Blog

Θαλάσσια Ασφάλεια: Ένα πολυδιάστατο πεδίο της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής.

Θαλάσσια Ασφάλεια: Ένα πολυδιάστατο πεδίο της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής.

Θαλάσσια Ασφάλεια: Ένα πολυδιάστατο πεδίο της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής

Δρ Νίκος Δενιόζος

Ανωτ. Αξιωματικός Λ.Σ. – Ελ. Ακτ. ε.α., Πτυχίο σε Αμυντικές και Στρατηγικές Σπουδές, Οικονομολόγος – Περιφερειολόγος M.Sc., M.Sc., Post Doc  in  Geopolitics & Geoeconomy  of Maritime Security

Καθηγητής Οικονομικής Ανάλυσης και Διεθνούς Πολιτικής Οικονομίας της Ενέργειας στο LEDRA College – Λευκωσία

  1. Εισαγωγή

Η θαλάσσια ασφάλεια αποτελεί ένα από τα πλέον σύνθετα και πολυδιάστατα πεδία της σύγχρονης διεθνούς πολιτικής, καθώς συνδέει θεσμικές, νομικές, στρατηγικές, κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους (Bueger, 2015· Germond, 2015). Η ιδιαιτερότητά της απορρέει, μεταξύ άλλων, από τη φύση του θαλάσσιου χώρου, ο οποίος χαρακτηρίζεται από διαφορετικά καθεστώτα δικαιοδοσίας, περιορισμούς στην άσκηση κρατικής εξουσίας και έντονη αλληλεξάρτηση μεταξύ κρατικών και μη κρατικών δρώντων (Klein, 2011). Κατά συνέπεια, η ουσιαστική κατανόηση των προκλήσεων που συνδέονται με τη θαλάσσια ασφάλεια προϋποθέτει την αξιοποίηση διαφορετικών θεωρητικών και αναλυτικών προσεγγίσεων, οι οποίες επιτρέπουν τη διερεύνηση της φύσης των απειλών, του ρόλου των εμπλεκόμενων δρώντων και της αποτελεσματικότητας των διαθέσιμων μέσων αντιμετώπισής τους (Bueger & Edmunds, 2017).

Στο πλαίσιο αυτό, διακρίνονται τέσσερα βασικά αναλυτικά πλαίσια: το διεθνονομικό, το κρατοκεντρικό ή γεωπολιτικό, το ερμηνευτικό ή κοινωνικοπολιτισμικό και το αιτιοκρατικό ή αναπτυξιακό (Bueger, 2015· Kraska & Pedrozo, 2013). Κάθε προσέγγιση αναδεικνύει διαφορετικές πτυχές του φαινομένου και προσφέρει διακριτά ερμηνευτικά εργαλεία για την ανάλυση των σύγχρονων προκλήσεων της θαλάσσιας ασφάλειας. Η συνδυαστική εφαρμογή τους συμβάλλει στη διαμόρφωση μιας ολοκληρωμένης αντίληψης, η οποία υπερβαίνει τις στενές στρατιωτικές ή αστυνομικές διαστάσεις της ασφάλειας (Feldt et al., 2013).

 

  1. Το διεθνές νομικό πλαίσιο

Το διεθνές νομικό πλαίσιο θεμελιώνεται στο Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας, με κεντρικό σημείο αναφοράς τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για το Δίκαιο της Θάλασσας (United Nations Convention on the Law of the Sea – UNCLOS, 1982). Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η θαλάσσια ασφάλεια εξετάζεται πρώτιστα υπό το πρίσμα της νομιμότητας, της κατανομής δικαιοδοσιών και των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από το διεθνές κανονιστικό σύστημα (Rothwell & Stephens, 2016). Το βασικό αναλυτικό ερώτημα αφορά την έκταση της εξουσίας κάθε κράτους στις επιμέρους θαλάσσιες ζώνες, τις προϋποθέσεις νόμιμης παρέμβασης και τους μηχανισμούς εφαρμογής του δικαίου σε ένα περιβάλλον όπου η κρατική κυριαρχία δεν ασκείται με ενιαίο τρόπο (Klein, 2011).

 

Η UNCLOS καθορίζει διαφορετικά νομικά καθεστώτα για τον θαλάσσιο χώρο, διακρίνοντας, μεταξύ άλλων, τη χωρική θάλασσα, η οποία μπορεί να εκτείνεται έως τα 12 ναυτικά μίλια (άρθρο 3), την Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ), η οποία μπορεί να φθάνει έως τα 200 ναυτικά μίλια (άρθρο 57), την υφαλοκρηπίδα και την ανοικτή θάλασσα (UNCLOS, 1982· Ροζάκης, 2013). Οι ζώνες αυτές δεν υπόκεινται στο ίδιο καθεστώς κυριαρχίας και δικαιοδοσίας. Αντιθέτως, διαφοροποιούνται ως προς τα δικαιώματα του παράκτιου κράτους, τις ελευθερίες που διατηρούν τα άλλα κράτη και τις αρμοδιότητες που αναγνωρίζονται σε διεθνές επίπεδο (Churchill et al., 2022).

