασσα· αντιθέτως, οι περιπτώσεις τους έπρεπε να αντιμετωπίζονται βάσει της συνήθους διαδικασίας απομάκρυνσης του άρθρου 58 του ισπανικού νόμου περί αλλοδαπών. Η απόφαση δεν καθιέρωνε ανοικτά σύνορα, αλλά έτσι παρουσιάστηκε στο διαδίκτυο. Οι συνέπειες ήταν δραματικές. Πολλοί από τους αφιχθέντες ήταν πεινασμένοι, αφυδατωμένοι και χωρίς κατάλυμα. Τουλάχιστον 82 άνθρωποι πέθαναν, μεταξύ των οποίων άτομα που πνίγηκαν ή καταπλακώθηκαν μέσα στον πανικό. Σύμφωνα με αναφορές, μεταξύ των αφιχθέντων βρίσκονταν χιλιάδες ασυνόδευτοι ανήλικοι. Οι περισσότεροι επέστρεψαν στη συνέχεια οικειοθελώς στο Μαρόκο ή συνοδεύτηκαν κατά την επιστροφή τους μέσω των συνοριακών διελεύσεων. Έως τις 4 Αυγούστου, αρκετές χιλιάδες παρέμεναν στη Θέουτα, συμπεριλαμβανομένων περίπου 1.000 ασυνόδευτων ανηλίκων —ανάμεσά τους και κορίτσια που έχουν καταγγείλει σεξουαλική κακοποίηση.

Η κρίση εξελίχθηκε γρήγορα σε διπλωματικό και πολιτικό ζήτημα. Η Ισπανία χαρακτήρισε τις διελεύσεις παραβίαση της εδαφικής της ακεραιότητας. Έγιναν παραλληλισμοί με την Πράσινη Πορεία του Μαρόκου το 1975, ενώ ορισμένοι πολιτικοί και σχολιαστές επικαλέστηκαν την πιο πρόσφατη εργαλειοποίηση της μετανάστευσης από τη Λευκορωσία εις βάρος της Πολωνίας. Τέτοιες δηλώσεις πρέπει να γίνονται αντιληπτές υπό το πρίσμα του γεωγραφικού και πολιτικού πλαισίου της Θέουτα και της Μελίγια, την κυριαρχία επί των οποίων το Μαρόκο διεκδικεί ιστορικά.

Στο πλαίσιο αυτό, ο χαρακτηρισμός των γεγονότων ως πλήγματος κατά της εδαφικής ακεραιότητας της Ισπανίας αποκτά σημασία που υπερβαίνει τον συνήθη έλεγχο των συνόρων και πρέπει επίσης να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα της μακροχρόνιας διαμάχης σχετικά με το καθεστώς των δύο «αυτόνομων πόλεων» (ciudades autónomas). Το Μαρόκο αρνήθηκε ότι είχε οργανώσει τα γεγονότα, αποδίδοντας τη μετακίνηση στις οικονομικές συνθήκες, στα εγκληματικά δίκτυα και στην παραπληροφόρηση. Παράλληλα, το Μαρόκο συνεργάστηκε με την Ισπανία για τις επιστροφές που ακολούθησαν.

Πράγματι, το περιστατικό στη Θέουτα δεν αποτελεί το πρώτο επεισόδιο αυτού του είδους. Τον Απρίλιο του 2021, ο Μπραχίμ Γκάλι, πρόεδρος της Αραβικής Λαοκρατικής Δημοκρατίας της Σαχάρας και γενικός γραμματέας του Μετώπου Πολισάριο, εισήχθη σε νοσοκομείο της Ισπανίας για θεραπεία κατά της COVID-19. Η παρουσία του στην Ισπανία προκάλεσε διπλωματική κρίση με το Μαρόκο, το οποίο διαμαρτυρήθηκε έντονα για την απόφαση. Λίγες εβδομάδες αργότερα, τον Μάιο του 2021, το Μαρόκο χαλάρωσε τους ελέγχους στα σύνορά του με τη Θέουτα, με αποτέλεσμα την άφιξη περίπου 10.000 μεταναστών, μεταξύ των οποίων μεγάλος αριθμός ασυνόδευτων ανηλίκων. Η Ισπανία ανέπτυξε δυνάμεις ασφαλείας στα σύνορα και στη συνέχεια επέστρεψε πολλούς από όσους είχαν εισέλθει. Το επεισόδιο θεωρήθηκε ευρέως περίπτωση χρησιμοποίησης της μετανάστευσης ως μέσου άσκησης πολιτικής πίεσης στην Ισπανία.

