Blog

Ευάγγελος Γριβάκος* : Η ΣΚΟΠΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ-ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤIΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ.

Ευάγγελος Γριβάκος* : Η ΣΚΟΠΟΥΜΕΝΗ ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 3 ΤΟΥ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΟΣ-ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΣΤIΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ –ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΑΝΤΙΔΡΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΥ ΠΑΤΡΙΑΡΧΕΙΟΥ.

Κατά την Επανάσταση του 1821, το Έθνος, αποβλέποντας στον προσδιορισμό της εθνικής του υπόστασης και της πολιτικής του ταυτότητας, έθεσε, με βάση την χριστιανική πίστη, ως επικεφαλίδα του προοιμίου της «Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας» του την φράση «Εις το όνομα της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». Η ιστορική αυτή ομολογία που «άντεξε» σε όλες τις αναθεωρήσεις των προηγούμενων Συνταγμάτων, συναντάται αναγεγραμμένη και στο προοίμιο του σήμερα ισχύοντος Συντάγματος, σηματοδοτούσα την ευρύτερη έννοια της σχέσης Θρησκείας/ Εκκλησίας και Πολιτείας/ Κράτους.


Θεμελιώδη εξειδίκευση της εν λόγω σχέσεως αποτελούν οι διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 3 του Συντάγματος που έχουν ως ακολούθως : «Παρ. 1. Επικρατούσα Θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας που γνωρίζει κεφαλή της τον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, υπάρχει αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με την Μεγάλη Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και με κάθε άλλη Εκκλησία του Χριστού, τηρεί απαρασάλευτα, όπως εκείνες, τους ιερούς και αποστολικούς κανόνες και τις ιερές παραδόσεις. Είναι αυτοκέφαλη, διοικείται από την Ιερά Σύνοδο των εν ενεργεία Αρχιερέων και από την Διαρκή Ιερά Σύνοδο που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, με τήρηση του των διατάξεων του Πατριαρχικού Τόμου της κθ΄(29) Ιουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928. Παραγρ. 2. Το εκκλησιαστικό καθεστώς που υπάρχει σε ορισμένες περιοχές του Κράτους δεν αντίκειται στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου».
Ο όρος «επικρατούσα Θρησκεία» που απαντάται σε όλα τα προηγούμενα ελληνικά συνταγματικά κείμενα, έχει την έννοια ότι η μέγιστη πλειονότητα των Ελλήνων πρεσβεύει την Ορθόδοξη Χριστιανική Θρησκεία . Απόρροια τούτου, κατά μια άποψη, ( βλ. Μάνεση Αριστ., πανεπιστημιακές παραδόσεις περί συνταγματικών δικαιωμάτων – ατομικών ελευθεριών, και Πουλή Γεώργ. ,1982, Τα συνταγματικά πλαίσια Κράτους και Εκκλησίας, Αρμενόπουλος , τευχ. 12), είναι ότι η χριστιανική Θρησκεία (πρέπει να) θεωρείται ως επίσημη Θρησκεία του Κράτους, με ιδιάζουσα, προς αυτό, νομική θέση και απολαύουσα ειδικών προνομίων, μη επεκτεινομένων και στις άλλες θρησκείες. Τα εκ του Συντάγματος ειδικά προνόμια της επικρατούσας Θρησκείας είναι: Η απαγόρευση κατ΄αυτής προσηλυτισμού και κάθε άλλης επέμβασης, η τήρηση αναλλοίωτου του κειμένου των Αγίων Γραφών, η αναγνώριση της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ελλάδος ως αυτόνομου οργανισμού και η ανάγκη γνωμοδότησης της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου για κάθε σχέδιο ή πρόταση νόμου σχετικού με την διοίκηση αυτής (Θεοφ. Παπακωνσταντίνου, Πολιτική Αγωγή , 1970).