Η διαφοροποίηση αυτή καθιστά την επιβολή του νόμου στη θάλασσα ιδιαίτερα απαιτητική, καθώς η νομιμότητα μιας ενέργειας εξαρτάται συχνά από τη γεωγραφική θέση του περιστατικού, τη φύση της πράξης και το εφαρμοστέο νομικό καθεστώς (Kraska & Pedrozo, 2013). Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η διάκριση μεταξύ πειρατείας και ένοπλης ληστείας κατά πλοίων. Σύμφωνα με το άρθρο 101 της UNCLOS (1982), η πειρατεία περιλαμβάνει, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, παράνομες πράξεις βίας, κράτησης ή λεηλασίας που διαπράττονται για ιδιωτικούς σκοπούς από το πλήρωμα ή τους επιβάτες ιδιωτικού πλοίου και στρέφονται κατά άλλου πλοίου στην ανοικτή θάλασσα ή σε τόπο εκτός της δικαιοδοσίας οποιουδήποτε κράτους. Αντίθετα, περιστατικά ένοπλης ληστείας εντός των χωρικών υδάτων υπάγονται κατά κανόνα στη δικαιοδοσία του παράκτιου κράτους και δεν εμπίπτουν στον ειδικό νομικό ορισμό της πειρατείας της UNCLOS (International Maritime Organization [IMO], 2009· Roach, 2010).

Αντίστοιχα, φαινόμενα όπως η παράνομη, λαθραία και άναρχη αλιεία (IUU Fishing), η θαλάσσια ρύπανση και η διακίνηση ναρκωτικών απαιτούν την εφαρμογή ενός σύνθετου πλέγματος διεθνών συμβάσεων, περιφερειακών συμφωνιών και εθνικών νομοθεσιών (Food and Agriculture Organization [FAO], 2001· Guilfoyle, 2009). Η αντιμετώπισή τους προϋποθέτει τη συνεργασία του Δικαίου της Θάλασσας με το διεθνές περιβαλλοντικό δίκαιο, το διεθνές ποινικό δίκαιο και άλλους εξειδικευμένους κλάδους (Treves, 2009). Επομένως, το διεθνές νομικό πλαίσιο αναδεικνύει ότι η αποτελεσματική θαλάσσια ασφάλεια δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την επιχειρησιακή ικανότητα των κρατών, αλλά και από τη σαφήνεια των κανόνων, τη συνεργασία μεταξύ των αρμόδιων αρχών και τη συνεπή εφαρμογή του διεθνούς δικαίου (Klein, 2011· Kraska, 2011).

 

  1. Το κρατοκεντρικό ή γεωπολιτικό πλαίσιο

Τ          ο κρατοκεντρικό ή γεωπολιτικό πλαίσιο αντλεί τις θεωρητικές του βάσεις από τις διεθνείς σχέσεις και, ειδικότερα, από τον πολιτικό ρεαλισμό και τον φιλελεύθερο θεσμισμό (liberal institutionalism) (Keohane, 1984· Mearsheimer, 2001· Waltz, 1979). Στο πλαίσιο αυτό, η θαλάσσια ασφάλεια αντιμετωπίζεται ως ζήτημα άσκησης ισχύος, προάσπισης εθνικών συμφερόντων, ελέγχου στρατηγικών περιοχών και διαχείρισης των σχέσεων μεταξύ κρατών. Τα κράτη αποτελούν τους κυριότερους δρώντες, καθώς καθορίζουν τις προτεραιότητες ασφαλείας, οργανώνουν τις ναυτικές και λιμενικές τους δυνάμεις και διαμορφώνουν πολιτικές για την προστασία των θαλάσσιων συμφερόντων τους (Till, 2018).

Από τη ρεαλιστική σκοπιά, η θάλασσα αποτελεί χώρο στρατηγικού ανταγωνισμού, όπου η κατανομή της ισχύος επηρεάζει την ικανότητα των κρατών να προστατεύουν την επικράτειά τους, να εξασφαλίζουν πρόσβαση σε κρίσιμους πόρους και να διατηρούν τον έλεγχο σημαντικών θαλάσσιων οδών (Mahan, 1890· Spykman, 1944). Η ναυτική ισχύς, συνεπώς, δεν περιορίζεται στη στρατιωτική διάσταση, αλλά λειτουργεί και ως μέσο άσκησης εξωτερικής πολιτικής, αποτροπής, προβολής ισχύος και ενίσχυσης της γεωοικονομικής θέσης ενός κράτους (Booth, 1977· Grove, 1990).