Στο παρόν στάδιο, δεν είναι σαφές ότι οι μετακινήσεις του Ιουλίου 2026 εργαλειοποιήθηκαν σκόπιμα από το Μαρόκο. Ένας τέτοιος ισχυρισμός θα έπρεπε να τεκμηριωθεί με στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι μεταναστευτικές ροές διευκολύνθηκαν ή αξιοποιήθηκαν εσκεμμένα ως μέσο άσκησης πολιτικής πίεσης στη λήψη αποφάσεων από την Ισπανία. Εάν αυτό αποδεικνυόταν, η συμπεριφορά αυτή θα προκαλούσε ανησυχίες όχι μόνο από τη σκοπιά της εδαφικής ακεραιότητας της Ισπανίας, αλλά και της πολιτικής της ανεξαρτησίας, στον βαθμό που η μετανάστευση θα είχε χρησιμοποιηθεί σκόπιμα ως εργαλείο για την άσκηση πίεσης στην Ισπανία και τον επηρεασμό των πολιτικών της επιλογών. Σε μια τέτοια περίπτωση, τα γεγονότα της Θέουτα θα μπορούσαν να ενταχθούν στην ευρύτερη συζήτηση σχετικά με το κατά πόσον και σε ποιον βαθμό η σκόπιμη χρησιμοποίηση μεταναστευτικών ροών για πολιτικούς λόγους μπορεί να δικαιολογήσει τον περιορισμό, την αναστολή ή την κατ’ άλλο τρόπο αναπροσαρμογή ορισμένων νομικών εγγυήσεων που παρέχονται στους μετανάστες. Η πρόσφατη Διακήρυξη του Κισινάου φαίνεται να κινείται προς αυτή την κατεύθυνση. Μολονότι επαναβεβαιώνει ότι οι μετανάστες εξακολουθούν να δικαιούνται προστασία βάσει της ΕΣΔΑ, η Διακήρυξη αναγνωρίζει ρητά το φαινόμενο της εργαλειοποίησης της μετανάστευσης και ζητεί «νέες προσεγγίσεις» για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που θέτουν οι μεγάλης κλίμακας παράτυπες αφίξεις.

Αυτό εγείρει ένα δύσκολο ερώτημα: μπορούν οι εξαιρετικές περιστάσεις που δημιουργούνται από τη σκόπιμη πολιτική χρησιμοποίηση της μετανάστευσης να επηρεάσουν την εφαρμογή ή την ερμηνεία εγγυήσεων όπως η απαγόρευση των συλλογικών απελάσεων και η πρόσβαση στις διαδικασίες ασύλου; Το ίδιο ερώτημα ανακύπτει σε σχέση με τις ειδικές εγγυήσεις που ισχύουν για τους ασυνόδευτους ανηλίκους. Όλες αυτές οι εγγυήσεις απορρέουν, άμεσα ή έμμεσα, από την αρχή της μη επαναπροώθησης (non-refoulement) και, στην περίπτωση των παιδιών, από την αρχή του υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού.

Δεν προτίθεμαι να εξετάσω εδώ την έκταση ή τις συνέπειες της Διακήρυξης ως προς το ζήτημα αυτό, καθώς τόσο το παρόν ιστολόγιο —βλ., για παράδειγμα, εδώεδώεδώεδώ και εδώ— όσο και άλλα ιστολόγια —βλ. εδώ και εδώ— έχουν ήδη δημοσιεύσει εξαιρετικές αναλύσεις του θέματος. Θα ήθελα, ωστόσο, να αναπτύξω περαιτέρω ένα ζήτημα που εντοπίστηκε σε μία από αυτές τις αναρτήσεις.