Nεότερες πηγές, εν τούτοις, δεν αποδέχονται τον όρο «επίσημη» για την χριστιανική Θρησκεία του Κράτους. Επί παραδείγματι, σε Έκθεση της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων του ΥΠΠΕΘ, το 2015, σχετικά με την επικρατούσα Θρησκεία, αναφέρεται απλώς πως έχει «αποκλειστικά διαπιστωτικό χαρακτήρα, οφειλόμενο στο γεγονός ότι η μεγάλη πλειοψηφία των Ελλήνων (σε ποσοστό άνω του 90%) συνδέεται με την Ορθόδοξη Εκκλησία». Ομοίως, σύμφωνα με το συνταγματολόγο κ. Ευάγγελο Βενιζέλο(: «… ο όρος «επικρατούσα Θρησκεία» έχει ένα περιεχόμενο αφενός μεν ιστορικό και πολιτισμικό, το οποίο δεν είναι νομικά κρίσιμο, αφετέρου δε ένα περιεχόμενο πραγματολογικό, που είναι νομικά κρίσιμο εφόσον περιγράφει την ορθόδοξη εκκλησία ως το πολυπληθέστερο συλλογικό υποκείμενο άσκησης της θρησκευτικής ελευθερίας υπό όλες τις εκδοχές και σε σχέση πάντοτε με όλο τον άλλο κατάλογο των συνταγματικών δικαιωμάτων» (Ε. Βενιζέλου, Σχέσεις Κράτους- Εκκλησίας ως συνταγματικά ρυθμισμένες, 2000).
Mη αμφισβητήσιμος είναι ο όρος «αυτοκέφαλος» για την Ελλαδική Εκκλησία που σημαίνει ότι αυτή είναι διοικητικώς ανεξάρτητη από κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία. Το 1833 η Αντιβασιλεία του Όθωνα διακήρυξε την ανεξαρτησία της Εκκλησίας ακολουθώντας την γραμμή του λογίου κληρικού Θεόκλητου Φαρμακίδη. Ο Οικουμενικός Θρόνος αρχικά αρνήθηκε να αποδεχθεί αυτή την αποσχιστική πρωτοβουλία και μόλις το 1850 εξέδωσε Τόμο Αυτοκεφαλίας της Εκκλησίας. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους στην Ελλάδα διαμορφώθηκαν δύο εκκλησιαστικές διοικήσεις. Μία της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος και μία των Επαρχιών του Οικουμενικού Θρόνου στις άρτι απελευθερωθείσες περιοχές (Νέες Χώρες) . Προέκυψε, βέβαια, πρόβλημα που διευθετήθηκε το 1927 με την έκδοση νόμου της Ελληνικής Πολιτείας και δύο Πράξεων του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος, το 1928. Με τα ανωτέρω Διατάγματα οι Μητροπόλεις των Νέων Χωρών παραχωρήθηκαν «επιτροπικώς» στην Εκκλησία της Ελλάδος, πνευματικά όμως παρέμειναν υπό τη δικαιοδοσία του Οικουμενικού Θρόνου. Το καθεστώς αυτό προκάλεσε κατ’ επανάληψιν προστριβές μεταξύ των δύο Εκκλησιών. Η μεγαλύτερη κρίση ξέσπασε την άνοιξη του 2004, με αφορμή την εκλογή των νέων Μητροπολιτών Θεσσαλονίκης, Σερβίων & Κοζάνης και Ελευθερουπόλεως. Κατά τη διαδικασία της εκλογής, ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος απέφυγε να αποστείλει στο Οικουμενικό Πατριαρχείο τον κατάλογο των εκλογίμων, όπως προβλεπόταν από την Πατριαρχική Πράξη του 1928. Τότε το Πατριαρχείο αποφάσισε τη διακοπή της κοινωνίας με τον Χριστόδουλο. Τελικά, μετά από αμοιβαίες υποχωρήσεις, οι νεοεκλεγέντες Μητροπολίτες αναγνωρίστηκαν και η νέα Μείζων, Ενδημούσα Σύνοδος ήρε την ακοινωνησία με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και αποκατέστησε τη μνημόνευση του ονόματός του στα δίπτυχα της Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως.