Κεντρική θέση σε αυτή την προσέγγιση κατέχει η έννοια του θαλάσσιου ελέγχου (sea control), δηλαδή της δυνατότητας ενός κράτους να διασφαλίζει την επιχειρησιακή του ελευθερία και να περιορίζει την αντίστοιχη ελευθερία των αντιπάλων του σε συγκεκριμένες θαλάσσιες περιοχές (Corbett, 1911· Till, 2018). Η έννοια αυτή συνδέεται με την προστασία των θαλάσσιων γραμμών επικοινωνίας (Sea Lines of Communication – SLOCs), την ασφάλεια των εμπορικών μεταφορών, την πρόσβαση σε ενεργειακούς πόρους και τη διατήρηση της λειτουργικότητας κρίσιμων θαλάσσιων υποδομών (Tangredi, 2002).

Στο σύγχρονο διεθνές περιβάλλον, η σημασία αυτής της προσέγγισης ενισχύεται από τον ανταγωνισμό μεταξύ μεγάλων δυνάμεων, την ανάπτυξη προηγμένων ναυτικών συστημάτων και τη στρατηγική σημασία περιοχών όπως τα Στενά του Ορμούζ, η Ερυθρά Θάλασσα και το Στενό της Μαλάκκας (Kaplan, 2010· Yoshihara & Holmes, 2018). Οι περιοχές αυτές αποτελούν κρίσιμους κόμβους (maritime choke points) του παγκόσμιου εμπορίου και των ενεργειακών ροών, με αποτέλεσμα οποιαδήποτε διαταραχή της ναυσιπλοΐας να μπορεί να προκαλέσει ευρύτερες οικονομικές και γεωπολιτικές συνέπειες (Rodrigue, 2004).

Ωστόσο, το κρατοκεντρικό πλαίσιο δεν περιορίζεται αποκλειστικά στη στρατιωτική ισχύ. Ο φιλελεύθερος θεσμισμός υπογραμμίζει τη σημασία των διεθνών οργανισμών, των πολυμερών συμφωνιών και των μηχανισμών συνεργασίας για την αντιμετώπιση κοινών απειλών (Keohane, 1984). Η ανταλλαγή πληροφοριών, η κοινή επιτήρηση, οι συντονισμένες ναυτικές επιχειρήσεις και η ανάπτυξη περιφερειακών μηχανισμών θαλάσσιας διακυβέρνησης μπορούν να περιορίσουν τις αβεβαιότητες και να ενισχύσουν τη συλλογική ασφάλεια (Bateman, 2007· Rahman, 2009). Συνεπώς, η γεωπολιτική προσέγγιση αναδεικνύει τόσο τον ανταγωνισμό για τον έλεγχο της θάλασσας όσο και τη δυνατότητα συνεργασίας για τη διατήρηση της σταθερότητας του διεθνούς θαλάσσιου συστήματος (Till, 2018).

 

  1. Το ερμηνευτικό ή κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο

Το ερμηνευτικό ή κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο προέρχεται από τις σύγχρονες σπουδές ασφάλειας και την κοινωνική θεωρία και διαφοροποιείται από τις προσεγγίσεις που αντιλαμβάνονται την ασφάλεια ως ένα αποκλειστικά αντικειμενικό και μετρήσιμο μέγεθος (Bigo, 2002· Krause & Williams, 1997). Βασική του παραδοχή είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο προσδιορίζονται οι απειλές, αξιολογούνται οι κίνδυνοι και επιλέγονται οι πολιτικές αντιμετώπισης επηρεάζεται από κοινωνικές αντιλήψεις, πολιτικές προτεραιότητες, πολιτισμικά χαρακτηριστικά και κυρίαρχα αφηγήματα (Campbell, 1998· Weldes et al., 1999).

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι υλικές απειλές, όπως οι επιθέσεις κατά εμπορικών πλοίων ή η καταστροφή θαλάσσιων υποδομών, αποτελούν απλώς κοινωνικές κατασκευές. Σημαίνει, αντιθέτως, ότι η αναγνώριση, η ιεράρχηση και η πολιτική αντιμετώπισή τους διαμορφώνονται μέσα από συγκεκριμένες διαδικασίες ερμηνείας και κοινωνικής νοηματοδότησης (Balzacq, 2011). Κατά συνέπεια, η ανάλυση της θαλάσσιας ασφάλειας οφείλει να εξετάζει όχι μόνο την ύπαρξη ενός κινδύνου, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο αυτός παρουσιάζεται, γίνεται αντιληπτός και μετατρέπεται σε αντικείμενο δημόσιας πολιτικής (Bueger, 2015).