Στην ανάλυσή του σχετικά με το προκαταρκτικό σχέδιο κειμένου του τελικού εγγράφου που περιλαμβάνει στοιχεία για μια πολιτική διακήρυξη η οποία πρόκειται να υιοθετηθεί στο Κισινάου, ο Lorenzo Acconciamessa θέτει το ερώτημα εάν μπορεί να θεωρηθεί ότι τα κράτη υπέχουν υποχρέωση προστασίας των συνόρων τους. Είναι αλήθεια, όπως υποστηρίζει, ότι η προστασία των συνόρων μπορεί να νοηθεί ως κυριαρχικό δικαίωμα, το οποίο δεν φαίνεται να έχει αμφισβητηθεί ούτε από το ΕΔΔΑ ούτε γενικότερα από το διεθνές δίκαιο.

Η αφετηρία είναι σαφής: η Ισπανία και το Μαρόκο δικαιούνται να προστατεύουν την εδαφική τους ακεραιότητα και να ελέγχουν τις μεταναστευτικές κινήσεις μέσω των συνόρων τους. Δεν υπάρχει τίποτε εγγενώς παράνομο στην αποτροπή παράτυπων διελεύσεων, στην ανάπτυξη δυνάμεων ασφαλείας στα σύνορα, στην εξάρθρωση δικτύων διακίνησης ή στη διευθέτηση της επιστροφής προσώπων που δεν έχουν δικαίωμα παραμονής. Μπορεί, όμως, αυτό να χαρακτηριστεί πράγματι ως υποχρέωση; Εάν ναι, ποια θα ήταν η νομική της βάση και ποιο το περιεχόμενό της; Πρόκειται για ιδιαίτερα κρίσιμα ερωτήματα, τα οποία θα πρέπει, σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό, να εξεταστούν τόσο από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην επικείμενη απόφασή του επί της υπόθεσης Λιθουανία κατά Λευκορωσίας, όσο και από το ΕΔΔΑ σε σειρά εκκρεμών υποθέσεων.

Καθήκον ελέγχου των συνόρων θεμελιωμένο στην υποχρέωση καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης μεταναστών;

Θα μπορούσε ένα τέτοιο καθήκον ελέγχου των συνόρων να θεμελιωθεί στις υφιστάμενες υποχρεώσεις των κρατών για την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών; Πρόκειται ίσως για μία από τις πλέον υποσχόμενες κατευθύνσεις διερεύνησης, καθώς βρίσκεται στον πυρήνα της προαναφερθείσας υπόθεσης που εκκρεμεί ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης. Το διεθνές δίκαιο δεν φαίνεται να αναγνωρίζει, γενικά, μια αυτοτελή υποχρέωση των κρατών να αποτρέπουν όλες τις παράτυπες μετακινήσεις μέσω των συνόρων τους. Η κατάσταση ενδέχεται, ωστόσο, να είναι διαφορετική όταν η παράτυπη μετανάστευση διευκολύνεται από οργανωμένα δίκτυα που δραστηριοποιούνται στην παράνομη διακίνηση μεταναστών.

Τα κράτη έχουν αναλάβει συγκεκριμένες υποχρεώσεις για την πρόληψη και την καταπολέμηση της παράνομης διακίνησης μεταναστών, μεταξύ άλλων μέσω του Πρωτοκόλλου κατά της παράνομης διακίνησης μεταναστών διά ξηράς, θαλάσσης και αέρος, το οποίο συμπληρώνει τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών κατά του διεθνικού οργανωμένου εγκλήματος. Αυτό εγείρει το ερώτημα εάν οι υποχρεώσεις αυτές μπορούν να ερμηνευθούν ως απαιτούσες από τα κράτη όχι απλώς να διώκουν ποινικά τους διακινητές εκ των υστέρων, αλλά και να λαμβάνουν εύλογα μέτρα ώστε να αποτρέπουν τη χρησιμοποίηση της επικράτειάς τους ως βάσης για οργανωμένη παράτυπη μετανάστευση. Εάν ναι, η υποχρέωση καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης θα μπορούσε να παράσχει πιο συγκεκριμένη νομική βάση για ένα ευρύτερο καθήκον άσκησης αποτελεσματικού ελέγχου των συνόρων.