Το άρθρο 3, όπως προκύπτει από την ιστορική του ερμηνεία, δεν ρυθμίζει μόνο τις σχέσεις Κράτους και Εκκλησίας αλλά και της Ελληνικής Πολιτείας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο ως διεθνούς νομικού προσώπου και δηλώνει τον σεβασμό της Ελληνικής Δημοκρατίας προς την διαμορφωμένη, κατά το Κανονικό Δίκαιο , δογματική ενότητα του Πατριαρχικού Θρόνου με την Εκκλησία της Ελλάδος. Τούτο φαίνεται και στο άρθρο 105 του Συντάγματος περί Αγ. Όρους, ο Καταστατικός Χάρτης του οποίου ψηφίζεται από την Ιερά Κοινότητα και εγκρίνεται από την Βουλή των Ελλήνων και το Οικουμενικό Πατριαρχείο καθώς και στη συνταγματική κατοχύρωση του πατριαρχικού Τόμου του 1850 για την αναγνώριση της Αυτοκεφαλίας της Ελλαδικής Εκκλησίας και την συνταγματική αναγνώριση της Συνοδικής Πράξης του 1928 για τις Νέες Χώρες, γενομένης μνείας αυτών , ως ανωτέρω.
Στις αρχές Νοεμβρίου 2018 και στα πλαίσια αναθεωρήσεως του Συντάγματος, δόθηκε στη δημοσιότητα προσχέδιο Συμφωνίας (όχι Νόμου) μεταξύ του πρωθυπουργού της Χώρας και του Αρχιεπισκόπου Αθηνών για την, μεταξύ άλλων, αναθεώρηση του άρθρου 3 και την διαμόρφωσή του ως εξής : «Άρθρο 3. Παρ 1. Η ελληνική Πολιτεία είναι θρησκευτικά ουδέτερη. Επικρατούσα θρησκεία στην Ελλάδα είναι η Ορθόδοξη Εκκλησία που βρίσκεται αναπόσπαστα ενωμένη δογματικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και κάθε άλλη Ορθόδοξη Εκκλησία και τηρεί απαρασάλευτα τους Κανόνες των Αποστόλων και των ΟΙκουμενικών Συνόδων και την εκκλησιαστική Παράδοση. Παρ.2. Η ορθόδοξη Εκκλησία είναι αυτοκέφαλη και διοικείται σύμφωνα με τα όσα ορίζουν ο ο Καταστατικός Χάρτης της, ο Πατριαρχικός Τόμος του 1850 και η Συνοδική Πράξη του 1928. Το εκκλησιαστικό καθεστώς της Κρήτης και των Δωδεκανήσων δεν αντίκειται στις παραπάνω διατάξεις».
Έγκριτοι νομικοί κύκλοι υποστηρίζουν– και δικαίως- ότι η νέα κυβερνητική πρόταση, αντιπαραβαλλόμενη με το σήμερα υφιστάμενο άρθρο 3 του Συντάγματος αποκαλύπτει κρύφιες σκοπιμότητες στρεβλωτικής – για να μην πούμε, καταστροφικής – διαμόρφωσης των σχέσεων Κράτους- Εκκλησίας, ξένης για τα ελληνικά δεδομένα. Κατ΄αρχήν δεν διευκρινίζει , ούτε με ερμηνευτική δήλωση, ποιό είναι το περιεχόμενο της θρησκευτικής ουδετερότητας η οποία εμφανίζεται σε κράτη όπου συνυπάρχουν καθολικισμός και προτεσταντισμός και η θρησκεία τοποθετείται στον χώρο της κοινωνίας των πολιτών, χωρίς να έχει καμία θέση σε λειτουργία με θεσμική και πολιτική διάσταση. Το θρησκευτικά ουδέτερο κράτος επιδοτεί την Εκκλησία με πόρους που αντλεί μόνο από οικειοθελείς συνεισφορές των θρησκευομένων φορολογουμένων, τηρώντας, συγχρόνως, ίσες αποστάσεις από τις θρησκευτικές κοινότητες χωρίς πίεση και χωρίς προτίμηση σε κάποια από αυτές. Ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος φέρεται να έχει δηλώσει ότι ως «θεμιτό μοντέλο ουδετέρου κράτους θεωρεί την Γερμανία» όπου ο λογαριασμός από τον οποίον το κράτος τροφοδοτεί την Εκκλησία σχηματίζεται εθελοντικά από φόρους υπέρ αυτής. Οι Γερμανοί φορολογούμενοι μπορούν μεν να δηλώσουν προς το κράτος εξαίρεση από τον φόρο υπέρ θρησκευτικών σκοπών αλλά έτσι χάνουν το δικαίωμα για χρήση υπηρεσιών της Εκκλησίας, όπως τέλεση θρησκευτικού γάμου ή θρησκευτικής κηδείας. Η έννοια του θρησκευτικά ουδετέρου κράτους διαφοροποιείται ριζικά από εκείνη του ανεξίθρησκου κράτους, οι πολίτες του οποίου απολαμβάνουν την ελευθερία της πίστεως χωρίς διώξεις και με τις θρησκευτικές τους πεποιθήσεις συνταγματικά κατοχυρωμένες.