Τα βασικά ερωτήματα αυτής της προσέγγισης αφορούν το ποιοι δρώντες διαθέτουν την εξουσία να ορίζουν τις απειλές, πώς οι κυρίαρχες αντιλήψεις περί ασφάλειας νομιμοποιούν συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές και με ποιον τρόπο οι κοινωνικές αντιλήψεις για τον κίνδυνο, την ευθύνη και την προστασία μεταβάλλονται με την πάροδο του χρόνου (Bigo, 2008· Hansen, 2006).

Ιδιαίτερα σημαντική είναι η συμβολή της Σχολής της Κοπεγχάγης, η οποία εισήγαγε και ανέπτυξε την έννοια της «ασφαλειοποίησης» (securitization) (Buzan et al., 1998· Wæver, 1995). Η έννοια αυτή περιγράφει τη διαδικασία μέσω της οποίας ένα ζήτημα παρουσιάζεται ως υπαρξιακή απειλή για ένα κράτος, μια κοινωνία ή μια άλλη οντότητα αναφοράς και, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, αποκτά την πολιτική νομιμοποίηση για την εφαρμογή έκτακτων ή εξαιρετικών μέτρων. Η ασφαλειοποίηση δεν εξαρτάται μόνο από τη διατύπωση μιας απειλής, αλλά και από την αποδοχή της σχετικής επιχειρηματολογίας από το κοινό που έχει σημασία για τη συγκεκριμένη πολιτική διαδικασία (Balzacq et al., 2016· Buzan et al., 1998).

Στον τομέα της θαλάσσιας ασφάλειας, η προσέγγιση αυτή επιτρέπει την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο φαινόμενα όπως η πειρατεία, η παράτυπη μετανάστευση και η διακίνηση ανθρώπων εντάσσονται σε διαφορετικά πολιτικά και κοινωνικά αφηγήματα (Léonard, 2010· Ryan, 2019). Όταν ένα κράτος παρουσιάζει την παράτυπη μετανάστευση πρωτίστως ως απειλή για την εθνική ασφάλεια, ενδέχεται να προκρίνει την ενίσχυση των συνοριακών ελέγχων, την επιτήρηση και την επιχειρησιακή κινητοποίηση των σωμάτων ασφαλείας (Cuttitta, 2018). Αντίθετα, όταν το ίδιο φαινόμενο προσεγγίζεται κυρίως ως ανθρωπιστική πρόκληση ή ως αποτέλεσμα κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων, η έμφαση μπορεί να μετατοπιστεί στην προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, στη διάσωση στη θάλασσα και στη διεθνή αναπτυξιακή συνεργασία (Gammeltoft-Hansen & Tan, 2017).

Αντίστοιχα, η παρουσίαση της πειρατείας ως απειλής για την εθνική ή διεθνή ασφάλεια μπορεί να διευκολύνει την ανάπτυξη ναυτικών επιχειρήσεων και την ενίσχυση των μηχανισμών επιτήρησης (Bueger, 2013). Ωστόσο, η ίδια προσέγγιση μπορεί να παραμερίσει άλλες διαστάσεις του προβλήματος, όπως τις συνθήκες διαβίωσης των παράκτιων πληθυσμών, την αδυναμία των κρατικών θεσμών και τις επιπτώσεις της παράνομης εκμετάλλευσης των θαλάσσιων πόρων (Murphy, 2011).

Επομένως, το ερμηνευτικό πλαίσιο αναδεικνύει ότι η θαλάσσια ασφάλεια συνδέεται όχι μόνο με την αντιμετώπιση υπαρκτών κινδύνων, αλλά και με τις διαδικασίες μέσω των οποίων οι κίνδυνοι αποκτούν πολιτική σημασία (Germond, 2015). Παράλληλα, προσφέρει ένα κρίσιμο εργαλείο αξιολόγησης των πολιτικών ασφάλειας, εξετάζοντας κατά πόσο οι επιλεγμένες παρεμβάσεις ανταποκρίνονται στην πραγματική φύση των απειλών ή επηρεάζονται δυσανάλογα από πολιτικές σκοπιμότητες και κυρίαρχες αντιλήψεις (Bueger & Edmunds, 2017).