Η κρίση της Θέουτα προσφέρει μια ενδιαφέρουσα δοκιμασία για την άποψη αυτή. Το Μαρόκο δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στο Πρωτόκολλο του ΟΗΕ κατά της παράνομης διακίνησης μεταναστών, επομένως η Ισπανία δεν θα μπορούσε απλώς να επικαλεστεί το Πρωτόκολλο ως πηγή δεσμευτικής υποχρέωσης του Μαρόκου. Εάν το Μαρόκο επέτρεψε εν γνώσει του ή διευκόλυνε τη μαζική μετακίνηση μεταναστών προς τα ισπανικά σύνορα, ανεξαρτήτως του εάν είχε πολιτικά κίνητρα, το ερώτημα θα ήταν αν μπορεί να συναχθεί από το γενικό διεθνές δίκαιο υποχρέωση πρόληψης και καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης μεταναστών.

Αυτό περιπλέκει σημαντικά το επιχείρημα: θα έπρεπε να αποδειχθεί όχι μόνο η ύπαρξη μιας τέτοιας γενικής υποχρέωσης, αλλά και το ακριβές περιεχόμενό της και, κυρίως, αν αυτή περιλαμβάνει καθήκον αποτροπής των παράτυπων αναχωρήσεων ή, με άλλο τρόπο, άσκησης αποτελεσματικού ελέγχου επί των μεταναστευτικών ροών. Επομένως, η διάκριση μεταξύ της υποχρέωσης καταπολέμησης της παράνομης διακίνησης μεταναστών και μιας ευρύτερης υποχρέωσης ελέγχου της παράτυπης μετανάστευσης είναι κρίσιμη.

Κάθε υποχρέωση που διατυπώνεται με αυτούς τους όρους πρέπει, ωστόσο, να αξιολογείται όχι μόνο από τη σκοπιά του κράτους, αλλά και από εκείνη των ενδιαφερόμενων ατόμων. Ένα ευρέως διατυπωμένο καθήκον αποτροπής των παράτυπων αναχωρήσεων θα συνεπαγόταν αναγκαστικά περιορισμό της αναχώρησης και, ως εκ τούτου, θα έπρεπε να συμβιβαστεί με το δικαίωμα κάθε προσώπου να εγκαταλείπει οποιαδήποτε χώρα, συμπεριλαμβανομένης της δικής του, το οποίο κατοχυρώνεται στο άρθρο 13 παρ. 2 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, στο άρθρο 12 παρ. 2 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα και στο άρθρο 2 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου αριθ. 4 της ΕΣΔΑ.

Όπως καταδεικνύει η Jane McAdam, το δικαίωμα κάθε προσώπου να εγκαταλείπει οποιαδήποτε χώρα, συμπεριλαμβανομένης της δικής του, είναι σταθερά εδραιωμένο. Δεν μπορεί, ωστόσο, να εξομοιωθεί με δικαίωμα μόνιμης μετανάστευσης, καθώς παραμένει ένα «ατελές» δικαίωμα: εφόσον δεν αντιστοιχεί σε καμία υποχρέωση εισδοχής, δεν μπορεί να εξισωθεί με δικαίωμα μετανάστευσης. Αυτή η ασυμμετρία —και όχι κάποια αδυναμία του ίδιου του δικαιώματος— είναι που διοχετεύει τη μετακίνηση των μεταναστών στην παρατυπία, καθώς όσοι στερούνται τη νόμιμη είσοδο επιχειρούν συνήθως να εισέλθουν παράνομα (βλ. εδώ).

Η παράτυπη αναχώρηση δεν στερεί εξ αυτού του λόγου τον μετανάστη από την προστασία. Το Πρωτόκολλο κατά της παράνομης διακίνησης μεταναστών μπορεί να επιτρέπει, ακόμη και να απαιτεί, από τα κράτη να αποτρέπουν τη μη επιτρεπόμενη έξοδο, όμως το άρθρο 5 του Πρωτοκόλλου προστατεύει τον διακινούμενο μετανάστη από ποινική ευθύνη βάσει του Πρωτοκόλλου λόγω του γεγονότος ότι αποτέλεσε αντικείμενο παράνομης διακίνησης. Επιπλέον, όπως επιμένει η Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στο Γενικό Σχόλιο αριθ. 27, κάθε περιορισμός της αναχώρησης πρέπει να πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 12 παρ. 3 του ΔΣΑΠΔ και να μην «καταπίνει τον κανόνα».