Από τα ανωτέρω εκτεθέντα διαφαίνεται ότι η ένταξη της Ελληνικής Εκκλησίας σε περιβάλλον θρησκειακά ουδετέρου κράτους είναι τελείως ανεδαφική και απαράδεκτη για λόγους συνταγματικής τάξεως, (ισχυούσης της ρήτρας της επκρατούσας Θρησκείας, του άρθρου 9 της ΕΣΔΑ και 13 του Συντάγματος περί θρησκευτικής ελευθερίας) και αντίθεσης στα Δόγματα της Ορθοδοξίας, τα ήθη, τα έθιμα, τις πρακτικές και τις ιστορικές καταβολές των Ελλήνων. Και αυτό πρέπει να το εννοήσουν όσοι σκοπεύουν να επιβάλλουν τέτοιο καθεστώς στην Χώρα μας.
Την αντίθεση και ανησυχία του για την προτεινόμενη μεταρρύθμιση του άρθρου 3 εκφράζει και το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την αιτιολογία ότι απλοποιεί επικίνδυνα το πλέγμα των σχέσεων του με την Εκκλησία της Ελλάδος και τις εν Ελλάδι επαρχίες του, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Θεωρεί, ομοίως,το Πατριαρχείο ότι η διόρθωση ορισμένων σημείων και πολύ περισσότερο η σπουδή για την πλήρη διαγραφή της παραγράφου 2 του άρθρου 3, δυνατόν να οδηγήσουν σε επικίνδυνες καταστάσεις., ενώ η εξάλειψη της γενικής αναφοράς στις Νέες Χώρες μπορεί να αποδυναμώσει τον νομικό δεσμό του Πατριαρχείου με τις Επαρχίες του στην Βορ. Ελλάδα και τα νησιά του Ανατ. Αιγαίου. Ήδη από το 2017 ο Οικουμενικός Πατριάρχης είχε φροντίσει να θέσει τον Πρωθυπουργό ενώπιον των ευθυνών του καθιστώντας σαφές ότι το Φανάρι δεν ήταν σε καμία περίπτωση διατεθειμένο να δεχθεί την διαγραφή των αναφορών σε αυτό και των δικαιοδοσιών του. Φαίνεται, όμως, ότι η Κυβέρνηση αγνόησε την προειδοποίηση, η δε περιθωριοποίηση επιτάθηκε ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι το Φανάρι ποτέ δεν ειδοποιήθηκε για την πρόθεση και το περιεχόμενο της συγκεκριμένης συνταγματικής αναθεώρησης, παρά το περί αυτήν ζωτικό ενδιαφέρον του. Εν τούτοις δεν έχει πει ακόμη τον τελευταίο λόγο του.
Όπως ήταν φυσικό η πρόταση για την αναθεώρηση του άρθρου 3 απεδείχθη μια ευμεγέθης πομφόλυγα που γρήγορα πέρασε στις καλένδες της Ιστορίας προτού διαταράξει ανεπανόρθωτα τις σχέσεις Κράτους-Εκκλησίας- κοινωνίας και προσβάλλει τους άρρηκτους θρησκευτικούς και εθνικούς δεσμούς Ελλάδος – Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ας ελπίσουμε ότι δεν θα επανέλθει υπό την ίδια ή άλλη μορφή.

* Ευάγγελος Γριβάκος, Αντιστράτηγος ε.α – Νομικός 

Αφήστε μια απάντηση