  1. Το αιτιοκρατικό ή αναπτυξιακό πλαίσιο

Το αιτιοκρατικό ή αναπτυξιακό πλαίσιο επικεντρώνεται στον εντοπισμό των βαθύτερων αιτίων που δημιουργούν ή αναπαράγουν συνθήκες θαλάσσιας ανασφάλειας. Αντλεί θεωρητικά εργαλεία από τις αναπτυξιακές σπουδές, την ανθρώπινη ασφάλεια και την πολιτική οικονομία, μετατοπίζοντας την ανάλυση από την άμεση εκδήλωση μιας απειλής προς τις κοινωνικές, οικονομικές και θεσμικές συνθήκες που ευνοούν την εμφάνισή της (Duffield, 2001· United Nations Development Programme [UNDP], 1994).

Η βασική παραδοχή είναι ότι πολλές μορφές θαλάσσιας ανασφάλειας δεν μπορούν να ερμηνευθούν αποκλειστικά με βάση τα γεγονότα που εκδηλώνονται στη θάλασσα. Συχνά, οι ρίζες τους βρίσκονται στην ξηρά, σε περιβάλλοντα που χαρακτηρίζονται από οικονομική περιθωριοποίηση, περιορισμένες ευκαιρίες απασχόλησης, πολιτική αστάθεια, διαφθορά και αδυναμία των κρατικών θεσμών (Chapsos & Hamilton, 2019· Murphy, 2009). Υπό αυτές τις συνθήκες, δραστηριότητες όπως η πειρατεία, το λαθρεμπόριο και η παράνομη αλιεία μπορούν να αναπτυχθούν ως πηγές εισοδήματος, ως μέσα άσκησης παράνομης εξουσίας ή ως μηχανισμοί εκμετάλλευσης της απουσίας αποτελεσματικής κρατικής εποπτείας (Hastings, 2009· Percy & Shortland, 2013).

Η προσέγγιση αυτή υπογραμμίζει, επίσης, τη σημασία της σχέσης μεταξύ της οικονομικής δραστηριότητας στη θάλασσα και της ευημερίας των παράκτιων κοινωνιών. Η υπερεκμετάλλευση των αλιευτικών αποθεμάτων, η καταστροφή των θαλάσσιων οικοσυστημάτων και η απώλεια παραδοσιακών πηγών εισοδήματος μπορούν να εντείνουν τις κοινωνικές εντάσεις και να αυξήσουν την ευπάθεια των τοπικών πληθυσμών απέναντι σε παράνομες δραστηριότητες (Sumaila et al., 2020· World Bank, 2017). Παράλληλα, η απουσία αποτελεσματικών μηχανισμών διαχείρισης και επιβολής του νόμου δημιουργεί ευκαιρίες για οργανωμένα εγκληματικά δίκτυα, τα οποία εκμεταλλεύονται τα κενά διακυβέρνησης (United Nations Office on Drugs and Crime [UNODC], 2020).

Από αυτή την οπτική, η αντιμετώπιση της θαλάσσιας ανασφάλειας δεν μπορεί να περιορίζεται στην ενίσχυση της ναυτικής παρουσίας, στην επιτήρηση των θαλάσσιων περιοχών ή στην καταστολή των παράνομων δραστηριοτήτων. Αν και τα μέτρα αυτά είναι συχνά απαραίτητα για τον άμεσο περιορισμό των απειλών, η μακροπρόθεσμη αποτελεσματικότητά τους εξαρτάται και από την αντιμετώπιση των συνθηκών που επιτρέπουν την αναπαραγωγή τους (Bueger et al., 2020).

Συνεπώς, απαιτείται μια ολοκληρωμένη στρατηγική, η οποία να συνδυάζει την ενίσχυση των θεσμών και των μηχανισμών θαλάσσιας διακυβέρνησης με την οικονομική ανάπτυξη, την εκπαίδευση, τη δημιουργία βιώσιμων θέσεων εργασίας και την προστασία των θαλάσσιων πόρων (European Commission, 2014· Voyer et al., 2018). Η προώθηση νόμιμων οικονομικών δραστηριοτήτων, η υποστήριξη των τοπικών αλιευτικών κοινοτήτων και η ενίσχυση της διοικητικής και επιχειρησιακής ικανότητας των παράκτιων κρατών μπορούν να συμβάλουν στη δημιουργία συνθηκών μεγαλύτερης σταθερότητας (Vreÿ, 2010). Σε αυτή τη λογική εντάσσονται οι πρωτοβουλίες οικοδόμησης ικανοτήτων (capacity-building) και τα προγράμματα θαλάσσιας διακυβέρνησης που υποστηρίζονται από διεθνείς και περιφερειακούς οργανισμούς, μεταξύ των οποίων ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών και η Ευρωπαϊκή Ένωση (Bueger et al., 2020· Council of the European Union, 2014).