Επιστρέφοντας στη McAdam, θα μπορούσε κανείς να συμπεράνει ότι το δικαίωμα αναχώρησης, μολονότι αποτελεί πλέον θεμελιώδη αρχή του συμβατικού δικαίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ουδέποτε υπήρξε απόλυτο δικαίωμα. Ανέκαθεν υπόκειτο σε περιορισμούς —όπως ποινικές διαδικασίες, στρατιωτική θητεία, συμβατικές ή φορολογικές υποχρεώσεις και λόγοι δημόσιας υγείας— και στην πράξη παρεμποδίζεται μέσω διαβατηρίων και θεωρήσεων εξόδου, με μια «εντυπωσιακή συνέπεια» ως προς το ιστορικό χάσμα μεταξύ αρχής και κρατικής πρακτικής. Επομένως, το δικαίωμα λειτουργεί εντός των δικών του ορίων και σε ένα σταθερό υπόβαθρο κρατικού ελέγχου. Συνοψίζοντας, το δικαίωμα αναχώρησης δεν είναι ούτε απόλυτο ούτε αυτοεκτελεστό: η αναγνώρισή του ως θεμελιώδους δικαιώματος δεν επιλύει ούτε το ζήτημα της έκτασης των επιτρεπτών περιορισμών ούτε εκείνο της εισόδου.

Το ζήτημα αυτό καταδεικνύει επίσης γιατί έχει σημασία η διάκριση μεταξύ δικαιώματος και υποχρέωσης προστασίας των συνόρων. Εάν ο έλεγχος των συνόρων αποτελεί απλώς κυριαρχικό δικαίωμα, η άσκησή του παραμένει πρωτίστως ζήτημα διακριτικής ευχέρειας του κράτους, υπό την επιφύλαξη των εφαρμοστέων περιορισμών που απορρέουν από τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αντιθέτως, εάν το διεθνές δίκαιο επιβάλλει θετική υποχρέωση αποτροπής ορισμένων μορφών παράτυπης μετανάστευσης —ενδεχομένως λόγω των υποχρεώσεων των κρατών να καταπολεμούν την παράνομη διακίνηση μεταναστών— οι έννομες συνέπειες είναι αρκετά διαφορετικές. Τότε, το ερώτημα δεν είναι μόνο τι επιτρέπεται να κάνουν τα κράτη στα σύνορά τους, αλλά και τι υποχρεούνται να κάνουν.

Καθήκον ελέγχου της παράτυπης μετανάστευσης θεμελιωμένο σε δικαίωμα για ασφαλή, ομαλή και νόμιμη μετανάστευση;

Μια διαφορετική πιθανή βάση για την αναγνώριση καθήκοντος ελέγχου της παράτυπης μετανάστευσης εντοπίζεται στη διεθνή δέσμευση για την προώθηση ασφαλούς, ομαλής και νόμιμης μετανάστευσης (βλ. εδώ και εδώ). Εκ πρώτης όψεως, αυτό θα μπορούσε να φαίνεται ότι παρέχει μια σχετικά σαφή βάση για τις προσπάθειες των κρατών να αποτρέπουν τις παράτυπες μετακινήσεις. Ωστόσο, μια τέτοια υποχρέωση δεν μπορεί να γίνει ουσιαστικά αντιληπτή αποκομμένη από την άλλη όψη του ζητήματος: το καθήκον διευκόλυνσης αποτελεσματικών νόμιμων οδών μετανάστευσης.

Το Παγκόσμιο Σύμφωνο του 2018 για την ασφαλή, ομαλή και νόμιμη μετανάστευση είναι ιδιαίτερα σημαντικό από την άποψη αυτή. Η βασική παραδοχή του δεν είναι απλώς ότι τα κράτη πρέπει να περιορίσουν την παράτυπη μετανάστευση, αλλά ότι, μέσω της διεθνούς συνεργασίας, η μετανάστευση πρέπει να καταστεί ασφαλέστερη, πιο ομαλή και πιο νόμιμη, μεταξύ άλλων με τη διεύρυνση των νόμιμων οδών και την αντιμετώπιση των παραγόντων που ωθούν τους ανθρώπους προς επικίνδυνες και παράτυπες διαδρομές.

Υπό αυτή την έννοια, η υποχρέωση καταπολέμησης της παράτυπης μετανάστευσης δεν μπορεί να σημαίνει απλώς υποχρέωση αποτροπής της παράτυπης διέλευσης των συνόρων. Πρέπει επίσης να συνεπάγεται προσπάθεια διασφάλισης βιώσιμων εναλλακτικών αντί των παράτυπων διαδρομών για όσους έχουν θεμιτούς λόγους να μεταναστεύσουν. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό όταν η απουσία τέτοιων εναλλακτικών αποτελεί η ίδια έναν από τους παράγοντες που προκαλούν τις παράτυπες μετακινήσεις. Από αυτή τη σκοπιά, η έννοια της ασφαλούς, ομαλής και νόμιμης μετανάστευσης δεν ενισχύει απλώς το επιχείρημα υπέρ του ελέγχου των συνόρων· εντάσσει επίσης τον έλεγχο αυτό σε ένα ευρύτερο πλαίσιο επιμερισμένης ευθύνης για τη δημιουργία νόμιμων οδών κινητικότητας.

Ως προς τη Θέουτα, αυτό σημαίνει ότι η ύπαρξη και το περιεχόμενο οποιουδήποτε καθήκοντος ελέγχου της παράτυπης μετανάστευσης δεν μπορούν να αξιολογηθούν αποκλειστικά με βάση όσα δικαιούται να πράττει η Ισπανία στα σύνορά της. Πρέπει επίσης να εξετάζεται τι πράττουν η Ισπανία, το Μαρόκο και η Ευρωπαϊκή Ένωση ώστε να καταστήσουν τη νόμιμη μετανάστευση πραγματικά εφικτή.

Πού καταλήγει, λοιπόν, η ανάλυση ως προς το ζήτημα της ύπαρξης δεσμευτικής υποχρέωσης; Ούτε το Πρωτόκολλο κατά της παράνομης διακίνησης μεταναστών, το οποίο δεν δεσμεύει το Μαρόκο, ούτε το Παγκόσμιο Σύμφωνο, το οποίο αποτελεί πολιτική δέσμευση και όχι πηγή δεσμευτικών υποχρεώσεων, θεσπίζουν αυτοτελές καθήκον αποτροπής της παράτυπης μετανάστευσης. Αυτό δεν σημαίνει ότι το γενικό διεθνές δίκαιο παραμένει σιωπηλό. Ανάλογα με τα πραγματικά περιστατικά, ενδέχεται να εφαρμόζονται άλλοι κανόνες: η αρχή της υπόθεσης Στενά της Κέρκυρας, κατά την οποία ένα κράτος δεν πρέπει να επιτρέπει εν γνώσει του τη χρησιμοποίηση της επικράτειάς του για πράξεις αντίθετες προς τα δικαιώματα άλλων κρατών, καθώς και, όταν οι μεταναστευτικές ροές χρησιμοποιούνται σκόπιμα για να επηρεαστούν οι πολιτικές επιλογές άλλου κράτους, η αρχή της μη επέμβασης.

Σύμφωνα με τη διάκριση του Milanovic μεταξύ εξαναγκασμού ως εκβιασμού και εξαναγκασμού ως ελέγχου, στην προκειμένη περίπτωση θα εφαρμοζόταν η πρώτη μορφή. Και αυτό διότι η κάμψη των κυριαρχικών αποφάσεων της Ισπανίας μέσω της απειλής πρόκλησης βλάβης ή της έμπρακτης πρόκλησής της συνιστά το στοιχείο του εξαναγκασμού που απαιτείται για να στοιχειοθετηθεί απαγορευμένη επέμβαση, κατά τρόπο που δεν θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί από μια απλή παράλειψη ελέγχου των παράτυπων αναχωρήσεων. Συνεπώς, ακριβέστερο θα ήταν ίσως να συμπεράνουμε όχι ότι τα κράτη υπέχουν γενικό καθήκον ελέγχου των συνόρων, αλλά ότι το διεθνές δίκαιο επιβάλλει ειδικές υποχρεώσεις υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η ύπαρξη και το περιεχόμενο των οποίων εξαρτώνται από τον τρόπο και τον σκοπό για τον οποίο ενήργησε ένα γειτονικό κράτος.