Βασικό πλεονέκτημα του αναπτυξιακού πλαισίου είναι ότι συνδέει τη θαλάσσια ασφάλεια με την ανθρώπινη ασφάλεια και τη βιώσιμη ανάπτυξη (Kaldor, 2007· Tadjbakhsh & Chenoy, 2007). Η προσέγγιση αυτή υποστηρίζει ότι η διαρκής μείωση της ανασφάλειας προϋποθέτει τη δημιουργία θεσμικών, κοινωνικών και οικονομικών συνθηκών που περιορίζουν τα κίνητρα και τις ευκαιρίες συμμετοχής σε παράνομες δραστηριότητες (Collier, 2007). Ωστόσο, απαιτείται προσοχή ώστε να μην υιοθετείται μια απλουστευτική αιτιοκρατική ερμηνεία, σύμφωνα με την οποία η φτώχεια ή η ανεργία οδηγούν αυτομάτως στην εγκληματικότητα και η οικονομική ανάπτυξη αρκεί από μόνη της για να εξαλείψει την ανασφάλεια. Η πραγματικότητα είναι περισσότερο σύνθετη, καθώς η εμφάνιση και η ένταση των απειλών εξαρτώνται από την αλληλεπίδραση οικονομικών κινήτρων, πολιτικών επιλογών, θεσμικών αδυναμιών, τοπικών κοινωνικών σχέσεων και ευρύτερων γεωπολιτικών εξελίξεων (Cramer, 2003· Murphy, 2011).

  1. Συμπέρασμα

Τα τέσσερα αναλυτικά πλαίσια αναδεικνύουν τη σύνθετη φύση της θαλάσσιας ασφάλειας και τις διαφορετικές διαστάσεις που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαμόρφωση αποτελεσματικών πολιτικών (Bueger, 2015). Το διεθνονομικό πλαίσιο προσδιορίζει τους κανόνες, τα δικαιώματα και τις αρμοδιότητες που διέπουν τον θαλάσσιο χώρο (Klein, 2011). Το κρατοκεντρικό ή γεωπολιτικό πλαίσιο εστιάζει στην ισχύ, στον στρατηγικό ανταγωνισμό και στη συνεργασία μεταξύ κρατών (Till, 2018). Το ερμηνευτικό ή κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο οι απειλές προσδιορίζονται, ερμηνεύονται και αποκτούν πολιτική σημασία (Buzan et al., 1998· Germond, 2015). Τέλος, το αιτιοκρατικό ή αναπτυξιακό πλαίσιο διερευνά τις βαθύτερες κοινωνικές, οικονομικές και θεσμικές συνθήκες που συμβάλλουν στην εμφάνιση και τη διατήρηση της ανασφάλειας (Murphy, 2009· Voyer et al., 2018).

Οι προσεγγίσεις αυτές δεν είναι αναγκαστικά ανταγωνιστικές, αλλά μπορούν να λειτουργήσουν συμπληρωματικά. Η νομική νομιμότητα μιας παρέμβασης δεν εγγυάται από μόνη της τη στρατηγική αποτελεσματικότητά της, όπως και η στρατιωτική υπεροχή δεν εξασφαλίζει κατ’ ανάγκην τη μακροπρόθεσμη εξάλειψη μιας απειλής (Kraska & Pedrozo, 2013). Αντίστοιχα, η πολιτική αναγνώριση ενός προβλήματος ως ζητήματος ασφάλειας δεν συνεπάγεται ότι τα μέτρα που υιοθετούνται είναι αναλογικά ή κατάλληλα, ενώ η οικονομική ανάπτυξη δεν εξαλείφει αυτομάτως τις θεσμικές αδυναμίες και τις παράνομες δραστηριότητες (Bueger & Edmunds, 2017).

Κατά συνέπεια, η αποτελεσματική διαχείριση της σύγχρονης θαλάσσιας ασφάλειας απαιτεί μια πολυεπίπεδη προσέγγιση, η οποία να συνδυάζει τη συμμόρφωση προς το διεθνές δίκαιο, την επιχειρησιακή και στρατηγική ικανότητα, την κριτική αξιολόγηση των πολιτικών ασφαλείας και την αντιμετώπιση των βαθύτερων αιτίων της ανασφάλειας (Bueger et al., 2020· Feldt et al., 2013). Μόνο μέσω αυτής της συνδυαστικής θεώρησης μπορεί να διαμορφωθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο βιώσιμης θαλάσσιας ασφάλειας, ικανό να ανταποκρίνεται τόσο στις άμεσες απειλές όσο και στις μακροπρόθεσμες προκλήσεις που επηρεάζουν τη διεθνή ναυσιπλοΐα, την παγκόσμια οικονομία και τη σταθερότητα του θαλάσσιου περιβάλλοντος.