Παραβίαση των υποχρεώσεων ελέγχου των συνόρων: κρατική ευθύνη και επιβολή

Εάν υφίσταται τέτοια υποχρέωση, ένα περαιτέρω ζήτημα αφορά τις έννομες συνέπειες της παραβίασής της. Σύμφωνα με το δίκαιο της ευθύνης των κρατών, το υπεύθυνο κράτος οφείλει να παύσει την παράνομη συμπεριφορά, να παράσχει πλήρη επανόρθωση και, όπου ενδείκνυται, διαβεβαιώσεις και εγγυήσεις μη επανάληψης. Ωστόσο, οι συνέπειες αυτές ενδέχεται να μην επέλθουν αυτοβούλως, γεγονός που εγείρει το ερώτημα πώς μπορεί να εξασφαλιστεί η συμμόρφωση μέσω των μηχανισμών του διεθνούς δικαίου.

Τα μέτρα αντίποινων, ως νόμιμα μέτρα, παραμένουν διαθέσιμα, ενώ μπορούν επίσης να εξεταστούν αντίμετρα, εντός των ορίων που επιβάλλει το διεθνές δίκαιο. Όταν αμφισβητείται η έκταση ή ακόμη και η ίδια η ύπαρξη της υποχρέωσης, τα ειρηνικά μέσα επίλυσης διαφορών, συμπεριλαμβανομένων των δικαιοδοτικών μηχανισμών, αποκτούν ιδιαίτερη σημασία, όπως καταδεικνύει η υπόθεση Λιθουανία κατά Λευκορωσίας ενώπιον του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης.

Εκείνο που φαίνεται σαφές είναι ότι, ιδίως σε περιπτώσεις εργαλειοποίησης της μετανάστευσης, τις συνέπειες της παραβίασης πρέπει να επωμίζεται το υπεύθυνο κράτος (βλ. εδώ). Ένα διαφορετικό, αν και συναφές, ερώτημα είναι αν αυτή η παράνομη πράξη μπορεί αφ’ εαυτής να αποτελέσει νομική βάση για τη χαλάρωση των εγγυήσεων που το φερόμενο ως ζημιωθέν κράτος οφείλει αυτοτελώς στα άτομα που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του. Δεν μπορεί, χωρίς τη συνδρομή πρόσθετων προϋποθέσεων.

Μια υποχρέωση όπως η αρχή της μη επαναπροώθησης δεν οφείλεται προς το γειτονικό κράτος. Επομένως, η παραβίασή της από το κράτος αυτό ούτε ενεργοποιεί κάποια περίσταση που αίρει τον άδικο χαρακτήρα της πράξης ούτε επιτρέπει τη λήψη αντιμέτρου, το οποίο, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να θίγει υποχρεώσεις προστασίας θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Πρόκειται για έναν πειρασμό στον οποίο τα κράτη τείνουν να υποκύπτουν και ο οποίος φαίνεται να βρίσκεται στον πυρήνα όσων υποδηλώνουν οι υποστηρικτές της Διακήρυξης του Κισινάου (βλ. εδώ και εδώ).

Στο παρόν στάδιο εξέλιξης του διεθνούς δικαίου, υπάρχουν ελάχιστα ερείσματα για να υποστηριχθεί ότι ένα κράτος μπορεί να επικαλεστεί εξαίρεση από τις υποχρεώσεις του βάσει της αρχής της μη επαναπροώθησης ή της αρχής του υπέρτατου συμφέροντος του παιδιού, με το σκεπτικό ότι άλλο κράτος είχε προηγουμένως παραλείψει να συμμορφωθεί με τη δική του υποχρέωση ελέγχου των συνόρων στο πλαίσιο της καταπολέμησης της παράτυπης μετανάστευσης. Ούτε μπορεί η απόφαση N.D. και N.T. κατά Ισπανίας να ερμηνευθεί ως θεμελιώνουσα μια τέτοια εξαίρεση.