 

 

 

Βιβλιογραφικές Αναφορές

 

  • Balzacq, T. (Ed.). (2011). Securitization theory: How security problems emerge and dissolve. Routledge.
  • Balzacq, T., Léonard, S., & Ruzicka, J. (2016). ‘Securitization’ revisited: Theory and cases. International Relations, 30(4), 494–531.
  • Bateman, S. (2007). Building good order at sea in Southeast Asia: The promise of international regimes. In R. Emmers, M. Caballero-Anthony, & A. Acharya (Eds.), Studying Non-Traditional Security in Asia (pp. 97–116). Marshall Cavendish.
  • Bigo, D. (2002). Security and immigration: Toward a critique of the governmentality of unease. Alternative: Global, Local, Political, 27(1_suppl), 63–92.
  • Bigo, D. (2008). International political sociology. In P. D. Williams (Ed.), Security Studies: An Introduction (pp. 116–129). Routledge.
  • Booth, K. (1977). Navies and foreign policy. Croom Helm.
  • Bueger, C. (2013). Practice, pirates and coast guards: The grand narrative of Somali piracy. Third World Quarterly, 34(10), 1811–1827.
  • Bueger, C. (2015). What is maritime security? Marine Policy, 53, 159–164.
  • Bueger, C., & Edmunds, T. (2017). Beyond seablindness: A new agenda for maritime security studies. International Affairs, 93(6), 1293–1311.
  • Bueger, C., Edmunds, T., & McCabe, R. (2020). Into the sea: Capacity-building innovations and the maritime security challenge. Third World Quarterly, 41(2), 229–246.
  • Buzan, B., Wæver, O., & de Wilde, J. (1998). Security: A new framework for analysis. Lynne Rienner Publishers.
  • Campbell, D. (1998). Writing security: United States foreign policy and the politics of identity (Rev. ed.). University of Minnesota Press.
  • Chapsos, I., & Hamilton, S. (2019). Illegal fishing and fisheries crime as a transnational organized crime in Indonesia. Trends in Organized Crime, 22(3), 255–273.
  • Churchill, R., Lowe, V., & Sander, A. (2022). The law of the sea (4th ed.). Manchester University Press.
  • Collier, P. (2007). The bottom billion: Why the  poorest  countries   are failing and what can be done about it. Oxford University Press.
  • Corbett, J. S. (1911). Some principles of maritime strategy. Longmans, Green and Co.
  • Council of the European Union. (2014). European Union Maritime Security Strategy (Doc. 11205/14). Brussels.
  • Cramer, C. (2003). Does inequality cause violent conflict? Journal of International Development, 15(4), 397–412.
  • Cuttitta, P. (2018). Delocalization, humanitarianism, and human rights: The Mediterranean border between exclusion and inclusion. Antipode, 50(3), 783–803.
  • Duffield, M. (2001). Global governance and the new wars: The merging of development and security. Zed Books.
  • European Commission. (2014). Joint communication to the European Parliament and the Council: For an open and secure global maritime domain: Elements for a European Union maritime security strategy (JOIN(2014) 9 final).
  • FAO. (2001). International Plan of Action to Prevent, Deter and Eliminate Illegal, Unreported and Unregulated Fishing (IPOA-IUU). Food and Agriculture Organization of the United Nations.
  • Feldt, L., Roell, P., & Thiele, R. D. (2013). Maritime security – Perspectives for a comprehensive approach (ISPSW Strategy Series No. 222). Institute for Strategic, Political, Security and Economic Consultancy.
  • Gammeltoft-Hansen, T., & Tan, N. F. (2017). The end of the deterrence paradigm? Future directions for protection-sensitive border controls. Journal on Migration and Human Security, 5(1), 35–56.
  • Germond, B. (2015). The maritime dimension of European security: Seapower and the European Union. Palgrave  Macmillan.
  • Grove, E. (1990). The future of sea power. Naval Institute Press.
  • Guilfoyle, D. (2009). Shipping interdiction and the law of the sea. Cambridge University Press.
  • Hansen, L. (2006). Security as practice: Discourse analysis and the Bosnian war. Routledge.
  • Hastings, J. V. (2009). Geographies of state failure and sophistication in maritime piracy hijackings. Political Geography, 28(4), 213–223.
  • IMO. (2009). Code of Practice for the Investigation of Crimes of Piracy and Armed Robbery against Ships (Resolution A.1025(26)). International Maritime Organization.
  • Kaldor, M. (2007). Human security: Reflections on globalization and intervention. Polity.