Το δίκαιο της ΕΕ είχε ήδη βρεθεί αντιμέτωπο με αυτό το ενδεχόμενο. Στην υπόθεση M. A. (C-72/22 PPU), με φόντο την εργαλειοποίηση της μετανάστευσης από τη Λευκορωσία, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκρινε ότι ούτε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης λόγω μαζικής εισροής ούτε το παράτυπο καθεστώς μπορούσαν να δικαιολογήσουν την άρνηση πρόσβασης στη διαδικασία ασύλου ή την κράτηση αιτούντος αποκλειστικά λόγω παράτυπης εισόδου, απορρίπτοντας τη γενική επίκληση του άρθρου 72 ΣΛΕΕ από τη Λιθουανία.

Μολονότι οι οδηγίες που ερμήνευσε το Δικαστήριο έχουν έκτοτε αντικατασταθεί από το Σύμφωνο του 2024 για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, η συλλογιστική εξακολουθεί να ισχύει: οι εξαιρετικές περιστάσεις δεν παραμερίζουν τις εγγυήσεις που οφείλονται στα πρόσωπα τα οποία βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας ενός κράτους. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό, διότι η ρητορική περί προστασίας των συνόρων μπορεί εύκολα να συσκοτίσει τη διάκριση μεταξύ της αποτροπής της παράτυπης εισόδου και της επιστροφής προσώπων που έχουν ήδη υπαχθεί στη δικαιοδοσία ενός κράτους.

Ένα κράτος μπορεί να λαμβάνει μέτρα για την αποτροπή παράτυπων διελεύσεων, να συνεργάζεται με χώρες καταγωγής και διέλευσης, να καταπολεμά τα δίκτυα διακίνησης και να ενισχύει τα εξωτερικά του σύνορα. Η ύπαρξη, όμως, καθήκοντος ελέγχου των συνόρων δεν μπορεί να δημιουργήσει εξαίρεση από την αρχή της μη επαναπροώθησης. Ακόμη και αν αποδεικνυόταν ότι ένα γειτονικό κράτος είχε διευκολύνει ή ενθαρρύνει παράτυπες μετακινήσεις με σκοπό να ασκήσει πίεση στην Ισπανία, αυτό δεν θα μετέβαλλε τις υποχρεώσεις ατομικής προστασίας τις οποίες υπέχει η Ισπανία έναντι των προσώπων που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας της.

Η προσήκουσα νομική απάντηση στη συμπεριφορά του κράτους που ευθύνεται για την εργαλειοποίηση θα έπρεπε να αναζητηθεί στους κανόνες περί κρατικής ευθύνης, στα διπλωματικά και πολιτικά μέτρα, στους μηχανισμούς συνεργασίας ή σε άλλες μορφές διεθνούς επιβολής, και όχι στην κατάργηση των εγγυήσεων που προστατεύουν τα άτομα από την επαναπροώθηση. Διατυπωμένο με γενικούς όρους, το αδίκημα ενός κράτους δεν παρέχει αφ’ εαυτού νομική βάση για τη χαλάρωση των υποχρεώσεων που ένα άλλο κράτος υπέχει αυτοτελώς έναντι των προσώπων τα οποία βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας του.

Κρίσεις όπως αυτή της Θέουτα ασκούν αναπόφευκτα σημαντική πίεση στα κράτη και στο διεθνές δίκαιο. Ακριβώς, όμως, λόγω αυτής της πίεσης, οι αποφάσεις σχετικά με τη μελλοντική κατεύθυνση του διεθνούς δικαίου —και σχετικά με το εάν πρέπει να αποδυναμωθούν ορισμένες από τις εγγυήσεις που αναπτύχθηκαν με επίπονες προσπάθειες από τη δεκαετία του 1950 και εξής— απαιτούν προσεκτικό αναστοχασμό, μακριά από τον επείγοντα χαρακτήρα και την πολιτική ένταση της ίδιας της κρίσης.

www.ejiltalk.org,

https://www.anixneuseis.gr/366818-2/