  • Kaplan, R. D. (2010). Monsoon: The Indian Ocean and the future of American power. Random House.
  • Keohane, R. O. (1984). After hegemony: Cooperation and discord in the world political economy. Princeton University Press.
  • Klein, N. (2011). Maritime security and the law of the sea. Oxford University Press.
  • Kraska, J. (2011). Maritime power and the law of the sea: Expeditionary operations in world politics. Oxford University Press.
  • Kraska, J., & Pedrozo, R. (2013). International maritime security law. Martinus Nijhoff Publishers.
  • Krause, K., & Williams, M. C. (Eds.). (1997). Critical security studies: Concepts and cases. University of Minnesota Press.
  • Léonard, S. (2010). EU border security and migration into the European Union: FRONTEX and securitisation through practices. European Security, 19(2), 231–254.
  • Mahan, A. T. (1890). The influence of sea power upon history, 1660–1783. Little, Brown and Co.
  • Mearsheimer, J. J. (2001). The tragedy of Great Power politics. W. W. Norton & Company.
  • Murphy, M. N. (2009). Small boats, weak states, dirty money: Piracy and maritime terrorism in the modern world. Columbia University Press.
  • Murphy, M. N. (2011). Somalia: The new Barbary? Piracy and governance in the Horn of Africa. Columbia University Press.
  • Percy, S., & Shortland, A. (2013). The business of piracy in Somalia. Journal of Strategic Studies, 36(4), 541–578.
  • Rahman, C. (2009). The regime of maritime security: Principles, providers and prospects. International Maritime Health.
  • Roach, J. A. (2010). Countering piracy: Off Somalia, successfully enhancing capacity and capabilities. California Western International Law Journal, 40(2), 359–378.
  • Rodrigue, J. P. (2004). Straits, passages and chokepoints: A maritime geostrategy of petroleum distribution. Cahiers de Géographie du Québec, 48(135), 357–374.
  • Rothwell, D. R., & Stephens, T. (2016). The international law of the sea (2nd ed.). Hart Publishing.
  • Ryan, B. (2019). The security-migration nexus in the Mediterranean: Logics of border control. European Security, 28(3), 312–330.
  • Spykman, N. J. (1944). The geography of the peace. Harcourt, Brace and Company.
  • Sumaila, U. R., Zeller, D., Hood, L., Palomares, M. L., Li, Y., & Pauly, D. (2020). Illicit fisheries: Subsidies, criminal activities, and market distortions. Science Advances, 6(9), eaaz3801.
  • Tadjbakhsh, S., & Chenoy, A. M. (2007). Human security: Concepts and implications. Routledge.
  • Tangredi, S. J. (Ed.). (2002). Globalization and maritime power. National Defense University Press.
  • Till, G. (2018). Seapower: A guide for the twenty-first century (4th ed.). Routledge.
  • Treves, T. (2009). Piracy, law of the sea, and use of force: Developments off the coast of Somalia. European Journal of International Law, 20(2), 399–414.
  • UNCLOS. (1982). United Nations Convention on the Law of the Sea. 1833 U.N.T.S. 397.
  • UNDP. (1994). Human Development Report 1994: New dimensions of human security. Oxford University Press.
  • UNODC. (2020). Transnational organized crime in the fishing industry. United Nations Office on Drugs and Crime.
  • Voyer, M., Schofield, C., Azmi, K., Warner, R., McIlgorm, A., & Quirk, G. (2018). Maritime security and the blue economy: Intersections and interdependencies. Marine Policy, 95, 116–124.
  • Vreÿ, F. (2010). African maritime security: A time for good order at sea. Australian Journal of Maritime & Ocean Affairs, 2(4), 121–132.
  • Wæver, O. (1995). Securitization and desecuritization. In R. D. Lipschutz (Ed.), On Security (pp. 46–86). Columbia University Press.
  • Waltz, K. N. (1979). Theory of international politics. McGraw-Hill.
  • Weldes, J., Laffey, M., Gusterson, H., & Duvall, R. (Eds.). (1999). Cultures of insecurity: States, communities, and the production of danger. University of Minnesota Press.
  • World Bank. (2017). The sunken billions revisited: Progress and challenges in global marine fisheries. World Bank Publications.
  • Yoshihara, T., & Holmes, J. R. (2018). Red star over the Pacific: China’s rise and the challenge to U.S. maritime strategy (2nd ed.). Naval Institute Press.
  • Ροζάκης, Χ. (2013). Το Δίκαιο της Θάλασσας και η διαμόρφωσή του από την ελληνική πρακτική. Εκδόσεις Παπαζήση.